Gustavo Figueroa C.
Καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή
του Πανεπιστημίου του Βαλπαράιζο, Χιλή
σύναψις 09 [2008 – τόμος 04]
Μετάφραση από τα ισπανικά
Μιχάλης Κυρατσούς
Επιμέλεια
Βαγγέλης Ντούρος

Το ερώτημα για την σχέση μεταξύ ψυχικών διαταραχών και καλλιτεχνικής δημιουργίας γεννήθηκε στην αρχαία Ελλάδα_ το ξανασυναντούμε στην Δύση [1, 2], όπου προέκυψαν τρεις σημαντικές αλλαγές κατά τον 20ό αιώνα: (α) εμφανίστηκαν μελέτες που εισήγαγαν την αντικειμενική-φαινομενολογική διερεύνηση ατομικών περιπτώσεων [3], (β) έγινε συστηματική εφαρμογή της ψυχιατρικής νοσογραφίας σε έργα κλασικών και σύγχρονων καλλιτεχνών [4, 5] και, (γ) ο Freud πρότεινε τη βαθιά κατανόηση της βιογραφίας και της δημιουργίας των καλλιτεχνών [6, 7]. Στην πορεία, όμως, αυτών των νέων προοπτικών αναδύθηκαν δυο μεθοδολογικά προβλήματα: Πώς είναι δυνατόν να τίθενται διαγνώσεις, όταν είναι ανεπαρκή τα δεδομένα και οι μελέτες είναι αναδρομικές και δεν προέρχονται από άμεση κλινική παρατήρηση; Μήπως πρόκειται για έναν αναγωγικό τρόπο σκέψης που αποτυγχάνει να συλλάβει την ουσία του έργου τέχνης; [8]
Η πολυπλοκότητα της «εν δυνάμει επιρροής των ψυχικών διαταραχών στο πνευματικό έργο» [9] μας περιορίζει σε μια διττή αναζήτηση: να μελετήσουμε, κατ’ αρχάς, την διαταραχή από την οποία υπέφερε η αγγλίδα συγγραφέας Virginia Woolf (1882-1941), καθώς διαθέτουμε αρκετό υλικό (προερχόμενο από την πένα της και το περιβάλλον της), και να επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε τόσο την ψυχιατρική διάγνωση όσο και τη σχέση που ενδεχομένως είχε με την καλλιτεχνική παραγωγή της. Μέλημά μας είναι, πάνω απ’ όλα, να αποφύγουμε την ιατρικοποίηση της ύπαρξής της (δεν πρόκειται για παθογραφία), καθότι πρόκειται για μια γυναίκα ευάλωτη, γεμάτη αντιθέσεις και αμφιβολίες που προσιδιάζουν όμως σε μια συγγραφέα που ξεχώρισε γιατί τα ’βαλε με την εποχή της και ην αγγλική λογοτεχνία [9, 10].

Γενεαλογικά στοιχεία
O πατέρας της, Leslie Stephen, ένας ονομαστός διανοούμενος, είχε εμφανίσει τρία καταθλιπτικά επεισόδια («προσβολές φόβων»), το 1880, το 1890 και το 1891. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε το 1895, μετά τον θάνατο της λατρεμένης του συζύγου, έχοντας καταληφθεί προοδευτικά από αίσθημα απελπισίας και νιώθοντας προδομένος από την μοίρα και τους γιους του. Η αδελφή της, Vanessa Bell, παρουσίασε και αυτή βαθιά κατάθλιψη μεταξύ 1911 και 1913, απότοκο της θυελλώδους εξωσυζυγικής της σχέσης με τον Roger Fry και της αποβολής που επακολούθησε (“δεν ήμουνα σε θέση να συλλάβω τον ίδιο μου τον εαυτό… στο τέλος, όταν με παρατούσαν στον κήπο, με τρομοκρατούσε και η ελάχιστη επαφή που είχα με το περιβάλλον, με τον κόσμο…») [11]. Παρόμοια μελαγχολική διαταραχή εκδηλώθηκε και πάλι το 1937, με τον απρόσμενο θάνατο του γιου της. Ο αδερφός της Virginia, Adrian, στράφηκε στην ψυχανάλυση περισσότερο λόγω της καταθλιπτικής ιδιοσυστασίας του παρά για συγκεκριμένα συμπτώματα, και τελικά έγινε και ο ίδιος ψυχαναλυτής [12]. Η Laura Stephen, ετεροθαλής αδερφή της, ήταν διανοητικά «ανάπηρη» και παρέμεινε έγκλειστη για όλη της τη ζωή. Ένας ξάδερφός της, o James Kenneth Stephen, έπειτα από μια ελαφρά κάκωση στο κεφάλι, εμφάνισε βίαιη μεταστροφή της συμπεριφοράς του, που εκφράστηκε με την κατ’ επανάληψη σεξουαλική κακοποίηση της ετεροθαλούς αδελφής του, της Stella. Οι παρενοχλήσεις σταμάτησαν με τον θάνατό του από αδιευκρίνιστη αιτία [Σχ. 1, 2].

