Βασίλης Καψαμπέλης
Ψυχίατρος, νοσοκομειακός γιατρός, και ψυχαναλυτής,
μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισιού.
Γενικός Διευθυντής της Εταιρείας Ψυχικής Υγείας
στο 13ο διαμέρισμα του Παρισιού.
σύναψις 10 [2008 – τόμος 04]
Μετάφραση
Κική Καψαμπέλη
* Διάλεξη στο συνέδριο της Εταιρείας του Rorschach και των προβλητικών μεθόδων γαλλικής γλώσσας, Παρίσι, Νοέμβριος 2006. Πρώτη δημοσίευση : Psychologie clinique et projective, τόμος 13, 2007, σ. 9-33, 2007.
Η ψυχαναλυτική ψυχοπαθολογία των ψυχωσικών καταστάσεων προτείνει ποικίλες προσεγγίσεις, πολλές φορές φαινομενικά αντιφατικές. Με άξονα σκέψης τη «σχέση με την πραγματικότητα», τη σταθερότερη αναφορά του Freud προκειμένου για τις ψυχώσεις, οδηγούμαστε στη μελέτη δύο εκφάνσεων της απάρνησης: απάρνηση της εξωδεκτικής πραγματικότητας (ό,τι συνιστά την «εξωτερική πραγματικότητα») και απάρνηση της ιδιοδεκτικής πραγματικότητας (ό,τι συνιστά τη βιολογική και ενορμητική ζωή)· η απάρνηση περιγράφεται έτσι ως απάρνηση της πραγματικότητας της επιθυμίας ή και της ύπαρξης του αντικειμένου. Με βάση αυτή την αντίληψη της απάρνησης, μπορούν να οριοθετηθούν διάφορες μορφές ψυχώσεων, ιδιαίτερα: η απάρνηση με δημιουργία νέας πραγματικότητας (παραληρηματικές ψυχώσεις), η απάρνηση με διχασμό του εγώ (μη παραληρηματικές ψυχώσεις) και η απάρνηση με ταύτιση με το αντικείμενο (διάφορες μανιοκαταθλιπτικές παθολογίες). Η σχιζοφρένεια εμφανίζεται ως ασταθής σχηματισμός, που εκφράζει διάφορες μορφές αποδιοργάνωσης αυτών των τριών τύπων ψύχωσης χωρίς όμως να συγχέεται μαζί τους· επομένως απαιτεί ιδιαίτερη κλινική περιγραφή.
Οι σκέψεις που ακολουθούν, και που αποσκοπούν στη σκιαγράφηση μιας γενικής συνοπτικής εικόνας των διαφόρων μορφών ψυχωσικής λειτουργίας με όρους ψυχαναλυτικής ψυχοπαθολογίας, γεννήθηκαν σε έναν συγκεκριμένο τόπο και έχουν μια ιστορία.
Ο τόπος είναι η Εταιρεία Ψυχικής Υγείας στο 13ο διαμέρισμα του Παρισιού, και ειδικότερα το Κέντρο Ψυχανάλυσης αυτού του οργανισμού, το οποίο ιδρύθηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’70 από την Evelyne Kestemberg, η οποία όμως το είχε προετοιμάσει σε συνεργασία με τον σύζυγό της, τον πρόωρα χαμένο Jean Kestemberg. Η ιδέα προέκυψε μέσα από τις συζητήσεις με ψυχιάτρους και ψυχαναλυτές όπως ο Philippe Paumelle, o Paul-Claude Racamier, o René Diatkine, o René Angelergues και ο Serge Lebovici, όλους σχεδόν τους προδρόμους της ψυχιατρικής τομεοποίησης –αυτής της τεράστιας ανάπτυξης της γαλλικής δημόσιας ψυχιατρικής από την δεκαετία του ’60. Ο σκοπός ήταν να δημιουργηθεί μια δομή για την ψυχαναλυτική προσέγγιση των μη νευρωσικών παθολογιών και ειδικότερα των ψυχωσικών, που θα είχε την ιδιαιτερότητα να στηρίζεται σε έναν οργανισμό τομεακής ψυχιατρικής. Η βασική αυτή ιδιαιτερότητα του Κέντρου Ψυχανάλυσης του 13ου διαμερίσματος, η ένταξή του, δηλαδή, σε μια δομή ψυχιατρικού τομέα, είχε ως συνέπεια την ανάπτυξη διαρκούς διαλόγου μεταξύ ψυχιάτρων και ψυχαναλυτών. Πολλές από τις επεξεργασίες που θα παρουσιασθούν στην συνέχεια έχουν άμεση σχέση με αυτή την ατμόσφαιρα κοινού στοχασμού.
Δεδομένου ότι το Κέντρο ήταν «τομεοποιημένος» οργανισμός, άνοιξε τις πόρτες του σε ασθενείς που είχαν ευθύς εξ αρχής, και εξακολουθούν να έχουν, χαρακτήρα «τυχαίου δείγματος», κάτι που συνιστά σημαντική κοινωνιολογική και επιδημιολογική διαφορά σε σχέση με προγενέστερες εμπειρίες σε αγγλόφωνες χώρες, όπου η ψυχαναλυτική προσέγγιση των ψυχώσεων αφορούσε, ως επί το πλείστον, ένα ήδη ευαισθητοποιημένο κοινό, που βασικά διατύπωνε οικειοθελώς το σχετικό αίτημα. Το Κέντρο μας επισκέπτονται ψυχωσικοί ασθενείς με δική τους πρωτοβουλία ή κατόπιν σύστασης του ψυχιάτρου τους να ακολουθήσουν μια ψυχοθεραπευτική ψυχαναλυτική προσέγγιση παράλληλα με την ψυχιατρική τπυς παρακολούθηση. Έτσι, ο τομεακός ψυχωσικός πληθυσμός που απευθύνεται στο Κέντρο Ψυχανάλυσης εμφανίζει μεγάλη ποικιλία παθολογιών: σχιζοφρένειες παντός τύπου, αλλά επίσης μη σχιζοφρενικές χρόνιες παραληρηματικές ψυχώσεις, άτομα με μη παραληρηματικές ψυχωσικές λειτουργίες, ασθενείς που παρουσίασαν επαναληπτικά οξέα παραληρηματικά επεισόδια, διάφορες μορφές ψυχογενούς ανορεξίας και γενικότερα ασθενείς που εντάσσονται στην κάπως ασαφή κατηγορία, η οποία άρχιζε μόλις εκείνη την εποχή, τη δεκαετία του ’70, να ενδιαφέρει τους γάλλους ψυχαναλυτές, υπό τη γενική ονομασία «οριακές (μεταιχμιακές) καταστάσεις» (bordeline).

Λόγω ίσως αυτής της ποικιλίας, άρα και λόγω της αναγκαιότητας να προσαρμοστούν ανάλογα οι προτεινόμενες θεραπείες, το Κέντρο Ψυχανάλυσης του 13ου διαμερίσματος δεν περιορίζεται στα δύο είδη κλασικής ψυχαναλυτικής προσέγγισης, την κλασική αναλυτική αγωγή (που στην πράξη εφαρμόζεται σπάνια) και την ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία πρόσωπο με πρόσωπο. Διαθέτει πολλές ομάδες ατομικού ψυχοδράματος (οι Kestemberg, ο Lebovici και ο Diatkine ήσαν από τους πρώτους που προσάρμοσαν αυτή την τεχνική στη Γαλλία, στη διάρκεια της δεκαετίας του ’50) και, ανάλογα με τις ενδείξεις, προτείνει ψυχοθεραπείες μυοχαλάρωσης, καθώς και θεραπείες «με ζεύγη» (ο ασθενής και δύο ψυχοθεραπευτές, ένας άνδρας και μια γυναίκα), τεχνική η οποία επινοήθηκε στο Κέντρο και προορίζεται για ασθενείς που δυσκολεύονται να λειτουργήσουν τόσο σε ατομική ψυχοθεραπεία όσο και στο ψυχόδραμα.
