Ευγενία Σουμάκη,
Δημήτρης Αναγνωστόπουλος,
Δημήτρης Αναστασόπουλος
σύναψις 10 [2008 – τόμος 04]
Η Dr Ευγενία Σουμάκη είναι Παιδοψυχίατρος, Ψυχοθεραπεύτρια-Ψυχαναλύτρια, Αντιπρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας. (Ε.Ε.Ψ.Ψ.)
Ο Δημήτρης Αναγνωστόπουλος, είναι Επίκουρος Καθηγητής Παιδοψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ψυχοθεραπευτής-Ψυχαναλυτής, Μέλος της Ε.Ε.Ψ.Ψ.
Ο Δημήτρης Αναστασόπουλος είναι Ψυχίατρος-Παιδοψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής, Μέλος της Ε.Ε.Ψ.Ψ. Παιδιού και Έφηβου
Εισαγωγή
Η εφηβεία είναι μια φάση ανάπτυξης όπου αναμιγνύονται στοιχεία από τις προηγούμενες, την παρούσα και την επόμενη αναπτυξιακή φάση. Στην εφηβεία πολλές ψυχικές διαδικασίες βρίσκονται «ανοιχτές» με την έννοια του επαναπροσδιορισμού, αναδιοργάνωσης και επανεξέτασης. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η αβεβαιότητα και η ασάφεια της ταυτότητας του εφήβου που βρίσκεται τώρα σε κατάσταση συνεχούς αναζήτησης. Η διαδικασία της ανάδυσης εσωτερικών συγκρούσεων και ορμών που ζητούν να ενταχθούν σε ένα νέο πλαίσιο συναλλαγής και σχέσης με τα εσωτερικά και εξωτερικά αντικείμενα, είναι μεν αναπτυξιακά παραγωγική, αφήνει όμως ευάλωτο τον έφηβο.
Η επαναδιαπραγμάτευση σχέσεων με τα γονεϊκά αντικείμενα και η σταδιακή αποκατάσταση ουσιαστικών σχέσεων με εξωτερικά-μη ναρκισσιστικά αντικείμενα, αφορούν ουσιαστικά μια διαλεκτική διαδικασία «εντός-εκτός», ενδοβλητικών ταυτίσεων και εξωτερικών επενδύσεων.
Η ραγδαία μεταβολή του σχήματος και της λειτουργίας του σώματος δημιουργεί αναταραχή της προηγούμενης εικόνας του σώματος που χρειάζεται να επαναποκατασταθεί και να εσωτερικευθεί ως τμήμα της εικόνας του εαυτού για να αποκατασταθεί η αίσθηση ελέγχου σ’ ό,τι συμβαίνει εσωτερικά και εξωτερικά στον εαυτό του εφήβου. Η εξασθένηση των λειτουργιών του Εγώ, η μειωμένη ανοχή στη ματαίωση και ο περιορισμός του εύρους και της ευλυγισίας των αμυντικών μηχανισμών που προκαλούνται λόγω της παλινδρόμησης, αφενός, όπως και η συχνά ανεπαρκής επεξεργασία και αναγνώριση της πραγματικότητας (υπό το κράτος έντονων φαντασιώσεων, ονειροπολήσεων και της αίσθησης αδυναμίας χωρίς την εξαρτητική σχέση με τις γονεϊκές μορφές) αφετέρου, σε συνδυασμό με τη βία των πιέσεων του Υπερεγώ διαμορφώνουν ένα υπόβαθρο μειωμένης αντοχής σε τραυματικές καταστάσεις (Αναγνωστόπουλος Δ, Λαζαράτου Ε, 1998).
Ένα από τα χαρακτηριστικά της εφηβείας είναι η έκφραση μέσα από τη δράση και η έντονη συναισθηματική επένδυση σε αυτή. Οι έφηβοι με τη δράση επιδιώκουν να εκτονώσουν ψυχικές εντάσεις, να εκφράσουν συναισθήματα ή να διακινήσουν επιθυμίες που δυσκολεύονται να λεκτικοποιήσουν. Η σωματική δραστηριότητα προσφέρεται γι’ αυτό το σκοπό αφού είναι πλησιέστερη σ’ ένα πρωτοσυμβολικό επίπεδο ανάπτυξης. Ο έφηβος περνά μια αναπτυξιακή φάση μερικής παλινδρόμησης μ’ ένα σώμα έντονα ναρκισσιστικά επενδυμένο. Αυτό ακριβώς το υπόβαθρο ευνοεί την ανάπτυξη του μηχανισμού της εκδραμάτισης που παίζει κεντρικό ρόλο στην εφηβεία.
Ο P. Blos (1966) ανέφερε ότι στην εφηβεία η εκδραμάτιση έχει προσαρμοστική λειτουργία λόγω της αποδυνάμωσης της λειτουργίας του Εγώ, της απώλειας των παιδικών απωθήσεων και της ανάγκης να υπάρξουν νέες επενδύσεις σε εξωτερικά αντικείμενα. Η αμυντική της λειτουργία είναι να κρατά συγκεκριμένες μορφές συμπεριφοράς εγωσυντονικές μέσω της άρνησης και της απώθησης.