Η εξέλιξη της νόσου
Το πρώτο επεισόδιο επήλθε το 1895, όταν η Virginia ήταν 13 ετών, και κράτησε 6 μήνες περίπου. Όταν, όμως, ανάρρωσε δεν μπορούσε να κρατήσει ημερολόγιο, όπως το συνήθιζε από το 1891, κι έτσι, για τον επόμενο ενάμισι χρόνο, ρίχτηκε στην ανάγνωση βιβλίων [Σχ. 1]. Προς το τέλος του 1896, ο οικογενειακός της γιατρός, o Seton, συνέστησε προσωρινή αναστολή των ιδιαίτερων μαθημάτων και της μελέτης. Κατά την διάρκεια του δεύτερου επεισοδίου, τον Απρίλιο του 1897, καθηλώθηκε στο κρεβάτι («η ζωή είναι σκληρή υπόθεση, απαιτεί δέρμα ελέφαντα που ακριβώς κανείς δεν έχει») [13]. Το τρίτο –και σφοδρό– επεισόδιο του 1904, περιέλαβε και την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας με πτώση από παράθυρο. Ο γιατρός George Savage, ένας ειδικός που κάλεσαν επειγόντως, συνέστησε, λόγω της ελλιπούς εναισθησίας της, την εισαγωγή της στο Αναπαυτήριο Twickenham από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο.
Κατά την διάρκεια της ανάρρωσής της στο Cornwell, θα γράψει στην νοσοκόμα της Violet Dickinson: «αισθάνομαι πως το αίμα επιστρέφει και πάλι στον εγκέφαλό μου. Είναι τόσο περίεργο συναίσθημα, ως εάν τα νεκρά μέρη του εαυτού μου να επανέρχονται στην ζωή… όλες οι φωνές που άκουγα, που με παρότρυναν να κάνω ό,τι πιο τρελό μπορεί να συλλάβει ο νους, έχουν τώρα χαθεί…. η Vanessa μου εξηγεί ότι όλα αυτά είναι προϊόντα της φαντασίας μου…» [14, 15]. Στην τέταρτη κρίση, του 1910, για την οποία δεν υπάρχουν μαρτυρίες, υποχρεώθηκε να παραμείνει στο κρεβάτι όλο το καλοκαίρι με σύσταση του γιατρού Savage. Ακολούθησε η εισαγωγή της στην κλινική της νοσοκόμας miss Thompson, για 6 βδομάδες. Η πιο κρίσιμη καμπή της νόσου εκτείνεται από το 1912 έως το 1915. Ήδη, τον Ιανουάριο του 1912 εξομολογείται: «Είναι η ταραχή της γνωστής αρρώστιας μέσα στο κεφάλι μου. Μια βδομάδα τώρα μαραζώνω στο κρεβάτι» [16]. O sir George Savage θα προτείνει νέα εισαγωγή της στο ίδρυμα της miss Thompson για δεκαπέντε μέρες, ενώ στην συνέχεια επισκέπτεται, ως εξωτερικός ασθενής, το Asham: «ήταν ένα πολύ περίεργο δεκαπενθήμερο, κατακλυζόμουν από ονειρώδη ρεύματα όλη την νύχτα». Την ίδια περίοδο δεν σταματά να διαδίδει αστεία παροιμιώδους κακογουστιάς αναφορικά με την τραγωδία του Τιτανικού [17]. Τα καπρίτσια και η συναισθηματική της αστάθεια δεν θα εμποδίσουν την πραγματοποίηση του γάμου της με τον Leonard Woolf (10 Αυγούστου). Κατά τον μήνα του μέλιτος, επιμένει να «μην αισθάνεται καλά», κάτι που ισχύει έως και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Το 1913 παρακολουθείται από τους γιατρούς Savage, Craig και Hyslop, ενώ βρίσκεται υπό την αυστηρή επίβλεψη της νοσοκόμας Jean Thomas. Τον Ιούλιο όμως, η κατάστασή της επιδεινώνεται και υποχρεώνεται πάλι σε εγκλεισμό, αν και σύντομο, στο Twickenham. Η νέα αυτή υποτροπή θα διαρκέσει τουλάχιστον εννέα μήνες. Στις 9 Σεπτεμβρίου, και ενώ βρίσκεται σε έντονη ανησυχία –αρνούμενη την επανεισαγωγή της («σκεφτόταν πως όλος ο κόσμος την περιγελούσε, πως ήταν υπεύθυνη για τα βάσανα όλων των ανθρώπων, αισθανόταν καταβεβλημένη από αισθήματα ενοχής») [16]–, θα λάβει 100 γραμμάρια Veronal, μια δόση δυνητικά θανατηφόρα. Ο κίνδυνος αποσοβήθηκε χάρη στην τυχαία παρουσία του γιατρού Geoffrey Keynes. Όταν ανέλαβε για λίγο, συνέχισε το διάβασμα και το γράψιμο, αν και, μεταξύ Μαρτίου και Αυγούστου του 1914, βρισκόταν κάτω από την επίμονη και άγρυπνη επίβλεψη δύο νοσοκόμων, λόγω των διακυμάνσεων της διάθεσής της και του κινδύνου να αυτοκτονήσει. Η κατάρρευσή της, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1915, –«ένας κόσμος γεμάτος από υστερία, απογοήτευση και βία», με τα λόγια του Leonard [18]– οδήγησε σε εγκλεισμό, παρά τη θέλησή της· για 2 μήνες αρνιόταν να δει τον άντρα της, εξ αιτίας ενός μίσους σκοτεινού και ακατανόητου: «καταντά απογοητευτικό, δεδομένου ότι μοιάζει να έχει μεταβληθεί σε ένα άτομο από τα πλέον δυσάρεστα», αναφέρει η νοσοκόμα Jean Thomas [16].