Με αφετηρία αυτές τις πολύπλευρες ψυχοθεραπευτικές πρακτικές, και χωρίς βέβαια να ξεχνάμε την εμπειρία της παράλληλης ψυχιατρικής αγωγής με την οποία αντιπαραβάλλονταν εκ των πραγμάτων στο βαθμό που οι ασθενείς συνέχιζαν να παρακολουθούνται από τον ψυχίατρό τους, άρχισε να προβάλλει μια σφαιρικότερη θεώρηση των ψυχωσικών παθολογιών και να διαγράφονται προοδευτικά οι ιδιαιτερότητες της γαλλικής ψυχαναλυτικής σκέψης γύρω από αυτές. Στην πραγματικότητα, η μελέτη της αγγλόφωνης βιβλιογραφίας, προγενέστερης της γαλλικής, στην οποία στηρίχθηκαν αρχικά οι πρόδρομοι, δεν επέτρεπε μια ομοιόμορφη θεώρηση της ψυχαναλυτικής προβληματικής των ψυχώσεων. Πριν από μερικά χρόνια, ο Gilbert Diatkine είχε γράψει ένα σύντομο κείμενο στο Bulletin de psychologie (Δελτίο ψυχολογίας) με τίτλο: «Οι αντιφάσεις της ψυχαναλυτικής θεωρίας των ψυχώσεων είναι επιδεκτικές διαλεκτικής συναρμογής;» (Diatkine, 1983), συνοψίζοντας, κατά τον καλύτερο τρόπο, τη σύγχυση του γάλλου αναγνώστη μπροστά σε μια βιβλιογραφία η οποία, τη δεκαετία του ’50, είχε ήδη πίσω της σχεδόν μια πεντηκονταετία ψυχαναλυτικών ερευνών γύρω από τις ψυχώσεις, τροφοδοτημένη από τα διαδοχικά μελετήματα του Freud, του Abraham και της Klein, για να αναφέρουμε μόνο τους βασικούς συγγραφείς. Γενικά, δύο μεγάλες κατευθύνσεις φαινόταν να ξεχωρίζουν –τότε, αλλά και τώρα ακόμα (Racamier, 1976, Kapsambelis, 1996):
Η σχέση με την πραγματικότητα
Δεδομένου του διιστάμενου και ενίοτε αλληλοσυγκρουόμενου χαρακτήρα αυτών των διαφόρων ρευμάτων –και αναφέρουμε εδώ μόνο τα δύο μείζονα, ενώ άλλες προοπτικές, όσες αναδεικνύονται από το έργο του Lacan λόγου χάρη, θέτουν από τη μεριά τους τις δικές τους ιδιαίτερες δυσκολίες–, είναι άραγε δυνατόν να σχεδιαγραφήσουμε σε αδρές γραμμές μια συνολική ψυχαναλυτική ψυχοπαθολογία των ψυχωσικών καταστάσεων, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την κλινική πολυμορφία τους όσο και τις διαφορές ανάμεσα στους εμπλεκόμενους αμυντικούς μηχανισμούς;
Η απλούστερη λύση θα ήταν να επιλέξουμε ως κατευθυντήρια γραμμή ό,τι εμφανίζεται στα κείμενα του Freud ως το κεντρικό στοιχείο της κατανόησης των ψυχωσικών καταστάσεων από πλευράς του, ανεξάρτητα από την προέλευση ή τον τύπο τους και ανεξάρτητα από το σε ποια στιγμή του έργου του μιλάει σχετικά. Αυτό το κοινό, ενοποιό στοιχείο φαίνεται να είναι η σχέση με την πραγματικότητα. Πράγματι, η θέση σύμφωνα με την οποία η ψύχωση αντιστοιχεί σε μια «απώλεια της πραγματικότητας» διατρέχει ολόκληρο το φροϋδικό έργο επί μία τεσσαρακονταετία και παραπάνω. Δύο σημεία αναφοράς πολύ απομακρυσμένα στο χρόνο αρκούν για να μας πείσουν. Το 1894, στο Οι ψυχονευρώσεις άμυνας, ο Freud (1894) περιγράφει το πώς οι ψευδαισθήσεις και οι παραληρηματικές ιδέες εμφανίζονται στις οξείες ψυχώσεις και παρατηρεί: «Το εγώ απομακρύνεται από την ασύμβατη παράσταση, η οποία όμως είναι αναπόσπαστη από ένα κομμάτι της πραγματικότητας, άρα το εγώ αποσπάται επίσης από την πραγματικότητα». Το 1938, στην Επιτομή ψυχανάλυσης, το ύστατο έργο του, ο Freud συνεχίζει να χρησιμοποιεί την ικανότητα του ατόμου να «παραμένει στην πραγματική ζωή» σαν κριτήριο για να χαράξει την βασική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους ψυχωσικούς ασθενείς και τους άλλους. Μεταξύ των δύο αυτών χρονολογιών, πλήθος παρατηρήσεων, σημειώσεων, σκέψεων λιγότερο ή περισσότερο επεξεργασμένων πιστοποιούν αυτή την εμμονή του Freud να χρησιμοποιεί την έννοια της «πραγματικότητας» κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα του ιδιοτυπίας των ψυχωσικών παθολογιών, ανεξάρτητα από τις επιμέρους αποχρώσεις τους. Και μάλιστα, μερικές φορές, την τάση του να τοποθετεί την «πραγματικότητα» σχεδόν σε θέση ψυχικού συστήματος (θεσμού). Για παράδειγμα, όταν παρατηρεί, στο κεφάλαιο «Η ψυχική προσωπικότητα» των Νέων διαλέξεων (Freud, 1933), ότι το «καημένο το εγώ υπηρετεί τρεις αυστηρούς αφέντες, τον εξωτερικό κόσμο, το υπερεγώ και το αυτό», ή ακόμη όταν περιγράφει τα βασικά χαρακτηριστικά των συγκρούσεων που χαρακτηρίζουν τις ψυχονοητικές παθολογίες, επισημαίνοντας, στο Νεύρωση και ψύχωση (Freud, 1924), ότι «η νεύρωση μεταβίβασης αντιστοιχεί στη σύγκρουση ανάμεσα στο εγώ και το αυτό, η ναρκισσιστική νεύρωση στη σύγκρουση ανάμεσα στο εγώ και το υπερεγώ, ενώ η ψύχωση στη σύγκρουση ανάμεσα στο εγώ και τον εξωτερικό κόσμο». Κι ας θυμηθούμε επίσης ότι στα κείμενα του 1911 εμφανίζονται μερικές ουσιαστικές διευκρινίσεις στην ίδια γραμμή σκέψης, και συγκεκριμένα η παρατήρηση ότι η «απώλεια της πραγματικότητας» στις ψυχωσικές καταστάσεις δεν πλήττει μόνο την ικανότητα επενέργειας σ’ αυτήν (πράγμα που ισχύει και για τους νευρωσικούς ασθενείς), αλλά συνεπάγεται και την απώλεια της «μέσα στη φαντασίωση». Με άλλα λόγια, για τον Freud, η «πραγματικότητα» στους ψυχωσικούς ασθενείς παύει να γίνεται αντικείμενο αναπαράστασης, και άρα να εισάγεται στη φαντασιωσική δραστηριότητα του ατόμου σε ποικίλους σχηματισμούς_ κάποιος μηχανισμός φαίνεται ότι ενεργοποιείται για να την παρεμποδίσει, εμπόδιο που μοιάζει να εμφανίζεται ακόμη και πριν από την συγκρότηση παραστάσεων –κάτι που δρα ίσως στο επίπεδο της αντιληπτικής δραστηριότητας, ή μάλλον της λιβιδινικής επένδυσης της αντιληπτικής δραστηριότητας.
Τι είναι όμως η «πραγματικότητα» στην ψυχανάλυση; Γνωρίζουμε ότι οι πρώτοι ψυχαναλυτές που ενδιαφέρθηκαν για τις ψυχώσεις –με τη σημαντική εξαίρεση της Melanie Klein–, υιοθέτησαν αυτονόητα την ιδέα μιας «απώλειας της πραγματικότητας στις ψυχώσεις». Στη δεκαετία του ’50, ένας από τους πρώτους γαλλόφωνους ψυχαναλυτές που ενδιαφέρθηκαν για τους σχιζοφρενείς, ο Paul-Claude Racamier, όριζε το ρόλο του ψυχοθεραπευτή τους ως «πρεσβευτή της πραγματικότητας» (Racamier, 1956). Αυτή η προφάνεια της σχέσης μεταξύ «ψύχωσης» και «πραγματικότητας» ανευρίσκεται επίσης στην προφροϋδική ψυχιατρική, και αν η «πραγματικότητα» κατέληξε να έχει κακή φήμη στην ψυχοπαθολογική σκέψη και στην ψυχιατρική θεραπευτική, τούτο συνέβη ακριβώς επειδή, σε επίπεδο τρέχουσας νοσηλευτικής θεραπευτικής, μια τέτοια προσήλωση στην «πραγματικότητα» κατέληγε σε θεραπευτικές αποφάσεις και πράξεις με βασικό άξονα μια ορισμένη «προσαρμογή στην πραγματικότητα». Προσαρμογή η οποία, σε συνδυασμό με τη σωφρονιστική συνιστώσα του ασυλικού περιβάλλοντος, κατέληγε να θέτει σοβαρά προβλήματα δεοντολογικής τάξης στη δράση ιατρών και νοσηλευτών στην ψυχιατρική.

