Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Bernard Odier
Ψυχίατρος, Médecin-chef στο Centre Philippe Paumelle
της Association de Santé Mentale του 13ου Διαμερίσματος στο Παρίσι.

σύναψις 09  [2008 – τόμος 04]

Η δοκιμαζόμενη από τον επιστημονισμό ψυχιατρική

Μετάφραση
Πέτρος Μαρτινίδης
Θανάσης Καράβατος

Bernard Odier. La psychiatrie à l’épreuve du scientisme L’Information Psychiatrique 2004, 80, 7, 557-565 [με την ευγενή άδεια του συγγραφέα και του περιοδικού]

Ουαί στους τυφλούς που καθοδηγούν,
ουαί στους τυφλούς που ακολουθούν1

Άγιος Αυγουστίνος

Στην ψυχιατρική η γνώση είναι σύνθετη. Περιέχει, φύρδην μίγδην, δεξιότητες και εμπειρικά δεδομένα, νησίδες επιστημοσύνης και οντολογικές βεβαιότητες. Οι επιτυχίες της επιστημονικής μεθοδικότητας στους άλλους ιατρικούς κλάδους σκιάζουν την τρέχουσα κατάστασή της. Αυτή την απουσία επιστημονικού κύρους, η ψυχιατρική την βιώνει με μια κάποια δυστυχή συνείδηση, αναπτύσσοντας στους κόλπους της την επιθυμία για «περισσότερη επιστήμη», την οποία η ίδια η επιστήμη αδυνατεί, φυσικά, να εκπληρώσει.

 

Η μομφή για επιστημονισμό έχει πλέον καταστεί ατιμωτική. Αφορά στην απαλλοτρίωση της σκέψης και της ζωής από τον επιστημονικό ορθολογισμό. Καταγγέλλει μια μορφή σύγχρονου σκοταδισμού. Αλλά ο όρος «επιστημονισμός» είναι αόριστος. Χρησιμοποιείται για να στιγματίσει τις ψευδο-επιστήμες, τις επιστημονικές απάτες, τα διανοητικά δολιεύματα, όπως και την τάση για προφητείες, τους επιστημονικούς μεσσιανισμούς και τη θετικιστική κατήχηση, ενώ γελοιοποιεί την υπερβολή της επιστημονικής αυτοπεποίθησης. Ως ιδιαίτερα αόριστος όρος γίνεται συχνά πιο συγκεκριμένος με τη βοήθεια επιθέτων, αυστηρών ή κλειστών όταν εγκαλείται ο αναγωγισμός του, εκδικητικών ή ολοκληρωτικών όταν αρχίζουν πλέον να εκδηλώνονται επιφυλάξεις απέναντι σε απότοκα της επιστήμης ή των γελοιογραφικών εκδοχών της.

      Η μομφή για επιστημονισμό είναι αμφίστομη. Σε αντίθεση με μια κρίση ανοιχτή στη διάψευση («αυτό είναι λάθος», «εκείνο είναι εξωπραγματικό» κ.λπ.), η οποία θα παρέπεμπε στις κατηγορίες των επιστημονικών κρίσεων, εγκαθιστά μια διελκυστίνδα μεταξύ επιστήμης και επιστημονισμού, υποχρεώνοντας είτε να στυλωθεί κανείς στη μεριά της επιστήμης, και να εξωραΐζει τα επιχειρήματά του αναλόγως, είτε να αποποιηθεί τους κανόνες της επιστημονικής αντιπαράθεσης και να προετοιμάζεται για οδομαχίες.

      Τι να πούμε άραγε για την «ένατη θέση» που υιοθέτησαν ομόφωνα οι επαγγελματίες της ψυχιατρικής στις Γενικές Συνελεύσεις2  του Ιουνίου 2003 στο Μονπελιέ: «να επαγρυπνούμε απέναντι στη σαγήνη του επιστημονισμού»; Το εξοικειωμένο μάτι διακρίνει αμέσως εκεί την ομολογία ενός εκμαυλισμού κι έπειτα την επάνοδο στην αυτογνωσία. Πρόκειται για απόρροια των σύνθετων σχέσεων της ψυχιατρικής με την επιστήμη και των ακόμη πιο σύνθετων σχέσεών της με τον επιστημονισμό. Πριν προχωρήσουμε στην περιγραφή αυτών των σχέσεων, ας προσδιορίσουμε την ψυχιατρική ως προς την εν γένει ιατρική και την επιστήμη.

 

Ψυχιατρική και ιατρική

 

Η ψυχιατρική συνιστά ένα ετερογενές όλον. Ένα σώμα γνώσεων μικτής φύσης. Συνυπάρχουν εν αναμείξει σ’ αυτήν: δεξιότητες, εμπειρικά δεδομένα, νησίδες επιστημοσύνης και οντολογικές βεβαιότητες [22]. Η ψυχιατρική εντάσσεται στην ιατρική, έστω και αν δεν αποτελεί απλώς μια ιατρική ειδικότητα σαν τις άλλες. Είναι ένα ιατρικό πεδίο (discipline). Υποτάσσεται στις απαιτήσεις της ιατρικής δεοντολογίας και τα αποτελέσματά της εκτιμώνται με τα ίδια κλινικά μέτρα κι άρα με μεθοδικότητα. Αυτές οι δύο παράμετροι είναι αλληλέγγυες. Η ιπποκρατική αρχή: «ωφελέειν ή μη βλάπτειν»3 αφήνει να υπονοείται το κριτήριο της αποτελεσματικότητας. Ο όρος ιατρογενές επιβεβαιώνει την αυστηρότητα αυτού του κριτηρίου και τη μη υποχώρηση μπρος στo ενδεχόμενο ανεπιθύμητων ενεργειών. Η δεοντολογική απαίτηση προσανατολίζει και τις πρακτικές. Αλλά οι πληροφορίες που θα δώσουν οι ψυχιατρικοί ασθενείς και η εξασφάλιση της συναίνεσής τους συναντούν εμπόδια. Ομοίως, στο επιστημονικό επίπεδο, για να αποδείξει την εγκυρότητά της η ψυχιατρική αντιμετωπίζει περισσότερα προβλήματα από άλλες ιατρικές ειδικότητες.

      Αν η ψυχιατρική συνιστά περισσότερο «ιατρικό πεδίο» παρά ιατρική ειδικότητα, αυτό οφείλεται στο ότι οι δύο απαιτήσεις –επιστημονική και δεοντολογική– στις οποίες στηρίζονται οι ιατρικές ειδικότητες δεν την συγκροτούν παρά μόνον εν μέρει σήμερα. Πλάι σε αυτές τις παραμέτρους, που την διέπουν από κοινού με τις άλλες ειδικότητες, προστίθενται οι παράμετροι των κοινωνικών πρακτικών και του ανθρώπινου πνεύματος. Είτε αναφέρεται στην κατάσταση του ενεργού πολίτη, στην οποία πρέπει να εξοικειώσει ή να επανοικειώσει τους αρρώστους, είτε εμπνέεται από έναν ψυχοθεραπευτικό προγραμματισμό, η ψυχιατρική εμφορείται κατά βάθος από τον επαναστατικό στόχο: να παρατηρήσει το υποκείμενο, βοηθώντας το ώστε, με τον καλύτερο τρόπο, να αποβεί ο εαυτός του [36].

 

Ιατρική και επιστήμη

 

Τα τελευταία χρόνια παρασταθήκαμε στον θρίαμβο της επιστημονικής μεθόδου σε πολλούς ιατρικούς τομείς. Αυτές οι επιτυχίες ενέπνευσαν μεγάλη εμπιστοσύνη στην τεχνική και την επιστήμη. Μια εμπιστοσύνη που στηρίζεται κυρίως στη δυνατότητα να κατανοηθούν οι μηχανισμοί των ασθενειών, να τυποποιηθούν οι θεραπευτικές τεχνικές και να δοθούν εχέγγυα αποτελεσματικότητας της κάθε θεραπείας. Η λογική συνέπεια απαιτεί να ανακαλείται η εμπιστοσύνη, εφόσον τέτοια εχέγγυα απουσιάζουν.