Αντίθετα προς όλες τις δυσοίωνες ιατρικές προβλέψεις, η Virginia Woolf συνήλθε πλήρως και παρέμεινε υγιής έως και το 1936, με μόνη παραφωνία κάποιες μεταβολές στην διάθεσή της. Τον Απρίλιο όμως του 1936 θα παραμένει στο κρεβάτι με υπόδειξη του γιατρού Randel και, από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο, δεν θα γράψει ούτε λέξη στο ημερολόγιό της. Τον Δεκέμβριο αναφέρει: «αισθάνομαι συνολικά δυνατή και χαρούμενη, ξυπνάω από τον θάνατο ή δεν γνωρίζω από τι άλλο, βρίσκομαι στην ζωή» [19]. Το 1941 όμως κυριεύεται από συναισθήματα απελπισίας: «χάνω όλη μου την δύναμη πάνω στις λέξεις» [20]. «Πνιγμένη» από τις φωνές που αντηχούν συνεχώς και την αποσπούν από τον κόσμο, διαισθάνεται την επιστροφή της τρέλας και, τρέμοντας ακόμη έναν εγκλεισμό, την Παρασκευή στις 28 Μαρτίου, αφού αφήσει δύο γράμματα αποχαιρετισμού, μπαίνει στα παγωμένα νερά του ποταμού Ouse, έχοντας μια βαριά πέτρα στην τσέπη της.

Γεγονότα από τη ζωή της
Η ζωή της Virginia Woolf σημαδεύτηκε από γεγονότα με τεράστιο συναισθηματικό βάρος που συντέλεσαν –σε κάποιο βαθμό– στην εμφάνιση των πρώτων επεισοδίων [Σχ 2]. Ο ξαφνικός θάνατος της μητέρας της, από γρίπη το 1894, αφάνισε την γυναίκα που φρόντιζε για όλες τις βασικές συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών και βύθισε μια οικογένεια στο χάος και τη θλίψη. Οι απώλειες της Stella (1896) και του Thoby (1906) ήταν κρίσιμες για τον σκεπτικισμό που ανέπτυξε η Virginia ως προς την ύπαρξη. Οι δραματικές τελευταίες ώρες του πατέρα της, το 1904, προκάλεσαν την ηθική αποδυνάμωση όλων των παιδιών που ταλαντεύονταν ανάμεσα σε θρήνους και εκκλήσεις: «Γιατί πρέπει να πεθάνει ακόμη και αυτός;», «αν όμως πρέπει να πεθάνει, γιατί δεν πεθαίνει;» [13]. Έξι μέρες μετά, ξαναγράφει: «Το τρομακτικό είναι πως κανείς μας δεν έκανε κάτι γι’ αυτόν. Ήταν συχνά τόσο μόνος, ποτέ δεν τον βοήθησα όπως μπορούσα» [14].