Πράγματι, μια ορισμένη αντίληψη της πραγματικότητας, και της προσαρμογής σ’ αυτήν, εμπεριέχει τον κίνδυνο να περιστείλει ολοένα περισσότερο τη θεραπευτική σε ένα είδος συμπεριφορικoύ αυταρχισμoύ, έσχατη στόχευση του οποίου θα ήταν να καταστήσει την ψυχική ζωή του ατόμου, ή και γενικά τη ζωή του, συμβατή με τις προδιαγραφές του περιβάλλοντός του. Το συνακόλουθο θα ήταν η εκ των πραγμάτων εγκαθίδρυση μιας κάποιας αδιαφάνειας ως προς άλλες διαστάσεις της ψυχικής του ζωής, όπως η φαντασία, η διάκριση πραγματικότητας/αλήθειας, η επιθυμία…, απομακρύνοντας τελικά κάθε ελπίδα μιας πιο λεπτής κατανόησης των ψυχωσικών καταστάσεων. Μια τέτοια «ρεαλιστική» και «προσαρμοστική» προσέγγιση της ψυχοπαθολογίας των ψυχώσεων εμπεριέχει λοιπόν τον κίνδυνο να συναντήσει, προς τελική υποστήριξή της, μια άλλη αντίληψη, επίσης πολύ παλιά: την ελλειμματολογική (εκπτωτική), δηλαδή την κατανόηση της ψύχωσης με αφετηρία την έννοια του ελλείμματος (déficit), ιδέα που βρισκόταν ήδη στον πυρήνα του ορισμού της σχιζοφρένειας κατά τον Kraepelin. Καταλαβαίνει κανείς ότι η ελλειματολογική αντίληψη θα μπορούσε να παράσχει στην προσέγγιση του τύπου «απώλεια της πραγματικότητας» αντικειμενοποιό επιστημονική βάση, θέτοντας λόγου χάρη ως στόχο της την περιγραφή και την ανάλυση συγκεκριμένων ελλειμμάτων των ψυχωσικών ασθενών στη σύλληψη και την απαρτίωση των αντιληπτικών και γνωσιακών δεδομένων. Με λίγα λόγια, μια ψυχαναλυτική θεωρία της ψύχωσης βασισμένη στην «απώλεια της πραγματικότητας» θα μπορούσε να βρεθεί σε ρόλο γνώσης τύπου «βασικής επιστήμης» προορισμένης να εγγυηθεί επιστημονικά την ανέκαθεν εμπειρική παρατήρηση των κλινικών γιατρών –αλλά και του κοινού νου–, σύμφωνα με την οποία τα άτομα που προσβάλλονται από ψύχωση είναι «εκτός πραγματικότητας».
Ο Freud, παρά τους κινδύνους μιας τέτοιας εκτροπής –ο Kraepelin ήταν συγκαιρινός του και το έργο του τού ήταν γνωστό–, δεν επανήλθε ποτέ στον ορισμό της ψύχωσης ως «απώλειας της πραγματικότητας». Υπάρχει στα γραπτά του κάτι σαν ενδόμυχη πεποίθηση που διαπερνά σιωπηλά τις θεωρητικοποιήσεις του και επιβεβαιώνει τελικά αυτό που ήταν, δηλαδή, άνθρωπος του Διαφωτισμού και των φυσικών επιστημών του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα· μια πεποίθηση που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε «υλιστική», σύμφωνα με τις διαχωριστικές γραμμές που εμφανίζονται στη φιλοσοφία της εποχής του, σε αντίθεση με τις «ιδεαλιστικές» αντιλήψεις. Η πεποίθηση αυτή είναι ότι η «πραγματικότητα» υπάρχει, ότι δηλαδή έχει θέση και υπόσταση ανεξάρτητα από τον ψυχικό κόσμο του ατόμου, δηλαδή την «ψυχική πραγματικότητα» που είναι φτιαγμένη από παραστάσεις και φαντασιώσεις. Ότι ο κόσμος που μας περιβάλλει δεν είναι ούτε καθαρή δημιουργία του μυαλού ούτε καν αβέβαιη υπόθεση ορμώμενη από διεργασίες προβολής, υποτιθέμενες σαν οι μόνες που μας επιτρέπουν να τον συλλάβουμε_ υπάρχει ανεξάρτητα από αυτές, διότι δεν τοποθετείται σε συνέχεια με τον εσωτερικό κόσμο, αλλά σε σύγκρουση, και μάλιστα σε ρήξη, μαζί του.
Ποια είναι η λειτουργία, ποιο το όργανο ή ο ψυχικός τόπος που για τον Freud συσχετίζονται και μαρτυρούν γι’ αυτή τη μη αναγώγιμη στην ψυχική πραγματικότητα οντότητα, τούτο το «πέραν» της ψυχικής πραγματικότητας που δηλώνεται με τη λέξη «πραγματικότητα»; Η απάντηση του Freud είναι σαφέστατη επ’ αυτού: η «πραγματικότητα» ορίζεται από την αντιληπτική δραστηριότητα, στην αντίθεσή της με την παραστασιακή δραστηριότητα. Στην πρώτη τοπική, η αντίθεση παίρνει τη μορφή της ασυμβατότητας μεταξύ αντίληψης και ανάμνησης (αντίληψη και μνήμη, λέει ο Freud, αποκλείονται αμοιβαία), θέση που οδηγεί στην αναγκαιότητα επινόησης και περιγραφής διαφορετικών ψυχικών τόπων για την υποδοχή των προϊόντων αυτών των δύο τύπων ψυχικής δραστηριότητας: της δραστηριότητας της νοητικής απεικόνισης και φαντασίας, και της δραστηριότητας της αντιληπτήριας εγγραφής. Μετά την διατύπωση της δεύτερης τοπικής, η ίδια αντίθεση εμφανίζεται στη αντιπαράθεση ανάμεσα στο εγώ-ηδονή και το εγώ-πραγματικότητα. Έτσι, στην Άρνηση (Freud, 1925), δύο «διαδικασίες κρίσεως» θεμελιώνουν τις συγκρούσεις που διαπερνούν την ψυχική ζωή: μία «ποιοτική», «αξιoλογική», με προορισμό το χαρακτηρισμό των ψυχικών συμβάντων στη βάση της μεταβλητής αρέσκεια (ηδονή)/δυσαρέσκεια, και μία «ρεαλιστική», που έχει αποστολή να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα της όντως παρουσίας του αντικειμένου της επιθυμίας σε έναν κόσμο που να είναι εξωτερικός ως προς τον εσωτερικό κόσμο και ανεξάρτητος από αυτόν. Η ίδια αυτή αντίθεση άλλωστε, περνώντας από την έννοια του ναρκισσισμού, θεμελιώνει κατά τον Freud και την αδυναμία της ψυχαναλυτικής αγωγής να προσπελάσει τις ψυχωσικές καταστάσεις. Πράγματι, ας θυμίσουμε εδώ ότι, κατά τον Freud, η ψυχανάλυση δεν αποτελεί θεραπευτική αγωγή ειδικά των ψυχικών διαταραχών (δεν υπάρχει «ψυχογένεση» στα κείμενά του), αλλά αγωγή που προορίζεται δυνητικά για κάθε είδους διαταραχές χρησιμοποιώντας ειδικά ψυχικά μέσα. Αλλά αυτά ακριβώς τα ψυχικά μέσα θεωρεί ότι λείπουν στις ψυχώσεις: «απώλεια της πραγματικότητας» και ναρκισσισμός είναι οι δύο πτυχές της μη αναπαράστασης του αντικειμένου στην ψυχική ζωή αυτών των ασθενών. Και καθώς δεν υπάρχει δυνατότητα μεταβίβασης αν το αντικείμενο δεν αναπαρίσταται καν, έπεται ότι η ψυχαναλυτική αγωγή είναι αδύνατη στη συγκεκριμένη παθολογία.
Επανερχόμαστε λοιπόν στο αρχικό μας ερώτημα: τι είναι η πραγματικότητα στην ψυχανάλυση – αυτή η «πραγματικότητα» την οποία τόσο επίμονα επικαλούμαστε στις ψυχωσικές καταστάσεις; Είδαμε ότι ένας πρώτος ορισμός, όπως συνάγεται από τα φροϋδικά κείμενα, είναι ο ακόλουθος: η πραγματικότητα είναι ό,τι προέρχεται από την αντιληπτική δραστηριότητα. Η «πραγματικότητα» αντιπροσωπεύει επομένως ένα είδος εισβολής –η αντιληπτική δραστηριότητα δεν μπορεί να ελεγχθεί–, εξ ου και η δυνητικά «τραυματική» συνιστώσα που συνδέεται με αυτήν. Πρόκειται δηλαδή για δραστηριότητα, τα «προϊόντα» της οποίας επιβάλλονται στην ψυχική ζωή του ατόμου, προερχόμενα από έναν κόσμο «εξωτερικό» ως προς αυτήν, και παραμένουν τραυματικά όσο δεν γίνεται δυνατή η αναπαράστασή τους, δηλαδή η ένταξή τους σ’ ένα παραστασιακό σύστημα, το οποίο επιτρέπει αφενός την ελάφρυνση του φορτίου διέγερσης που φέρουν, χάρη στο δίκτυο συνειρμών που διαθέτει, αφετέρου την ανακάλυψη ή επινόηση του (πολλαπλού) νοήματός τους. Και ακριβώς σε σχέση με μια τέτοια σύλληψη της πραγματικότητας ως στενά συνδεόμενης με την αντιληπτική δραστηριότητα, ο Freud εισάγει μια σειρά όρων (απόρριψη, ακύρωση, κατάργηση…), την πλέον γενική μορφή των οποίων αντιπροσωπεύει η έννοια της απάρνησης ή αποποίησης (déni) (συχνά ως «απάρνηση της πραγματικότητας»).
