Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Γιώργος Χ. Παπαδόπουλος
Καθηγητής Νευροανατομικής
στην Κτηνιατρική Σχολή του ΑΠΘ

σύναψις 09  [2008 – τόμος 04]

Η Αρχιτεκτονική των ειδώλων.
Η αντίληψη του διασπασμένου κόσμου

Θα ’χουμε σε παλιό καθρέφτη γνωριστεί
κι έμεινε αυτό το ράγισμα στα μάτια

Μιχάλης Γκανάς
Μαύρα Λιθάρια

      Ο σπουδαίος αρχιτέκτονας Louis Kahn πίστευε ότι «για να μιλήσεις για την αρχιτεκτονική πρέπει να μιλήσεις για την ίδια τη ζωή». Πώς μπορεί, όμως, να μιλήσει ένας νευροεπιστήμονας για τη ζωή απευθυνόμενος σε ανθρώπους που ασκούνται στην αντίληψη ότι το νόημα του κόσμου εξαρτάται από το φως, τις γραμμές, τα σχήματα, τις αντιθέσεις, την προοπτική, το βάθος, τα χρώματα και την κίνηση; Μιλώντας ίσως για το νόημα που έχουν για τον εγκέφαλο το φως, οι γραμμές, το χρώμα και η κίνηση του κόσμου; Είναι αυτός, ο υποχρεωτικά αποσπασματικός και ατελής τρόπος, ένας δόκιμος τρόπος να μιλήσεις για την αρχιτεκτονική της ζωής; Αυτά περίπου σκεφτόμουν μετά την πρόσκληση να δώσω μία διάλεξη στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.

      Ο άνθρωπος είναι ένα κατ’ εξοχήν οπτικό ζώο. Περίπου οι μισές από τις αισθητικές πληροφορίες που έχει να διαχειριστεί ο εγκέφαλός του είναι οπτικές και γι’ αυτό αφιερώνει στην επεξεργασία τους παραπάνω από 30 (!) περιοχές του φλοιού των εγκεφαλικών ημισφαιρίων. Έτσι, δεν είναι καθόλου παράξενο που ο καθένας τείνει να πιστεύει αυτό που ο δικός του εγκέφαλος βλέπει και να αμφιβάλλει για αυτό που κάποιος άλλος ισχυρίζεται ότι βλέπει. Τι «βλέπει» όμως όποιος κοιτάζει γύρω του; Πέρα από κάθε αμφιβολία, αυτό που μπορεί να δει και αυτό που θέλει να δει.

 

Πέρα από το φως

      Κάθε αντιληπτική διαδικασία, οπτική, απτική, ακουστική, οσφρητική ή άλλη, είναι ένα σύνθετο γεγονός ενσωμάτωσης που προϋποθέτει μία φάση σύλληψης και ενδοεγκεφαλικής μεταφοράς των εξωτερικών πληροφοριών κατά μήκος ειδικών νευρικών οδών και μία φάση ερμηνείας, συσχετισμού δηλαδή αυτών με προϋπάρχοντα εγκεφαλικά είδωλα του αποδομημένου κόσμου. Στο οπτικό σύστημα, η σύλληψη και η επεξεργασία των πληροφοριών βασίζεται στην ικανότητα του οφθαλμού να μετατρέπει την ενέργεια του φωτός στην κατανοητή από τα νευρικά κύτταρα διάλεκτο των ηλεκτρικών σημάτων και την εν συνεχεία προώθηση αυτών κατά μήκος ομάδων νευρικών κυττάρων που αρθρώνονται για να σχηματίσουν την οπτική οδό. Το πρώτο κρίσιμο βήμα για τη μεταφορά του κόσμου στον εγκέφαλο, η φωτομετατροπή, είναι δουλειά των 125 περίπου εκατομμυρίων φωτοϋποδεκτικών κυττάρων του κάθε οφθαλμού, τα οποία αποτελούνται από τρία είδη κωνιοφόρων κυττάρων, ευαίσθητων στο κόκκινο, πράσινο και μπλε αντίστοιχα χρώμα, και ένα είδος ραβδιοφόρων κυττάρων ευαίσθητων στο αμυδρό φως. Στη συνέχεια, διαφοροποιημένες ομάδες νευρικών κυττάρων του αμφιβληστροειδή και του εγκεφάλου, οργανωμένες σε αξιοπρόσεκτα αρχιτεκτονικά σύνολα κατά μήκος πολύσταθμων παράλληλων υποσυστημάτων της οπτικής οδού, αναλαμβάνουν να κωδικεύσουν ηλεκτρικά τα χαρακτηριστικά του οπτικού κόσμου και να τα διανείμουν σε ιεραρχικά ανώτερες εγκεφαλικές περιοχές που έχουν την ευθύνη της αλληλο-συσχέτισης των πληροφοριών και της συνειδητής ή ασυνείδητης αποτίμησης της σημασίας τους.