Η εκδραμάτιση είναι μια άμυνα για τους εφήβους που τοποθετεί την πράξη και τη δράση εκεί που η σκέψη και το συναίσθημα δεν επαρκούν για να αντιμετωπίσουν την ψυχική πίεση και τον ψυχικό πόνο. Ενέχει επίσης και την αποφυγή της μνήμης, η οποία μπορεί να εκδραματίζεται ασυνείδητα. Μπορεί να πάρει τη μορφή οργανωμένης και σκόπιμης δράσης, που σχετίζεται με ασυνείδητες ενορμήσεις, μνήμες και συναισθήματα που συνδέονται μεταξύ τους, με στόχο την ύφεση της συναισθηματικής έντασης (Rexford Ε. 1978, Bellak L. 1965, Josselyn J. 1965).
Ένας έφηβος εκδραματίζει όχι μόνο γιατί είναι πολύ επώδυνο να νιώθει, να θυμάται και να σκέφτεται για όλα όσα συναισθάνεται, αλλά και γιατί αφενός μεν δεν έχει ακόμα αναπτύξει επαρκή μέσα επικοινωνίας, αφετέρου δε ο έλεγχος της πραγματικότητας δεν είναι πάντα σταθερός (Varchevker Α., Muir Β. 1975). Ο έφηβος χρησιμοποιεί την εκδραμάτιση σαν μια πιο πρωτόγονη μορφή επικοινωνίας με τα εξωτερικά αντικείμενα. Εμπιστεύεται το συγκεκριμένο, το υπαρκτό, περισσότερο από το αφηρημένο και ιδεατό, το οποίο ακόμη δεν μπορεί να ελέγξει. Έτσι, σε αυτή την περίπτωση η εκδραμάτιση μπορεί να μην είναι τίποτα άλλο, παρά προσπάθεια να διατηρήσει ο έφηβος επαφή με την πραγματικότητα και να αποδιώξει το φόβο του καταποντισμού ή της υποταγής στην νηπιακή απληστία και εξάρτηση (Blos P. 1966).
Από αυτή τη σκοπιά, η εκδραμάτιση ανακουφίζει από την ενστικτική πίεση, προστατεύει τον εαυτό από την αποδιοργάνωση, αποκαθιστά τα εσωτερικά αντικείμενα, υποστηρίζει τις προσπάθειες για επικοινωνία με τα εξωτερικά αντικείμενα, είναι δηλαδή μια άμυνα αναπτυξιακά αρμονική και στην υπηρεσία της συνθετικής λειτουργίας του Εγώ (Blos P. 1963, Anastasopoulos D. 1988).
Κλινικά παραδείγματα
Κάθε αναπτυξιακή φάση της εφηβείας παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά για τα οποία ο θεραπευτής πρέπει να είναι ενήμερος.
Περίπτωση 1η:
Ο Άγγελος, ετών 12, είναι ένα παιδί χαρούμενο, ευχάριστο, μερικές φορές «αποπλανητικό» για τον θεραπευτή. Δίνει την εικόνα ενός παιδιού με υπολειπόμενη νοημοσύνη. «Σχολική αποτυχία» ήταν ο λόγος παραπομπής του και πράγματι ήταν φανερό ότι ο Άγγελος έβαζε όλη του την ενέργεια στο να μη μάθει τίποτα.
Ο Άγγελος ζούσε σε ένα προνομιακό κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον με γονείς επιστήμονες, υπερεγωτικούς και με έμφαση στη γνωσιακή καταξίωση.
Το σύμπτωμα «σχολική αποτυχία» έγινε για τη μητέρα του Άγγελου ένα «μάννα», που της έδινε τροφή. Καταρχήν αφιέρωνε χρόνο για εκείνον αποκλειστικά, για να τον κάνει να διαβάσει, για να τον βοηθήσει να ενταχθεί, είχε τόση έγνοια για κείνον. Το σύμπτωμα αυτό ήταν εκείνο που τους συνέδεε και τους χώριζε. Αυτή η μητέρα πραγμάτωνε, μέσω του παιδιού της, την επιθυμία της για κυριαρχία και παντοδυναμία.
Ο Άγγελος απαντούσε σ’ αυτή την επιθυμία με το να μην μπορεί να κάνει τίποτα μόνος του, ενώ συγχρόνως την αρνείτο. Πώς να πραγματώσει την ανεξαρτησία του; Αυτό θα σήμαινε χωρισμό από εκείνη. Ήξερε λοιπόν κατά βάθος πως δεν μπορεί να παραιτηθεί από το σύμπτωμα του χωρίς να βάλει σε κίνδυνο τη μητρική ισορροπία.