Μια ουσιαστική διαφορά εγκαθιδρύεται εν προκειμένω σε σχέση με έναν άλλο όρο, απατηλά συμμετρικό, την άρνηση (négation): ενώ η άρνηση προϋποθέτει μια δραστηριότητα αναπαράστασης (κάποιο στοιχείο, ένα ψυχικό περιεχόμενο λόγου χάρη, απωθείται και στη συνέχεια ξαναγίνεται δεκτό, αλλά υπό αρνητική μορφή), η απάρνηση δηλώνει μια αμυντική δραστηριότητα η οποία, σε τελευταία ανάλυση, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι λαμβάνει χώρα «πριν» από κάθε μορφή αναπαράστασης, στο βαθμό που η άμυνα στοχεύει ένα αντιληπτικό δεδομένο. Συναντάμε επομένως εδώ μια έννοια που συζητείται ακροθιγώς στο φροϋδικό έργο, αλλά ο σημαντικός ρόλος της οποίας αναδεικνύεται πλήρως με τις εργασίες του Green (1993): την αρνητική ψευδαίσθηση, παραδοσιακό όρο της κλασικής ψυχιατρικής του 19ου αιώνα, που εξέφραζε αρχικά τον παθολογικό χαρακτήρα όχι μόνο εκείνου που γίνεται αντιληπτό ενώ δεν υπάρχει (η «θετική» ψευδαίσθηση της κλασικής κλινικής), αλλά και εκείνου που δεν γίνεται αντιληπτό, παρότι υπάρχει. Είναι γνωστό ότι, στον Πρόεδρο Σρέμπερ, ο Freud (1911) επισημαίνει το ενδιαφέρον αυτής της έννοιας για την κατανόηση των ψευδαισθητικών μηχανισμών· γνωρίζουμε επίσης την έκταση που προσλαμβάνει, με αφετηρία αυτή την έννοια, η κατηγορία του αρνητικού στο έργο του Green, σε σχέση με διεργασίες που συνδέονται στενά με τις ψυχωσικές διαδικασίες: φαινόμενα ρήξης των δεσμών (déliaison) κατά Bion και διεργασία της ενόρμησης θανάτου.
Όπως και να έχει το πράγμα, η απάρνηση, κατανοούμενη με αυτούς τους όρους, φαίνεται να υποδηλώνει στο φροϋδικό έργο μια πρωτογενή, ριζική διαδικασία, που συνίσταται στην απόρριψη της ίδιας της αντίληψης· καταλαβαίνουμε επίσης ότι η ενεργοποίηση ενός τόσο ριζικού μηχανισμού άμυνας (που εντέλει έχει ακρωτηριαστικές συνέπειες σε ολόκληρη την ψυχική δραστηριότητα) δεν νοείται παρά μόνο όταν το εγώ έχει σημαντικούς λόγους να προσφύγει σ’ αυτόν, κυρίως όταν η «εξοβελισμένη» κατ’ αυτό τον τρόπο αντίληψη φαίνεται να συνιστά αληθινή απειλή για την ακεραιότητα ή και για την επιβίωσή του. Και διακρίνουμε τέλος τη σχέση ανάμεσα στην προσφυγή σ’ ένα τέτοιου είδους αμυντικό μηχανισμό και το ναρκισσισμό.
Με αφετηρία αυτή την κεντρική έννοια της απάρνησης, υπό το πρίσμα των σχέσεών της με την πραγματικότητα και την αποτυχία της αναπαράστασής της, βλέπουμε να διαγράφονται δύο μεγάλες μορφές ψυχωσικών διεργασιών, που μπορούν μεν να συνδυαστούν σε μεταβλητούς βαθμούς, αλλά δεν παύουν να συνιστούν δύο αρκετά διαφορετικά μοντέλα «επιλογής της ψύχωσης»:
Οι ψυχώσεις απέναντι στην πραγματικότητα του εγώ και στην πραγματικότητα του αντικειμένου
Ας επανέλθουμε τώρα, εν συντομία, και για τελευταία φορά, στην έννοια της «πραγματικότητας» στην ψυχαναλυτική θεωρία. Προτείναμε να την ορίσουμε ως συγκροτούμενη από τα «προϊόντα της αντιληπτικής δραστηριότητας», την οποία εξετάσαμε στην αντίθεσή της με την παραστασιακή και την φαντασιωσική δραστηριότητα. Χρειάζεται ίσως οι διατυπώσεις μας να γίνουν ακριβέστερες. Γνωρίζουμε δύο πηγές της αντιληπτικής δραστηριότητας: η μία, εξωδεκτική, στηρίζεται στα πέντε όργανα των αισθήσεων και μας φέρνει σε επαφή με τον λεγόμενο εξωτερικό κόσμο· η άλλη, ιδιοδεκτική, μας φέρνει σε επαφή με μια άλλη πραγματικότητα, εξίσου εξωτερική προς την ψυχική πραγματικότητα, που άπτεται των σωματικών δραστηριοτήτων μας και γενικότερα της βιολογικής πραγματικότητάς μας. Συνεπώς, είναι κατά βάση εκείνη μέσω της οποίας η ενορμητική μας ζωή επιδιώκει να βρει τρόπο εκπροσώπησης και αναπαράστασης στην ψυχική μας ζωή.
Με αφετηρία αυτά τα δεδομένα, τι σημαίνει «αντιλαμβάνομαι» από τη σκοπιά του ψυχικού οργάνου; Πολύ σχηματικά, θα μπορούσαμε να προτείνουμε τις ακόλουθες υποθέσεις.
Από την σκοπιά της εξωδεκτικής αντιληπτικής δραστηριότητας, η αναπαράσταση της πραγματικότητας που της αντιστοιχεί (εκείνης την οποία αποκαλούμε «εξωτερική») παραπέμπει πρώτα απ’ όλα στην αναζήτηση ενός αντικειμένου που να μπορεί να ικανοποιήσει την ενορμητική ώση. Ξέρουμε ότι η αντικειμενοτροπικότητα (objectalité) προηγείται της αντικειμενικότητας (δηλαδή ότι, σύμφωνα με τη διατύπωση του Lebovici (1980), «το αντικείμενο επενδύεται προτού να γίνει αντιληπτό»). Ωστόσο, οι εργασίες του Winnicott έδειξαν ότι αυτή η πρoκαταρκτική επένδυση δεν είναι δυνατή παρά μόνο υπό την προϋπόθεση το αντικείμενο να είναι ήδη εκεί, ούτως ώστε ο εκκολαπτόμενος ψυχισμός να μπορέσει να σχηματίσει την αυταπάτη ότι το δημιούργησε εκείνος. Υπ’ αυτή την προϋπόθεση, η αυταπάτη λειτουργεί, και το αντικείμενο μπορεί να εμφανιστεί σαν καθαρή δημιουργία των προβολών επιθυμίας του ατόμου, δηλαδή σαν «υποκειμενικό αντικείμενο», σύμφωνα με την ορολογία του Winnicott. Η προϋπόθεση αυτή, το να είναι δηλαδή το αντικείμενο «ήδη εκεί», προϋποθέτει με τη σειρά της ότι το άτομο (το βρέφος) επενδύεται κι εκείνο ως αντικείμενο από τη μεριά του αντικειμένου του (επενδύεται από την αγάπη, τη μέριμνα, τις μητρικές φροντίδες)· με άλλα λόγια, ότι είναι το «αντικείμενο του αντικειμένου».
Υπό τις συνθήκες αυτής της εναρκτήριας αυταπάτης, το άτομο δεν έχει καμία ανάγκη να αντιληφθεί το αντικείμενο αλλιώς πέρα από «υποκειμενικά», δεν έχει δηλαδή ανάγκη να διερωτηθεί για την πραγματικότητα (την ύπαρξη) του αντικειμένου και της δικής του επιθυμίας, ανεξάρτητα από τη σχετική παράσταση που σχηματίζει. Οι συνθήκες αυτές όμως δεν είναι ούτε πάντοτε πραγματοποιήσιμες, ούτε καν ευκταίες, και η ανεξάρτητη από το άτομο πραγματικότητα του αντικειμένου δεν θα αργήσει να γίνει αισθητή. Γι’ αυτόν το λόγο ο Freud (1915), στο Ενορμήσεις και πεπρωμένα των ενορμήσεων, υποστηρίζει ότι ανακαλύπτουμε το αντικείμενο μέσα στο μίσος, δηλαδή σε συνθήκες «ματαίωσης», στέρησης ή έλλειψης: εκείνες ακριβώς, κατά τις οποίες το αντικείμενο παύει να είναι το αντικείμενο της ενόρμησης του ατόμου και εμφανίζεται σαν να κινείται από μια δική του ενορμητικότητα, η οποία μπορεί να επιλέξει, ή όχι, το άτομο ως αντικείμενο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ο Winnicott (1971) υποστηρίζει ότι μια «ημιτελής προσαρμογή στις ανάγκες [του βρέφους] καθιστά τα αντικείμενα πραγματικά, δηλαδή τόσο μισητά όσο και αγαπητά», πράγμα που σημαίνει ότι αυτή η εμπειρία «μη ικανοποίησης» επιτρέπει την εγκαθίδρυση μιας αντιληπτικής λειτουργίας ανεξάρτητης από τις προβολές των παραστάσεων του ατόμου, θεμελιώνοντας έτσι τόσο το αντικείμενο ως «πραγματικό» όσο και την κατηγορία που αποκαλούμε (εξωτερική) «πραγματικότητα». Στο ίδιο πνεύμα, ο Pasche (1969) γράφει σε κάποιο σημείο ότι «αντιλαμβάνομαι σημαίνει αγαπώ».