      Αλλά άπαξ και έχει εδραιωθεί, αυτή η εμπιστοσύνη συνεχίζει να παράγει αποτελέσματα, επέκεινα των ορίων της επιστημονικής βεβαιότητας. Ονομαζόμενη «τυφλή», σε τέτοιες περιπτώσεις, ευθύνεται για φαινόμενα άλογης πίστης και υπεισέρχεται στην ευρέως ασυνείδητη διαδικασία της συναίνεσης. Παραδόξως, χάρη στην ίδια της την αντικειμενικότητα, η επιστήμη προκαλεί παρενέργειες συμπάθειας και σαγήνης αξιοσημείωτου υποκειμενισμού. Χρειαζόμαστε τέτοιες παρενέργειες; Χωρίς κυνισμό, μπορούμε να τις θεωρήσουμε κοινωνικά χρήσιμες. Δίχως φαινόμενο placebo η αποδοτικότητα πολλών θεραπειών μειώνεται. Τι διακρίνει όμως την εκ των προτέρων εμπιστοσύνη που δείχνει κανείς σ’ έναν άγνωστό του οδοντίατρο π.χ., από μια τυφλή εμπιστοσύνη;

      Όταν η ιατρική ενδίδει στον πειρασμό να επωφεληθεί από άλογες πίστεις ή και να τις προκαλέσει, γίνεται αντικείμενο μιας κριτικής που την καταγγέλλει για ελλιπή επιστημονικότητα. Αυτή η κριτική μπορεί να είναι ενδο-ιατρική ή εξωγενής. Χαρακτηρίζουμε κάποια αντιπαράθεση ως επιστημονική, εφόσον εγγράφεται σε μια καθορισμένη διαδικασία ομαδικού ελέγχου της μικρότερης ή μεγαλύτερης ισχύος των εξεταζομένων γνώσεων. Μολονότι επίμοχθος, αυτή η κριτική διαδικασία πρέπει να υποστηρίζεται διαρκώς. Επικρατεί μια γενική καχυποψία σήμερα, ως προς την ικανότητα των γιατρών να υποστηρίζουν αβίαστα αυτή την αυτοκριτική διαδικασία. Όταν κάποιοι τρίτοι θέλουν να υποβάλουν σε έλεγχο την επιστημονική επάρκεια τέτοιων κριτικών, μιλάμε για διαδικασία αξιολόγησης. Η προώθηση της αξιολόγησης είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο βαθμό βεβαιότητας για την ισχύ των ομαδικών διαδικασιών ανάλυσης, σ’ έναν τομέα γνώσεων και πρακτικών. Όσο ανακύπτουν αμφιβολίες, η αξιολόγηση συνεχίζεται. Έτσι συνέβη στην περίπτωση της πανδημίας του AIDS, με τα ΜΜΕ να μιλούν για σκάνδαλο [7]. Το ότι ακολούθησε η δημιουργία πολλών εθνικών επιτροπών αξιολόγησης, μαρτυρεί την πολιτική επιδίωξη να τεθεί η ιατρική πραγματογνωμοσύνη υπό τον έλεγχο της οργανωμένης πολιτείας.

      Η ισχύς των επιστημονικών βημάτων της ιατρικής καθηλώνεται, ενίοτε, από την πολυπλοκότητα των προβλημάτων που παρουσιάζονται. Γίνεται τότε αναγκαίο να απλουστευτούν αυτά τα προβλήματα, ώστε να καταστεί εφαρμόσιμη η επιστημονική μεθοδολογία. Μιλάμε, εκεί, για κάποια επιστημονική συρρίκνωση, με αποτελέσματα υποχρεωτικώς μερικά και αβέβαια. Επιστημονικώ τω τρόπω, οδηγούμαστε έτσι στην αναποφασιστικότητα. Αυτή η συγκυρία εμφανίζεται συχνά στην ψυχιατρική, οδηγώντας στην αποχή («όταν αμφιβάλλεις καλύτερα να απέχεις»), χωρίς όμως να εμποδίζει εντελώς τη δράση. Όταν παρουσιάζονται τέτοιες περιπτώσεις σε κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, οι αποφάσεις που λαμβάνονται θεωρούνται σήμερα ως έχουσες χαρακτήρα προφύλαξης.

 

Επιστήμη και αλήθεια

 

Η ιατρική εντάσσεται στην επιστήμη και άρα στη διερεύνηση της αλήθειας. Στις σχέσεις επιστήμης και αλήθειας, όμως, επικρατούν αρκετές παρεξηγήσεις. Θα μπορούσαμε να απεικονίσουμε το επιστημονικό έργο ως εγκαθίδρυση της αλήθειας. Κάπως μετριοπαθέστερα, θα λέγαμε πως οι επιστημονικές μέθοδοι επιτρέπουν να αποκαταστήσουμε ό,τι σήμερα θεωρείται αληθινό, σύμφωνα με τους τρέχοντες κανόνες της επιστημονικής εγκυρότητας. Το επιστημονικό πεδίο διέπεται από ομαδικές (δηλαδή κοινωνικές) διαδικασίες διασταυρουμένων ελέγχων, οι οποίες απαιτούν από ένα πείραμα, λόγου χάριν, να μπορεί να επαναληφθεί και από άλλους, πριν θεωρηθεί ως ισχύον. Επαλήθευση, ετυμολογικά, σημαίνει «αποδεικνύω το αληθές». Η γενικευμένη αξιολόγηση των επί μέρους, τμηματικών, αποτελεσμάτων καθιερώνει ό,τι νοούμε ως αληθές μια δεδομένη στιγμή. Υφίσταται ένας ιστορικός σχετικισμός της επιστημονικής αλήθειας. Η ιατρική, πάντως, επιδιώκει να στηρίξει ό,τι μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αληθές και το ίδιο ισχύει για την ψυχιατρική, στις πιο επιστημονικές περιοχές της.

      Αυτή η σχέση προς την αλήθεια είναι χαρακτηριστική του αγγλοσαξονικού πραγματισμού, για τον οποίο η αλήθεια είναι μια επινόηση. Κατά συνέπεια προτιμάται ο όρος αληθοφάνεια, ώστε να αποφεύγονται οι υπερβατικοί συνειρμοί (η αλήθεια ως ανακάλυψη) που ο ευρωπαϊκός ιδεαλισμός προσδίδει στην αλήθεια [18]. Η ύπαρξη ενός επιστημονικού πεδίου ως ξεχωριστού κόσμου με τη δική του αλήθεια δεν είναι αυτονόητη. Περιγράφοντας τους κανόνες λειτουργίας των ανταλλαγών επιστημονικών συμπερασμάτων, ο Pierre Bourdieu συγκεντρώνει τα επιχειρήματα που επιτρέπουν να διακρίνουμε τι είναι επιστήμη και τι δεν είναι [5]. Απέναντι σε αυτή την διαφοροποιητική λογική, ο Bruno Latour υποστηρίζει πως η επιστήμη δεν διαχωρίζεται από τους λοιπούς τρόπους σκέψης (αντιδιαφοροποιητική λογική) [22]. Οι δυο μελετητές βρίσκονται σε αντιπαράθεση κι όταν στρεφόμαστε στις σχέσεις επιστήμης και κράτους. Η επιστήμη ενδιαφέρεται για το σύνολο των εσωτερικών μηχανισμών του χώρου της, οι οποίοι εγγυώνται και την σχετική αυτονομία της, ενώ το κράτος εστιάζεται στους δεσμούς που εντάσσουν την επιστήμη σ’ ένα σύνολο (χρηματοδοτήσεων, υπαλληλικής ιεραρχίας, δημοσίων παραγγελιών…). Η ψυχιατρική δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτό το σύστημα, αλλά η συνθήκη των γνώσεών της και η φύση του αντικειμένου της την ξεχωρίζουν.

 

Η προ-επιστημονική συνθήκη της ψυχιατρικής γνώσης

 

Η ιδιαιτερότητα της ψυχιατρικής σήμερα έγκειται στη συνύπαρξη γνώσεων διαφορετικών εποχών, οι οποίες προκύπτουν (ή προέκυψαν) με τρόπους τόσο ποικίλους που δυσχεραίνουν τη μεθοδική αντιπαραβολή. Η ετερογενής γνώση δρα αποτρεπτικά στην ανάπτυξη των επιστημονικών αντιπαραθέσεων. Η συνήθης προϋπόθεση να συμφωνήσουμε σ’ αυτό το οποίο λέγεται (από ποιον; ως προς τι;), καθίσταται από μόνη της ένα πρόβλημα. Η περιγραφή των παθολογικών καταστάσεων, όπου στηρίζεται η σημειολογία των συμπτωμάτων και η κλινική πρακτική, δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη, ενώ στις άλλες ιατρικές ειδικότητες αυτή η σημειολογία έχει δώσει όλους τους καρπούς της. Στην ψυχιατρική, οι ταξινομήσεις παραμένουν ασταθείς. Είναι γνωστή η βάσανος που προκλήθηκε στους γάλλους ψυχιάτρους με την εμφάνιση των αμερικανικών ταξινομήσεων (DSM III και DSM IV) ή των διεθνών (CIM 10). Πέρα από το πλήγμα που επέφερε η διαπίστωση ότι η γαλλική κλινική παράδοση δεν εμφανιζόταν παρά αδρομερώς και η ψυχοπαθολογική έμπνευση του DSM II είχε εγκαταλειφθεί, ένα μέρος της βασάνου οφειλόταν στο ότι, ουσιαστικά, τίποτε δεν εξασφάλιζε πως οι νέες ταξινομήσεις ήταν καλύτερες από τις προηγούμενες [19]. Αποτελούσαν αντικείμενο ευρύτερων και πιο πρόσφατων συναινέσεων, αλλά τίποτα παραπάνω. Το γενικότερο ζήτημα των μεθόδων σύγκρισης, που επιτρέπουν να εκτιμήσουμε μια ταξινόμηση ως καλύτερη μιας άλλης, παραμένει ασαφές.