      Αξίζει βέβαια να θυμάται, όποιος έχει ασκηθεί στη βεβαιότητα των αισθήσεών του, ότι το φως που μπορεί να δει ο άνθρωπος έχει μήκος κύματος από 400 έως 700 περίπου νανόμετρα (10-6 m), δηλαδή ένα πολύ μικρό κλάσμα της υπάρχουσας ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, η οποία εκτείνεται από 10-14 m (κοσμική ακτινοβολία) μέχρι μερικές χιλιάδες μέτρα (ραδιοκύματα). Δηλαδή, πέρα από τα όρια του δικού μας περιορισμένου οπτικού κόσμου υπάρχει ένα αόρατο για εμάς σύμπαν, τμήμα μάλιστα του οποίου μπορούν να δουν άλλα «κατώτερα» ζωικά είδη. Το πρώτο χρήσιμο συμπέρασμα είναι ότι τα υπαρκτά δεν εξαντλούνται στα αισθητά από εμάς και ότι τα πλάσματα που (αυτο)χαρακτηρίζονται ως «ανώτερα» βασίζουν συνήθως την αυτάρεσκη κρίση τους στην επιλεκτική συγκριτική θεώρηση των χαρακτηριστικών τους.

 

Τα μεροληπτικά κύτταρα

      Συνηθίζεται να λέγεται ότι όταν το φως διέλθει τον κρυσταλλοειδή φακό σχηματίζει το (ανεστραμμένο) είδωλο της εικόνας στον ιδίως αμφιβληστροειδή χιτώνα του τοιχώματος του οφθαλμού. Στην πραγματικότητα, από τη στιγμή που το φως προσεγγίσει το εξωτερικό υποκατάστημα του εγκεφάλου, τον αμφιβληστροειδή χιτώνα, η εικόνα διασπάται διαδοχικά σε επιμέρους συστατικά στοιχεία που μπορεί να επεξεργαστεί η αλυσίδα των νευρικών κυττάρων που συγκροτούν την οπτική οδό. Και αυτό συμβαίνει επειδή κάθε νευρικό στοιχείο του αμφιβληστροειδή ή του οπτικού εγκεφάλου (α) διεκπεραιώνει πληροφορίες μόνο από ένα πολύ περιορισμένο τμήμα (υποδεκτικό πεδίο) του οπτικού χώρου και (β) εξειδικεύεται στη σύλληψη, κωδίκευση και προώθηση συγκεκριμένων μόνο χαρακτηριστικών της εικόνας που βρίσκονται εντός των ορίων του υποδεκτικού τους πεδίου. Δηλαδή, αντίθετα με τη φωτογραφική μηχανή που απαθανατίζει ακέραιες εικόνες, ο εγκέφαλος (όχι μόνο ο οπτικός) ακολουθεί την αρχή «διαίρει και βασίλευε» ως γνωστική μέθοδο ανάλυσης και επεξεργασίας του κόσμου. Διασπά τις εικόνες σε ποιότητες μορφής, κίνησης, χρώματος και τις προωθεί σε διαδοχικούς νευρωνικούς σταθμούς επεξεργασίας (αποδόμησης και εμπλουτισμού) προκειμένου να ανα-συνθέσει το αντικείμενο μελέτης του με έναν τρόπο που να έχει νόημα γι’ αυτόν. Γιατί η αναζήτηση νοήματος είναι μία από τις βασικές κινητήριες δυνάμεις λειτουργίας του εγκεφάλου.