Έπεται ότι η διεργασία μέσω της οποίας η πραγματικότητα γίνεται αντιληπτή χωρίς να πλήττεται από απάρνηση είναι η ίδια εκείνη μέσω της οποίας το άτομο, το εγώ, καταλήγει να συγκροτήσει παραστάσεις του αντικειμένου ως ανεξάρτητου από το ίδιο το άτομο και διακινούμενου από την δική του προσωπική ενορμητικότητα. Κάτι που σημαίνει ότι η διεργασία αντίληψης της πραγματικότητας είναι η ίδια εκείνη μέσω της οποίας το εγώ αναπαριστά τον εαυτό του ως αντικείμενο του αντικειμένου, δηλαδή ως αντικείμενο των επιθυμιών του αντικειμένου του. Θα μπορούσαμε επομένως να συμπεράνουμε πως ό,τι αποκαλούμε «αρχή πραγματικότητας» δεν είναι τίποτε άλλο παρά η «αρχή της ηδονής» ενός άλλου, του οποίου είμαστε το εκούσιο ή ακούσιο αντικείμενο, και ότι η διεργασία εγκαθίδρυσης της «αρχής της πραγματικότητας» είναι η ίδια εκείνη μέσω της οποίας το αντικείμενο επιθυμίας γίνεται επιθυμούν αντικείμενο. Ή, σε μια συνοπτικότερη διατύπωση, η πραγματικότητα είναι η επιθυμία του άλλου.

Και αυτό πλέον μας οδηγεί κατ’ ευθείαν στην ψυχωσική προβληματική. Διότι πράγματι, στις ποικίλες εκδηλώσεις της ψυχωσικής παθολογίας, διακυβεύεται διαρκώς και έρχεται ασταμάτητα στο προσκήνιο ο τρόπος ακριβώς με τον οποίο το άτομο αναπαριστά την επιθυμία του άλλου (πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τη δική του επιθυμία) και βιώνει τον εαυτό του ως αντικείμενο του αντικειμένου του. Ο ψυχονοητικός αυτοματισμός, και γενικότερα οι εμπειρίες ξενοπάθειας, δεν εκφράζουν τάχα αυτή την κατοχή του εγώ από έναν άλλο, την παρουσία του οποίου το άτομο θεωρεί πως δεν είχε ούτε επιζητήσει, ούτε ιδιαίτερα ευχηθεί; Η ουσία όλων ανεξαιρέτως των παραληρηματικών ιδεών δεν έγκειται ακριβώς στην πεποίθηση του ατόμου ότι βρίσκεται στο στόχαστρο της επένδυσης ενός άλλου που το ίδιο δεν κάλεσε ποτέ; Και η κλινική παρατήρηση των οξειών ψυχώσεων δεν μας αποκαλύπτει μια υπερχειλίζουσα εξαίτηση του εξωτερικού κόσ-μου, την αίσθηση του ατόμου ότι βομβαρδίζεται από τα μηνύματα που του απευθύνουν μαζικά, σ’ αυτό προσωπικά, τα έμψυχα και άψυχα όντα που το περιβάλλουν;
Ας περάσουμε τώρα στην ιδιοδεκτική αντίληψη. Από τη σκοπιά του εγώ, η ενορμητική δραστηριότητα, η σωματική ζωή και η σωματική διέγερση εκπροσωπούν, και αυτές, μια «εξωτερική πραγματικότητα», υπό την έννοια ότι η βιολογική διάσταση του όντος διαθέτει μια ορισμένη εξωτερικότητα ως προς την ψυχική ζωή, και υπ’ αυτή την έννοια εκπροσωπεί, για τον ψυχισμό, μια αναγκαιότητα να τη λάβει υπόψη της και να την εκφράσει σε παραστάσεις· πρόκειται εδώ για ένα θεμελιώδες στοιχείο της φροϋδικής μεταψυχολογίας, το στοιχείο ακριβώς που την καθιστά «μετα-». Ωστόσο, τα όσα προέρχονται από την ιδιοδεκτική αντίληψη δεν είναι συμμετρικά προς τη λεγόμενη εξωτερική πραγματικότητα (την πραγματικότητα της εξωδεκτικής αντίληψης) και δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν κατά τον ίδιο τρόπο. Ο Freud μιλάει γι’ αυτό παρεμπιπτόντως στο Ενορμήσεις και πεπρωμένα των ενορμήσεων (1915), όταν εξηγεί ότι η μυϊκή δραστηριότητα, με την ικανότητά της να επενεργεί στην εξωτερικής προέλευσης διέγερση (ενώ είναι ανίσχυρη απέναντι στην εσωτερική διέγερση), οριοθετεί πολύ νωρίς ένα «εντός» και ένα «εκτός», ένα «εσωτερικό» και ένα «εξωτερικό». Έπεται ότι η ενορμητική διέγερση, όταν δεν βρίσκει πλήρη «κορεσμό» στην πραγματοποίηση της ικανοποίησης, δηλαδή όταν δεν επενδύεται εξ ολοκλήρου στο αντικείμενο, θα χρησιμέψει για να επενδυθεί ένας τόπος, ή μάλλον μια λειτουργία: η λειτουργία που έχει αναλάβει τη διαχείριση των διεγέρσεων, την αναζήτηση του αντικειμένου και ως εκ τούτου την ψυχική παράσταση αυτής της «πραγματικότητας του εντός», η οποία δεν προέρχεται από την εξωδεκτική δραστηριότητα, αλλά από την ιδιοδεκτική πραγματικότητα. Με δυο λόγια, η ενορμητική διέγερση θα χρησιμέψει στη συγκρότηση ενός συνόλου παραστάσεων τις οποίες ο Freud δηλώνει με τον όρο «εγώ».