Την ίδια αυτή περίοδο, τα ετεροθαλή αδέλφια της, George και Gerald Duckworth, αρχίζουν επίμονα να την παρενοχλούν σεξουαλικά : «Δεν θα ξεχάσω ποτέ το χώσιμο του χεριού του κάτω από τα ρούχα μου, να προχωρά σταθερά και αποφασισμένα, κάθε φορά πιο ψηλά. Θυμάμαι πως εγώ το μόνο που περίμενα ήταν κάποια στιγμή να σταματήσει, ακόμη πως με την ώρα γινόμουν όλο και πιο σφιχτή…. έτρεμα από φόβο όταν το χέρι του σχεδόν άγγιζε τα πλέον ευαίσθητα σημεία του σώματός μου. Θυμάμαι επίσης ότι αισθανόμουν ταπεινωμένη, δεν μου άρεζε καθόλου». Ίσως και να συνέβαιναν από την ηλικία των έξι ετών, αλλά η Virginia παραμένει ασαφής σχετικά με τις παρενοχλήσεις αυτές. [21]. Ύστερα από τρία εκκεντρικά φλερτ –με τον Walter Headlam, τον Milton Young και τον Lytton Strachley– ο γάμος της Virginia Woolf με τον Leonard προχώρησε μέσα σε ταραχώδη αμφιθυμία: «Πόσο απεχθανόμουν τον γάμο αυτόν με έναν Εβραίο, πόσο απεχθανόμουν τις ένρινες φωνές τους, τα ανατολίτικα κοσμήματά τους, τις μύτες τους και τα γένια τους, πόσο σνομπ όμως ήμουνα, αυτοί οι άνθρωποι διαθέτουν εκπληκτική ζωντάνια» [22]. Η σεξουαλικότητά της –που χαρακτηριζόταν από μια αγιάτρευτη ψυχρότητα– πολύ πέρα από απλό φόβο, περιγράφεται καλύτερα ως μια πλήρως αδιαφανής στάση απέναντι στον ακατανόητο γι’ αυτήν ερωτισμό. Στην διαμόρφωση αυτής της συμπεριφοράς συνέβαλλε και η απώλεια της προσωπικής της ζωής, μετά από τις πολλαπλές συστάσεις τόσων γιατρών για έλεγχο και επίβλεψη από νοσοκόμες. Η αστάθεια που προκάλεσε στην ζωή της ο γάμος, την οδήγησε τελικά σε κατάπτωση που διήρκεσε από το 1912 έως το 1915. Τέλος, η αμφιλεγόμενη σεξουαλικότητά της απέναντι σε φίλες, όπως η Katherine Mansfield, η Vita Sackville-West και η Ethel Smyth, αποτυπώνεται σ’ ένα οργισμένο σχόλιο του γιου της Vita: «εμφανιζόταν μισοδιασκεδάζοντας, μισοαμυνόμενη μπροστά σε αυτήν “την αφύσικη, περίεργη φιλία”, φοβούμενη τον εξευτελισμό, φοβούμενη να εμπλακεί υπερβολικά» [23].

Κλινική εικόνα
Οι κρίσεις, οι απότομες και απρόβλεπτες μεταβολές, συνοδευόμενες κάποιες φορές από ακατανίκητο χιούμορ, θα σημαδέψουν όλη της τη ζωή. Στην πλειοψηφία τους, το συναίσθημα που κυριαρχεί είναι η κατάθλιψη: βραδύτητα σκέψης, ιδεασμοί, απαισιοδοξία, απογοήτευση, τάση για αυτοκτονία, φόβος για μοναξιά και υπερευαισθησία στην έκθεση στον κόσμο, εγκατάλειψη, απάθεια, συναισθήματα ενοχής, δυσκολία συγκέντρωσης στην ανάγνωση και την γραφή –«ο νους μου κομπιάζει»– αποπροσωποποίηση [24]. Επίσης, αμηνόρροια, διαταραχές όρεξης, ημικρανίες που τρυπάνε το μέτωπο, εμμένουσες αϋπνίες («κάποιες ατέρμονες νύχτες, που ο αριθμός τους υπερέβαινε τις 12, και συνέχιζαν και συνέχιζαν: 13, 14, έως και 20… δεν υπάρχει τρόπος απόδρασης όταν αποφασίσουν να επιβληθούν»). Στο ημερολόγιό της αναφέρει: «Βυθίζεσαι σε μια μαύρη τρύπα και δεν υπάρχει τίποτα να σε προστατέψει από την επίθεση της αλήθειας. Εκεί κάτω δεν μπορώ ούτε να γράψω, ούτε να διαβάσω. Ωστόσο υπάρχω, είμαι» [14].
Σε άλλα επεισόδια προεξάρχουν παραληρηματικές ιδέες, με σύγχρονη απώλεια της εναισθησίας. Πιστεύει πως όλος ο κόσμος γελά εις βάρος της, είναι δε σίγουρη πως το σώμα της έχει λάβει μορφή τερατώδη: «βρωμερό στόμα, βρωμερά έντερα που ζητάνε τροφή, τόσο απωθητικά που πρέπει να εκκενωθούν με τρόπο εξίσου απωθητικό» [10]. Ο Leonard, ωστόσο, επιβεβαιώνει: «Η Virginia παρέμεινε καθ’ όλη την διάρκεια της αρρώστιας της, ακόμη και στις πιο ακραίες στιγμές τρέλας, τρομερά λογική στα τρία τέταρτα του μυαλού της. Το θέμα είναι