      Στο γρήγορο, αλλά εξαιρετικά πολύπλοκο ταξίδι τους, από τα φωτοϋποδεκτικά κύτταρα μέχρι τις ανώτερες συνειρμικές φλοιϊκές περιοχές των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, οι οπτικές πληροφορίες αποτελούν αντικείμενο επεξεργασίας όλο και περισσότερο εκλεκτικών νευρικών κυττάρων που, ενώ ενδιαφέρονται για συγκεκριμένα οπτικά χαρακτηριστικά, αδιαφορούν παντελώς για άλλα. Τέτοια χαρακτηριστικά που επιλεκτικά μπορεί να ενδιαφέρουν τα κύτταρα του οπτικού συστήματος είναι η θέση του οπτικού σήματος, οι εναλλαγές φωτεινού-σκοτεινού, το μήκος κύματος (χρώμα), το μέγεθος, ο προσανατολισμός και η κίνηση επιμέρους περιοχών των μορφών που βλέπουμε.

      Τα νευρικά κύτταρα του αμφιβληστροειδή, όσο και του πρώτου ενδοεγκεφαλικού σταθμού της οπτικής οδού (έξω γονατώδες σώμα), διεγείρονται και αναστέλλονται εναλλακτικά από κινούμενες ή όχι μικρές κηλίδες/δακτύλιους του υποδεκτικού τους πεδίου, οι οποίες είτε έχουν φωτεινό κέντρο και σκοτεινή περιφέρεια είτε, αντίθετα, φωτεινή περιφέρεια και σκοτεινό κέντρο. Μέχρις αυτό το στάδιο, δηλαδή, ο κόσμος γύρω μας υπάρχει μόνο εάν υπάρχουν ανομοιόβαθμα φωτισμένα δαχτυλίδια εντός των ορίων του υποδεκτικού πεδίου αυτών των κυττάρων. Η πληροφορία βρίσκεται, ευτυχώς ή δυστυχώς, στη διαφορά και όχι στο απόλυτο. Κόσμος χωρίς αντιθέσεις ανάμεσα στην περιφέρεια και το κέντρο μικρών υποκειμενικών σφαιρών δεν νοείται.

      Από εκεί και μετά, τα ηλεκτρικά σήματα που κωδικεύουν οπτικές πληροφορίες μεταβιβάζονται στην αχανή επικράτεια του φλοιού των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, δηλαδή σε περιοχές διαδοχικών μετασχηματισμών, αποκλίσεων και ανασυνθέσεων. Τα κύτταρα όμως των περιοχών αυτών εξακολουθούν να είναι (όλο και πιο) μεροληπτικά στις απαιτήσεις τους από τον κόσμο. Τα απλούστερα από αυτά διεγείρονται μόνο εφόσον στο οπτικό τους πεδίο προσπίπτει φως συγκεκριμένου μήκους κύματος (χρώματος) ή τυχαίνει να βρίσκονται σε αυτό ράβδοι/γραμμές (αντιθέσεις φωτεινού-σκοτεινού) με σωστό για αυτά προσανατολισμό κλίσης (0-1800). Τα πιο σύνθετα κύτταρα απαιτούν από αυτές τις ράβδους να κινούνται προς τη σωστή για αυτά κατεύθυνση ή να μην έχουν μεγαλύτερο μήκος από αυτό που αυτά αντέχουν/επιθυμούν ή, ακόμη περισσότερο, να καταγράφονται ταυτόχρονα (και αναγκαστικά ολίγον παραλλαγμένες) και από τα δύο μάτια. Σε κάποιες μάλιστα ανώτερες οπτικές περιοχές, τα κύτταρα επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους αποκλειστικά σε χαρακτηριστικά χεριών ή προσώπων (!). Επομένως, όσο η επεξεργασία προωθείται προς προοδευτικά ανώτερες περιοχές, ο ορατός κόσμος διασπάται σε κλάσματα διαφορών και αντιθέσεων που μπορούν να κωδικεύσουν, επεξεργαστούν και αναπαραστήσουν οι εγκεφαλικές ανατομικο-λειτουργικές μονάδες. Με αυτές τις σταδιακά αυξανόμενες απαιτήσεις των κυττάρων των ανώτερων περιοχών δίνεται η δυνατότητα στον εγκέφαλο να κωδικεύσει και να εξάγει συμπεράσματα όχι μόνο για τις διαβαθμίσεις φωτεινότητας του κόσμου, αλλά και για τα όρια, τις γωνίες, το βάθος και την κίνηση των μορφών που τον συνθέτουν. Για την ύπαρξη απειλητικών ή όχι λιονταριών, ανθρώπων και αυτοκινήτων στο περιβάλλον μας ή και για την προοπτική που έχει στον χώρο ένα (αρχιτεκτονικό) σχέδιο. Χωρίς αυτά ο κόσμος θα ήταν αδιάφορος και επομένως επικίνδυνος. Γιατί σκεφτείτε έναν οργανισμό που δεν μπορεί να διακρίνει τη μορφή, την απόσταση και την κίνηση αυτών που τον περιβάλλουν, που αδυνατεί, δηλαδή, να αποφανθεί για το «τι είναι αυτό», «πού είναι αυτό» και «τι κάνει αυτό». Είναι χαμένος.