Η διανοητική δραστηριότητα πηγάζει κατευθείαν από τον πρωκτικό ερωτισμό. Η M. Klein (1930) τόνισε το θέμα του σαδισμού και της καταστροφής του εσωτερικού του μητρικού σώματος. Το να παίρνουμε, να κρατάμε, να απορρίπτουμε, να χειραγωγούμε, αποτελούν συνιστώσες της πρωκτικής ορμής που εύκολα μεταθέτει κανείς στο διανοητικό πεδίο. Στον έφηβο Άγγελο, η διανοητική δραστηριότητα έπαιρνε μερικές φορές μια σχεδόν αυνανιστική μορφή, καθώς συνδεόταν πιεστικά με τα γονεϊκά ιδεώδη και τις ταυτίσεις τους ή, αντίθετα, την άρνηση των ταυτίσεων.
Ο Άγγελος λοιπόν συχνά κατέφευγε σε ενούρηση όταν πιεζόταν ιδιαίτερα γεγονός που ερμηνεύτηκε άλλοτε σαν επιθετική και άλλοτε σαν αυνανιστική πράξη. Ήταν η «γλώσσα» δράσης του νεαρού εφήβου που με βία αντέχει το ενστικτικό του άγχος. Στη σχέση του με τον θεραπευτή, ο Άγγελος συνδέθηκε με τον ίδιο τρόπο που συνδεόταν με τη μητέρα του. Τον «έσπρωχνε» συνεχώς να του δίνει συμβουλές και συχνά να τον «επιπλήττει» για την παιδική του συμπεριφορά. Άλλωστε, ο έφηβος στην προεφηβεία και αρχική φάση εμφανίζεται γεμάτος ανάγκες και απαιτήσεις κάνοντας τον θεραπευτή να αισθάνεται πως πρέπει αδιάκοπα να προσφέρει. Αυτό που φάνηκε στην πορεία της θεραπείας είναι ότι, παρά την επένδυση και τη συναισθηματική υπερπροσφορά του θεραπευτή, ο Άγγελος φεύγοντας για αρκετό διάστημα από τις συνεδρίες «κατουρούσε» κάθε φορά στον ανελκυστήρα, στη διαδρομή από τον 3ο όροφο ως το ισόγειο, αφήνοντάς το βρεγμένο, όπως τα σεντόνια του. Επιθετικότητα; Κυριαρχία; Παλινδρομημένο παιδικό κομμάτι; Φαίνεται σαν να μην άντεχε την ψυχολογική πίεση και σαν να μην επέτρεπε την έκφρασή της εντός της θεραπευτικής ώρας-χώρου. Να ικανοποιήσει τον θεραπευτή όπως έδειχνε και όπως κατόρθωνε άλλωστε, θα ήταν για τον Άγγελο μια αβάσταχτη προσέγγιση, καθώς κι εκείνος, όπως η μητέρα του, θα τον συνέθλιβε, θα τον καταβρόχθιζε. Η γονεϊκή θέση, άλλωστε, μέσα από διαδικασίες προβληματικής ταύτισης προβάλλεται στο θεραπευτή στα πλαίσια της μεταβιβαστικής σχέσης.
Όσον αφορά τον θεραπευτή, χρειάστηκε πολύ χρόνο να ελέγξει και στη συνέχεια να επεξεργαστεί τα δικά του συναισθήματα μετά την επίπληξη που του έγινε από το θυρωρό της πολυκατοικίας. Η δυσφορία του εκφράστηκε στη σχέση με σκέψεις όπως «τι κάνει αυτό το παιδί», «γιατί τον κάνει ρεζίλι στην πολυκατοικία», «μήπως τον διώξουν κιόλας οι άλλοι ένοικοι», «γιατί τον φέρνει σ’ αυτή την θέση» κ.λπ. Μετά από αυτό, ο θεραπευτής χρειάστηκε να κατανοήσει τις προβολές εκατέρωθεν, από τον Άγγελο σε εκείνον και από εκείνον στον Άγγελο. Χρειάστηκε να μιλήσουν για τις ανάγκες του να τον «προσέχουν» αποκλειστικά, αλλά και να τους «επιτίθεται». Ήταν σαφές ότι ο Άγγελος του επέβαλλε να παίξει ένα ρόλο, να σκεφθεί και να αισθανθεί όπως η μητέρα του και εκείνος δεν είχε επίγνωση ότι είχε ανταποκριθεί στο ρόλο αυτό μέχρι να συμβεί του Άγγελου, και κατ’ αντίδραση, η δική του εκδραμάτιση (Heimann Π. 1950, Orr 1954).
Τον τελευταίο χρόνο της θεραπείας του, ο Άγγελος κατάφερε να ξεστομίσει: «όταν διαβάζω, τρέμω μήπως κάνω λάθη. Κι εδώ φοβάμαι μήπως θυμώσετε. Αλλά φοβάμαι και να το δείξω, φοβόμουν και να θυμώσω».
Σταδιακά άρχισε να μη φοβάται, να προκαλεί λιγότερο και να απολαμβάνει περισσότερο.
Περίπτωση 2η:
Η Άννυ, ετών 14, πήγε στη θεραπεία της επειδή δεν μπορούσε να κάνει φίλες, όπως είπε η ίδια, αλλά και λόγω της συμπεριφοράς της, να παίρνει πράγματα από άλλους, όπως είπε η μητέρα.
