Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Ελένη Καλογιάννη
Δρ Βιολογίας και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου
στη Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία

σύναψις 09  [2008 – τόμος 04]

Η φαντασιακή παθολογία του Άλλου. Προνεωτερικές αφηγήσεις για το εβραϊκό σώμα, τη λέπρα, τη σύφιλη και τις τερατογενέσεις

Περί εβραϊκής δυσοσμίας και ρυπαρών πρακτικών

Doktor Schnabel von Rom, χαρακτικό του Paul Fürst, 1656. 
Εβραίος (;) γιατρός με την ιδιαίτερη προστατευτική ενδυμασία για την πανώλη. Τα ματογυάλια, η μακριά ρόμπα και η γκροτέσκα μάσκα στο πρόσωπο, «προστάτευαν» το γιατρό από τη μόλυνση και του προσέδιδαν μία εικόνα μη ανθρώπινη. Η περιπαιχτική επιγραφή «ο Δόκτωρ Ράμφος από τη Ρώμη»  πιθανώς εμπεριέχει και μία αντιπαπική χροιά.
Doktor Schnabel von Rom, χαρακτικό του Paul Fürst, 1656.
Εβραίος (;) γιατρός με την ιδιαίτερη προστατευτική ενδυμασία για την πανώλη. Τα ματογυάλια, η μακριά ρόμπα και η γκροτέσκα μάσκα στο πρόσωπο, «προστάτευαν» το γιατρό από τη μόλυνση και του προσέδιδαν μία εικόνα μη ανθρώπινη. Η περιπαιχτική επιγραφή «ο Δόκτωρ Ράμφος από τη Ρώμη» πιθανώς εμπεριέχει και μία αντιπαπική χροιά.

Μια σειρά από δοξασίες που δημιουργούνται κατά το Μεσαίωνα, τείνουν να αποδείξουν ότι οι Εβραίοι τοποθετούνται στο μεταίχμιο της «φυσιολογικής» ανθρώπινης φύσης, διαθέτοντας πλείστα όσα χαρακτηριστικά, τα οποία όχι μόνο καταδεικνύουν την ετερότητά τους, αλλά υποδηλώνουν και τη μιαρότητα της παρουσίας τους. Έτσι, την περίοδο αυτή οι Εβραίοι κατηγορούνται ότι αναδίδουν κάποια χαρακτηριστική δυσάρεστη οσμή (foetor judaicus, εβραϊκή δυσοσμία), ότι υποφέρουν αποκλειστικά αυτοί από κάποιες μυστηριώδεις και μολυσματικές ασθένειες και ότι τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες έχουν εμμηνορρυσία. Η εν λόγω εβραϊκή δυσοσμία, που αναφέρεται και από λατίνους συγγραφείς της αρχαιότητας –αλλά δεν περιορίζεται στους Εβραίους καθώς αποδιδόταν γενικότερα στο Μεσαίωνα στους «βαρβάρους», όπως τους Αφρικανούς– παγιώνεται στο συλλογικό φαντασιακό. Μόνο η χριστιανική βάπτιση θεωρείται ότι εξαλείφει ως εκ θαύματος την ιδιαίτερη αυτή δυσοσμία, τουλάχιστον έως τον ύστερο Μεσαίωνα, με ένα μηχανισμό παρόμοιο με αυτόν της «λεύκανσης» του Αφρικανού. Με βάση τη δοξασία αυτή, δημιουργείται μια σειρά θρύλων, όπως αυτός όπου η εβραία μητέρα, προκειμένου να ξαναδώσει στην εκχριστιανισμένη κόρη της τα αρχικά οσμητικά της χαρακτηριστικά, θέλει να τη βουτήξει τρεις φορές στα νερά ενός βόθρου. Παρόμοια αντιστρεπτά, μέσω του βαπτίσματος, θεωρούνταν και κάποια σωματικά ελαττώματα με τα οποία υποτίθεται πως γεννιούνται οι γόνοι των διαφόρων φυλών του Ισραήλ, όπως αυτοί της φυλής Ασέρ, που έχουν το δεξί χέρι πιο κοντό από το αριστερό, ή αυτοί της φυλής Συμεών, που κάθε χρόνο μια συγκεκριμένη μέρα βγάζουν πληγές στο σώμα τους.1*