      Η έρευνα στον τομέα της αιτιοπαθογένειας, της αναζήτησης δηλαδή των αιτίων των νόσων, εξακολουθεί να ψελλίζει. Επειδή, βέβαια, οι γραμμικές αιτιότητες σπανίζουν στην ψυχιατρική, τα δε αποτελέσματα των ερευνών στις νευρο-επιστήμες είναι, στην καλύτερη περίπτωση, προκαταρκτικά. Αλλά εκείνο που διέπει την πληρότητα μιας επιστημονικής μεθόδου στην ιατρική είναι η ευνόητη σχέση μεταξύ εφαρμοζόμενων θεραπειών και αιτίων των αντιμετωπιζόμενων ασθενειών. Στην ψυχιατρική, οι επιμερισμένες γνώσεις που συγκεντρώνουμε πάνω στην πολυπαραγοντική αιτιολογία του αυτισμού ή της σχιζοφρένειας, λόγου χάριν, δεν διατηρούν παρά μια μακρινή σχέση με τις θεραπείες που δοκιμάζουμε.

      Στην ψυχοπαθολογία, η απουσία μεθοδικών αντιπαραθέσεων μεταξύ θεωρητικο-κλινικών ρευμάτων ή «φιλονικιών», με την ευγενή έννοια της λέξης, δείχνει ότι απουσιάζει κάθε έφεση να συζητηθεί συνολικά το τι αποκόπτει την ψυχοπαθολογία από τον επιστημονικό χώρο. Ο χώρος αυτός χαρακτηρίζεται ουσιαστικά από κανόνες μιας από κοινού ασκούμενης κριτικής. Ως προς αυτό, η εξέλιξη των τελευταίων τριάντα ετών συνιστά περισσότερο μια παλινωδία. Στον καιρό του, η αυθεντία του Henri Ey (1900-1977) στη Γαλλία αποτελούσε έναν ενοποιητικό θεωρητικό χώρο που είχε το προσόν να υποχρεώνει σε διάλογο καθέναν που ήθελε να προωθήσει μια νέα άποψη.4 Σήμερα, η κατάσταση γίνεται ακόμα χειρότερη στο πεδίο των ψυχοθεραπειών και της ψυχανάλυσης,5 όπου μια πληθώρα εκπαιδεύσεων και η «βαλκανοποίηση» των σχολών συνιστούν, ταυτόχρονα, τις αιτίες όσο και την απόρροια αυτής της απουσίας εγκαθιδρυμένης κριτικής στον συγκεκριμένο χώρο, προσελκύοντας ανεκπαίδευτους και καθιστώντας το σύνολό του ύποπτο για σεχταριστικές παρεκτροπές.

      Αυτή η προ-επιστημονική κατάσταση των ψυχιατρικών γνώσεων καθορίζει έντονα την ψυχιατρική στους κόλπους των ιατρικών ειδικοτήτων. Την κάνει να διαθέτει ελάχιστο κύρος στο επιστημονικό επίπεδο, έστω και αν, σε διανοητικό επίπεδο, προκαλεί την περιέργεια και γίνεται αντικείμενο κάποιων συρμών. Η έλλειψη επιστημονικής επάρκειας6 την εκθέτει, σήμερα, σε μια διπλή απειλή. Απειλή εξωτερική, που την εκπροσωπούν αγορεύσεις προερχόμενες από πεδία υψηλότερου επιστημονικού κύρους και, με αναλογίες εκτός συμφραζομένων, επιδίδονται σε προφητείες. Και απειλή εσωτερική, που την εκπροσωπούν όσοι ψυχίατροι, εν ονόματι μιας ιδεώδους επιστημοσύνης, είναι έτοιμοι να αρνηθούν οποιαδήποτε συνοχή σε ό,τι δεν είναι επιστημονικό στην ψυχιατρική.

 

Επιστήμες ή ψευδο-επιστήμες;

 

Μία από τις μορφές του επιστημονισμού συνίσταται στην απόσπαση κάποιας επιστημονικής διατύπωσης από κάποιον συγκεκριμένο τομέα και της κατ’ αναλογίαν μεταφοράς της στην ψυχιατρική, δίχως ιδιαίτερη περίσκεψη.7 Στρατηγικές διείσδυσης χωρίς καμιά προφύλαξη αναπτύσσονται μονίμως κι έπειτα σβήνουν, σαν εφήμεροι έρωτες. Η ψυχιατρική γίνεται μια επικράτεια των κατ’ εξοχήν γρήγορων κατακτήσεων, χωρίς επαύριον, εάν όχι και χωρίς αντίκτυπο. Σάμπως, οι αδυναμίες του πεδίου της να μασκαρεύουν μ’ έναν τόνο αλήθειας οτιδήποτε λέγεται με αφετηρία επιστημονικές απόψεις άλλων πεδίων. Κι ό,τι σε μια πιο αυστηρή επιστημονική περιοχή θα καταγγελλόταν πάραυτα ως δωρεάν προφητεία, επενδύεται εδώ με ελπίδες. Περιέργως, το πεδίο της ψυχιατρικής φαίνεται να επικυριαρχείται τόσο πολύ, ώστε να γίνεται ο μόνος τομέας όπου συναντάς διανοητές, αναγνωριζόμενους ως πεφωτισμένους, να επαίρονται για την άγνοιά τους. Στη δεκαετία του ογδόντα, ο Jean Bernard, επιφανής γάλλος αιματολόγος, παγκοσμίως γνωστός για τις ανακαλύψεις του, προφήτευε σ’ ένα του έργο με μάλλον σεμνό τίτλο (Μεγαλείο και πειρασμοί της ιατρικής) τη θεραπεία των διανοητικών ασθενειών με φάρμακα που δεν θα αργούσαν να παρασκευαστούν. Πιο πρόσφατα, ένα βραβείο Νόμπελ της ανοσολογίας, ο αμερικανός Edelman, βεβαίωνε για την οργανική φύση της σχιζοφρένειας. Όλα συμβαίνουν σαν να έχει καταληφθεί ολόκληρη η κοινωνία από αιφνίδια καούρα για την ψυχιατρική, και η επιστημονική σύνεση πρέπει να δώσει τη θέση της σε μια ιερή παραφορά. Ο Changeux μιλά για τον στόχο του «να καταλάβει τη Βαστίλη του ψυχικού». Το σκοτεινό αντικείμενο της ψυχιατρικής εξάπτει τα ιατρικά προγράμματα, που υπόσχονται στην κοινωνία τον εξορκισμό της τρέλας και την αναγωγή της σε διανοητική ασθένεια.

      Αυτή η χονδροειδής ορθολογική ώθηση βρίσκει την αντιστοιχία της στην αγωνία των ψυχιάτρων πως ελάχιστα είναι επιστήμονες. Σε αρκετούς ψυχιάτρους αυτό γίνεται ένα είδος ψευδούς συνείδησης [12], ένα είδος αλλοιωμένου ιδεώδους, που θα ήταν εκείνο του «παν-επιστήμονος». Συγκροτείται έτσι κάτι σαν «ώθηση προς την επιστήμη» –νεολογισμό που προτείνω στο πρότυπο της «ώθηση προς τη γυναίκα», όπως πρότεινε ο Lacan για τους ψυχωτικούς. Αυτή η «επιθυμία για επιστήμη» έχει λεπτομερώς περιγραφεί από την Isabelle Stengers στο ψυχαναλυτικό πεδίο [34]. Η ψυχιατρική δικαιώνει ακόμη περισσότερο μια τέτοια ανάλυση.