Ήταν κορίτσι ανεσταλμένο, με μεγάλη προσκόλληση στη μητέρα της, με χαμηλή αυτοεκτίμηση και αρνητική εικόνα εαυτού. Χρησιμοποιήθηκε από τη μητέρα της, στην αρχή «για να γίνει αυτός ο γάμος», (προηγήθηκε η εγκυμοσύνη της μητέρας για να επισπευσθεί ο γάμος-επιθυμία της μητέρας) και στη συνέχεια «για να αποφεύγεται ο γάμος». Ο πατέρας της Άννυ, άνθρωπος «χωρίς λεπτότητα», όπως χαρακτηριζόταν από μάνα και κόρη, απαιτούσε σε καθημερινή βάση σεξουαλική σχέση με τη γυναίκα του, της οποίας ακροατής ήταν πάντα η μικρή Άννυ.
Μεγάλωσε, λοιπόν, η Άννυ με μια πρώιμη ελαττωματική μητρική φροντίδα, πιθανό αποτέλεσμα της οικογενειακής ιστορίας της μητέρας με χαρακτηριστικά την συναισθηματική στέρηση, αλλά και απειλή στην αποδοχή του άλλου φύλου. Η Άννυ έμοιαζε σα να μην της επέτρεπαν να μεγαλώσει και να γίνει ξεχωριστό άτομο με δική της ταυτότητα. Η ίδια δεν απαντούσε ποτέ όταν ήταν παρούσα η μητέρα. Απλά επαναλάμβανε ότι εκείνη έλεγε. Με άλλα λόγια, δεν ένιωσε ποτέ την ελευθερία να είναι ο εαυτός της. Αυτό της δημιουργούσε τη βαθιά πεποίθηση ότι δεν είναι ολόκληρη, αλλά ένα «μερικό» αντικείμενο της μητέρας της, όπως ακριβώς ένιωσε τη μητέρα της όταν ήταν μωρό. Η Αννυ έλεγε «η μαμά μου δεν μπορούσε χωρίς εμένα, αλλά και ποτέ δεν με υπολόγισε». Από πολύ νωρίς αισθάνθηκε άλλοτε ανεπιθύμητη, περιττή, αγνοημένη και άλλοτε σαν ένα πολύ σημαντικό, αλλά σχεδόν απροσδιόριστο κομμάτι της ζωής των γονιών της (συνήθως της μητέρας της). Άλλοτε αισθανόταν ασφυκτικά από την «υπερπροστατευτικότητα», ενώ άλλοτε ήταν εντελώς απροστάτευτη. Και οι δύο περιπτώσεις της δημιουργούσαν τρομερή ανασφάλεια και εξάρτηση, παράλληλα όμως και έντονο μίσος για το πρόσωπο, που ήταν παντοδύναμο, τη μητέρα.
Η Άννυ λοιπόν πηγαίνει στη θεραπεύτρια συνοδευόμενη από τη μητέρα, συζητά για διάφορα θέματα «κοινωνικής φύσης» χωρίς ν’ αναφέρεται στα γεγονότα κλοπής των «καλλυντικών της θείας», του «δακτυλιδιού του αρραβώνα της 18οκτάχρονης φίλης», «των κολιέ της ξαδέρφης». Η Άννυ μιλάει για την τάση της να εκδικείται άλλες γυναίκες. Ενίοτε ενοχοποιείται, κυρίως όταν αποκαλύπτεται, δεν έχει όμως την παραμικρή επίγνωση του μίσους της. Ακόμα και πολύ αργότερα στη θεραπεία της δεν καταλάβαινε γιατί κατέφευγε σε μια τόσο αλλόκοτη πράξη μ’ ένα τρόπο εξάλλου που σχεδόν αμέσως αποκαλυπτόταν, υποστήριζε όμως ότι ήταν κάτι που προσωρινά την έκανε να αισθάνεται καλά. Ένιωθε ταυτόχρονα φθόνο, αλλά και ανάγκη και ευχαρίστηση, καθώς μέσα από τις πράξεις αυτές φαίνεται ότι ικανοποιούσε τις συναισθηματικές της ανάγκες. Είχε μεν την επώδυνη επίγνωση του καταναγκασμού της επανάληψης, αλλά ξεχνούσε τελείως τα συναισθήματα και ιδίως την έχθρα που την προκαλούσε. Επιπλέον, δεν είχε την παραμικρή γνώση για το ποιον μισεί, ποιον ήθελε να εκδικηθεί και για ποιο λόγο η επιθυμία της αυτή παρέμενε βαθιά ασυνείδητη.
Αυτά όλα συζητήθηκαν μέσα στη θεραπεία, μετά την 5η «ανέμελη-αδιάφορη» συνεδρία, όταν η Άννυ έδωσε περισσότερα χρήματα στη θεραπεύτρια, ζήτησε τα ρέστα και την οδήγησε να την αφήσει δευτερόλεπτα μόνη της στο γραφείο. Όταν έφυγε η Άννυ, η θεραπεύτρια αντιλήφθηκε ότι όλα τα χρήματα από το συρτάρι της είχαν εξαφανιστεί. Η πράξη αυτή «δήλωσε» την ανάγκη της για βοήθεια, αλλά και την ασυνείδητη επιδίωξή της για τιμωρία.