      Ένα άλλο επίπεδο στο οποίο αναπαράγεται ο ρυπαρός σωματότυπος του Εβραίου είναι και η σειρά των θρύλων που σχετίζονται με το εβραϊκό τελετουργικό τυπικό κάθαρσης ή με τις διατροφικές συνήθειές τους, που παρερμηνεύονται ηθελημένα σε καλλιτεχνικές και λογοτεχνικές συνθέσεις της εποχής. Έτσι, στις αρχές του 17ου αι., κυκλοφορεί στη Γερμανία σειρά ολόκληρη χαρακτικών με μια καρικατούρα της τελετουργικής κάθαρσης των Εβραίων, το Der Juden Bad-stub. Οι διαφορετικές διατροφικές συνήθειες, από την άλλη, αποτελούν και τη βάση της επινόησης στο Μεσαίωνα της εικόνας της Judensau, της εβραϊκής γουρούνας που τρέφει με το γάλα και τα περιττώματά της τους Εβραίους, –οι οποίοι, ως γνωστόν, απέχουν από το χοιρινό κρέας–, ένα μοτίβο με διαχρονική απήχηση.2 Σε ζωγραφική αναπαράσταση της γέφυρας της Φρανκφούρτης, από γερμανικό χαρακτικό των αρχών του 17ου αι., οι δύο Εβραίοι πλαισιώνονται από έναν τρίτο που καβαλικεύει ανάποδα το ζώο και έναν τέταρτο με χαρακτηριστικά κερασφόρου διαβόλου, ο οποίος μοιάζει να σπρώχνει το κεφάλι του Εβραίου προς τα οπίσθια του ζώου. Το ανάποδο καβαλίκεμα του ζώου και το τελετουργικό φίλημα των οπισθίων ως ένδειξη σεβασμού και υποταγής στο Σατανά, καταδεικνύει και τη συνεχή «επικοινωνία» μεταξύ του αντισημιτικού στερεοτύπου και του στερεοτύπου των μαγισσών, με αποτέλεσμα την αναπαράσταση των δύο ομάδων με τον ίδιο τρόπο.3 Η κατανάλωση περιττωμάτων, από την άλλη, αντανακλά τη λαϊκή αντίληψη ότι οι δαίμονες τρέφονται με περιττώματα, ένα μεσαιωνικό μοτίβο που επιβιώνει και στην πρώιμη νεώτερη περίοδο και εμφανίζεται συχνά και στα κείμενα του Λούθηρου, όπως σε φυλλάδιο που εκδόθηκε με τον τίτλο Vom Schem Hamphoras und das Geschlecht Christi (Περί του Ιερού Ονόματος και της Καταγωγής του Χριστού, 1543). Σε αυτό, ο Λούθηρος αποδίδει χλευαστικά τις ικανότητες επιβίωσης των Εβραίων στο ότι αυτοί θα πρέπει να συγκέντρωσαν τα σπλάγχνα του Ιούδα μετά την αυτοκτονία του και να κατανάλωσαν τα περιττώματα και τα ούρα του.4 Τέλος, σε παραλλαγή του παραπάνω χαρακτικού, το γάλα της γουρούνας βυζαίνεται από ένα εβραιόπουλο, που έτσι διδάσκεται τις δαιμονικές ιδιότητες του πατέρα του. Ο χλευασμός των ιδιαίτερων επιταγών του εβραϊκού δόγματος, στην τήρηση των οποίων οι Εβραίοι προσκολλούνται πεισματικά, διαφαίνεται και σε κείμενα, όπως σε μια γαλλική σάτιρα του 14ου αι., στην οποία λοιδωρείται η τήρηση της εβραϊκής αργίας του Σαββάτου. Ένας παρισινός Εβραίος που πέφτει σε ένα δημόσιο αποχωρητήριο ζητά από τους άλλους Εβραίους να μην τον ανασύρουν για να μην παραβούν την αργία. Ο βασιλιάς, που πληροφορείται από κάποιους Χριστιανούς το συμβάν, απαγορεύει την ανάσυρση του Εβραίου την επόμενη ημέρα, Κυριακή, με το σκεπτικό ότι, εφόσον τήρησε την εβραϊκή, θα πρέπει να τηρήσει και την χριστιανική αργία. Όταν τελικά ανασύρεται τη Δευτέρα, ο Εβραίος είναι φυσικά νεκρός. Αξιοπρόσεκτη στην παραπάνω διήγηση, όπως και στα κείμενα του Λούθηρου, είναι η υπόρρητη σκληρότητα που συνδυάζεται με το χλευασμό και τη γελοιοποίηση.5 Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, οι θρησκευτικές δοξασίες του Άλλου, οι ιδιαίτερες διατροφικές του συνήθειες, αλλά και οι ιδιαίτερες θρησκευτικές του πρακτικές, παρουσιάζονται σταθερά ως παράλογες, υποβαθμιστικές και ρυπαρές. Αυτές εργαλειοποιούνται για τη δαιμονοποίησή του, αλλά και «σωματοποιούν» την απόρριψή του εξωθώντας τον εκτός των ορίων της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ξυλογραφία Ανώνυμου (Μόναχο, περί το 1470) που απεικονίζει το ατιμωτικό στερεότυπο για τον ιουδαϊσμό: οι εβραίοι που βυζαίνουν μια γουρούνα και τρέφονται με τα απορρίματά της.
Ξυλογραφία Ανώνυμου (Μόναχο, περί το 1470) που απεικονίζει το ατιμωτικό στερεότυπο για τον ιουδαϊσμό: οι εβραίοι που βυζαίνουν μια γουρούνα και τρέφονται με τα απορρίματά της.

Περί λεπρών, συφιλιδικών και αμφίφυλων Εβραίων

      Στη συλλογική συνείδηση, η ρυπαρότητα των Εβραίων συνδέεται και με τους λεπρούς, μια κατεξοχήν μολυσματική ομάδα. Ήδη, σε απολογητικό κείμενο της πρωτοχριστιανικής περιόδου (1ος αι.) του εβραίου ιστορικού Flavious Josephus, το Contra Apionem (Κατά του Απίωνος) γίνεται κριτική αναφορά στο κείμενο ενός Αιγυπτίου, του Μανέθωνος, στο οποίο αναφέρεται ότι κάποιοι από τους απογόνους των Εβραίων ήταν λεπροί που εκδιώχθηκαν από την Αίγυπτο. Το κείμενο όμως αυτό, το οποίο είχε σαν στόχο την ανασκευή αυτού και άλλων αντιεβραϊκών μύθων, όπως η λατρεία των γαιδάρων και η τελετουργική παιδοκτονία (δείτε παρακάτω), γίνεται γνωστό στη Δύση κατά το Μεσαίωνα και διευκολύνει ουσιαστικά την εξάπλωσή τους. Αυτού του είδους τα κείμενα έπαιξαν ίσως κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της θεώρησης του Εβραίου από τη λόγια ελίτ_ για την πρόσληψή του, όμως, από τα λαϊκά στρώματα ως φυσικής μολυσματικής παρουσίας, όπως σημειώνει και ο Ginzburg, πολύ σημαντικότερο ρόλο έπαιξε η σύγκλιση Εβραίων και λεπρών ως περιθωριακών κοινωνικών ομάδων με τον θεσμοθετημένο θεολογικό στιγματισμό τους. Η κοινή διακριτική ενδυμασία, που θεσμοθετείται στην 4η Σύνοδο του Λατερανού το 1215 και επικυρώνεται εκ νέου σε μεταγενέστερες συνόδους, αποτελεί ένδειξη του κοινού στίγματος, του ονείδους για τις δύο αυτές ομάδες. Το διακριτικό σύμβολο των ενδυμάτων παραπέμπει στη φυσική τους ρυπαρότητα (δυσοσμία των λεπρών, εβραϊκή δυσοσμία) και στην αποφυγή της μολυσματικής τους επαφής (οι λεπροί μολύνουν τους υγιείς, οι Εβραίοι το νερό και τις τροφές). Όπως όμως επισημαίνει ο Ginzburg, μέχρι τα τέλη του 13ου αι., η στάση απέναντι σε αυτές τις δύο ομάδες χαρακτηρίζεται από αμφισημία: οι λεπροί πάσχουν από μια ασθένεια που αντιμετωπίζεται ως εξωτερικό γνώρισμα της αμαρτίας, η οποία τους στερεί τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά τους με την παραμόρφωση που προκαλεί, ταυτόχρονα όμως η αγάπη και το έλεος προς το πρόσωπό τους θεωρείται ένδειξη αγιότητας, όπως αυτή που χαρακτήριζε τη στάση του Αγίου Φραγκίσκου της Ασσίζης προς αυτούς. Έτσι, οι λεπροί, παρά το φόβο της μόλυνσης και την απώθηση που προκαλούν, στοιχεία τα οποία γεννούν και μια σειρά από τελετουργίες συμβολικής απομόνωσής τους από την κοινότητα, διαβιώνουν σε ιδρύματα ανοιχτά στον έξω κόσμο που διευθύνονται από θρησκευτικά τάγματα. Αντίστοιχα, οι Εβραίοι είναι μεν φορείς του στίγματος της θεοκτονίας, αλλά δεν παύουν να αποτελούν και το λαό που επέλεξε ο Θεός για την Αποκάλυψή Του, ενώ μοιράζονται και τα ίδια ιερά κείμενα με τους Χριστιανούς. Αυτή η αμφισημία όμως υποχωρεί στα τέλη του 13ου αι. και τις αρχές του 14ου αι., όταν την περιθωριοποίηση αντικαθιστά ο χωροταξικός διαχωρισμός τους. Σε περίοδο κατά την οποία αρχίζει ο χωροταξικός περιορισμός των Εβραίων σε συγκεκριμένες συνοικίες, ως αντίδραση, εν μέρει, στην αυξανόμενη εχθρότητα του χριστιανικού πληθυσμού, λαμβάνει χώρα και ο επίσημος εγκλεισμός των λεπρών σε κλειστά ιδρύματα, μετά την κατηγορία εναντίον τους το 1321 της συνομωσίας για τη δηλητηρίαση των υδάτων. Αυτός θα ακολουθηθεί στους επόμενους αιώνες και από τον θεσμοθετημένο πλέον περιορισμό και των Εβραίων σε γκέτο.6