 

Κουνήσου για να μην χαθείς

      Λαμβάνοντας υπόψη ότι η κύρια ευθύνη του εγκεφάλου είναι να προνοεί για την εξασφάλιση συνθηκών επιβίωσης του οργανισμού, το οπτικό σύστημα έχει οργανωθεί έτσι ώστε να μπορεί να ανιχνεύει την παραμικρή κίνηση (της λείας ή του εχθρού) στο περιβάλλον. Γι’ αυτό, όχι μόνο περιέχει κύτταρα ευαίσθητα στην κίνηση, κατά μήκος όλων των σταθμών της οπτικής οδού, αλλά διαθέτει και ειδική φλοιϊκή περιοχή (V5) που είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στην αντίληψη της κίνησης. Τα περισσότερα μάλιστα κύτταρα της περιοχής αυτής είναι παντελώς αδιάφορα για τη μορφή ή το χρώμα του ερεθίσματος. Ανάλογη πολυτελή μεταχείριση ο εγκέφαλος επιφυλάσσει μόνο στο χρώμα (για το οποίο επίσης υπάρχουν ειδικά χρωμο-ευαίσθητα κύτταρα και τουλάχιστον μία φλοιϊκή περιοχή αφιερωμένη στην αντίληψή του).

      Η εξάρτηση του εγκεφάλου από την κίνηση αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εάν το είδωλο μίας εικόνας παραμείνει ακίνητο στον αμφιβληστροειδή, τότε σε λίγα δευτερόλεπτα ο εγκέφαλος σταματάει να το αντιλαμβάνεται. Και για να μην συμβεί αυτό, τα μάτια κινούνται ασυνείδητα διαρκώς και, επομένως, μετακινούν το είδωλο στον αμφιβληστροειδή. Οι ταχύτατες αυτές (σακκαδικές) κινήσεις επιτρέπουν στο οπτικό σύστημα να ελαχιστοποιεί την αντιληπτική του αβεβαιότητα, αλλά και να εστιάζει ασυνείδητα το ενδιαφέρον του σε συγκεκριμένες περιοχές της εικόνας, π.χ. στα μάτια και στη μύτη ενός προσώπου. Γιατί αυτό που βλέπουμε, όπως είπαμε παραπάνω, είναι κυρίως αυτό που θέλουμε. Ή, για να το θέσουμε όπως ο Carl Gros, ένας από τους θεμελιωτές της φιλοσοφικής θεωρίας της ενσυναίσθησης (Einfühlung/empathy), η οποία ξαναγίνεται επίκαιρη μετά την νευροβιολογική υποστήριξη που δέχεται από τη σπουδαία ανακάλυψη των «καθρεπτρικών νευρώνων», «βλέπω σημαίνει σχεδιάζω το αντικείμενο με τις κινήσεις των ματιών μου». Και όταν γίνεται αυτό είναι σαν να αφαιρούμε τον χώρο από τη θέα, όπως ίσως θα προτιμούσε να πει ο Στέλιος Ράμφος.

 