Στην εποπτεία της αργότερα, η θεραπεύτρια θυμήθηκε πως εκείνο το απόγευμα η Άννυ είχε πάει νωρίτερα στη θεραπεία και παρέμεινε στην αναμονή. Δεν ξεχώριζε τι λεγόταν όμως στο γραφείο όπου βρισκόταν ένας άνδρας ασθενής της θεραπεύτριας. Η Άννυ φαίνεται λοιπόν σαν να παρακολούθησε την φαντασιωτική συνεύρεση της θεραπεύτριας με έναν άνδρα, όπως κάθε βράδυ άκουγε των γονιών της τις αδιευκρίνιστες φωνές.
Έτσι ξεκίνησε η ουσιαστική σχέση της θεραπεύτριας με την Άννυ.
Περίπτωση 3η:
Η Στέλλα, ετών 18, βρίσκεται στον τρίτο χρόνο της θεραπείας της, με συχνότητα τρεις φορές την εβδομάδα. Η Στέλλα έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση σε ηλικία 10 ετών από φίλο του πατέρα της και στη συνέχεια περιστασιακά από φίλους του αδελφού της. Η Στέλλα πηγαίνει στον θεραπευτή αδιαμαρτύρητα και με συνέπεια, προσπαθώντας με κάθε τρόπο να καταργήσει το αναλυτικό πλαίσιο και το «χώρο» ανάμεσά τους.
Ο θεραπευτής αισθανόταν να δέχεται μεγάλη πίεση τις ώρες των συνεδριών, καθώς, μέσα από μηχανισμούς προβλητικής ταύτισης, τον υποχρέωνε να υιοθετεί συνεχείς ρόλους, ενώ εκείνη έπαιρνε πάντα ένα ρόλο συμπληρωματικό. Οι ρόλοι του παντοδύναμου σωτήρα, του βιαστή και της αδιάφορης μητέρας θεωρήθηκαν σαν αναπαραστάσεις εαυτού και αντικειμένου της ασθενούς που αναδιαδραματίστηκαν στη μεταβίβαση και αντιμεταβίβαση. Η πίεση για εκδραμάτιση, που συχνά επιβαρύνεται από την προβλητική ταύτιση, συγκρούεται με την ικανότητα κάποιου να διατηρήσει τον αναλυτικό χώρο και αντανακλά, βέβαια, και το τι συμβαίνει μεταξύ των δύο, δηλαδή θεραπευτή και θεραπευόμενου, όπως υποστηρίζει ο Ogden (1979). Η πίεση που ασκούσε η Στέλλα, προσπαθώντας να καταργήσει τα όρια, πέρασε και έξω από το αναλυτικό πλαίσιο με απανωτά τηλεφωνήματα, «φυσικά» αναπάντητα από τον θεραπευτή, στο χώρο του γραφείου, αλλά και του σπιτιού του. Ο ίδιος αισθανόταν ότι έπαιρνε τη μορφή ενός ψυχολογικού δράματος που εκτυλισσόταν μέσω των ενδοβλητικών και προβλητικών διαδικασιών μεταξύ τους, καθώς το «ως εάν» στη μεταβίβαση είχε καταργηθεί, δηλαδή βιώνοντας «σαν να ήταν αυτός η μητέρα», γεγονός που ενεργοποιούσε έντονες συναισθηματικές καταστάσεις.
Ξαφνικά, έπειτα από απουσία σε τρεις διαδοχικές συνεδρίες και πολλά βουβά τηλεφωνικά μηνύματα, η Στέλλα του ανακοίνωσε πως δεν θα ξαναπάει γιατί «δεν θέλει», αλλά και γιατί «δεν την καταλαβαίνει». Πηγαίνει, παρόλα αυτά, στην επόμενη συνεδρία υιοθετώντας μια στάση προκλητική, καθώς δε μιλάει και χτυπάει με τις γροθιές της τον τοίχο ή την καρέκλα που κάθεται. Τον προκαλεί να θυμώσει και να τη διώξει, όπως εξομολογήθηκε αργότερα. Ήταν μια θέση που ο θεραπευτής ήξερε, αφού πολλές φορές γινόταν η «μητέρα» που ξέρει, αλλά δεν μπορεί να τη σταματήσει. Βέβαια, όλες σχεδόν οι αναφορές του σε ό,τι γινόταν μεταξύ τους έμεναν πάντα ασχολίαστες. Ενώ δηλαδή δημιουργούσε ανάλογες καταστάσεις της παιδικής της ηλικίας, αρνιόταν να κάνει οποιαδήποτε σύνδεση.
