Νικόλας Νικολαΐδης
Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του ΑΠΘ
και Επιμελητής Β’ στη Β’ Πανεπιστημιακή Ψυχιατρική Κλινική
σύναψις 09 [2008 – τόμος 04]
Από καιρό έχουν διατυπωθεί σύνθετα πολυπαραγοντικά ερμηνευτικά μοντέλα στη θέση κάθε, αβάσιμης πλέον, απλής γραμμικής «αιτιολογικής σχέσης» μεταξύ ενός μονήρους παράγοντα και των σύνθετων ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων. Παράδειγμα, το μοντέλο του Carlo Perris (1988, 1994a) όπου κεντρική θέση κατέχει η έννοια της ατομικής ευαλωτότητας (individual vulnerability), δηλαδή το αποτέλεσμα της αδιάλειπτης αλληλεπίδρασης του ατόμου με το περιβάλλον του, που εξελίσσεται δια βίου, μέσα από τη διαρκή διαντίδραση βιολογικών, ψυχοκοινωνικών και πολιτισμικών μεταβλητών. Η γονεϊκή ανατροφή εντάσσεται στο πλαίσιο αυτό, όπου, όμως, ούτε τα βρέφη θεωρούνται παθητικοί αποδέκτες εξωτερικών ερεθισμάτων, ούτε η επίδραση των πιθανών τραυματικών γεγονότων είναι μονοσήμαντη. Τα βρέφη θεωρούνται ενεργά πρόσωπα, όπως άλλωστε και στις αντίστοιχες αντιλήψεις των θεωρητικών της «προσκόλλησης» (attachment), τα οποία αντιδρούν είτε αναπτύσσοντας ευαλωτότητα είτε ενισχύοντας τις άμυνές τους. Σύμφωνα με το μοντέλο του Perris, ένα σημαντικό χαρακτηριστικό κάθε ψυχοπαθολογικής διαταραχής, η πορεία και η έκβασή της και, κατά συνέπεια, η ανταπόκριση στη θεραπεία, εξαρτάται από την διαμορφωθείσα ατομική ευαλωτότητα.
Οι διαταραχές στην ικανότητα επεξεργασίας των πληροφοριών (information proces-sing capacity), αποτελούν μέρος των σύνθετων μοντέλων ευαλωτότητας για την ανάπτυξη των σχιζοφρενικών διαταραχών [Perris (1988), Nuechterlein et al (1992, 1994a, 1994b), Ciompi (1994)]. Εξ ου και η σημασία που έχει η μελέτη αυτής της ικανότητας, καθώς είναι αυτή που, με τη χρήση των γνωστικών σχημάτων και την εμφάνιση της ταυτότητας του εαυτού, βοηθά το βρέφος στην ενεργό απεικόνιση του κόσμου. Τα γνωστικά σχήματα –οι σημαίνουσες δομές κατά Lundh (meaning structures) ή τα λειτουργικά μοντέλα (working models) κατά Bowlby– είναι γενετικά προκαθορισμένες γνωστικές, αλλά και συναισθηματικές δομές, που αναπτύσσονται μέσω μηχανισμών αφομοίωσης (assimilation) και προσαρμογής (accomodation) και περιγράφουν όλα εκείνα που σημαίνουν κάτι για το άτομο. Επομένως, οι διαταραχές στην επεξεργασία των πληροφοριών συμβάλλουν στην ανάπτυξη δυσλειτουργικών σχημάτων του εαυτού, τα οποία ενισχύονται συνεχώς από σειρά γνωστικών διαστρεβλώσεων, που ποικίλλουν για τις διάφορες διαταραχές και οι οποίες δρουν ως αυτοεπιβεβαιωτική απόκλιση (self-confirmatory bias).