Ο δεξιός και ο αριστερός κόσμος

      Επιπλέον των όποιων άλλων προκαταλήψεων, τα νευρικά κύτταρα της οπτικής οδού έχουν μικρή, μεγάλη ή αποκλειστική προτίμηση και στην επεξεργασία πληροφοριών από τον δεξιό ή τον αριστερό οφθαλμό. Στο επίπεδο μάλιστα του φλοιού των εγκεφαλικών ημισφαιρίων, τα νευρικά κύτταρα, που έχουν προτίμηση στην επεξεργασία πληροφοριών από τον δεξιό ή αριστερό οφθαλμό, οργανώνονται σε εναλλασσόμενες στήλες/κολώνες οφθαλμικής επικράτησης, πάχους περίπου 0.5 mm. Οι κολώνες αυτές σχηματίζονται υπό την προϋπόθεση ότι κατά τη διάρκεια της κρίσιμης αναπτυξιακής περιόδου των πρώτων πέντε ετών της ζωής χρησιμοποιούνται εξίσου οι δύο οφθαλμοί. Ανομοιόβαθμη χρησιμοποίηση των οφθαλμών (π.χ. εξαιτίας στραβισμού) κατά τη διάρκεια αυτής της ευαίσθητης περιόδου μπορεί να οδηγήσει στη συγκρότηση ενός εγκεφάλου που αδυνατεί να αξιοποιήσει τις πληροφορίες από το ένα μάτι. Δηλαδή, η πλήρης αξιοποίηση της δεξιάς και της αριστερής πραγματικότητας του κόσμου μας είναι δουλειά ενός εγκεφάλου που έχει συγκροτηθεί σωστά και έχει εγκαίρως αφεθεί ελεύθερος να χρησιμοποιήσει ισόποσα τα δύο μάτια. Εάν αυτό δεν γίνει τότε ο άνθρωπος μπορεί και να καταστεί τυφλός προς τη μισή πραγματικότητα, ακόμη και εάν τα μάτια του είναι απείραχτα.

 

Και τώρα πώς θα βγούμε από εδώ;

      Με όσα περιγράφηκαν συνοπτικά παραπάνω (ξανα)γίνεται φανερό ότι ο ζωντανός κόσμος, ο κόσμος του καθενός, είναι ένας κόσμος διασπασμένος σε ποιότητες. Όμως, τα κομμάτια υπάρχουν ως τέτοια μόνο λίγο πριν ή λίγο μετά την ανάγκη να εκφράσουν και να εκφραστούν στο σύνολο που (ανα)συνθέτουν κάθε δεδομένη στιγμή. Δεν αντιπροσωπεύουν, δηλαδή, τίποτα άλλο παρά την ανάγκη και τη δυνατότητα να (ανα)συγκροτηθεί ένα έλλογο σύνολο. Και βέβαια, την ευθύνη της (ανα)σύνθεσης του διασπασμένου κόσμου δεν μπορεί παρά να την έχουν οι ίδιοι εγκέφαλοι που τον διασπούν. Πώς το κατορθώνουν αυτό; Ακόμη δεν ξέρουμε. Μήπως διοχετεύοντας τα επιμέρους στοιχεία του κόσμου σε μία «ανώτατη» φλοιϊκή περιοχή που έχει το εξαιρετικό προνόμιο να συνδυάζει τα πάντα για να εκφράσει το όλο; Τα υπάρχοντα νευροβιολογικά δεδομένα δεν συνηγορούν υπέρ μίας τέτοιας εκδοχής. Αντίθετα, σύμφωνα με την κυρίαρχη νευροβιολογική υπόθεση, η αντίληψη μίας σύνθετης εικόνας επιτυγχάνεται επειδή επιμέρους κυτταρικές ομάδες που κωδικεύουν διαφορετικά χαρακτηριστικά του κόσμου «χορεύουν» (εκφορτίζονται) ταυτόχρονα σε ένα μοναδικό γι’ αυτήν μοτίβο. Είναι, δηλαδή, εξαιρετικά πιθανό ότι η αντίληψη των όποιων εικόνων του αισθητού και του πνευματικού/ συναισθηματικού κόσμου μας είναι αποτέλεσμα ενός ιδιόμελου χορού ομάδων νευρικών κυττάρων που επινοεί η (την) κάθε στιγμή. Η σύνθεση της χορευτικής ομάδας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις προκαταλήψεις που χαρακτηρίζουν τον εγκέφαλο, δηλαδή, από τα βιώματα και τη θεωρία που έχει για τον κόσμο, αλλά μπορεί και να τροποποιηθεί/εμπλουτισθεί, δίνοντας τη δυνατότητα στον εγκέφαλο να υπερβεί την αδήριτη πραγματικότητα του περιβάλλοντος, υπεκφεύγοντας προς την έμπνευση ή τo ανύπαρκτο. Βλέπουμε, δηλαδή, συνήθως αυτό που νομίζουμε ότι πρέπει να δούμε, αλλά έχουμε και την απρόοπτη ευκαιρία να δούμε το απροσδόκητο.