Ο θεραπευτής αισθάνθηκε πως η επισήμανση της αρνητικής αυτής μεταβίβασης έχρηζε περαιτέρω διερεύνησης έξω από τη μεταβιβαστική σχέση και συγκεκριμένα στη στάση της Στέλλας σ’ όλα τα επίπεδα των διαπροσωπικών της συναλλαγών. Στην επόμενη συνεδρία του είπε ότι σταμάτησε να πηγαίνει και στην εργασία της και ότι και εκεί η διευθύντρια είναι έξαλλη μαζί της, επειδή ξαφνικά άνοιξε την πόρτα και έφυγε. Περιμένει ότι κι αυτός θα της επιτεθεί το ίδιο, αφού «παραμελεί τα καθήκοντά της». Η επιμονή της αυτή να θέλει να την τιμωρήσει γι’ αυτή την παράβαση καθήκοντος τον οδήγησε στο σχόλιο: «Αναρωτιέμαι για ποιο ακριβώς παιδικό φταίξιμο θα θέλατε να σας μαλώσω».
Την επόμενη μαθαίνει πως ζήτησε ν’ αλλάξει τμήμα στο Νοσοκομείο που εκπαιδευόταν και να ενταχθεί στο Μικροβιολογικό. Έπειτα από ένταση και από μια σειρά σιωπηλών συνεδριών, εκμυστηρεύεται πως δεν αντέχει την καινούργια της δουλειά στο μικροβιολογικό τμήμα του Noσοκομείου, όπου είναι υποχρεωμένη να βοηθάει παιδιά στην ούρηση και στη συλλογή κοπράνων και πως ένιωσε μεγάλη αγωνία, ίλιγγο, τάση προς έμετο καθώς της «κόλλησε» μια εικόνα στο μυαλό (λέει ξεσπώντας σε δάκρυα) από την οποία δεν μπορεί έκτοτε να απαλλαγεί. Η εικόνα που είχε ξυπνήσει μέσα της ήταν πως βρισκόταν πάνω στην κατά 7 χρόνια μικρότερη αδελφή της και την ακινητοποιούσε για να της χαϊδέψει τα γεννητικά όργανα. Η παραπάνω φαντασίωση επιβεβαιώνει την θεωρία του S. Freud (1918) ότι παιδιά που έχουν ήδη κακοποιηθεί από ενήλικα άτομα τείνουν να αποπλανήσουν μικρότερα παιδιά σαν ένα πρώτο παράδειγμα αναπαραγωγής του τραύματος, ταυτιζόμενα με το βιαστή ή τον επιτιθέμενο. Η τάση τους δε αυτή για την αποπλάνηση ευνοείται σε ένα πλαίσιο αποπλανητικής οικογενειακής ατμόσφαιρας.
Φαίνεται πως η μεγάλη ενοχή, που ζητάει τιμωρία καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την έχει κάνει ν’ απωθήσει το συμβάν αυτό για μεγάλο διάστημα της ζωής, αλλά και της θεραπείας της. Πυροδοτήθηκε όμως από τη θέα των γεννητικών οργάνων των μικρών αυτών παιδιών, αλλά και την ενοχή και το αίσθημα που βίωνε, δηλαδή τη δική της επικινδυνότητα προς τους άλλους. Αυτή ήταν που την ώθησε ν’ αποσυρθεί. Το πιο σοβαρό όμως είναι η ακλόνητη πεποίθηση της Στέλλας πως έχει ήδη καταστρέψει τη μικρή αδελφή της.
Σαφώς την ίδια εικόνα είχε η Στέλλα και για τον εαυτό της: πως είναι τελείως «κατεστραμμένη» μέσα της και ο θεραπευτής ως μοναδικός σωτήρας θα έπρεπε να την γλιτώνει συνεχώς απ’ το αίσθημα πως είχε τελειώσει, πως δεν πρέπει να σωθεί.
Αυτός ο ρόλος θύματος μπορεί να λειτουργούσε και ως άμυνα ώστε να μην επεξεργάζεται τις κρυμμένες ενεργητικές επιθυμίες. Φαίνεται, μάλιστα, πως οι εκδραματίσεις αυτές ήταν πιο έντονες όταν ο θεραπευτής ήταν γι’ αυτήν «αυστηρός κριτής ή βιαστής» και εκείνη βίωνε ένα μείγμα από καταστροφικές και ερωτικές επιθυμίες απέναντί του, τις ίδιες που βίωνε και σ’ αυτούς που προηγουμένως κατονόμαζε βιαστές. Οι καταστροφικές της φαντασιώσεις που αφορούν το παρόν, κρυβόντουσαν κάτω από την ασυνείδητη επιθυμία της να παραμένει θύμα των τραυμάτων του παρελθόντος. Αντί, δηλαδή, να αισθανθεί απειλούμενη εσωτερικά, ταυτιζόταν με τον δράστη σε τέτοιο βαθμό ώστε, σε κάποιες φάσεις, «κατόρθωσε» να κάνει και το θεραπευτή να αισθανθεί έντονο αίσθημα καταδίωξης από μέρους της και ώστε συχνά να εύχεται να σταματήσει η θεραπεία.
Σχόλια
Τραύματα της παιδικής ηλικίας αναδιαδραματίζονται στην εφηβεία ακόμα και από τη μη λεκτική, βρεφική ηλικία (Mc Dougall 1986).