Η διαδικασία ανάπτυξης των λειτουργικών μοντέλων του εαυτού και του περιβάλλοντος είναι η ακόλουθη. Το βρέφος διαθέτει ατελή, γενετικά καθορισμένα, εγγενή νευρωνικά πρότυπα που συνοδεύονται από προγράμματα επεξεργασίας των πληροφοριών, τα οποία αναπτύσσονται σύμφωνα με μια γενετικά ελεγχόμενη πορεία, παρέχοντας στο βρέφος τη δυνατότητα να χειριστεί, με προσαρμοστικό τρόπο, όλα τα ερεθίσματα. Η πορεία αυτή εξαρτάται από: (α) την ωρίμανση και την ποιοτική αλλαγή των προσχηματισμένων δομών, (β) την εμπειρία, το αποτέλεσμα δηλαδή της συνεχούς διαντίδρασης μεταξύ των μεταβλητών της φύσης και της ανατροφής. Επομένως, οι διάφοροι περιβαλλοντικοί παράγοντες επηρεάζουν δυνητικά τη νευρωνική μήτρα (neuronal matrix). Ο εγκέφαλος βρίσκεται εξαρχής σε συνεχή διάλογο με το περιβάλλον του, ενώ παρατηρείται παράλληλη πορεία εξέλιξης νευρωνικών και συμπεριφορικών ακολουθιών κατά τη πρώιμη παιδική ηλικία.
Το πρόσωπο που φροντίζει το βρέφος αποτελεί, προφανώς, τον σημαντικότατο παράγοντα του περιβάλλοντος του νεογνού. Οι μεταξύ τους διαντιδράσεις εντάσσονται στη διεργασία της ανάπτυξης. Υποστηρίζεται ότι το βρέφος έχει, λίαν πρωίμως, τη δυνατότητα να επιτελεί κάποιες αφαιρετικές γνωστικές λειτουργίες, όπως να συνοψίζει, να υπολογίζει, να αναπαριστά προλεκτικά τις πληροφορίες. Προϊόν αυτών των λειτουργιών είναι οι «αναπαραστάσεις των διαντιδράσεων που έχουν γενικευθεί», αποτελώντας και τη δομική μονάδα των λειτουργικών μοντέλων (Bowlby) και του πυρηνικού εαυτού που, ως ενεργοποιημένη μνήμη, μπορεί να είναι μέρος της βιωμένης εμπειρίας.
Σημαντική για την αρμονική ανάπτυξη του πυρήνα-εαυτού του βρέφους είναι η οριοθέτηση της αμοιβαίας μεταξύ φροντιστή και βρέφους διέγερσης. Συνθήκες που επηρεάζουν την παρουσία και δράση του φροντιστή (κατάθλιψη, εχθρότητα προς το βρέφος, ανάγκη ελέγχου του, αναισθησία ή αυξημένος φόβος και άγχος) μπορεί να οδηγούν σε παραβίαση των ορίων της διέγερσης προς τα πάνω ή κάτω, με συνέπεια η δυναμική κατάσταση της αίσθησης ενός πυρήνα-εαυτού από το παιδί να κινδυνεύει. Επομένως: (α) από τη μία πλευρά βρίσκεται η ικανότητα του βρέφους να εκφράζει τον εαυτό του από πολύ νωρίς –με διαβάθμιση, όπως εγρήγορση και κάποιου είδους συναισθηματική εμπλοκή με τους γύρω ή απόσυρση από τον έξω κόσμο σε ηρεμία και προσαρμογή–, (β) από την άλλη πλευρά, υπάρχουν οι πιθανές αποκρίσεις του κύριου προσώπου φροντίδας.
Την εγγενή ικανότητα του βρέφους για συλλογή και επεξεργασία των πληροφοριών διαμορφώνουν και καθορίζουν παράγοντες όπως: (α) η γενετική προδιάθεση, (β) οι περιβαλλοντικές επιρροές κατά τη κύηση και μετά τον τοκετό, (γ) τα πολιτισμικά στοιχεία, (δ) οι εμπειρίες της γονεϊκής συμπεριφοράς ανατροφής (η ποιότητα της προσκόλλησης, η προσαρμοστική ολοκλήρωση της διαδικασίας του αποχωρισμού – detachment), (ε) άλλοι πιθανοί περιβαλλοντικοί παράγοντες.