      Η υποτιθέμενη αυξημένη ευαλωτότητα των Εβραίων στη λέπρα αποτελεί ένα επιπλέον όχημα άμεσης ταύτισής τους με τους λεπρούς. Έτσι, σε κείμενο του Παράκελσου του 1520, η ευαλωτότητα αυτή αποδίδεται στη μη τήρηση των στοιχειωδών κανόνων υγιεινής. Η αντίληψη ότι το σώμα των Εβραίων είναι φορέας διαφόρων μολυσματικών ασθενειών, εξαιτίας των θρησκευτικών τους πρακτικών, παίρνει συγκεκριμένη μορφή στη διασύνδεση που επιχειρείται ανάμεσα στον ιουδαϊσμό και τη σύφιλη, η οποία έπληξε τη Βενετία το 1494. Το όχημα μέσω του οποίου επιχειρείται αυτή η διασύνδεση είναι και πάλι η υποτιθέμενη αυξημένη ευαλωτότητα των Εβραίων στην λέπρα. Έτσι, ο Sigismondo de’ Contida Foligno (1512), υποστηρίζει ότι οι Εβραίοι είναι περισσότερο ευπαθείς στη λέπρα επειδή απέχουν του χοιρινού κρέατος και επίσης ότι η λέπρα εμφανίζεται πρώτα στα γεννητικά όργανα. Η εμβόλιμη «ιστορική» του αναφορά στην έξωση των λεπρών Εβραίων από την Αίγυπτο επιτρέπει τον παραλληλισμό της με αυτήν των Εβραίων της Ιβηρικής, οι οποίοι, μετά την εκδίωξή τους από την Ισπανία το 1492, βρήκαν καταφύγιο στη Βενετία, φέροντας υποτίθεται αυτή τη φορά ως αποσκευή μαζί τους τη σύφιλη. Ορθά η Foa επισημαίνει πως ο da Foligno αναπροσαρμόζει τη σχέση μεταξύ του χοίρου, της λέπρας και του Εβραίου, επεμβαίνοντας σε έναν καμβά προϋπάρχοντος συσχετισμού Εβραίων και λεπρών, με πρώτο άξονα τον κοινό στιγματισμό τους, κατά το Μεσαίωνα, ως φορέων διαφόρων μολυσματικών ασθενειών και δεύτερο, τη σεξουαλικότητα, πεδίο στο οποίο και ο Εβραίος και ο Λεπρός συμβόλιζαν τη σωματική και ηθική μόλυνση.7 H επιστράτευση δε στο συμβολικό επίπεδο του χοίρου, ουσιαστικά αναπαρήγαγε τον προϋπάρχοντα συσχετισμό ανάμεσα στον Εβραίο και σε αυτό το ζώο, σύμβολο της λαγνείας, μέσα από το εικονικό θέμα της εβραϊκής γουρούνας, (Judensau) που προαναφέρθηκε, ενώ αντίστοιχα ο συσχετισμός της λέπρας με τον χοίρο υπήρξε επίσης ένας παλαιότερος και κοινός τόπος.