      Οι υποθέσεις που έχει μάθει να χρησιμοποιεί αυτομάτως ο εγκέφαλος για την ερμηνεία των οπτικών πληροφοριών είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο για την ταχύτατη πρόβλεψη της σημασίας του κόσμου, αλλά οδηγεί και σε παρερμηνείες που μπορεί να είναι ανώδυνες, όπως οι γνωστές σε όλους μας οπτικές πλάνες, αλλά και εξαιρετικά οδυνηρές για τον ένα ή τους πολλούς. Παρομοίως, η συνειρμική σύνδεση των εισερχόμενων οπτικών πληροφοριών με το προϋπάρχον συναισθηματικό φορτίο του εγκεφάλου μπορεί να οδηγήσει εναλλακτικά στην απελευθερωτική απογείωση της έμπνευσης ή στην απειλητική δίνη μίας ψυχικής διαταραχής. Τα εγχειρίδια της Τέχνης, της Ψυχιατρικής, αλλά και της Ιστορίας, περιγράφουν άφθονα σχετικά παραδείγματα.

 

Δύο-τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν

Η αρχιτεκτονική του εγκεφάλου και της αντίληψης, για την οποία μπορεί να γεμίσει κανείς πολλά βιβλία, έχει τη δική της μακριά ιστορία. Ο εγκέφαλος συγκροτήθηκε έτσι όχι για να απολαμβάνει την αισθητική αξία ενός πίνακα του Σεζάν ή του Πικάσο, αλλά για να διακρίνει τους κινδύνους που απειλούν τη ζωή του, να αναζητά την (πιθανώς κινούμενη) τροφή του, να λύνει προβλήματα όσο πιο γρήγορα γίνεται. Η αισθητική απόλαυση και η τέχνη είναι παραπροϊόντα της εξέλιξης του οφθαλμού και του εγκεφάλου. Ενός εγκεφάλου που προοδευτικά ανακάλυπτε ότι είχε τη δυνατότητα να μετατρέπει τον περιβάλλοντα κόσμο σε πνευματικό, το δημόσιο σε ιδιωτικό, τη φύση σε τέχνη.

      Η όραση, η αφή, η ακοή, η μάθηση, η μνήμη, η επιστήμη και η κοινωνία είναι σύνθετες αναλυτικές και δημιουργικές επιτυχίες (θρίαμβοι), τις οποίες ο εγκέφαλος επιτυγχάνει διασπώντας τον κόσμο σε επιμέρους κρίσιμα στοιχεία, τα οποία στην εξέλιξη χρησιμοποιεί ακολουθώντας έμφυτες αρχές και εμπειρίες που οδηγούν σε υποθέσεις. Η διάσπαση που στοχεύει στην αναζήτηση της ουσίας, επιτρέπει και, εν τέλει, υπαγορεύει την αναζήτηση και τη σύνθεση του νοήματος. Γιατί η ζωή είναι αποτέλεσμα της διαφοράς που πρέπει να επεξεργαστεί. Και για να μην ξεμακραίνουμε από το πλαίσιο των συνειρμών που προκαλεί η παραπάνω αναφορά στο οπτικό μας σύστημα: Το κάθε σημείο του χώρου κινητοποιεί διαφορετικές αντιδράσεις προσανατολισμένης έντασης, οι οποίες είναι τόσο μεγαλύτερες όσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά που τις έχει προκαλέσει και χρωματίζονται για να αναδείξουν τα κρίσιμα στοιχεία ενός κόσμου που όσο δεν κινείται δεν υπάρχει. Με την πρόοδο της εγκεφαλικής επεξεργασίας των πληροφοριών, οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες αυξάνουν. Στο τέλος, όμως, έχουμε τη δυνατότητα/διέξοδο να διαφύγουμε των ανελαστικών εγκεφαλικών προσδοκιών με τη βοήθεια συνειρμικών συνδέσεων των πληροφοριών με άλλες αποθηκευμένες εικόνες (παραμορφωμένες από το εγώ και τον χρόνο), για να επινοήσουμε μία νέα συνθήκη ύπαρξης που προσδοκά ότι θα πλησιάσει δημιουργικά τον κόσμο, ενώ απομακρύνεται από αυτόν. Η αντίληψη και η αρχιτεκτονική είναι απόπειρες επανεγγραφής του κόσμου.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.