πως η τρέλα της αφορούσε τους βασικούς συλλογισμούς της, τις πεποιθήσεις της. Πίστευε, για παράδειγμα, ότι δεν ήταν ακριβώς άρρωστη, ότι τα συμπτώματά της οφείλονται αποκλειστικά στα ελαττώματά της … η ικανότητά της να επιχειρηματολογεί πειστικά βασισμένη στις πρώτες αυτές λανθασμένες πεποιθήσεις ήταν τρομερή. Και γι’ αυτό, ήταν άσκοπο να προσπαθήσεις να αντιπαρατεθείς μαζί της» [20]. Το 1904 ακούει τα πουλιά να τραγουδούν στα ελληνικά, ν’ απευθύνονται σ’ αυτήν, παροτρύνοντάς την να κάνει τρέλες. Συλλαμβάνει με την φαντασία της τον βασιλιά Eduardo VII να την κατασκοπεύει, κρυμμένος ανάμεσα στις αζαλέες, χρησιμοποιώντας «την πιο προκλητική γλώσσα που υπάρχει». Το 1924 γράφει: «Είδα πολλά περίεργα οράματα σ’ αυτό το υπνοδωμάτιο. Ξαπλωμένη σ’ αυτό το κρεβάτι, τρελή, οι αχτίδες του ήλιου να σιγοτρέμουν πάνω στον τοίχο, σαν χρυσοποίκιλτο νερό. Εδώ άκουσα την φωνή των νεκρών» [14]. Σε γράμμα της προς την Ethel Smyth, το 1930, αποκαλύπτει: «…θα ’ναι δέκα χρόνια που βλέπω ανύπαρκτα ανθρώπινα πρόσωπα, πέντε χρόνια που πλαγιάζω εδώ σαν πέτρινο άγαλμα, βουβό σαν ρόδο…αφού πριν ήμουνα άρρωστη και υπέφερα όλους τους τύπους εφιάλτη καθώς και απερίγραπτες εντάσεις της αντίληψης… τώρα επιστρέφω στον εαυτό μου, τρέμοντας όμως, τόσο με φοβίζει η δικιά μου η τρέλα» [22]. Μέσα στην απόγνωσή της εξομολογείται στον Leonard: «Αναμφίβολα, επιστρέφω στην τρέλα. Νομίζω πως δεν μπορώ να ξεπεράσω ξανά εκείνες τις απαίσιες φάσεις. Δεν πρόκειται να θεραπευτώ αυτή τη φορά. Ακούω φωνές, δεν καταφέρνω να συγκεντρωθώ» [19].
Οι φάσεις της διέγερσης, συνήθως εκρήξεις θυμού, διαρκούσαν ελάχιστα αλλά ελέγχονταν πολύ δύσκολα. Ο Leonard λέει για το 1915: «Υπήρχαν στιγμές ή περίοδοι μέσα στην αρρώστια της, ιδιαίτερα στο δεύτερο στάδιο της διέγερσης, στις οποίες η Virginia έμοιαζε με «οργισμένη τρελή», έχανε επαφή με την πραγματικότητα, ήταν απολύτως ακατανόητη» [18]. Το επιβεβαιώνει και η Vanessa, την ίδια αυτή περίοδο: «έχω την εντύπωση πως η προσωπικότητά της έχει αλλάξει. Έχει γίνει τελείως απρεπής. Εκφέρει έναν λόγο γεμάτο κακοήθεις κατηγόριες και είναι συνήθως τόσο έξυπνες που πάντα σε πληγώνουν… μοιάζουν με δυσάρεστα αστεία ενός σχολιαρόπαιδου που δεν καταλήγουν πουθενά…..» [25]. Η Virginia παραδεχόταν την ευερεθιστότητά της: «Ξεστομίζω τα πιο απίθανα πράγματα και πάντα με φωνή τόσο δυνατή…. προσβάλλω την κυρία Glenconner και δεν μου φτάνει… επιτίθεμαι μετά και στον Rupert Brooke. Στην ηλικία μου, όμως, και με την διαπαιδαγώγησή μου; Πώς θα προσαρμοστώ στους τρόπους του κόσμου; Τα τσιμπιδάκια μου πέφτουν μέσα στην σούπα. Τα γλύφω και τα βάζω ξανά στα μαλλιά μου» [22].
Ποια είναι η ψυχική νόσος της Virginia Woolf; Στην περίπτωσή της βλέπουμε να παρουσιάζεται η φυσική εξέλιξη της νόσου, μιας και –πέρα από συμπαράσταση, κάποιες ιατρικές συνταγές και ξεκούραση– με την άγνοιά της, η τότε ψυχιατρική επιστήμη πόρρω απείχε από την όποια αποτελεσματική αντιμετώπισή της. Ακόμη και οι φίλοι της ψυχαναλυτές φέρονται να απορρίπτουν την ψυχαναλυτική θεραπεία για την περίπτωση της Virginia [12]. Τα πρώτα ίχνη της νόσου εντοπίζονται στην πρώιμη εφηβεία και φτάνουν έως και το τέλος της ζωής της, μετά την τρίτη σχεδιασμένη απόπειρα αυτοκτονίας της. Είναι μια νόσος που την κατέστησε μη λειτουργική για μεγάλες χρονικές περιόδους. Αξιοσημείωτες είναι, όμως, οι σύντομες και βίαιες επιθέσεις στα μεσοδιαστήματα της κανονικότητας, που την υποχρέωναν σε αναστολή της διανοητικής και κοινωνικής της δράσης.