      Υπάρχει, όμως, και ένας δεύτερος τύπος αφηγήσεων, στις οποίες ο Εβραίος ταυτίζεται με τη σύφιλη όχι μόνον μέσω κάποιων ιστορικών συγκυριών, όπως η έξωση των Εβραίων από την Ισπανία, αλλά και μέσω κάποιας ενδογενούς συνάφειάς του με την ασθένεια. Ένας τέτοιος άξονας είναι η θηλυκοποίηση του εβραϊκού σώματος, εκφρασμένη μέσω του κοινού μεσαιωνικού τόπου της αιμορραγίας του από την περιοχή των γεννητικών οργάνων, ανεξαρτήτως φύλου, σύμπτωμα της μολυσματικής θρησκευτικής του ετερότητας.8 Αυτή η αντίληψη πως οι Εβραίοι άνδρες είχαν εμμηνορρυσία, στην οποία συνέκλιναν ο αντισημιτισμός (η αντίληψη του Εβραίου ως μολυσματικού θρησκευτικού Άλλου) με μισογυνικές αντιλήψεις για τη ρυπαρότητα και τη μολυσματικότητα των εμμήνων, επιβιώνει και την πρώιμη νεώτερη περίοδο, παρέχοντας ένα ακόμη όχημα για την απόδοση σε αυτούς του στίγματος της σύφιλης. Με τη θηλυκοποίηση αυτή του εβραϊκού σώματος γίνεται δυνατή η συφιλιδοποίησή του, όπως στην αφήγηση του εκχριστιανισμένου Μαυριτανού Leo Africanus (Ianis Leonis Africani, De totius Africae Descriptione, περ. 1513)9 για τη διάδοση της ασθένειας στην Αφρική και την ανατολική Μεσόγειο, και η οποία μπορεί να παραλληλιστεί με άλλες αφηγήσεις, στις οποίες η γένεση της σύφιλης αποδιδόταν στη σεξουαλική συνεύρεση με μια γυναίκα σε εμμηνορρυσία. Σύμφωνα με τον Leo, οι Αφρικανοί αγνοούσαν ακόμη και το όνομα της ασθένειας πριν από την έξωση των Εβραίων από την Ισπανία. Η απόδοση, από τον Leo, της διάχυσης της σύφιλης στην Αφρική μέσω της σεξουαλικής επαφής των αφρικανών ανδρών με τις Εβραίες και όχι το αντίστροφο, των εβραίων δηλαδή ανδρών με τις Αφρικανές, ουσιαστικά αναπαράγει ανάλογες αφηγήσεις για τη μόλυνση των Ευρωπαίων από τις Αμερικανίδες (σύμφωνα με τη θεωρία της «αμερικανικής» προέλευσης της σύφιλης). Σε αυτή την εκδοχή, είναι το σώμα των θηλυκοποιημένων Εβραίων ως ομάδας που θεωρείται υπεύθυνο για τη διάδοση της σύφιλης στους Αφρικανούς, στους οποίους, κατ’ εξαίρεση σε αυτό το κείμενο, «παραχωρείται» ο ρόλος του άνδρα-θύματος της ασθένειας. Η «ερμηνεία» αυτή υιοθετείται και από τον Astruc που, τον 18ο αι., επικύρωσε με την αυθεντία του τη θεωρία της αμερικανικής προέλευσης της νόσου και δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να αποδώσει την περαιτέρω διάδοσή της στην Αφρική και την υπόλοιπη Μεσόγειο στους Εβραίους.10

      Έτσι, η σύφιλη, όπως και η λέπρα, μπορούσε να μεταδοθεί και με την απλή επαφή με τον Εβραίο. Εάν δε το άγγιγμα του Εβραίου ταυτιζόταν με τη φυσική και σεξουαλική μόλυνση, οι εβραίοι γιατροί που αναλάμβαναν τη θεραπεία των συφιλιδικών ταυτίζονταν ακόμη πιο άμεσα με την ίδια τη νόσο, έτσι ώστε να τους αποδίδεται συχνά το στίγμα της εκ προθέσεως μόλυνσης.11 Ήταν επομένως επιβεβλημένη η αποφυγή της σωματικής επαφής με τον Εβραίο, εξαιτίας της «ρυπαρής» φύσης του, αποφυγή που δηλώνεται, σύμφωνα με τον Sennet, και στο απλό παράδειγμα της επισφράγισης της συμφωνίας μεταξύ ενός Χριστιανού και ενός Εβραίου με μια υπόκλιση, αντί για τη χειραψία ή το φιλί που ήταν η συνήθης πρακτική μεταξύ των Χριστιανών.12

      Η Hughes, τέλος, επισημαίνει και μια άλλη «σωματική» μεταφορά της μολυσματικότητας των Εβραίων, αυτή του οικονομικού τους παρασιτισμού, την οποία προσεγγίζει εξετάζοντας τις υπηρεσίες που οι Εβραίοι πρόσφεραν στις χριστιανικές κοινότητες στη διάρκεια του 14ου και 15ου αι. Τόσο οι αρχές των πόλεων όσο και τα φτωχά μέλη της χριστιανικής κοινότητας εξαρτώνταν από ένα σύστημα δανείων που μόνο οι Εβραίοι μπορούσαν να παράσχουν, καθώς ο δανεισμός με τόκο, όπως επαναλάμβαναν οι Φραγκισκανοί ξανά και ξανά στα κηρύγματά τους, ήταν μια θρησκευτικά μη αποδεκτή πρακτική για τους Χριστιανούς. Έτσι, οι Εβραίοι πρόσφεραν μιαν απεχθή μεν, αλλά αναγκαία υπηρεσία στην κοινότητα, με τις χρηματοπιστωτικές τους δραστηριότητες στις οποίες και εξειδικεύτηκαν ακόμη περισσότερο λόγω των φραγμών που ετίθεντο στην ενασχόλησή τους με άλλες δραστηριότητες. Ο Εβραίος ταυτίστηκε με μια ζωτική οικονομική λειτουργία, τους καρπούς της οποίας οι Χριστιανοί μπορούσαν να δρέψουν μόνο μέσω κάποιας ομάδας εκτός των ορίων της κοινότητας, με μηχανισμό παρόμοιο με αυτόν της λειτουργίας των πορνών, οι οποίες γίνονταν ανεκτές λόγω των «απαραίτητων» σεξουαλικών υπηρεσιών που παρείχαν.13

      Η σεξουαλική μολυσματικότητα του Εβραίου, διαφαίνεται επίσης και από τον κοινό καταστατικό αποκλεισμό Εβραίων και ομοφυλοφίλων, όπως σε ένα αγγλικό νομικό κώδικα του 13ου αι. που αφορούσε την ποινικοποίηση διαφόρων μορφών κοινωνικής και θρησκευτικής απόκλισης. Στον κώδικα αυτόν, στα άτομα που έρχονται σε σεξουαλική επαφή με Εβραίους, ζώα ή άτομα του ίδιου φύλου, επιφυλάσσεται ιδιαίτερη τιμωρία, αυτή της ταφής τους ζωντανών. Παρόμοια, η τοκογλυφία, που ταυτίζεται με τον Εβραίο, επιτιμάται στο εκκλησιαστικό δίκαιο του 14ου αι., με την ίδια ορολογία όπως αυτή που χρησιμοποιείται κατά των «σοδομιτών». Έτσι, ο Panormitanus, σχολιαστής του κανονιστικού δικαίου, την ταυτίζει με την «αφύσικη» σεξουαλικότητα, σημειώνοντας ότι κάθε έγκλημα κατά της φύσης, είτε με τη σεξουαλική επαφή είτε με τη λατρεία των ειδώλων είτε με άλλες αφύσικες πράξεις, ανήκει στη δικαιοδοσία της εκκλησίας. Και προσθέτει «Οι Εβραίοι ασκούν την τοκογλυφία ενάντια στους νόμους της φύσης». Πέραν του κοινού στιγματισμού Εβραίων και ομοφυλοφίλων για τις «αφύσικες» δραστηριότητές τους, η ταύτισή τους είναι δυνατή και μέσω της «αμφιφυλίας» των δύο ομάδων. Έτσι, στο κείμενο που συνοδεύει την εικόνα δύο υαινών σε περίπτυξη, σε μία μυθολογική Ζωολογία του 12ου αι., οι Εβραίοι περιγράφονται ως άτομα τα οποία, ενώ πρώτα λάτρευαν το Θεό, στη συνέχεια παραδόθηκαν στη λαγνεία, την ειδωλολατρία και τη φιλαργυρία. Στις μυθολογικές Ζωολογίες, αλλά και σε άλλες μορφές μεσαιωνικής λογοτεχνίας, οι οποίες στοχεύουν στον ηθικό παραδειγματισμό, ζώα όπως η ύαινα, ο λαγός και η νυφίτσα, παρουσιάζονται σαν σεξουαλικά παρεκκλίνοντα εξαιτίας της υποτιθέμενης δυνατότητας αλλαγής του φύλου τους. Είναι ακριβώς η «ρευστότητα του φύλου» των ζώων αυτών η οποία και επιτρέπει τον παραλληλισμό της σεξουαλικότητας της ύαινας με αυτήν των Εβραίων σε μια μεταγενέστερη γερμανική μυθολογική Ζωολογία του 14ου αι.14