Όσον αφορά την επίδραση της ανατροφής, το μοντέλο προτείνει, σχηματικά, ότι οι διάφοροι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες που επιδρούν στους γονείς, αλλά και στο παιδί, καταλήγουν σε δυσλειτουργική ανατροφή. Αυτή με τη σειρά της παράγει γονεϊκές συμπεριφορές και στάσεις που οδηγούν σε αρνητικές εμπειρίες για το παιδί, το οποίο διαμορφώνει δυσλειτουργικά σχήματα για τον εαυτό του και για τον κόσμο γύρω του. Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, αυτά θα συνθέσουν, μαζί με τα αμετάβλητα βιολογικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, την ατομική ευαλωτότητα, η οποία, σε αέναη διαντίδραση με τα κάθε τύπου στρεσσογόνα γεγονότα, συντείνει τελικά στην εμφάνιση της έκδηλης ψυχοπαθολογίας. Το νόημα που αποδίδεται στα γεγονότα, μέσω συστηματικών λαθών στην αντίληψη και την επεξεργασία, είναι διαδικασία που καθορίζεται, επίσης, από τα δυσλειτουργικά σχήματα του εαυτού.
Το στάδιο ανάπτυξης, κατά το οποίο μπορεί να εμφανιστούν οι διαταραχές των διαντιδράσεων ενός ατόμου με τους γονείς του, είναι δυνατό να είναι πολύ πρώιμο. Όσο νωρίτερα εμφανιστεί αυτή η διαταραχή, τόσο πιθανότερο είναι ότι τα σχήματα του εαυτού θα αυξάνουν σε δυσπροσαρμοστικότητα, καθώς οι διεργασίες επιβεβαίωσης του εαυτού θα αποκλίνουν περαιτέρω. Ωστόσο, υπάρχει πάντα και η αντίστροφη πιθανότητα της τροποποίησης των δυσλειτουργικών σχημάτων, ως αποτέλεσμα διορθωτικών εμπειριών. Δεδομένα από ποικίλες μελέτες ενισχύουν το ανωτέρω μοντέλο τόσο σε δείγματα καταθλιπτικών ατόμων (Arrindell et al, 1994), όσο και σε δείγματα εφήβων και νεαρών ενηλίκων (Perris, 1994a). Πλείστες μελέτες έχουν συμπεράνει, κατ’ επανάληψη, ότι το έλλειμμα συναισθηματικής θαλπωρής, η παρεμβατική υπερπροστασία και η απόρριψη, ως χαρακτηριστικά της γονεϊκής στάσης ανατροφής, συμβάλλουν κατά πολύ στην εμφάνιση δυσλειτουργικής ψυχοκοινωνικής προσαρμογής (Perris, 1994a).
Ανακεφαλαιώνοντας: Η ευαλωτότητα στις ψυχοπαθολογικές διαταραχές καθορίζεται τόσο από τα πολλαπλά βιολογικά χαρακτηριστικά ενός ατόμου όσο και από την εμφάνιση των δυσλειτουργικών σχημάτων εαυτού, για την ανάπτυξη των οποίων συμβάλλουν τα μέγιστα οι δυσλειτουργικές πρακτικές γονεϊκής ανατροφής. Το διαντιδραστικό μέρος του μοντέλου του Perris συνεπάγεται ότι το αναπτυσσόμενο παιδί συμμετέχει ενεργά, είναι επομένως σε σύμπνοια με την έννοια του αμοιβαίου ντετερμινισμού (reciprocal determinism), που πρότεινε ο Bandura το 1978, και συνυπολογίζει την επιρροή που το ίδιο το αναπτυσσόμενο παιδί μπορεί να έχει στην ανατροφή του. Φαίνεται,, επίσης, ότι στη στάση ανατροφής ασκούνται διαγενεακές (intergenerational) επιδράσεις και επιρροές από ευρύτερες κοινωνικές αντιλήψεις ούτως ώστε οι δυσλειτουργικοί γονείς μπορεί να θεωρούνται ως θύματα της δικής τους ανατροφής (Perris, 1994a).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.