Οι αποσυνδετικές εμπειρίες των βρεφικών τραυμάτων οδηγούν σε ασυνέχεια της ανάπτυξης και αναδιαδραματίζονται στην εφηβεία, συχνά σε μια κατάσταση ψυχικής αποσύνδεσης. Βέβαια, όταν τα εσωτερικά αντικείμενα είναι λίγο-πολύ ακέραια και το Εγώ αρκετά ώριμο, ο ίδιος ο ψυχισμός του ατόμου αναλαμβάνει την αποκατάσταση και επομένως την ανέλιξη από την ευθραυστότητα και σύγχυση της εφηβείας. Σε τέτοιες καταστάσεις, ο θεραπευτής λειτουργεί κυρίως σαν συμπληρωματικό Εγώ, χωρίς να ερμηνεύει αυτές τις εκδηλώσεις σαν αντιστάσεις στη μεταβίβαση. Έτσι, η θεραπευτική σχέση δεν επιτρέπει την επανάληψη αυτής της τραυματικής εμπειρίας, της ανεπάρκειας δηλαδή του περιβάλλοντος του εφήβου να «εμπεριέχει» το άγχος του.
Τα συναισθήματα και τα αναπτυξιακά επίπεδα της μεταβίβασης εναλλάσσονται γρήγορα στις θεραπείες με εφήβους και η συνολική πορεία της θεραπείας είναι μερικές φορές ταχεία και δραματική. Αυτό, σε συνδυασμό με τη μαζική χρήση της προβλητικής ταύτισης, δημιουργεί ασυνήθιστα ισχυρά αντιμεταβιβαστικά συναισθήματα και ο θεραπευτικός ρόλος και η ουδετερότητα του θεραπευτή τίθενται σε δοκιμασία (Αναστασόπουλος Δ., Τσιάντης Ι. 2002).
Συχνά δημιουργείται μια συναισθηματικά περίπλοκη κατάσταση με έντονες αντιδράσεις, όπου ο θεραπευτής θα πρέπει να εφαρμόσει μια προσέγγιση ευλύγιστη και ενσυναισθηματική με την ανάλογη βέβαια ευαισθησία, αλλά και τα όρια που θα του επιτρέψουν να ελέγχει τις αντιμεταβιβαστικές του αντιδράσεις. Οι M. Laufer και E. Laufer (1984) έχουν δείξει πως οι καταστροφικές ενορμήσεις συχνά εκδραματίζονται στη μεταβιβαστική σχέση της αναλυτικής εργασίας με εφήβους και συμβουλεύουν τον αναλυτή να έχει πάντα κατά νου το «μίσος» που αισθάνεται γι’ αυτόν ο έφηβος εξαιτίας του υποτιθέμενου παντοδύναμου ελέγχου που θεωρεί ότι ασκεί (Winnicott D. 1949).
Ο αναλυτής είναι δυνατόν ασυνείδητα να προβάλει ο ίδιος τις απωθημένες του επιθυμίες. Δεν εκπλήσσει η διαπίστωση ότι οι αναλυτές με τάση προς εκδραμάτιση έχουν ασθενείς με ίδια τάση. Εκπλήσσει περισσότερο το εύρημα ότι οι αναλυτές των οποίων η ζωή είναι περιορισμένη και ανεσταλμένη, έχουν συχνά ασθενείς που κάνουν εκδραματίσεις επανειλημμένα και κατάφωρα. Ίσως λοιπόν ασυνείδητα, οι αναλυτές αυτοί επικροτούν και συμμετέχουν σ’ αυτή τη συμπεριφορά (Greenson R. 1950).
Ο ψυχοθεραπευτής επίσης συχνά κατακλύζεται από το δικό του αίσθημα «αβοήθητου», καθώς και ένα αίσθημα σύγχυσης, λόγω των επιθέσεων καταστροφικότητας, οι οποίες στρέφονται είτε εναντίον του ίδιου του θεραπευτικού πλαισίου είτε εναντίον της ικανότητάς του να λειτουργήσει ως αναλυτής. Μια τέτοια κατάσταση, βέβαια, ενδέχεται να οδηγήσει και σε κατάρρευση του «πλαισίου» ως επανάληψη της αναπτυξιακής κατάρρευσης του εφήβου.
Στην εφηβεία χρειάζεται επομένως ο θεραπευτής να παρακολουθεί στενά και τα σχετικά μεγέθη «αισθημάτων παντοδυναμίας και αβοήθητου» και τον κίνδυνο που υπάρχει κάθε φορά να καταφύγει ο έφηβος σε κάποια μόνιμη διαστροφική λύση.
Αυτοί οι παράγοντες συνδυάζονται συχνά και δημιουργούν μια συναισθηματικά περίπλοκη κατάσταση με έντονες θεραπευτικές αντιδράσεις εκατέρωθεν. Άρα ο ψυχοθεραπευτής θα χρειαστεί να έχει τον έλεγχο των αντιμεταβιβαστικών του συναισθημάτων, ιδιαίτερα σε περίοδο όπου η πρόκληση απ’ τον έφηβο είναι έντονη, κυρίως γιατί η ναρκισσιστική απειλή που βιώνει μπορεί να τον οδηγήσει σε ακατάλληλους θεραπευτικούς χειρισμούς.