      Η απόρριψη της φυσικής επαφής με τον μολυσματικό Εβραίο που θεσμοθετείται και επιβάλλεται, αρχικά, με τη χρήση του εβραϊκού σήματος και γενικότερα της διακριτικής ενδυμασίας και στη συνέχεια με τον χωροταξικό αποκλεισμό τους, θα πρέπει να τοποθετηθεί στο πλαίσιο ευρύτερης προσπάθειας αποτροπής του συγχρωτισμού Εβραίων και Χριστιανών, ο οποίος στο παρελθόν διευκολυνόταν από την οπτική συγχώνευσή τους.15 Η χριστιανική κοινότητα γίνεται πλέον αντιληπτή ως ανθρώπινο σώμα το οποίο απειλείται από κάθε είδους μολυσματική ετερότητα, φορείς της οποίας είναι οι Εβραίοι, οι ετερόδοξοι, οι λεπροί, οι ομοφυλόφιλοι, οι συφιλιδικοί, οι πόρνες. Καταλυτικό ρόλο σε αυτήν τη διαδικασία στιγματισμού και αποκλεισμού των μολυσματικών ετεροτικών ομάδων θα διαδραματίσουν οι φραγκισκανοί περιπλανώμενοι μοναχοί οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι το ίζημα των λαϊκών αντισημιτικών αντιλήψεων περί τερατωδών χαρακτηριστικών των Εβραίων, όπως η εβραϊκή δυσοσμία, αλλά και περί της σεξουαλικής μολυσματικότητάς τους, συμβάλλουν καθοριστικά στο στιγματισμό και τον καταστατικό αποκλεισμό τους.

Περί τεράτων και υβριδίων

Shylock und Jessica, Maurycy Gottlieb (τέλη 19ου αι.)  Το μοτίβο της νεαρής και όμορφης Εβραίας σε αντιδιαστολή με την μορφή εδώ του Εβραίου ως πατρικής φιγούρας, στην επιεικέστερη δηλαδή εκδοχή της, υποδηλώνει  το εφικτό του προσηλυτισμού της Εβραίας κόρης και επομένως την προοπτική σεξουαλικής πρόσβασης σε αυτήν των χριστιανών ανδρών.
Shylock und Jessica, Maurycy Gottlieb (τέλη 19ου αι.) Το μοτίβο της νεαρής και όμορφης Εβραίας σε αντιδιαστολή με την μορφή εδώ του Εβραίου ως πατρικής φιγούρας, στην επιεικέστερη δηλαδή εκδοχή της, υποδηλώνει το εφικτό του προσηλυτισμού της Εβραίας κόρης και επομένως την προοπτική σεξουαλικής πρόσβασης σε αυτήν των χριστιανών ανδρών.

      Ο αποκλεισμός του ξένου, όπως ορθά επισημαίνει η Στενού, βασίζεται στην αντίληψη της διαφοράς ως ανωμαλίας και φτάνει στην ακραία του μορφή στο συλλογικό φαντασιακό με τη δημιουργία μύθων για τερατώδη υβριδικά όντα, τα οποία βρίσκονται στο μεταίχμιο ανθρώπου και τέρατος, όπως οι Κυνοκέφαλοι ή οι Ακέφαλοι που συναντούνται στις Μυθολογικές Ζωολογίες του Μεσαίωνα. Στα κείμενα όμως αυτά συχνά συμπεριλαμβάνονται αδιακρίτως τέρατα όπως τα παραπάνω, αλλά και αληθινά ανθρώπινα όντα, όπως οι Πυγμαίοι, με αποτέλεσμα την αρνητική ταύτισή τους.16 Στα ίδια κείμενα συναντώνται και παραλλαγές της ζωώδους φύσης του Άλλου, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις ψευδο-επιστημονικές ανθρωπολογικές μελέτες, αλλά και τις φυλετικές θεωρίες του 19ου αι. Εάν η εικόνα των αγρίων, λαών που ζουν στις παρυφές του γνωστού κόσμου και με τους οποίους οι Ευρωπαίοι έχουν ελάχιστη επαφή, περιέχει κάποιο στοιχείο αμφισημίας, αυτή των Εβραίων, των ξένων που ζουν μέσα στους κόλπους της χριστιανικής κοινότητας, είναι φορτισμένη με πλήθος αρνητικών στοιχείων, που συντελούν στον αποανθρωπισμό τους.