Παρ’ όλα αυτά, οι συνέπειες στο καθ’ εαυτό έργο της, στα βιβλία, μόνο καταστροφικές δεν είναι, καθ’ ότι η καλλιτεχνική δημιουργία άνθισε με εκπληκτική δύναμη από την παιδική της ηλικία έως και την ημέρα της αυτοκτονίας της. Ο αριθμός των γραπτών είναι εντυπωσιακός. Θεωρείται επίσης ως η πιο αυθεντική καλλιτέχνης της πρωτοποριακής ομάδας Bloomsbury [26]. Η ίδια παραδεχόταν, κατά καιρούς, ότι είναι «τρελή», και αυτή η απώλεια επαφής με την πραγματικότητα συνοδευόταν συχνά από οπτικές, ακουστικές και κιναισθητικές ψευδαισθήσεις, σύντονες, εν μέρει, με την συναισθηματική της κατάσταση. Η ψυχολογική πίεση είναι σαφής στα πρώτα επεισόδια αλλά με το πέρασμα των χρόνων γίνεται δύσκολο να διακρίνει κανείς μεταξύ του ψυχοπιεστικού γεγονότος και της ψυχοπαθολογίας που προκαλεί. Τέλος, το βάρος του οικογενειακού της ιστορικού οδηγεί την σκέψη προς μονοπολική κατάθλιψη.
Από την αναπαράσταση της ιστορίας της Virginia Woolf προκύπτουν ισχυρές ενδείξεις για διπολική διαταραχή τύπου Ι [27]. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι τα μανιακά επεισόδια έφταναν σε κριτικά, οριακά σημεία, παρά μόνο στο δεύτερο μισό του 1915. Επιπλέον, η παρουσία μικτών καταστάσεων –υπομανιακά επεισόδια με δυσφορικό συναίσθημα και αγχώδη καταθλιπτικά επεισόδια κατά Kraepelin [28]–, καθώς και πολλαπλά σύντομα ψυχωσικά επεισόδια, περιπλέκουν την διαγνωστική μας σκέψη. Τέλος, φάσεις σοβαρής κατάθλιψης επιπλεγμένες με διάφορες κρίσεις συναισθηματικής ευαλωτότητας κυριαρχούσαν στην ζωή της. Συνεπώς, είναι λογικός ο ισχυρισμός ότι η περίπτωση της Virginia Woolf μπορεί να τοποθετηθεί σε αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε ως φάσμα της διπολικής διαταραχής τύπου ΙΙ [29, 30]. Ωστόσο, η ετερογένεια των κλινικών σημείων, η απουσία λειτουργικών κριτηρίων και ισχυρών ενδείξεων για διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ [31, 32], μας υποχρεώνει να κρατήσουμε επιφυλακτική στάση. Επιπρόσθετα, η προσωπικότητα και το ταμπεραμέντο της, που είναι δύσκολο να προσδιοριστούν, θα βοηθούσαν σημαντικά στην τελική εκτίμηση [33, 34]. Η ίδια σημειώνει: «Πόσο αχρείαστη είμαι σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο. Εγωίστρια, ματαιόπονη, εγωκεντρική και ανίκανη» [14]. Οι περιγραφές που διαθέτουμε από τους συγγενείς και τους στενούς της φίλους αντιστέκονται σε οποιαδήποτε προσπάθεια ενοποίησης, καθώς πολλές φορές είναι ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Οι τρεις ακόλουθες απόψεις για την Virginia αντανακλούν την πολυπλοκότητα που υπάρχει: 1) ντροπαλή, μαζεμένη, εκπληκτική ικανότητα για εργασία, υπερευαίσθητη στην κριτική, διανοούμενη, εσωστρεφής, τρυφερή με τα παιδιά, εκκεντρική, με ελάχιστη αίσθηση του πρακτικού, 2) οξυδερκής στον διάλογο, παιχνιδιάρα, αστεία, κουτσομπόλα, σαρκαστική όταν αναφέρεται σε γνωστούς, αδιάκριτη, κέντρο της προσοχής, καυστική, απελευθερωμένη, ιδιοφυής, αθυρόστομη, 3) αμφιλεγόμενη σεξουαλικότητα, πλανεύτρα, αφοσιωμένη με πάθος στον Leonard [35]. Ανακεφαλαιώνοντας, θα λέγαμε πως καταλήγουμε σε διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ –ούτε τύπου Ι, ούτε κυκλοειδής ψύχωση, ούτε σχιζοσυναισθηματική ψύχωση [36]–, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι η περίπτωσή της αντιπροσωπεύει ένα παράδειγμα των άλυτων διλημμάτων που θέτει, ορισμένες φορές, η διπολική διαταραχή [37].
Καλλιτεχνική δημιουργία και ψυχική νόσος
«Δεν έχω συναντήσει άλλον άνθρωπο να δουλεύει με τέτοια ένταση, τόσο ακούραστο και απόλυτα συγκεντρωμένο», λέει ο Leonard. «Αυτό ίσχυε ειδικά όταν έγραφε κάποιο μυθιστόρημα. Το βιβλίο γινόταν κομμάτι της Virginia και το έργο της κυριολεκτικά την απορροφούσε» [20]. Η ύπαρξη της Virginia Woolf είναι δεμένη άρρηκτα με την τέχνη, ακόμη δε και τις κρίσεις τις ζούσε και τις κατανοούσε μέσα από τα έργα της: «η τρέλα ως εμπειρία είναι καθ’ όλα τρομακτική, δεν μπορείς να την αγνοήσεις, μοιάζει με λάβα, μέσα στην οποία κολυμπούν διαλυμένα όλα όσα γράφω» [19] [Σχ. 3].