Όπως έδειξαν πολλές εργασίες του Green (1983), θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι ακριβώς αυτήν την διακίνηση σταθερής επένδυσης ενός ψυχικού τόπου ο οποίος αντιπροσωπεύει την ιδιοδεκτική πραγματικότητα υποδεικνύει ο Freud, και πολύ νωρίς, ως εκείνη που σημαδεύει τη μετάβαση από την αρχή της αδράνειας στην αρχή της σταθερότητας. Και αυτή ακριβώς η «σταθερότητα» θα αποτελέσει στη συνέχεια το ενεργειακό υπόστρωμα εκείνου το οποίο θα ονομάσει «ναρκισσιστική επένδυση», όταν θα αποδεχθεί και θα ενσωματώσει στη θεωρία την υπόθεση ότι η λιβιδώ δεν κατευθύνεται αποκλειστικά προς τα αντικείμενα, αλλά μπορεί επίσης να επιλέξει ως «αντικείμενο αγάπης» το ίδιο το εγώ· θα μπορούσαμε μάλιστα να προσθέσουμε ότι, επιλέγοντας το εγώ ως αντικείμενο, μετατρέπει το εγώ σε «εγώ» με την έννοια υπό την οποία το εννοούμε στην ψυχανάλυση. Αργότερα, ο Freud θα γίνει ακόμα πιο σαφής ως προς τη συγκρότηση της επένδυσης αυτής, περιγράφοντας το εγώ ως προερχόμενο από το αυτό μέσω διαφοροποίησης, και στη συνέχεια, κατά τη δεκαετία του ’30, θα περιγράψει ακριβέστερα, επεξεργαζόμενος την έννοια της ταύτισης, τούτο το μερίδιο ενορμητικής επένδυσης που αφαιρείται από το αντικείμενο για να επενδυθεί στο «εγώ» αντιμετωπιζόμενο ως αντικείμενο. Κάτι που επίσης μας οδηγεί, από έναν άλλο δρόμο, στην ψυχωσική προβληματική: η αποτυχία «συγκράτησης» της ικανής και αναγκαίας επένδυσης ώστε να συγκροτήσει ένα «εγώ» που να έχει πάνω-κάτω εξασφαλισμένη σε κάθε περίσταση τη συνέχεια και ασφάλεια της ύπαρξής του δεν είναι ακριβώς η έκφραση του επαπειλούμενου ψυχωσικού κατακερματισμού; Δεν μαρτυρεί τις ρωγμές στη συγκρότηση των ταυτίσεών του; Και δεν πρόκειται και πάλι για την ίδια αποτυχία, όταν ο Freud παρατηρεί (στον Πρόεδρο Σρέμπερ, λόγου χάρη, ή στον Άνθρωπο με τους λύκους) ότι η ιδιαιτερότητα της ψυχωσικής προβολής έγκειται στο γεγονός ότι μια ενορμητική διακίνηση δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια από το εγώ, ότι επομένως πλήττεται από απάρνηση (όπως και μια εξωδεκτική αντίληψη), και κατά συνέπεια «καταργείται» και «αποβάλλεται» στον εξωτερικό κόσμο (κατάργηση και απόρριψη που η Melanie Klein θα ονομάσει «προβλητική ταύτιση» και ο Lacan «διάκλειση» [forclusion]);
Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι οι παρατηρήσεις αυτές οδηγούν σε ένα είδος δομικής υπόθεσης για τον ψυχισμό· στη διαπίστωση ενός θεμελιώδους ζεύγους αντιθέτων, η υπόθεση του οποίου διατρέχει υπόγεια το έργο του Freud, χωρίς να καταλήγει ποτέ σε συστηματική διατύπωση, εκτός ίσως στην Εισαγωγή του ναρκισσισμού: το ζεύγος αντιθέτων που σχηματίζεται από το εγώ και το αντικείμενο, ένα αληθινό «δίπολο» δηλαδή, ενεργειακό και λειτουργικό, με την έννοια που έχει ο όρος δίπολο στη φυσική, δηλαδή το «σύνολο δύο ίσων και ετερώνυμων ηλεκτρικών ή μαγνητικών φορτίων που βρίσκονται σε μικρή μεταξύ τους απόσταση» (Λεξικό Τριανταφυλλίδη). Ζεύγος αντιθέτων που συναντά τις επεξεργασίες αναλυτών όπως ο Francis Pasche, κυρίως όσον αφορά τις υποθέσεις του γύρω από τις έννοιες του ναρκισσισμού και του αντιναρκισσισμού (Pasche, 1969), καθώς και τη θέση που αποδίδει στην αντιληπτική δραστηριότητα ως «θύρας εισόδου» για την σύναψη σχέσεων με το αντικείμενο:
Καταλήγουμε έτσι σε μια κάποια αναδιατύπωση των μεγάλων διαχωριστικών γραμμών ανάμεσα στους διάφορους τύπους ψυχονοητικής λειτουργίας που προσφέρονται στην παρατήρησή μας. Δεν θα διστάζαμε να χαρακτηρίσουμε ως νευρωσική κάθε λειτουργία που παρουσιάζει ποικίλες μορφές σύγκρουσης, συμβιβασμού, συναρμογής, σύνθεσης ανάμεσα στην επιθυμία του εγώ για το αντικείμενο και την επιθυμία του αντικειμένου για το εγώ. Αυτό συνεπάγεται, για κάθε άτομο εξεταζόμενο μεμονωμένα, την ικανότητα να αγαπήσει και να αγαπηθεί (Pasche) και, βέβαια, να μισήσει και να μισηθεί, δηλαδή την ικανότητα να σχηματίσει για τον εαυτό του μια παράσταση ταυτόχρονα υποκειμένου και αντικειμένου λιβιδινικής επένδυσης. Μετράει κανείς εδώ τη αποφασιστική σημασία της οιδιπόδειας οργάνωσης και αντιλαμβάνεται το ενδιαφέρον της προσέγγισης της Melanie Klein, που υποθέτει μια μορφή Οιδιπόδειου στην ουσία από τις απαρχές της ζωής· όχι το Οιδιπόδειο που συνεπάγεται τη διαφορά των φύλων, όπως περιγράφηκε από τον Freud –και που όντως δεν είναι εφικτό παρά αρκετά αργότερα–, αλλά μία διαδικασία χάρη στην οποία το ερώτημα «ποιο είναι το αντικείμενο του αντικειμένου» τίθεται πολύ νωρίς. Αυτό ακριβώς εξέφρασαν, στη γαλλική ψυχαναλυτική φιλολογία, ο Denise Braunschweig και ο Michel Fain (1975) με τη διπλή πολικότητα του πρωτογενούς αντικειμένου, μητέρας και ερωμένης, στο Η μέρα, η νύχτα. Και εννοείται βέβαια ότι αυτοί οι γενικά νευρωσικοί τρόποι λειτουργίας εμπεριέχουν όλη την κλίμακα της ακατάπαυστης διαπλοκής γνώση / αναγνώριση / παραγνώριση την οποία συνεπάγεται η διαρκώς ταυτόχρονη αναπαράσταση του εγώ και του αντικειμένου: του εγώ όπως είναι, όπως νομίζει το ίδιο ότι είναι και όπως το βλέπει ο άλλος· του αντικειμένου όπως το αναζητά κανείς και όπως το βρίσκει ή το ξαναβρίσκει ή νομίζει πως το βρίσκει ή το ξαναβρίσκει. Αστείρευτη πηγή παρεξηγήσεων (αυτών που βρίσκονται συνήθως στην καρδιά της ερωτικής και γενικότερα ενορμητικής ζωής των ανθρώπινων όντων), αλλά και άνοιγμα προς την έκπληξη και το τυχαίο –τα οποία, αν και δεν μας εγγυώνται την ευτυχία, τουλάχιστον εισάγουν μια συγκρουσιακότητα που μας επιτρέπει να ελπίζουμε σ’ αυτήν.

Αντίθετα, αρχίζουμε να εισερχόμαστε σε μια λειτουργία ψυχωσικού τύπου από τη στιγμή που το εγώ βρίσκεται υποχρεωμένο να αναπτύξει μηχανισμούς απάρνησης, κάτι που, σύμφωνα με την υπόθεση που υιοθετήσαμε στο παρόν κείμενο, συνίσταται στην άρνηση του επιθυμούντος χαρακτήρα του αντικειμένου ως προς το άτομο. Εδώ εντάσσονται οι ψυχοπαθολογικές καταστάσεις όπου το εγώ δυσκολεύεται ή αδυνατεί να συγκροτηθεί ως αντικείμενο επένδυσης (και άρα να συγκροτήσει παραστάσεις του εαυτού του ως αντικειμένου επένδυσης): είτε επειδή βρίσκεται αντιμέτωπο με μια επιθυμία του άλλου που βιώνει ως ανυπόφορα τραυματική, είτε επειδή βρίσκεται σε διαμάχη με ορισμένες εκφάνσεις της δικής του ενορμητικής ζωής (κάτι που καταλήγει στο ίδιο, διότι αυτές οι ενορμητικές απαιτήσεις, με την επιλογή αντικειμένου που συνεπάγονται, μετατρέπουν το εγώ σε ένα αντικείμενο για το οποίο δεν θέλει να ξέρει τίποτα).
Με αφετηρία αυτόν τον γνώμονα είχαμε αναφερθεί προηγουμένως στις διάφορες κατηγορίες «επιλογής της ψύχωσης» που προσφέρονται στην κλινική μας παρατήρηση. Ας τις επαναδιατυπώσουμε χρησιμοποιώντας τον άξονα που επιλέξαμε εδώ και διευκρινίζοντας πλέον ότι θα ήταν πιο σωστό να επισημάνουμε όχι δύο αλλά τρεις μείζονες μορφές ψυχωσικής ψυχονοητικής λειτουργίας που, με βάση τις ιδέες που προτείναμε για την πραγματικότητα και την επιθυμία του αντικειμένου, θα μπορούσαν να ενταχθούν σ’ αυτό το πλαίσιο:
Ψύχωση και σχιζοφρένεια
Οι προηγούμενες αναπτύξεις καθιστούν αναγκαίες τρεις παρατηρήσεις.
Η πρώτη παρατήρηση αφορά την αντιστρόφως συμμετρική σχέση μεταξύ παραληρηματικών και μη παραληρηματικών ψυχώσεων. Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι στις παραληρηματικές ψυχώσεις η απάρνηση της ιδιοδεκτικής πραγματικότητας φαίνεται να «δημιουργεί» εξωδεκτική πραγματικότητα, δηλαδή να παράγει ψευδαισθήσεις και παραληρηματικές ιδέες. Ο ενεχόμενος μηχανισμός (που περιγράφει και ο Freud, αλλά που ανέπτυξε κυρίως η Klein) είναι γνωστός· έγκειται στην προβολή («προβλητική ταύτιση») μιας μη αποδεκτής από το εγώ ενορμητικής διακίνησης, η οποία έτσι «εξεικονίζεται» μέσα στην εξωτερική πραγματικότητα: η εξωτερική πραγματικότητα επωμίζεται, «αναλαμβάνει την ευθύνη», κατά κάποιο τρόπο, αυτής της ενορμητικής διακίνησης, η εξόρμηση, που το εγώ αρνείται να επωμισθεί, «ενσαρκώνεται» μέσα στο αντικείμενο. Αντιστρόφως, στις μη παραληρηματικές ψυχώσεις, το σημείο αφετηρίας φαίνεται να είναι η απάρνηση της εξωδεκτικής πραγματικότητας (της επιθυμίας του αντικειμένου και γενικότερα του αντικειμένου ως επιθυμούντος), απάρνηση που οδηγεί στην «δημιουργία» ιδιοδεκτικής πραγματικότητας, με την έννοια ότι η εσωτερική πραγματικότητα χωρίζεται στα δύο, οδηγώντας στην οριστική συγκατοίκηση δύο «εγώ» χωρίς σχέσεις μεταξύ τους. Δεν είναι του παρόντος κειμένου η περαιτέρω διερεύνηση της ιδέας αυτής, που μοιάζει να υποδηλώνει αντιστρόφως συμμετρικούς μηχανισμούς ανάμεσα στις διάφορες ψυχωσικές αμυντικές μεθόδους που μετέρχεται ο ψυχισμός μας αντιμέτωπος με το δίπολο εγώ/αντικείμενο.