      Με βάση τη θεολογική τους καταδίκη, η εβραϊκή διαφορά δηλώνεται όχι μόνο μέσω μύθων σχετικών με τη ρυπαρότητά τους, όπως η εβραϊκή δυσοσμία, αλλά και μέσω μορφολογικών χαρακτηριστικών, τα οποία αποτελούν διακριτικά σημεία τόσο της ζωώδους φύσης τους όσο και του δαιμονικού τους χαρακτήρα. Έτσι, στη διάρκεια του Μεσαίωνα, παγιώνεται η εικόνα του κερασφόρου Εβραίου στο συλλογικό φαντασιακό και δηλώνεται συμβολικά με τη δημιουργία χαρακτηριστικής ενδυματολογικής διάκρισης, όπως στην απόφαση της Συνόδου της Βιέννης το 1267 που θεσπίζει ως διακριτικό γνώρισμα των Εβραίων το pileum cornutum (μυτερό σκούφο ή καπέλο), στο οποίο ο Cohn αποδίδει και μια σεξουαλική συνπαραδήλωση. Παρόμοια, μερικά χρόνια αργότερα, ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος ο Γ΄ ο Τολμηρός διατάζει να έχουν οι Εβραίοι του βασιλείου του ως έμβλημά τους μια κερασφόρο μορφή η οποία παραπέμπει στη δαιμονική τους φύση. Ταυτόχρονα, οι Εβραίοι αναπαρίστανται με μια κοντή γενειάδα, που παραπέμπει στο γενάκι του τράγου, ενός ζώου κατεξοχήν συνδεδεμένου με το διάβολο και συχνά μαζί με ζώα που συμβολίζουν τη ρυπαρότητα και τη λαγνεία, όπως κερασφόρα ζώα, γουρούνια, βατράχια, σκουλήκια, φίδια και σκορπιοί.17

      Η συμβολική ταύτιση του Εβραίου με ζώα διαπνέει όλο το φάσμα των λαϊκών διηγήσεων, των θρησκευτικών δραμάτων, των χρονικών και των λόγιων κειμένων. Οι Εβραίοι συχνά χαρακτηρίζονται ως «σκύλοι», στο πλαίσιο τόσο λαϊκών διηγήσεων όσο και χρονικών, όπως σε ένα κείμενο από τις Κάτω Χώρες σχετικά με μια κατηγορία τελετουργικής παιδοκτονίας, στο πλαίσιο της οποίας η ρυπαρότητα των Εβραίων και η αιμοδιψία που επιδεικνύουν, καθώς σκοτώνουν το χριστιανόπαιδο, παρομοιάζεται με αυτή των σκύλων, αιμοδιψία που αποδίδεται και στους Τούρκους, οι οποίοι επίσης περιγράφονταν ως λύκοι ή σκύλοι εξαιτίας της αγριότητάς τους.18 Η εξίσωση του Εβραίου με τα ζώα διαφαίνεται και στη μορφή της θανατικής εκτέλεσης που επιφυλάσσουν κάποιες αστικές αρχές σε Εβραίους, όπως στην περίπτωση αυτών που κατηγορήθηκαν για τελετουργική παιδοκτονία στο Endingen της Γερμανίας το 1470, οι οποίοι δέθηκαν γυμνοί επάνω σε δέρματα ζώων και σύρθηκαν στον τόπο της εκτέλεσής τους. Η θεώρηση του Εβραίου ως ζώου με δαιμονικά, ταυτόχρονα, χαρακτηριστικά, υποδηλώνεται, σύμφωνα με τον Hsia, και σε περιπτώσεις όπως εκείνη ενός Εβραίου ο οποίος, το 1486 στο Dortmund, κατηγορήθηκε για κλοπή και θανατώθηκε στην πυρά (μια μορφή θανάτωσης περιορισμένη αποκλειστικά στους αιρετικούς). Επιπρόσθετα, η τοποθέτησή του ανάμεσα σε δύο σκύλους, σε μια παρωδία της σταύρωσης του Χριστού, υποδήλωνε τόσο τη μιαρότητά του ζώου όσο και την απειλή που αποτελούσε για τη θρησκευτική ομοιογένεια της κοινότητας η μολυσματικότητά του. Ένα άλλο μοτίβο είναι επίσης αυτό της παρομοίωσης των εκχριστιανισμένων Εβραίων οι οποίοι επιστρέφουν στον ιουδαϊσμό με σκύλους που καταναλώνουν τον εμετό τους ή αυτής των Εβραίων προσήλυτων της Ισπανίας με τα γουρούνια (όπως δείχνει και ο περιφρονητικός χαρακτηρισμός Μarranos που τους αποδιδόταν), παρομοιώσεις ενδεικτικές της ρυπαρότητάς τους. Παρόμοια, σε ξυλογραφίες της πρώιμης περιόδου απεικονίζεται συχνά μια Εβραία να γεννά μικρά γουρούνια ή αναπαράγεται η κλασική εικόνα της Judensau την οποία θηλάζουν εβραιόπουλα.19

      Παραλλαγή της ζωώδους φύσης του Εβραίου αποτελεί και η απόδοση σε αυτόν υβριδικών χαρακτηριστικών, καθιστώντας τουλάχιστον αμφισβητήσιμη την ανθρώπινη φύση του. Έτσι, ο Ισπανός Alonso de Espina, γράφοντας στα τέλη του 15ου αι., επιχειρεί μια γενεαλογία των Εβραίων και ανιχνεύει την απαρχή τους στα υβρίδια γόνους της σεξουαλικής ένωσης του Αδάμ με ζώα και αυτής του Αδάμ με τον θηλυκό δαίμονα Λίλιθ. Έτσι, τέρατα και δαίμονες καθίστανται οι προπάτορες των Εβραίων και οι ίδιοι επομένως ένα είδος πανάρχαιας τερατογένεσης. Παρόμοια, ένας άλλος συγγραφέας μιας πραγματείας των μέσων του 15ου αι., μιλώντας για τους Εβραίους προσήλυτους της Ιβηρικής, τους παρομοιάζει με τις νυχτερίδες, ένα ζώο που δεν μπορούσε να κατηγοριοποιηθεί ούτε στα θηλαστικά, εξαιτίας των πτερύγων του, αλλά ούτε και στα πουλιά εξαιτίας των δοντιών του. Η αδυναμία κατηγοριοποίησης ουσιαστικά εξωθεί τον προσήλυτο Εβραίο σε ένα είδος ουδέτερης ζώνης, ένα no man’ s land, υποδηλώνοντας την μονιμότητα των «εβραϊκών» χαρακτηριστικών του. Αυτή η «μεταφυσική» σχεδόν μονιμότητα θα εκκοσμικευτεί κατά τον 19ο αι. και θα ενσωματωθεί αυτούσια στις αντισημιτικές φυλετικές θεωρίες της μοντέρνας περιόδου.