      Η τρέχουσα εμπορική επιτυχία μιας περίπλοκης συσκευής δια-κρανιακού μαγνητικού ερεθισμού, απεικονίζει το ευεπίφορο του ψυχιατρικού πεδίου στις σειρήνες της υψηλής τεχνολογίας. Ελβετοί και γερμανοί κατασκευαστές αυτών των συσκευών κατάφεραν τα τελευταία χρόνια να πουλήσουν μερικές δεκάδες στη Γαλλία. Γεγονός μάλλον περίεργο, αφού καμιά δοκιμή δεν απέδειξε την αποτελεσματικότητα των θεραπειών που προωθούν αυτές οι συσκευές, ενώ το κόστος τους είναι εξαιρετικά υψηλό. Μα το ακόμη πιο παράξενο είναι πως τα επιχειρήματα για τις πωλήσεις έγκεινται αφενός στην τεχνική τους τελειότητα και την απουσία βλαπτικότητας των συσκευών κι αφετέρου στα όσα αορίστως «υπόσχονται». Μια συσκευή με πολλές «υποσχέσεις», η οποία απεδείχθη λειτουργική για την νευρολογία, σε ορισμένους τομείς της, πουλάει άνετα και στην ψυχιατρική. Η προς επαλήθευση κοινωνιολογική υπόθεση είναι ότι τα ψυχιατρικά κέντρα που έσπευσαν να προμηθευτούν τέτοιες συσκευές είναι δύο ειδών: είτε εκείνα που δε θέλουν να χάσουν μια ενδεχόμενη ευκαιρία νέων ανακαλύψεων (ερευνητικά κέντρα καθοριζόμενα από τον όρο «επιστημονικά»), είτε εκείνα που φοβούνται μήπως δείξουν οπισθοδρομικά (η καταγραφή τους απαιτεί διπλωματία…). Η συνεργία αυτών των δύο ομάδων αγοραστών (μιας «αφοσιωμένης στην παραγωγή επιστήμης» και μιας «υποταγμένης σε ό,τι εκτιμά ως επιστημονικό») δημιουργεί συνθήκες αγοράς την οποία διατρέχουν πλέον οι κατασκευαστές τέτοιων συσκευών.8 Μια ατμόσφαιρα επιστημονισμού προκύπτει πάντα από τη συνάντηση μεταξύ συμφέροντος των παραγωγών της πίστης και της ανάγκης για πίστη.

 

Το ψεύτικο χρυσάφι της ιατρικής9

 

Υπάρχει μεταξύ ψυχιάτρων μια σπουδή στο να θέλουν να παρακολουθούν τις μεταπτώσεις της ιατρικής, από φόβο μήπως αποσπαστούν από αυτήν, πράγμα που οδηγεί σε ανησυχητικές επίμονες περιπλανήσεις. Συμβολικά, πρόκειται για ανανεώσεις των όρκων πίστεως προς την ιατρική. Ουσιαστικά, αυτό υποχρεώνει την ψυχιατρική να συλλέγει τον ψευδόχρυσο. Όταν χωρίς ανάλογες επιστημονικές βάσεις οι ψυχίατροι υιοθετούν τις φόρμες που έχουν πάρει τομείς της ιατρικής πρακτικής με ορθολογικές βάσεις και πολύ μεγαλύτερη προώθηση, μαϊμουδίζουν την ιατρική. Το να πολλαπλασιάζονται τα ψυχιατρικά πρωτόκολλα, οι συστάσεις καλής διαγωγής, τα συνέδρια συναίνεσης, οι ενδεικνυόμενες συμπεριφορές κ.λπ. καταλήγει στο να ζεύονται τα βόδια πίσω από το κάρο. Οι ψυχίατροι γελοιοποιούνται με όλα αυτά, δείχνοντας ότι γνωρίζουν μεν τη μουσική της ιατρικής, μα δεν έχουν τι να τραγουδήσουν.

Ορισμένοι ψυχίατροι επιθυμούν να έχουν επίσης το PMSI10 τους. Συγκεντρώνονται κι αυτοί σε λαμπρά συνέδρια για την εξαγωγή συναινετικών αρχών στα οποία, στην καλύτερη περίπτωση, συμπεραίνεται ότι δεν υπάρχουν συμπεράσματα και, στη χειρότερη, συνομολογείται κάποιος εξαιρετικά αμφίβολος στη μεθοδολογία του τρόπος δράσης. Δυστυχώς, οι περιοχές της πρακτικής που προσφέρονται να ενταχθούν σε πρωτόκολλα είναι πολύ περιθωριακές ως προς το σύνολο των πρακτικών. Κι αυτό δεν θα ήταν κακό, εάν οι περιθωριακές πρακτικές που εντάσσονται σε πρωτόκολλα δεν έβρισκαν, έτσι, ένα εφαλτήριο επιπλέον προώθησης. Παράδειγμα η τοποθέτηση σε δωμάτια απομόνωσης, της οποίας η πρακτική εξελίσσεται προσφάτως, για να μην μιλήσουμε για την καθήλωση στην οποία προορίζεται ένα ανάλογο μέλλον. Οι Συστάσεις καλής πρακτικής που διανέμονται στους γιατρούς προκύπτουν από σημαντική συγκέντρωση μελετών και κλινικών δοκιμίων [16, 17]. Η εισαγωγή τους στην ψυχιατρική είναι επί του παρόντος ανέφικτη, καθώς απουσιάζει ο καταλογισμός των ιδιαιτεροτήτων στην κλινική ψυχιατρική. Ποιος ψυχίατρος ή θεραπευτής θα αμφισβητήσει λ.χ. την ύπαρξη της χρόνιας αϋπνίας; Τα υπναγωγά, ωστόσο, οφείλουν να μην παρέχονται για περισσότερο από ένα μήνα και οι ψυχίατροι υποχρεούνται να επαναλαμβάνουν μηνιαίως την ίδια συνταγή… Το να περιορίσουμε την άσκηση της ψυχιατρικής σε ό,τι επιτρέπουν οι κανόνες μιας evidence based medicine (EBM), θα ισοδυναμούσε με το να αποκοπούμε από ό,τι έδωσε όλη η παράδοση του εμπειρισμού και του πραγματισμού, κάτι που σχεδόν θα εκμηδένιζε ό,τι θα νιώθαμε επιτρεπτό να προτείνουμε στους ασθενείς.11 Αυτή η συρρίκνωση της πρακτικής καθίσταται δελεαστική σε όσους, από νωθρότητα, νομίζουν πως μπορούν σήμερα να πάρουν αποστάσεις από την πολυπλοκότητα του πεδίου. Έχουν εμφανιστεί εσχάτως οδηγοί με τίτλο «Στάση που κρατάτε απέναντι σε…», πολύ «πρακτικοί» και «συγκεκριμένα» κατευθυντικοί, οι οποίοι συνιστούν μια πραγματική επιστημολογική τομή με τη γαλλική κλινική παράδοση. Χρήσιμοι ίσως για αρχάριους ειδικευόμενους στη ψυχιατρική, γίνονται επίφοβα αναγκαίοι στον αυξανόμενο αριθμό ιατρών –μη ψυχιάτρων– που αναλαμβάνουν πλέον ψυχασθενείς. Η διάθεση να συντομευτεί η διαδρομή μεταξύ κλινικής και θεραπευτικής παρέμβασης προέρχεται από τη βιασύνη της περαίωσης, κάτι που συνιστά μια από τις σύγχρονες μορφές σκοταδισμού. «Είναι η ίδια η κλινική μας πείρα που μας επιτρέπει να καταδικάσουμε τον αναγωγισμό» γράφει ο Lucien Bonnafé [4]. Χωρίς αυτή την επιφύλαξη, οι ψυχίατροι εκτίθενται σε μια επικίνδυνη παρέκκλιση.

      Υπάρχει ένα τεράστιο έργο ερμηνειών και επανεπεξεργασιών που πρέπει να καταβάλει η ψυχιατρική, εάν δε θέλει να χάνει κάτι από την ταυτότητά της κάθε φορά που θα δέχεται, για την ευκολία της, να υιοθετεί διαδικασίες ή κριτήρια, η επιστημονική επάρκεια των οποίων έχει δοκιμαστεί εκτός του πεδίου της.