Επηρέασε όμως η νόσος το δημιουργικό έργο της Virginia Woolf; Υπήρξαν σίγουρα περίοδοι κατά τις οποίες δεν μπορούσε να δουλέψει ούτε στιγμή: «δεν μπορούσα να γράψω και παρουσιάζονταν όλοι αυτοί οι διάβολοι, κατάμαυροι και τριχωτοί» [16]. Όταν κάποιο μυθιστόρημα έφτανε στο τέλος του, πάγωνε από φόβο: «τώρα καταφτάνει η εποχή της κατάθλιψης, των ημικρανιών και της ασφυξίας. Αύριο, μετά από τούτη την ανεμοδαρμένη μέρα αναμονής, πρέπει ν’ αρχίσω πάλι… γιατί όμως, γιατί;… Ποτέ ξανά…» [19]. Μήπως τελικά η αρρώστια ευνόησε το έργο της; Τίποτε δεν μας δείχνει ότι κάτι ασυνήθιστο άστραψε στην έμπνευσή της εξ αιτίας της, αν και η ίδια ισχυριζόταν: «το όραμά μου αποκτά καθαρότητα όταν ο χρόνος μου καθοδηγείται από την κατάθλιψη… περισσότερη κατάθλιψη σημαίνει εγγύτητα στο αυθεντικό όραμα» [19]. Δεν μπορεί πάντως να ισχύσει εδώ η υπόθεση πως «ειδικά παθολογικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, όπως π.χ. τάση για κατάθλιψη… είναι συνήθως συνδεδεμένα με κάποιους τύπους καλλιτεχνικής δημιουργίας» [5]. Αποκάλυψε ποτέ την ουσία της τρέλας; Αδιαμφισβήτητα, κάποια πρόσωπα στα έργα της αντικατοπτρίζουν με διεισδυτικότητα την εσωτερική αναστάτωσή της: Το παραλήρημα του Septimus Smith, που καταλήγει στην αυτοκτονία του, μια εξιστόρηση που ξεδιπλώνεται σε αντιπαράθεση με την σχεδόν χωρίς νόημα ζωή της Clarissa Dalloway – ενώ ο γιατρός τής μιλάει τόσο αδιάφορα για το επικείμενο δράμα, δείχνοντας τυφλή απάθεια, αυτή ξεσπάει οργισμένη: «Η ζωή γίνεται τόσο ανυπόφορη, αυτοί κάνουν την ζωή ανυπόφορη, άτομα όπως αυτός ο γιατρός» [37]. Εάν η αρρώστια απουσίαζε, θα είχε γράψει τόσο καινοτόμα και μοναδικά έργα; Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε, ούτε όμως και να το αρνηθούμε. Είναι θελκτικό να πούμε πως η βαθύτητα, ταιριαστή με το απρόσιτο και το «αιθέριο» του ανθρώπου, και η ευαισθησία στο αμφιλεγόμενο της ύπαρξης δεν θα μπορούσαν εύκολα να προσεγγισθούν δίχως τις συναισθηματικές της διακυμάνσεις. Ακολουθώντας κατά γράμμα ακόμη μια αινιγματική φράση της Virginia Woolf: «Αυτό είναι που με φοβίζει περισσότερο στην μελαγχολία μου: να βλέπεις από μακριά ένα φτερό να διασχίζει τον ορίζοντα, αφήνοντας και αυτό μια υποψία της ουσίας της πραγματικότητας» [38]. Ποιες ανεπάρκειες μπορούν να συσχετιστούν με τη νόσο; Εμείς «διαισθητικά» θα απαντήσουμε πως η παράδοξη αναστάτωση που προκαλεί η ανάγνωση των γραπτών της Virginia Woolf αντανακλά την περιγραφή του ταραγμένου και δυσνόητου εσωτερικού της κόσμου [38].
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Aristόteles. El hombre de genio y la melancol_a. Problema XXX. Barcelona, Quaderns Crema, 1996.
Lange-Eichbaum W. Genie, Irrsinn und Ruhm. 6. Aufl. München, Reinhardt, 1967.
Jaspers K. Strindberg und van Gogh. Versuch einer pathographischen Analyse unter vergleigender Heranziehung von Swedenborg und Hölderlin. München, Piper, 1959.
Andreassen NC. Creativity and mental illness: Prevalence rates in writers and their first-degree relatives. Am J Psychiatry 1987, 144, 1288-92.
Post F. Creativity and psychopathology. A study of 291 world-famous men. Br J Psychiat 1994, 165, 22-34.
Freud S. Eine Kindheitserinnerung des Leonardo da Vinci. GW VIII, 1910, 127-211.
Kraft H, Hrsg. Psychoanalyse, Kunst und Kreativität heute. Die Entwicklung der analytischen Kunstpsychologie seit Freud. Köln: Dumont, 1984.