      Τέλος, στο ίδιο πλαίσιο του αποανθρωπισμού του Εβραίου θα πρέπει να τοποθετηθεί και το στοιχείο του κανιβαλισμού που χαρακτηρίζει τις αφηγήσεις για την τελετουργική παιδοκτονία χριστιανόπαιδων, αντανακλώντας πανάρχαιες λαϊκές δοξασίες για λάμιες και δαίμονες που απομυζούν το αίμα των ανθρώπων.20 Σε μεταφορικό επίπεδο, το ίδιο στοιχείο συναντάται και σε ποιητικά και δραματικά κείμενα, όπως στο μοτίβο του κομματιού σάρκας που απαιτεί ο ανελέητος εβραίος πιστωτής για την πληρωμή του χρέους του Χριστιανού στο Il Pecorone του Ser Giovanni Fiorentino του 1558, στο κλασικό έργο του Σαίξπηρ Ο Έμπορος της Βενετίας ή στην μπαλάντα Gernutus, με θέμα έναν Εβραίο ο οποίος, ως εγγύηση για το δανεισμό εκατό νομισμάτων, απαιτεί ένα κομμάτι της σάρκας του χρεώστη του.

      H απόδοση ζωωδών χαρακτηριστικών στους Εβραίους, η συμβολική ταύτισή τους με ζώα μιαρά, όπως ο χοίρος, η δοξασία της εβραϊκής δυσοσμίας, το κατεξοχήν μολυσματικό και συχνά αμφίφυλο σώμα τους, οι μαγικές τους πρακτικές, ο κανιβαλισμός που διαπνέει τις κατηγορίες για τελετουργική παιδοκτονία και η απαίτηση αντιτίμου σάρκας για χρέη, που παραπέμπει στην οικονομική απομύζηση (βλέπε μεταφορικό κανιβαλισμό) των Χριστιανών από τους εβραίους πιστωτές τους, αιτιολογούν και νομιμοποιούν και τις κάθε είδους διώξεις και βιαιότητες εναντίον τους από τη χριστιανική πλειοψηφία. Οι Εβραίοι εξωθούνται έτσι στις παρυφές του ανθρώπινου είδους και η χριστιανική πλειοψηφία διατηρεί αποκλειστικά για τον εαυτό της το προνόμιο της ανθρώπινης φύσης.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ – ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1 Δείτε Στενού, Κ. Εικόνες του άλλου. Η ετερότητα: από τον μύθο στην προκατάληψη, Μετάφραση Σάρα Μπενβενίστε, Μαρία Παπαδήμα, Εξάντας, Αθήνα, 1998. H χριστιανική θεώρηση του βαπτίσματος όμως, ως ικανής και αναγκαίας συνθήκης για τον «εξανθρωπισμό» του Εβραίου, δοκιμάστηκε από την εγγενή αντίφαση που προκύπτει εξαιτίας της «πολυσχιδούς» ταυτότητάς του, όταν αυτή στερείται τη θρησκευτική της διάσταση. Η αντίφαση αυτή γίνεται εμφανής όταν εξετάσει κανείς την προσπάθεια να αναπροσαρμοστεί η θεώρηση των Παλαιών Χριστιανών για τους Εβραίους μετά τον μαζικό προσηλυτισμό των πρώτων (conversos) στην Ισπανία του 15ου και 16ου αι., οπότε και θα αποκρυσταλλωθεί το δόγμα της «αγνότητας του αίματος» (limpieza de sagre). Είναι αυτή ακριβώς η ψύχωση με την αγνότητα του αίματος, χωρίς την «κηλίδα» του ιουδαϊσμού (mala sagre), μέσω της οποίας οι Παλαιοί Χριστιανοί πλέον στοιχειοθετούν την ταυτότητά τους. Η σύσταση της Ιεράς Εξέτασης το 1480 και η ανάληψη της θέσης του Ιεροεξεταστή από τον Fray Tomas de Torquemada σηματοδοτεί την απαρχή μιας εκστρατείας εντοπισμού και τιμωρίας των ιουδαϊζόντων προσήλυτων με σκοπό τη διασφάλιση της θρησκευτικής ομοιογένειας της Ισπανίας. Η ανακάλυψη όμως στο γενεαλογικό τους δένδρο έστω και της ελάχιστης κηλίδας εβραϊκού αίματος ανέγειρε αμέσως την υποψία κρυπτοϊουδαϊσμού, η οποία επιβεβαιωνόταν, τις περισσότερες βεβαίως φορές, με τη χρήση βασανιστηρίων. Η καθαρότητα του αίματος θριαμβεύει ουσιαστικά πλέον επί της καθαρότητας της πίστης. Wistrich, R.S., Antisemitism, The Longest Hatred, Metheun, London, 1992, Wertheimer, E.C., Jewish Sources of Spanish Blood Purity, Working Paper in the Judesmo Society, 1977, Yerushalmi, Y.H., L’antisémitisme racial est-il apparu au XXe siècle? De la «limpieza de sangre» espagnole au nazisme, Esprit, 190, 5-35, 1993.

2 Για το μοτίβο της εβραϊκής γουρούνας, δείτε Shachar, I., The Judensau: A Medieval Anti-Jewish Motif and its History, The Warburg Institute, University of London, 1974 και επίσης Fabre-Vassas, C., The Singular Beast, Jews Christians & the Pig, trans Carol Volk, Columbia University Press, New York, 1997.

3 Δείτε σχετικά Ginzburg, C., Ecstasies: Deciphering the witches’ Sabbath (R. Rosenthal, Trans.). Penguin, New York, 1992 (α΄ έκδοση, 1989).

4 Σε αυτήν, αλλά και σε μια άλλη πραγματεία της ίδιας περιόδου, το Von den jüden und iren lügen, ο Λούθηρος αναπαράγει όλες τις χιμαιρικές μεσαιωνικές φαντασιώσεις για τους Εβραίους, χαρακτηρίζοντάς τους υπηρέτες του διαβόλου, τοκογλύφους, τελετουργικούς παιδοκτόνους και παράσιτα στο σώμα της χριστιανικής κοινωνίας. Τα κείμενα αυτά αντανακλούν τη σκλήρυνση της στάσης του απέναντι τους, εξαιτίας της επιμονής τους στην αποκλειστικότητα των μέσων για την ορθή ερμηνεία των Γραφών (κυρίως τα σχόλια του Ταλμούδ) που έθετε υπό αμφισβήτηση την ίδια την βάση του προτεσταντισμού, αλλά και της μη μεταστροφής τους στον προτεσταντισμό όπως ήλπιζε αρχικά ο Λούθηρος.

5 Cohn-Sherbok, D., The Crucified Jew, Twenty Centuries of Christian Anti-Semitism Harper-Collins Religious, London, 1992 και Po-chia Hsia, R., The Myth of Ritual Murder. Jews and Magic in Reformation Germany, Yale University Press, New Haven and London, 1988.