 

Οι μεταμορφώσεις του επιστημονισμού

 

Ο όρος επιστημονισμός εμφανίστηκε στη Γαλλία στις αρχές του 20ού αιώνα, αλλά η ιστορία του συμβαδίζει μ’ εκείνη της επιστήμης και των μεταμορφώσεών της. Στο πλαίσιο της παρακμής των θρησκευτικών αξιών και των μεγάλων επιτυχιών της χημείας και της φυσικής, κατά τον 19ο αιώνα, ο Ernest Renan πρότεινε την επιστήμη ως υπέρβαση της θρησκείας [26, 35]. Η επιστήμη θεωρήθηκε ως απόλυτη εδραίωση των πάντων, σχεδόν, και ιδίως της πολιτικής ενός λαϊκού κράτους. Παράλληλα, ο Auguste Comte είχε προτείνει ένα νέο φιλοσοφικό ρεύμα, τον θετικισμό [26]. Στο δικό του πλαίσιο οι στόχοι των επιστημονικών πεδίων επανακαθορίζονταν, με προεξάρχουσα την «κοινωνιολογία», και υπόσχονταν θετικιστική θρησκεία και πολιτική. Η Τρίτη Δημοκρατία διατήρησε από εκεί την εξαίρεση κάθε θεολογικού ή μεταφυσικού δόγματος. Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, η πολιτική και διανοητική ζωή στη Γαλλία διχάστηκε πάνω στο ζήτημα της διάκρισης της εκκλησίας από το κράτος. Η έντονη διαμάχη έκανε το αντικληρικό στρατόπεδο να προσεγγίσει την «θρησκεία της επιστήμης» του Renan και τον θετικισμό του Comte. Ενόσω συγκεντρώνονταν οι προϋποθέσεις για τη σύγκλιση αυτών των δύο ρευμάτων κι ενώ δεν είχε γεννηθεί ακόμη ό,τι αργότερα θα ονομαζόταν «επιστημονισμός», ως θετικιστικό δόγμα, η κριτική του είχε ήδη αναπτυχθεί στο αντίθετο στρατόπεδο. Καταγγέλθηκε έτσι ο επιστημονικίζων «ομεϊσμός» (από το όνομα του Homais, προσώπου που εμφανίζεται στο μυθιστόρημα Madame Bovary ως «σκαιός φαρμακοποιός που ερανίζεται από τις επιστήμες δίχως να είναι επιστήμων»). Ο όρος χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει στενότητα πνεύματος και ατεκμηρίωτη διεκδίκηση επιστημονικού κύρους. Έτσι, ο επιστημονισμός γεννήθηκε στους κόλπους μιας διανοητικής διαμάχης και ονοματίστηκε από τους αντιπάλους του πριν ονοματιστεί από τους υπερασπιστές του, ως συγχώνευση θρησκείας, επιστήμης και θετικισμού, επιμελώς διακριτή από τον πραγματισμό και τον υλισμό. Διαχωρίζοντας τον εαυτό του από τη θρησκεία, διατήρησε ωστόσο απέραντη εμπιστοσύνη σε μια οντότητα ανώτερης ουσίας. Εξαρχής, λοιπόν, συνδέθηκε με τη μομφή του σκοταδισμού. Είτε απευθύνοντας ο ίδιος αυτή τη μομφή στους παραδοσιακούς πιστούς είτε χαρακτηριζόμενος έτσι από εκείνους, καθώς τον κατήγγειλαν αμέσως για ανικανότητα να κατανοήσει την πνευματική ζωή και το παράλογο [10]. Γενικότερα, πάντως, ο επιστημονισμός των αρχών του 20ού αιώνα αποτέλεσε μια από τις παραμέτρους της προοδευτικότητας, μείγμα τεχνολογικού μοντερνισμού (απεριόριστη ενέργεια…), εμπιστοσύνης στην πρόοδο του πολιτισμού και προσδοκίας μιας δίκαιης κοινωνίας εδώ και τώρα. Έτσι διατήρησε από τον θετικισμό το πρόγραμμα μιας μεθοδικής ανάπτυξης των πεδίων που θα αποτελούσαν, αργότερα, τις λεγόμενες επιστήμες του ανθρώπου.

      Η κοινωνιολογία, λ.χ., αναπτύχθηκε τότε με το όνομα «κοινωνική φυσική». Με άλλα λόγια προωθήθηκε από τον επιστημονισμό, πριν κατηγορηθεί για επιστημονισμό στη δεκαετία του τριάντα12 και καταλήξει, σήμερα, να υπόκειται στις περιπέτειες του επιστημονισμού μέσα στη θυελλώδη υπερατλαντική διαμάχη των επιστημών (σκληρές επιστήμες εναντίον μαλακών επιστημών). Το ζήτημα, τώρα, είναι αν οι παραπάνω λεπτές μεταστροφές ισχύουν και στην ψυχιατρική. Χρειάζεται, σ’ αυτό, μια προσεκτική και τεκμηριωμένη απάντηση. Υποθέτουμε ότι η όποια δυσκολία έγκειται στο ότι εξακολουθούν να παραμένουν, σήμερα, στοιχεία από απαντήσεις που δόθηκαν παλιότερα, σε διαφορετικές εποχές.

      Τη δεκαετία του είκοσι, ο θετικισμός, ο επιστημονισμός και ο υγιεινός βίος συμβάδιζαν απολύτως. Η θετικιστική λογική κυριαρχούσε. Ενέπνεε έναν επεκτατικό επιστημονισμό που καταντούσε πραγματικός φονταμενταλισμός. Αναμενόταν από την επιστήμη, ως υπέρτατη έκφανση του ορθού λόγου, να ανακόψει και να επικαλύψει όλες τις πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις. Στην ψυχιατρική, ο θετικισμός εκφραζόταν με την «βιοκρατία» του E. Toulouse,13 ψυχιάτρου έμπλεου εμπιστοσύνης προς τις δυνατότητες του πεδίου του («Η ψυχιατρική οφείλει να είναι ο καθοδηγητής της ατομικής και ομαδικής ζωής…» [29]), ενώ καταδικαζόταν στο Les Morticoles του Léon Daudet [9]. Αργότερα, στη δεκαετία του εξήντα, η ψυχιατρική επικρίθηκε για επιστημονισμό από τους αντιψυχιάτρους, ενώ σήμερα απειλείται με εξαφάνιση από έναν «σκληρό» επιστημονισμό, ο οποίος θα έβλεπε στη θέση της μια νέα νευροψυχιατρική.

      Ο όρος επιστημονισμός δεν έχει τόσο μεγάλη βαρύτητα στο εξωτερικό. Το κύρος της επιστήμης και των επιστημόνων στη Γαλλία έχει συνδεθεί στενά με την ιστορία των σχέσεων μεταξύ θρησκείας, δημοκρατίας και επιστήμης. Όταν ο B. Latour ειρωνεύεται «την Γαλλία ως πρεσβύτερη θυγατέρα της επιστήμης» [24] ή όταν ο D. Lecourt μιλά για μια «γαλλική αντίληψη περί επιστήμης» [27], ανακαλούν, σ’ αυτές τις καυστικές διατυπώσεις, 150 χρόνια ιστορίας. Τα ζητήματα που τέθηκαν στη Γαλλία στις αρχές του 20ού αιώνα αναδείχτηκαν αλλού, αλλιώς και σε ποικίλες περιστάσεις.

      Υπό αυτές τις σχέσεις είναι ενδιαφέρουσα και η διανοητική διαδρομή του Freud. Είχε εκφράσει αρχικά την ευχή να ενταχθεί η ψυχανάλυση στις επιστήμες της φύσης. Είχε υπογράψει την «έκκληση» να δημιουργηθεί εταιρεία για τη διάδοση της θετικιστικής φιλοσοφίας,14 μετά την πρόταση του E. Mach το 1911, την οποία υπέγραψαν επίσης ο A. Eistein, ο D. Hilbert κ.ά. Μολονότι ο Freud θα μείνει δια βίου πεπεισμένος για την αξία του «επιστημονικού έργου» και των αρετών της λογικής, μολονότι θα συνεχίσει να συμμερίζεται «το ιδεώδες της επιστήμης», κατά την έκφραση του P. L. Assoun [2], δεν θα ξαναβρούμε ίχνη της ελπίδας που εξέτρεφε το 1911. Το 1929 δημοσιεύει το: Δυσφορία μέσα στον Πολιτισμό, το οποίο σίγουρα δεν διαπνέεται από αισιοδοξία.