Επίσης οι ψυχοθεραπευτές παιδιών-εφήβων χρειάζεται να μπορούν να ελέγχουν τους δικούς τους βρεφικούς πόθους, όπως και των ασθενών τους που προβάλλονται επάνω τους. Όταν οι συγκρούσεις, προσβολές, μεταβιβαστικά συναισθήματα του εφήβου ακουμπούν τους ανεπίλυτους βρεφικούς πόθους του θεραπευτή, τότε αυτός τείνει να υπερασπίζεται τον εαυτό του απωθώντας αυτά τα συναισθήματα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις λοιπόν, αμυνόμενος, ασχολείται περισσότερο με τους κανόνες και την οριοθέτηση, παρά με την κατανόηση του υλικού.
Επίλογος
Η ψυχοθεραπεία με τους εφήβους είναι μια ψυχική συνάντηση δύο ανθρώπων που θα χρειαστεί να πλησιάσουν, να απομακρυνθούν, να αναβιώσουν, να θυμηθούν, να συγκινηθούν, να θυμώσουν, να τρομάξουν με στόχο την προώθηση της δευτερογενούς διαδικασίας και της απαρτίωσης.
Κλείνοντας λοιπόν θα υπογραμμίσουμε το πόσο σημαντικό εργαλείο της ψυχοθεραπείας με εφήβους είναι η γλώσσα και η έκφραση μέσα από την οποία εκφράζεται καθετί το επιθυμητό ή απαγορευμένο, αρκεί ο θεραπευτής να εναρμονίζεται με το όριο ανοχής των ανέκφραστων εσωτερικών ερεθισμάτων του εφήβου. Με το δεδομένο ότι η εφηβική προσωπικότητα βρίσκεται σε συνεχή ρευστότητα και ανασυγκρότηση, παρότι το «πλαίσιο» σε όλες του τις εκφάνσεις θα πρέπει να παραμένει σταθερό και ασφαλές, η θεραπευτική τακτική του ψυχοθεραπευτή εφήβων πρέπει να προσαρμόζει όταν χρειάζεται τις θέσεις της, πολύ συχνά με την βοήθεια της εποπτείας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αναγνωστόπουλος Δ, Λαζαράτου Ε. (1998) Εφηβική Ψυχιατρική. Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής, τόμος 15, τεύχος 1, σελ.11-14.
Αναστασόπουλος Δ, Τσιάντης Ι. (2002) Ζητήματα αντιμεταβίβασης στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία παιδιών και εφήβων: μια σύντομη ανασκόπηση. Στο Τσιάντης
Αναστασόπουλος Δ (Επιμ)) Η αντιμεταβίβαση στην ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία παιδιών και εφήβων. Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη.
Anastasopoulos D. (1988) Acting out during adolescence in terms of regression in symbol formation. Int. R. Psychoanal, 15: 177-186.
Bellak L. (1965) The concept of acting out: theoretical considerations, in Abt L.E. and Weissman S. (eds) Acting Out New York, Grune and Stratton, pp. 3-19.
Blos P. (1966) Discussion Remarks In A Developmental Approach to Problems of Acting Out. Monographs of the Journal of the Academy of Child Psychiatry, No 1.
Blum H. (1976) Acting out, the psychoanalytic process and interpretation. Annual Psychoanal, 4: 163-184.
Freud S. (1918): From the history of an infantile neurosis, S.E., vol. 17.
Greenson R. (1967) The technique and Practice of Psychoanalysis. London, Hogarth Press, Vol. 1.
Heimann P. (1950) On counter-transference. Int J of Psychoanal, 31: 81-84.
Josselyn I. (1965) The acting out adolescent, in Abt L.E. and Weissman S. (eds) Acting Out. New York, Grune and Stratton, pp. 40-67.
Klein M. (1930): The impact of symbol formation in the development of the Ego in Love, Guilt and Reparation. London, Hogarth Press, 1981.
Laufer M, Laufer E. (1984) Adolescence and developmental breakdown: A psychoanalytic view. New Haven, Yale University Press.
Mc Dougall J. (1986) Parent loss and Reconstruction of Trauma in The Reconstruction of Trauma: Its Significance in Clinical Work. Workshop Series of the American Psychoanalytic Association, Monograph 2: Edited by Arnold Rothstein, M.D. Madison CT, International Universities Press, Inc.
Ogden T. (1979) Projective Identification. Int. J. Psychoanal, 60: 357-373.
Rexford E. (ed) (1966) A Developmental Approach to the problems of Acting Out. New York, International University Press.
Varchevker A., Muir B. (1975) Acting out, rebellion and violence, in Meyerson S. (ed) Adolescence and Breakdown. London, George Allen and Urwin, p. 54-71.
Winnicott D. (1949) Hate in the Countertransference. Int. J. Psychoanal, 30: 69-75.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.