Heidegger M. Der Ursprung des Kunstwerkes. Gesamtausgabe. Band 5. Holzwege. Frankfurt: Klostermann, 1984, 7-68.
Bader A, Navatril L. Psychiatrie und Kunst. En: Kisker KP, Meyer JE, Müller C, Strömgren E, Hrsg. Psychiatrie der Gegenwart. Band I/1. Grundlagen und Methoden der Psychiatrie. 2. Aufl. Berlin: Springer, 1979, 877-914.
Bell Q. Virginia Woolf. A biography. 2 vols. London, Hogarth, 1996.
Dunn J. Virginia Woolf and Vanessa Bell. A very close conspiracy. London, Virago, 1990.
Forrester V. Virginia Woolf: El vicio absurdo. 3. edici_n. Barcelona, Ultramar, 1988.
Woolf V. The letters: Vol. 1. The flight of the mind. 1888-1912. London, Chatto & Windus, 1975.
Woolf V. A moment’s liberty. The shorter diary of Virginia Woolf. London, Hogarth, 1990.
Banks JT. Mrs. Woolf in Harley Street. Lancet 1998, 351, 1124-6.
Trombley S. «All that summer she was mad»: Virginia Woolf and her doctors. London: Junction, 1981.
Caramagno TC. The flight of the mind: Virginia Woolf’s art and manic-depressive illness. Berkeley, University of California Press, 1992.
Woolf L. Beginning again: An autobiography of the years 1911-1918. London, Hogarth, 1967.
Woolf V. The letters. Vol VI. Leave the letters till we’re dead. 1936-1941. London, Chatto & Windus, 1980.
Woolf L. The journey not the arrival matters: An autobiography of the years 1939-1969. London, Hogarth, 1969.
DeSalvo L. Virginia Woolf: The impact of childhood sexual abuse on her life and work. Berkeley, University of California Press, 1989.
Woolf V. The letters. Vol. IV. A reflection of the other person 1929-1931. London, Chatto & Windus, 1978.
Nicolson N. Virginia Woolf. New York, Viking Penguin, 2000.
Kraus A. Melancholie: eine Art von Depersonalisation? En: Fuchs T, Mundt C. Affekt und affektive Störungen. Phänomenologische Konzepte und empirische Befunde im Dialog. Paderborn: Schöningh, 2002, 169-186.
Bell V. Selected letters of Vanessa Bell. London, Bloomsbury, 1993.
Rosenbaum SP, ed. The Bloomsbury group: A collection of memories, commentary and criticism. London, Croom Helm, 1975.
American Psychiatric Association. Diagnostic and statistical manual of mental disorders. 4th Edition. Text Revision. Washington, DC, American Psychiatric Association, 2000.
Kraepelin E. Psychiatrie. Ein Lehrbuch für Studierende und Ärzte. 6 Aufl. Leipzig, Barth, 1899.
Cassano GB, Frank E, Miniati M, Rucci P, Faglioni A, Pini S et al. Conceptual underpinnings and empirical support for the mood spectrum. Psychiatr Clin North Am 2002, 25, 699-712.
Perugi G, Akiskal HS. The soft bipolar spectrum redefined: Focus on the cyclothymic, anxious-sensitive, impulsive-dyscontrol, and binge-eating connection in bipolar II and related conditions. Psychiatr Clin North Am 2002, 25, 713-37.
Sachs G. Manejo del trastorno bipolar. Conductas cl_nicas basadas en la evidencia. San Pablo, Science Press Brasil, 2004.
Angst J, Gamma A, Benazzi F, Adjacic V, Eich D, Rossler HW. Towards a re-definition of subthreshold bipolarity: Epidemiology and proposed criteria for bipolar-II, minor bipolar disorders and hypomania. J Affect Disord 2003, 73, 133-46.
Akiskal HS, Pinto O. The evolving bipolar spectrum. Prototypes I, II, III and IV. Psychiatr Clin North Am 1999, 32, 517-34.
Angst J, Marneros A. Bipolarity from ancient to modern times: conception, birth and rebirth. J Affect Disord 2001, 67, 3-19.
Sackville-West V. Letters to Virginia Woolf. London, Hutchinson, 1992.
Leonhard K. Aufteilung der endogenen Psychosen in der Forschungsrichtung von Wernicke und Kleist. En: Kisker KP, Meyer J-E, Müller M, Strömgren E, Hrsg. Psychiatrie der Gegenwart. Forschung und Praxis. Band II/1. Klinische Psychiatrie. 2. Auflage. Berlin, Springer, 1972, 183-212.
Baldessarini RJ. A plea for integrity of the bipolar disorder concept. Bipolar Disord 2000, 2, 3-7.
Woolf V. Mrs. Dalloway. London, Penguin Books, 1991.
Woolf V. Moments of being: Unpublished autobiographical writings. London, Hogarth, 1985.
Figueroa G. Lo ominoso revisitado. Freud y «La vuelta de tuerca» de Henry James. Rev Chil Neuro-Psiquiat 2000, 38, 237-54.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.