      Οι εκκινήσαντες την πρωτοβουλία του 1911 είχαν περισσότερη επιτυχία το 1929, χωρίς τον Freud αυτή τη φορά, με το μανιφέστο τους: Η επιστημονική αντίληψη του κόσμου –ο κύκλος της Βιέννης, που αποτέλεσε την ιδρυτική πράξη του λογικού θετικισμού. Η ορθολογιστική αισιοδοξία αυτών των παλιών φίλων βρήκε περιορισμένη απήχηση και προκάλεσε αρκετές αντιρρήσεις στην παλιά Ευρώπη, συνέπεσε όμως με μια κρίσιμη στιγμή για τις Η.Π.Α. –το οικονομικό κραχ του 1929. Άνθησε έτσι με τη μορφή ενός επιστημονισμού διαφορετικού από εκείνον της λαϊκής και αντικληρικής εμπνεύσεως, που είχε αναδειχτεί στη Γαλλία στις αρχές του 20ού αιώνα. Προάγοντας σε θέση απόλυτης αυθεντίας μια επιστήμη εχέγγυο αποτελεσματικότητας, ο λογικός εμπειρισμός έδωσε στην επιστήμη τον ρόλο που έπαιζαν ως τότε ο Θεός ή η Φύση.15 Ο αμερικάνικος επιστημονισμός αποδείχθηκε εξαιρετικά δραστήριος, συνεισφέροντας ιδιαίτερα στο να συγκροτηθούν οι κοινωνικές επιστήμες σε τεχνικές κοινωνικής προσαρμογής [26]. Παράδοξο συμπίλημα ηθικολογίας και τεχνο-θεολογίας, δεν επιτρέπει να διαφύγει το παραμικρό από τον εξολοθρευτικό ζήλο του, και η ψυχανάλυση, που τον είχε συνοδεύσει στα πρώτα του βήματα, δέχεται σήμερα τις αμφισβητήσεις του.

      Αυτή η πολύ συνοπτική ιστορία του επιστημονισμού αποπειράται να εξηγήσει τις μεταβολές και να περιγράψει τις ποικίλες όψεις του. Διανύοντας τον 20ό αιώνα ο επιστημονισμός πέρασε από τις γραμμές του προοδευτισμού σ’ εκείνες του φιλελευθερισμού. Οι οφειλές των ανθρωπιστικών και κοινωνικών επιστημών στον επιστημονισμό είναι δεδομένες και δύσκολα μπορούμε να τις φανταστούμε να τον καταγγέλλουν δίχως να θιγούν και οι ίδιες. Η θέση των κλινικών επιστημών που συνάπτονται στην ιατρική, και μέσω αυτής στις λεγόμενες ακριβείς επιστήμες, είναι κάτι ξεχωριστό. Τις αφορά περισσότερο μια νεωτερική επιστημολογία και οι εξελίξεις της (Bachelard, Canguilhem). Ο επαμφοτερισμός μεγιστοποιείται γι’ αυτή τη γαλλική εξαίρεση που συνιστά η διδασκόμενη στα πανεπιστήμια ψυχανάλυση, όταν δεν συνάπτεται ούτε στην ψυχολογία ούτε στην ιατρική.16

      Μεταξύ των διαδοχικών ιστορικών σημασιών του επιστημονισμού και του ετερογενούς χαρακτήρα της ψυχιατρικής, της οποίας οι συνιστώσες επηρεάζονται ποικιλοτρόπως από τον επιστημονισμό, καταλαβαίνουμε ότι μια διαμάχη όπως αυτή για τις ψυχοθεραπείες δεν διαφωτίζεται ιδιαίτερα αν χρησιμοποιήσουμε τον όρο «επιστημονισμός» ως ανάθεμα.

 

Ο πειρασμός του επιστημονισμού

 

Προτρεπόμενη από διάφορες συγκυρίες, στις οποίες διαπρέπει η δίψα για σύντομες και εξασφαλιστικές απαντήσεις, η ψυχιατρική χάνει συχνά τη σύνεση που θα της συμβούλευε να απέχει. Η ανάγκη των δικαστηρίων για πραγματογνωμοσύνες και η λαιμαργία των ΜΜΕ για πραγματογνώμονες την ωθούν να παράγει σαφή δεδομένα. Δεν είναι η νομιμότητα της επιστημονικής πληροφορίας που διακυβεύεται έτσι, αλλά οι κοινωνικές χρήσεις της «επιστήμης» [38].

      Ένα τραγικό παράδειγμα δίνεται από τη μελέτη των όσων οδήγησαν σε μέτρα στείρωσης των ψυχασθενών κατά τον μεσοπόλεμο. Ερευνητές που αφοσιώθηκαν στη μελέτη περί κληρονομικότητας των διανοητικών ασθενειών, όπως η Françoise Minkowska, κατέληγαν στο ότι τα αποτελέσματα των ερευνών τους δεν επέτρεπαν να αποφανθούν για τίποτε. Αλλά οι γερμανοί γιατροί της εποχής, κινητοποιημένοι από έναν επιστημονισμό για τον οποίο η Hannah Arendt υπογραμμίζει ότι αποτελούσε ουσιώδες συστατικό του ναζισμού [1], βιάστηκαν να βγάλουν συμπεράσματα, με αντίτιμο μια καταχρηστική ερμηνεία των επιστημονικών δεδομένων. Ο E. Rödin έκλεινε την αναφορά του στο ΙΙ Διεθνές Συνέδριο Ψυχικής Υγείας, το 1937, λέγοντας: «Είναι καιρός να τελειώνουμε με τις αναλύσεις και να προχωρήσουμε σε μια σύνθεση» [30]. Λίγο αργότερα η ευγονική καθιέρωνε στη Γερμανία την στείρωση των διανοητικά ασθενών.

      Όσο μεγαλύτερη η άγνοια τόσο περισσότερο η επιστήμη περιορίζεται στα εξωτερικά της σημεία και τόσο περισσότερο θριαμβεύει ο δογματισμός. Όπως και άλλοι τομείς, η ψυχιατρική μπορεί να βασίζεται στη συνήθη ανοχή προς τους παραμυθάδες και τους αγύρτες. Η καταδίκη τους δεν είναι ποτέ πολύ βαριά κι απέναντι στις επιστημονικές απάτες μια συχνή καταφυγή είναι η ειρωνεία17 [13].

      Η πρόσφατη εξαγγελία για μια πολιτική της ψυχικής υγείας υπόσχεται να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση περίθαλψης «Ψ».18 Η πλειονότητα των ψυχιάτρων κατήγγειλε την απουσία επιστημονικότητας στην έννοια «ψυχική υγεία» και εξέφρασε την άρνησή της να αφήσει την ψυχιατρική να απορροφηθεί μέσα σ’ έναν «επιστημονισμό που-πάει-παντού», αλλά υπάρχει και μια μειονότητα ειδικών που συμβάλλει σ’ αυτή την προοπτική. Η αντιπαράθεση που επιβάλλεται να μεσολαβήσει θα είναι, άραγε, επιστημονική;

 

Το αντικείμενο της ψυχιατρικής

 

Το εύτρωτο της ψυχιατρικής από τον επιστημονισμό οφείλεται στη φύση του αντικειμένου της. Η ψυχιατρική γνώση συνδυάζει δεδομένα που ουσιαστικά προέρχονται από τρεις περιοχές. Στα οργανωμένα με ιατρικό τρόπο δεδομένα, που κατευθύνουν τις φυσικο-χημικές θεραπείες, προστίθενται οι θεωρήσεις της κοινωνιολογικής μικροκλίμακας (οικογενειακές διαντιδράσεις, κοινωνική κι επαγγελματική κατάσταση), ενώ το σύνολο εντάσσεται σ’ ένα σύμπαν προσωπικών σημασιών. Αυτές οι τρεις διαστάσεις δεν παραπέμπουν άμεσα στα αντίστοιχα επιστημονικά πεδία (ιατρική και νευρο-επιστήμες, κοινωνικές επιστήμες, κλινική και αναλυτική ψυχοπαθολογία), και οι ανά δύο συνδυασμοί τους19 ή η τριπλή συνδυαστική τους θέτουν ακόμη πιο δυσεπίλυτα προβλήματα απ’ ό,τι η κάθε μία από μόνη της. Εκεί βρίσκεται ένα από τα επιστημολογικά εμπόδια που συναντάμε στην ψυχιατρική.