6 Δείτε Ginzburg, C., Ecstasies, ό.π.

7 Δείτε Foa, A., The New and the Old: The Spread of Syphilis (1494-1530), στο Sex and Gender in Historical Perspective, ed. Edward Muir and Guido Rugiero, trans Gallucci et al., John Hopkins University Press, Baltimore, 1990.

8 Δείτε Beusterein, J.L., Jewish Male Men-struation in Seventeenth-Century Spain, Bulletin of the History of Medicine, 73, 3, 447-456, 1999.

9 Δείτε Luigini, L., Aphrodisiacus sive de lue venerea… subiecit D. Christianus Gothfridus Gruner, Tomus tertius, Ienae, 1789.

10 Δείτε Astruc J., A treatise of the venereal disease in six books; containing an account of the original propagation and contagion of this distemper in general. As also of the nature, cause and cure of all venereal disorders in particular, whether local or universal. Together with an abridgment of the several discourses, which have been written upon this subject from the first appearance of the venereal disease in Europe to this time, with critical remarks upon them. Translated by William Barrowby, London 1737. Και επίσης Friedenwald, H., The Jews and Medicine, John Hopkins University Press, 1944.

11 Έτσι, για παράδειγμα, στην Καστίλλη/Καστίλη της τελευταίας δεκαετίας του 15ου αι., το στερεότυπο του «μολυσματικού» εβραίου γιατρού εμπλουτίζεται με το στοιχείο της οικονομικής εκμετάλλευσης, της σεξουαλικής επιθετικότητας και της «φυλετικής» μόλυνσης. Πιο συγκεκριμένα, οι εκχριστιανισμένοι Εβραίοι (con-versos) γιατροί κατηγορούνται από τους εξεγερμένους κατοίκους του Toledo, ότι δηλητηριάζουν τους χριστιανούς ασθενείς τους για να σφετεριστούν την περιουσία τους, να παντρευτούν τις χήρες των θυμάτων τους και να μολύνουν το «αγνό τους αίμα». Δείτε Nirenberg, D., Mass Conversion and Genealogical Mentalities: Jews and Christians in Fifteenth-Century Spain, Past & Present, 174, 3-41, 2002.

12 Δείτε Sennet, R., Flesh and Stone, the Body and the City in Western Civilization. ch. 7: Fear of Touching, W.W. Norton & Company, New York, 1994.

13 Η αυξημένη σημασία όμως των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων για την Ευρώπη της πρώιμης περιόδου έχει σαν αποτέλεσμα έναν πιο ελαστικό προσδιορισμό του όρου τοκογλυφία, οπότε και αποκτά τη σημασία του δανεισμού με υπέρογκο τόκο, επιτρέποντας έτσι τη συνέχιση της ηθικής καταδίκης των Εβραίων. Hughes, D., Distinguishing Signs: Ear-rings, Jews and Franciscan Rhetoric in the Italian Renaissance City, Past & Present, 112, 3-59, 1986.

14 Δείτε Boswell, J., Christianity, Social Tolerance and Homosexuality, University of Chicago Press, Chicago, 1980.

15 Την ίδια αγωνία ουσιαστικά αντανακλά και η προτροπή του βασιλιά της Αραγωνίας/Αραγονίας το 1393 προς τις αρχές των πόλεων να επιβληθούν στους Εβραίους, εκτός του χωροταξικού τους διαχωρισμού, και πιο εμφανή σήματα και καπέλα έτσι ώστε «να φαίνονται αυτοί που είναι Εβραίοι». Ο μαζικός και βίαιος προσηλυτισμός των Εβραίων, που είχε μόλις προηγηθεί, καθιστούσε επιτακτική τη διάκριση των προσήλυτων Εβραίων από αυτούς που εξακολουθούσαν να είναι προσκολλημένοι στο δόγμα τους. Δείτε Nirenberg, D., Mass Conversion and Genealogical Mentalities, ό.π.

16 Στην εικονογράφηση ενός Εγχειριδίου Αστρολογίας του 13ου αι. από τη Νότια Ιταλία, αντιπαρατίθενται οπτικά ένας Κυνοκέφαλος και ένας Αφρικανός. Η αρνητική διάκριση σε βάρος των δεύτερων έγκειται ακριβώς στην εξομοίωσή τους με τα φανταστικά αυτά «τέρατα», όπως ορθά παρατηρεί η Στενού. Στενού, K., Εικόνες του άλλου, ό.π.

17 Δείτε Cohn N., The Pursuit of the Millennium: Revolutionary Millenarians and Mystical Anarchists of the Middle Ages. 3rd edition. London and New York: Oxford University Press, 1970. Κον, Ν., Αγώνες για την έλευση της Χιλιετούς Βασιλείας του Θεού. Επαναστάτες χιλιαστές και μυστικιστές αναρχικοί του Μεσαίωνα, μετάφραση Β. Τομανάς, Νησίδες, Αθήνα 1999.

18 Δείτε Cohn-Sherbok, D., The Crucified Jew, ό.π. και Burke, P., Popular Culture in Early Modern Europe. Temple Smith, London, 1978.

19 Ενώ σε ένα ανώνυμο ισπανικό λίβελλο, υπό μορφήν στίχων, κατά του εβραίου προσήλυτου Pedro Méndez η καταγωγή του προσδιορίζεται ως «κατά ένα τέταρτο marrano και τρία τέταρτα σοδομίτης», με την ομοφυλοφιλία να αποτελεί ένα επιπλέον όχημα στιγματισμού του. Παραθέτεται στο Nirenberg, D., Mass Con-version and Genealogical Mentalities, ό.π.

20 Για την κατηγορία της τελετουργικής παιδοκτονίας, της απαγωγής δηλαδή χριστιανόπαιδων από τους Εβραίους, συνήθως την περίοδο του Πάσχα, προκειμένου να χρησιμοποιήσουν το αίμα τους στις θρησκευτικές τους τελετές, σε ένα είδος αναπαραγωγής του μαρτυρίου του Χριστού, δείτε Po-chia Hsia, R., The Myth of Ritual Murder. ό.π. Για ανάλογα περιστατικά στις χριστιανικές περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δείτε Ευθυμίου Μ., Εβραίοι και Χριστιανοί στα τουρκοκρατούμενα νησιά του νοτιανατολικού Αιγαίου: οι δύσκολες πλευρές μιας γόνιμης συνύπαρξης, Τροχαλία, Αθήνα, 1992.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.