      Το να τονίζει κανείς την πολυπλοκότητα της ψυχιατρικής είναι λιγότερο χρήσιμο από το να προσπαθεί να διακριβώσει τη φύση και τη δομή των σχέσεων μεταξύ αυτών των τριών διαστάσεων. Κάθε κλινική περίπτωση είναι παράγωγο σύνθετων διαντιδράσεων μεταξύ φαντασιακών δημιουργημάτων της προσωπικής ιστορίας του υποκειμένου, κοινωνικών και οικογενειακών καθορισμών και του τρόπου σωματοποίησης (σωματικής και εγκεφαλικής εγγραφής) που έρχεται να περιορίσει τη λειτουργική αναστρεψιμότητα της παθολογικής του κατάστασης. Συνεπώς, σε κάθε μία από αυτές τις τρεις διαστάσεις (υποκειμενική και ψυχική, μικρο-κοινωνιολογική και βιολογική), οι πρόοδοι της γνώσης είναι βραδείες. Ο πειρασμός του αναγωγισμού παραμένει ισχυρός. Μπορεί να οδηγήσει είτε σε μιαν έκρηξη αυτονομίας, που λύνει το ζήτημα των αλληλεπιδράσεων καταργώντας τες, είτε, αντίθετα, στην αναγωγή των δύο διαστάσεων στην τρίτη. Η προσέγγιση γίνεται σαφώς ευκολότερη εάν κάποια από τις τρεις καθορίζει τις υπόλοιπες (είτε μέσα σ’ ένα «βιολογικό όλον» λ.χ. είτε δια της «πρωτοκαθεδρίας του σημαίνοντος»). Αλλά η ίδια η δυσκολία να προσεγγιστούν οι μεταξύ αυτών των διαστάσεων σχέσεις εξηγεί το ενδιαφέρον των ψυχιάτρων για αντικείμενα που ζητούν πολύπλοκες αναλύσεις (όπως η γλώσσα και οι γλωσσολογίες της [15], το χάος και η φυσική του…) καθώς και για οτιδήποτε βοηθά στην προσέγγιση σύνθετων σχέσεων (θεωρία συστημάτων, τοπολογία [37], στρουκτουραλισμός).

      Αντίρροπα προς το επιστημονικά αληθές, η θεραπευτική σχέση κινητοποιεί τις προσδοκίες του ασθενούς, των νοσηλευτών του και του γιατρού του. Η δυναμική της θεραπευτικής σχέσης έχει ιδιαίτερα μελετηθεί σε βάθος, στο πλαίσιο των ψυχαναλυτικών θεραπειών. Μία από τις πλευρές της μεταβίβασης είναι η αναζήτηση προσωπικής αλήθειας, την οποία κινητοποιεί η μεταβίβαση ως προς τον αναλυτή, «υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει». Η συνήθης παρεξήγηση έγκειται στη σύγχυση μεταξύ υποκειμενικής αλήθειας, που εν προκειμένω διερευνάται, και επιστημονικής αλήθειας. Είναι υπερβολή να πούμε ότι πρόκειται για δύο αλήθειες, διαφορετικής τάξεως, που δεν συναντώνται;

 

Για πότε το νέο επιστημονικό πνεύμα;

 

Το να τα βάζει κανείς σήμερα με τον επιστημονισμό καταλήγει συχνά στο να υψώνει ασπίδα προστασίας απέναντι στις εύκολες απλουστεύσεις, μερικές φορές όμως εκδηλώνει και μιαν άγνοια απέναντι στις μεταβολές της επιστήμης μέσα στον 20ό αιώνα. Ο Gaston Bachelard παρατηρούσε το 1938 πως οι νέες γεωμετρίες, οι θεωρίες της σχετικότητας και η κβαντομηχανική απαιτούσαν μια «μη καρτεσιανή επιστημολογία» [3]. Έκτοτε, η ιστορία των φυσικών επιστημών δικαίωσε αυτή την παρατήρηση. Η ψυχιατρική κινητοποιεί ερευνητικά πεδία με διαφορετικές λογικές. Οι ιατρικές μελέτες εξασφαλίζουν τη δημιουργία του νέου επιστημονικού πνεύματος ή καλύπτονται από το παλιό; Αναπτύσσουν επαρκώς την κριτική σκέψη ώστε να διαφωτίζεται η αναδρομή στις κινητοποιούμενες διαφορετικές λογικές;20 Επωφελείται η ψυχιατρική από έναν ειδικό στοχασμό γύρω από το αντικείμενό της, ο οποίος με την εκκίνηση κάποιων μελετών και ερευνών θα προσδιόριζε αμέσως και τις μεθόδους ή, ακόμη παραπέρα, τους τρόπους πραγμάτευσης των αποτελεσμάτων τους;

      Η εντύπωση που αποκομίζεται από την εξέταση της θέσης του επιστημονισμού στη σύγχρονη ψυχιατρική είναι πως αυτή η ανάλυση ευνοεί τον καλύτερο προσδιορισμό εκείνου που είναι ίδιον της επιστήμης: επακριβής ορισμός αντικειμένων, επίγνωση των επιλογών κάθε κινητοποιούμενης λογικής και προκαθορισμένοι τρόποι αμφισβήτησης. Κατά τα άλλα, εξαιρουμένου του να θέλει κανείς να ανυψώσει την επιστήμη σε θρησκεία της σύγχρονης εποχής,21 καλό είναι να ξεχωρίζουμε την επιστήμη από τις κοινωνικές χρήσεις του επιστημονισμού.

 

Ευχαριστίες στους Denis Bochereau,

Patrick Champagne, Françoise Laugier, Pierre Noël, Philippe Rappard και Isabelle Taillefer, για την κριτική τους ανάγνωση και τις παρατηρήσεις τους

1 Vae caecis ducentibus, vae caecis sequentibus

2 [ΣτΜ] Οι Γενικές Συνελεύσεις (Etats Généraux) της Ψυχιατρικής πραγματοποιήθηκαν στις 5, 6 και 7 Ιουνίου του 2003 στο Μομπελιέ. Οργανώθηκαν από τη μεγάλη πλειοψηφία των ψυχιατρικών συνδικάτων και εταιρειών –του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα– για να συζητηθεί η διαπιστούμενη κρίση της ψυχιατρικής στη Γαλλία, αλλά και τα γενικότερα προβλήματα θεωρίας και πρακτικής που θέτει η ιδιαιτερότητα της ψυχιατρικής στο πλαίσιο της ιατρικής και η ξεχωριστή θέση που κατέχει, τόσο στο διαγνωστικό όσο και θεραπευτικό επίπεδο, η διϋποκειμενική σχέση ασθενούς-θεραπευτή.

3 [ΣτΜ] Στο  κείμενο «primum non nocere».

4 Τα πρακτικά των Συνεδρίων του Bonneval το πιστοποιούν.

5 Οι πρόσφατες προσπάθειες του Daniel Widlöcher, να προωθήσει την εφαρμογή «εννοιολογικών ερευνών» στην ψυχανάλυση, μπορούν να εκτιμηθούν ως επιδίωξη να συντηρηθούν οι προϋποθέσεις μιας θεωρητικής αντιπαράθεσης με τη δημιουργία ενός πλαισίου και των κανόνων που συνάγονται από τις εν χρήσει πρακτικές του εν γένει επιστημονικού χώρου [39]. Ας σημειωθεί, πάντως, ότι η αναφορά στους κανόνες της επιστημονικής αντιπαράθεσης δεν είναι σαφής.

6 Πρόκειται στ’ αλήθεια για έλλειψη; Ο Joël Dor μιλά για α-επιστημονικότητα και διερωτάται κατά πόσο η ψυχανάλυση έχει τη δυνατότητα να παρασύρει σε παρεκκλίσεις την επιστήμη [10]. Η πρόθεσή του είναι πιο συνετή από τις θριαμβολογίες του Lacan σε αυτό το ζήτημα [20].

7 Ο Bouveresse προτείνει συμμετρικά τον όρο λογοτεχνισμός για να περιγράψει την χωρίς προφύλαξη εισαγωγή στις κλινικές επιστήμες (και ιδιαίτερα στην ψυχανάλυση) εννοιών από τη γλωσσολογία ή την ανθρωπολογία [6]. Το ζήτημα της εν γένει νομιμότητας των αλλαγών επιστημονικού παραδείγματος ή των αναλογικών συλλογιστικών είναι ένα από τα διακυβεύματα του «πολέμου των επιστημών» [32, 33], ο απόηχος του οποίου φτάνει στη Γαλλία εξαιρετικά μετριασμένος.

8 Ανάλογες αναλύσεις θα μπορούσαν να γίνουν σχετικά με τα ψυχοτρόπα φάρμακα και τις σχέσεις μεταξύ ψυχιάτρων και φαρμακευτικής βιομηχανίας.

9 Ο Philippe Rappard μου επισημαίνει πως «ο Dide ήταν ευγνώμων στον Babinsky γιατί είχε απαλλάξει τους υστερικούς από τον ψευδόχρυσο της ιατρικής».

10 [ΣτΜ] Πρόκειται για το Programme de Médicalisation des Systèmes d’Information (πρόγραμμα ιατρικοποίησης των πληροφορικών συστημάτων) που επιδιώκει να περιγράψει την ιατρική δραστηριότητα των ιδρυμάτων υγείας. Βασίζεται στη συστηματική συλλογή των ιατρικο-διοικητικών δεδομένων που περιλαμβάνονται σε μία τυποποιημένη περιληπτική έκθεση κατά την έξοδο του ασθενούς.

11 Στην ιατρική, το ποσοστό της πρακτικής που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ΕΒΜ θα ήταν περί το 10%.

12 Ο Hayek έγραψε το Επιστημονισμός και κοινωνικές επιστήμες το 1952.

13 Ιδρυτικό μέλος του κοινωνικού κόμματος δημόσιας υγείας, που παρουσίασε υποψηφίους στις εκλογές του 1932. Παρουσίαση αυτού του κόμματος στο Je sais tout του Φεβρουαρίου 1932 και στο Prophylaxie mentale του 1932, σελ.521.

14 Γερμανικό κείμενο και γαλλική μετάφραση της «έκκλησης» παρατίθενται από τον C. Hoffmann στο Le Journal Français de Psychiatrie τ.3, Απρίλιος-Ιούνιος 1995 σελ.5. Η μετάφραση μεταφέρθηκε και στο: Επιστημονισμός του Φρόιντ, των Gori και Hoffmann.

15 Αυτό το είδος μετάθεσης εντοπίζεται σε ποικίλες συγκυρίες. Ο R. Laforgue το επισημαίνει σχετικά με τον Freud: «Ο Φρόιντ, άθρησκος εβραίος, είχε αναγάγει την επιστήμη σε θρησκεία του και, προτιμώντας τον ορθό λόγο ως θεό, ήταν ένας πιστός δίχως να το ξέρει» [21].

16 Στη συνεχιζόμενη αντιπαράθεση για τις ψυχοθεραπείες, η E. Roudinesco επιδίδεται σε ένα αυθεντικό νούμερο ισορροπιστή. Διεκδικεί την ένταξη της ψυχανάλυσης στην επιστήμη, καυτηριάζει τον επιστημονισμό και κινητοποιεί σχετικά τα ΜΜΕ και τους γνωστούς από τα ΜΜΕ ανθρώπους των γραμμάτων.

17 Βραβεία Νόμπελ ποταπότητας («ignoble nobel») απονέμονται κάθε χρόνο. Ο κατάλογός τους εμφανίζεται στο: www.improbable.com.

18 Διανοητική υγεία και κοινωνία στο: Problèmes politiques et sociaux, Απρίλιος 2004, ν.899, για τη γαλλική καταγραφή.

19 Από τους ανά δύο συνδυασμούς τους προκύπτουν αντίστοιχα οι κλάδοι: της ψυχοφυσιολογίας, της ψυχοσωματικής και της κοινωνιοβιολογίας.

20 Ο A.C. Crombie περιγράφει έξι διαφορετικούς τύπους επιστημονικής σκέψης: τα μαθηματικά αξιώματα, την πειραματική έρευνα, τα υποθετικά μοντέλα, την ταξινομική ιεράρχηση, τη στατιστική ανάλυση και την ιστορικο-γενετική απόρροια [8].

21 Κάτι που κάνει ο J.P. Lebrun στο: Ένας κόσμος δίχως όρια [25].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Εξετάστηκαν συστηματικά τα περιοδικά Sciences et Pseudo-Sciences και Raison Présente για την περίοδο 1998-2003.

  1. Arendt H. Eichman à Jérusalem. Paris, Gallimard, 1997.
  2. Assoun PL. Introduction à l’épistémologie freudienne. Paris, Payot, 1981.
  3. Bachelard G. La formation de l’esprit scientifique: contribution à une psychanalyse de la connaissance objective. Paris, Vrin, 1938.
  4. Bonnafé L. Le miroir ensorcelé. Paris, Syllepse, 2002.
  5. Bourdieu P. Science de la science et réflexivité. Paris, Raisons d’agir, 2001.
  6. Bouveresse J. Prodiges et vertiges de l’analogie. Paris, Raisons d’agir, 1999.
  7. Champagne P, Marchetti D. L’information médicale sous contrainte. _ propos du scandale du sang contaminé. Actes de la recherche en sciences sociales. 1944, 101-102; 40-62.
  8. Crombie AC. Styles of scientific thinking in the European tradition. Londres, Duckworth, 1994.
  9. Daudet L. Les morticoles. Paris, Grasset, 1990.
  10. Dor J. L’a-scientificité de la psychanalyse. Paris, Editions universitaires, 1988.
  11. Dorey R. κ.ά. L’inconscient de la science. Paris, Dunod, 1991.
  12. Gabel J. Sociologie de l’aliénation. Paris, PUF, 1970.
  13. Gingras Y, Vécrin L. Les prix Ig-Nobel. Le double tranchant de l’humour scientifique. Actes de la recherche en sciences sociales 2002, 141-142; 66-69.
  14. Gori R, Hoffmann C. La science au risque de la psychanalyse. Essais sur la propagande scientifique. Ramonville, Erès, 1999.
  15. Green A. Méconnaissance de l’inconscient (science et psychanalyse). In: Dorey κ.ά. L’inconscient et la science. Paris, Dunod, 1991.
  16. Greenhalg T. Savoir lire un article médical pour décider. Meudon, Rand, 2000.
  17. Grémy F. Random reflections on science, art and technique applied to medicine and its evaluation. J Eval Clin Pract 1999, 5, 117.
  18. Hyat M. Les enjeux philosophiques de l’évaluation en psychiatrie. Psychiatrie française 2001, 32, 58-82.
  19. Kirk S, Kutchins H. Aimez-vous le DSM IV? Le triomphe de la psychiatrie américaine. Paris, Les empêcheurs de penser an rond, 1998.
  20. Lacan J. La science et la vérité. In: Ecrits I. Paris, Seuil, 1966.
  21. Laforgue R. Au-delà du scientisme. Paris, Guy Trédaniel, 1994.
  22. Lanteri-Laura G, Del Pistoia L. Les principales théories dans la psychiatrie contemporaine. Encyclopédie Médico-Chirurgicale. Psychiatrie 1981, 37006: A 10.
  23. Latour B. La vie de laboratoire. Paris,: La découverte, 1996.
  24. Latour B. José Bové est-il un vandale? Réponse à F. Ewald et D. Lecourt. Le Monde 11 Novembre 2001.
  25. Lebrun JP. Un monde sans limites. Toulouse, Erès, 1997.
  26. Lecourt D. (επιμέλεια) Dictionnaire d’histoire et philosophie des sciences. Paris, PUF, 1999.
  27. Lecourt D. Une idée française de la science. www.asmp.fr/travaux/communications/2001/lecourt.htm.
  28. Rappard P. L’état et la psychose. Paris, L’Harmattan, 2000.
  29. Reverzy JF. La biocratie. Soins psychiatrie 1982, 16, 27-35.
  30. Rüdin E. Condition et rôle de l’eugénisme dans la prophylaxie des maladies mentales. Rapport au IIe Congrès international d’hygiène mentale 1937, 1, 103-15 Paris.
  31. Russell B. Science et religion. Paris, Gallimard, 1971.
  32. Shinn T. Nouvelle production du savoir et triple hélice. Tendances du prêt à penser les sciences. Actes de la recherche en sciences sociales 2002, 141-142, 21-30.
  33. Sokal AD, Bricmont J. Les impostures intellectuelles. Paris, Odile Jacob, 1997.
  34. Stengers I. La volonté de faire science. Paris, Les empêcheurs de penser en rond, 1992.
  35. Stengers I, Bensaude-Vincent B. 100 mots pour commencer à penser les sciences. Paris, Les empêcheurs de penser en rond/Le seuil, 2003.
  36. Swain G. Le sujet de la folie. Paris, Calmann-Lévy, 1997.
  37. Thom R. Prédire n’est pas expliquer. Paris: Flammarion, 1993.
  38. Wwbwr M. Le savant et le politique. Paris, La Découverte, 2003.
  39. Widlöcher D. Pour une étude critique des concepts. La recherche en psychanalyse à l’université. Recherches en psychanalyse 2004, 1, 15-9.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.