Η δεύτερη παρατήρηση σχετίζεται με το ναρκισσισμό. Θα ήταν αδύνατο βέβαια να αναφερθούμε εδώ σε όλες τις πτυχές αυτής της πολυσύνθετης έννοιας, που εγκαταλείφθηκε λίγο-πολύ από τον Freud μετά την καμπή της δεκαετίας του 1920. Πάντως, αν περιοριστούμε στον κοινότερο τρόπο με τον οποίο γίνεται δεκτός ο όρος στο φροϋδικό έργο, δηλαδή ως λιβιδινική επένδυση του εγώ που ανταγωνίζεται την επένδυση αντικειμένου, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε ότι οι τρεις ψυχωσικές λύσεις που προαναφέραμε έχουν όλες το κοινό στοιχείο ότι διασώζουν την επένδυση του εγώ. Στην περίπτωση των παραληρηματικών ψυχώσεων, το αντικείμενο κατασκευάζεται βάσει στοιχείων που ανήκουν στην ιδιαιτερότητα του εγώ, δηλαδή με τρόπο που να παραγνωρίζει την διάσταση του αγνώστου που χαρακτηρίζει γενικά το αντικείμενο. Στην περίπτωση των μη παραληρηματικών ψυχώσεων, το αντικείμενο κατασκευάζεται με μοντέλο το φετιχιστικό αντικείμενο, είναι δηλαδή αντικείμενο δυνητικά «άψυχο» ή τουλάχιστον στερούμενο δικών του επιθυμιών, και επιτελεί προφανή καθήκοντα ναρκισσιστικού εγγυητή για το εγώ. Στην περίπτωση των μανιοκαταθλιπτικών ψυχώσεων, η ταύτιση με το αντικείμενο ανακτά μέσα στο εγώ ολόκληρη την επένδυση που κανονικά προορίζεται για το αντικείμενο – και άλλωστε τον όρο «ναρκισσιστική ταύτιση» χρησιμοποιεί και ο Freud για να εξηγήσει αυτή τη διεργασία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι η ψυχωσική λειτουργία όπως περιγράφεται εδώ, χωρίς διάκριση μεταξύ των διαφόρων μορφών της, χαρακτηρίζεται από τη δυσκολία του ατόμου να βιώσει την ένταση του διπόλου εγώ/αντικειμένου με τρόπο που ο πόλος του εγώ να μην απειλείται διαρκώς από τις εκδηλώσεις του αντικειμένου και κυρίως από την επένδυση που το αντικείμενο απαιτεί εκ μέρους του εγώ.
Η έννοια αυτή δεν είναι καθόλου καινούρια, θεωρείται μάλιστα κλασική στην ψυχοπαθολογία των ψυχωσικών καταστάσεων. Είναι χρήσιμο ωστόσο να την υπενθυμίσουμε εδώ, διότι οι διάφορες ψυχωσικές καταστάσεις που εξετάσαμε συνοπτικά μας δείχνουν και κάτι άλλο: ότι η δυσκολία στην απρόσκοπτη και αρμονική πρακτική του διπόλου εγώ/αντικειμένου δεν έγκειται τόσο στην επένδυση του αντικειμένου· είναι προφανές ότι ο ψυχισμός βρίσκει πάντα τρόπο να επενδύσει ένα κάποιο αντικείμενο έτσι που όχι μόνο να μην απειλείται η ναρκισσιστική του οργάνωση, αλλά και να βγαίνει ενισχυμένη –και άλλωστε είναι αμφίβολο αν μπορεί να υπάρξει η παραμικρή ψυχική ζωή χωρίς επένδυση αντικειμένου. Η αληθινή απειλή είναι η επιθυμία που απευθύνει το αντικείμενο στο εγώ, δηλαδή το μέρος εκείνο του αντικειμένου που δεν συμμορφώνεται με την προερχόμενη από το εγώ ενορμητική κίνηση κι ωστόσο του επιβάλλεται –είτε αυτή η «επιθυμία του αντικειμένου» είναι αποκλειστικά δική του είτε προέρχεται από μια ενορμητική κίνηση του ατόμου την οποία το εγώ του αρνείται να αποδεχτεί. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι σ’ αυτήν ακριβώς την ιδιότητα του αντικειμένου έγκειται ο εξαιρετικά τραυματικός χαρακτήρας του –για όλους μας και όχι μόνο για τις ψυχώσεις, έστω και αν, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι οι μόνες που αρνούνται να αποδεχθούν αυτή την κατάσταση πραγμάτων και περνούν ανοιχτά στην αντίσταση.
Η τρίτη παρατήρηση χρειάζεται εκτενέστερη ανάλυση. Είναι θεμιτό να θέσει κανείς το εξής ερώτημα: πού τοποθετείται σε σχέση με όλα αυτά η σχιζοφρένεια; Πού εισέρχεται σ’ αυτό το σχήμα, στο βαθμό που αυτό φιλοδοξεί να καλύψει το σύνολο των ψυχωσικών τρόπων λειτουργίας; Ποιους μηχανισμούς ψυχικής λειτουργίας χρησιμοποιεί αυτή η τόσο πρωτεϊκή παθολογία, που παραληρεί με τρόπο ελλιπή και ατελέσφορο, που εμφανίζει καταθλίψεις ασταθείς ή αβαθείς (ή που, όταν τις παρουσιάσει, πηγαίνει διά μιας στην αυτοκτονία), που αρπάζεται τόσο πολύ από τον περιβάλλοντα κόσμο ώστε δύσκολα θα την έλεγε κανείς αυτιστική, που μοιάζει υπερβολικά απρόβλεπτη ή αποδιοργανωμένη ώστε να εγκαταστήσει συγκεκριμένη σχέση αντικειμένου, έστω και παθολογική –και που παρ’ όλα αυτά συγκροτεί μια παθολογία με πολύ συγκεκριμένα και τυπικά χαρακτηριστικά;
Παρατηρεί κανείς ότι οι διάφορες μορφές ψυχωσικής ύπαρξης, που περιγράψαμε σε αδρές γραμμές προηγουμένως, συγκρινόμενες με τη σχιζοφρένεια –με τις «σχιζοφρένειες», κατά τον Bleuler, που είχε, και δικαίως, χρησιμοποιήσει τον πληθυντικό για να τις καλύψει–, παρουσιάζουν ένα θεμελιώδες κοινό στοιχείο: μοιράζονται μεταξύ τους, και με τις διάφορες μορφές νευρωσικής παθολογίας, τη βασική ψυχική δομή, το θεμελιώδες δίπολο που σχηματίζεται από το εγώ και το αντικείμενο. Βέβαια, με τον τρόπο τους: μεταστρέφοντας, παραχαράζοντας, τροποποιώντας βαθιά το νόημα και του ενός και του άλλου. Έχουν όμως οικοδομηθεί βασισμένες σ’ αυτή τη θεμελιώδη θέση και όλη η δημιουργικότητά τους εξαντλείται στην αναζήτηση ενός τρόπου ενορχήστρωσης αυτής της διαλεκτικής εγώ/αντικειμένου ούτως ώστε να μην είναι πάρα πολύ απειλητική για την εύθραυστη ισορροπία τους. Υπάρχει κάτι σαν αποδοχή της διάκρισης εγώ/αντικείμενο στις διάφορες μορφές ψυχωσικής λειτουργίας που εξετάσαμε μέχρι τώρα. Μιας διάκρισης που δεν είναι βέβαια νευρωσικού τύπου· είναι ανησυχητική, τραυματική, χρειάζεται αδιάκοπη επιτήρηση και δαπανηρές διευθετήσεις για να μπορέσει να λειτουργήσει. Είναι όμως σιωπηρά αποδεκτή, και στην πραγματικότητα εντελώς παρούσα, επιβάλλοντας την κολοσσιαία αμυντική εργασία την οποία αναλαμβάνουν οι διευθετήσεις αυτές, σαν ένα έργο που πολύ θα ήθελαν να αποφύγουν, αλλά που δεν μπορούν.
Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο η σχιζοφρένεια διαφέρει από το σύνολο των ψυχωσικών καταστάσεων που είδαμε ως τώρα. Από την αρχή της ψυχικής ζωής, ίσως ήδη από την ενδομήτρια ζωή, και ως την ώρα της ήβης, το δίπολο εγώ/αντικείμενο δεν παύει να εξελίσσεται, να μετασχηματίζεται, να ανακαλύπτει για το ίδιο νέα διακυβεύματα και νέες εκφραστικές μορφές. Έπειτα έρχεται η ενήβωση και η εφηβεία, αυτός ο «τέταρτος οργανωτής», κατά την Evelyne Kestemberg (η οποία δανείζεται τον όρο από τις γνωστές εργασίες του René Spitz). Και ο ερχομός αυτός σηματοδοτεί το τέλος της μακράς πορείας του διπόλου εγώ/αντικείμενο: σε καθαρά ψυχοσεξουαλικό επίπεδο, και παρά την απειρία των παραλλαγών και τις παλινδρομικές ή μετασχηματιστικές ταλαντεύσεις που θα επακολουθήσουν, η εξέλιξη έχει τελειώσει, ένα εφεξής έμφυλο εγώ που στηρίζεται σε ένα ενήλικο σώμα βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα εφεξής γενετήσιο αντικείμενο. Ίσως να υπάρχουν παθολογίες –σκέφτομαι λόγου χάρη τον αυτισμό– που ενδέχεται να αντιπαρέρχονται αυτή την πορεία, που κατορθώνουν δηλαδή να κατασιγάσουν, ψυχικά, τόσο τους μετασχηματισμούς του σώματος όσο και τις εξαιτήσεις του αντικειμένου. Η ψυχοπαθολογία των ενηλίκων, αυτή που μας ενδιαφέρει ειδικότερα εδώ, νευρωσική ή ψυχωσική, περνά αναγκαστικά από τούτο τον κοινό δρόμο, η μεν νευρωσική για να βρει τα εφόδια που επιτρέπουν αυτή την εξέλιξη σε μια σχετική αρμονία, δηλαδή συγκρουσιακότητα, μεταξύ επιθυμίας του εγώ και επιθυμίας του αντικειμένου, η δε ψυχωσική για να εισέλθει στη δαιδαλώδη διεργασία παραχάραξης της επιθυμίας του αντικειμένου την οποία ορίσαμε, στο παρόν κείμενο, σαν απάρνηση της πραγματικότητας και ψύχωση.
Η σχιζοφρένεια ξεφεύγει εν μέρει από τα σχήματα αυτά. Πλησιάζει τον αυτισμό –χρειάζεται να υπενθυμίσουμε ότι ο όρος επινοήθηκε για κείνην; –, αλλά δεν είναι αυτισμός, γιατί υποψιάζεται, και πολύ καλά μάλιστα, την φύση της πραγματικότητας του αντικειμένου και τον αναπότρεπτο χαρακτήρα της. Πλησιάζει το παραλήρημα, τις ναρκισσιστικές ταυτίσεις της μανίας ή της μελαγχολίας, την πραγμοποίηση και φετιχοποίηση του αντικειμένου –αλλά ούτε αυτά είναι: αυτοί οι μηχανισμοί αντιπροσωπεύουν λύσεις που η σχιζοφρένεια μπορεί ενδεχομένως να χρησιμοποιήσει ευκαιριακά, που συμβαίνει να επισημάνουμε στην πορεία της, αλλά τις οποίες δοκιμάζει χωρίς μεγάλη πεποίθηση, διότι ξέρει ότι το αντικείμενο είναι προορισμένο να της ξεφεύγει αδιάκοπα· θα μπορούσαμε να πούμε ότι, από αυτή την άποψη, τρέφει μάλλον λιγότερες αυταπάτες σχετικά με το αντικείμενο απ’ ό,τι οι άλλες ψυχώσεις, ίσως ακόμα και από πολλές νευρώσεις. Η σχιζοφρένεια παραμένει επομένως για καιρό, μερικές φορές αιωνίως, σε έναν «ενδιάμεσο χώρο», με την έννοια ότι είναι «και τα δύο μαζί»: με το αντικείμενο και χωρίς εκείνο και άρα με το εγώ και χωρίς το εγώ. Αυτό ακριβώς, κατά την άποψή μας, υπογραμμίζει η έννοια της παραδοξότητας την οποία επεξεργάστηκε ο Racamier (1978) στο Οι σχιζοφρενείς.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, υπό κάποια έννοια, η σχιζοφρένεια δεν είναι νόσος, αλλά «νόσος των νόσων» (Kapsambelis, 2000), δηλαδή μια πάθηση που πλήττει τις ίδιες τις παθήσεις, αν με τον όρο «πάθηση» ή «νόσος» εννοούμε μία μορφή οργάνωσης, η οποία μπορεί να γίνει κατανοητή, να παράγει μια ορισμένη ψυχική διεργασία και να φέρει ένα ορισμένο νόημα. Διότι το δίπολο εγώ/αντικείμενο αποτελεί μια θεμελιώδη δομή, βάσει της οποίας θα αναδυθούν ορισμένες ψυχοπαθολογικές οργανώσεις, όπου συγκαταλέγονται και οι διάφορες ψυχώσεις όπως τις περιγράψαμε εδώ. Ενώ η σχιζοφρένεια διερμηνεύει ακριβώς τον επισφαλή χαρακτήρα, την «νόσηση» της θεμελιώδους δομής αυτής καθαυτής, την παρατεταμένη απροσδιοριστία ως προς την οργανωτική αξία του εν λόγω διπόλου. Από αυτή την άποψη, η σχιζοφρένεια παραμένει το πρότυπο της μη επιλογής και ίσως μάλιστα της μη επιλογής τόσο της ψύχωσης όσο και της νεύρωσης. Από αυτό απορρέει κατά πάσα πιθανότητα και ο κλινικός πολυμορφισμός της: «ψευδονευρωσική», όπως λεγόταν παλαιότερα («σχιζοτυπική διαταραχή» σήμερα), δηλαδή νεύρωση, αλλά χωρίς ειρμό και συνοχή, αποδιοργανωμένη· «παρανοειδής», δηλαδή αποδιοργανωμένη παράνοια· «δυσθυμική» ή «σχιζοσυναισθηματική», δηλαδή αποδιοργανωμένη μανιοκαταθλιπτική ψύχωση ή και «ηβοειδοφρενική», δηλαδή αποδιοργανωμένη ψυχοπαθητικότητα. Και πάνω απ’ όλα, έστω και αν η μορφή αυτή ευτυχώς δεν είναι η συχνότερη, «ηβηφρενο-κατατονική», δηλαδή μια κατάσταση ψυχικής απολίθωσης και αποδιοργάνωσης διαρκείας, η σοβαρότερη κλινική μορφή της σχιζοφρένειας, που πλήττει νωρίτερα απ’ όλες τις άλλες, σαν για να υπογραμμίσει αυτό για το οποίο γίνεται λόγος εδώ: δηλαδή τη διεργασία προοδευτικής διάσπασης και αποσύνθεσης της ψυχικής ζωής μπροστά στην αποτυχία εγκαταστάσεως του τέταρτου και τελευταίου οργανωτή της ψυχοσεξουαλικής ζωής μας, από τη στιγμή της ενήβωσης, στην αρχή-αρχή της εφηβείας και στα επόμενα κρίσιμα χρόνια.
Ξέρουμε ότι η διάκριση ανάμεσα στη σχιζοφρένεια και τις άλλες ψυχώσεις είναι κλασική στη γαλλόφωνη ψυχοπαθολογία, ενώ ποτέ δεν υιοθετήθηκε ουσιαστικά ούτε από την ψυχιατρική ούτε από την ψυχανάλυση αγγλικής γλώσσας. Από τη σκοπιά των υποθέσεων που αναπτύξαμε εδώ, βλέπουμε ότι, αν η διάκριση αυτή αξίζει να διατηρηθεί, δεν είναι επειδή η σχιζοφρένεια παρουσιάζει κάποιους ειδικούς, διαφορετικούς μηχανισμούς ψυχωσικής ύπαρξης σε σχέση με τις άλλες ψυχώσεις, παραληρηματικές, μη παραληρηματικές ή τις λεγόμενες «συναισθηματικές». Αν η σχιζοφρένεια διαφέρει από τις άλλες ψυχώσεις –και ως έναν βαθμό από τις νευρώσεις, με τις οποίες θα μπορούσε από ορισμένες πλευρές να συγκριθεί–, διαφέρει ακριβώς επειδή αντιπροσωπεύει τους διάφορους τρόπους με τους οποίους αποδιοργανώνονται τα θεμελιώδη στοιχεία και των μεν και των δε, αδυνατώντας να χρησιμοποιήσουν αποτελεσματικά το βασικό δίπολο εγώ/αντικείμενο προκειμένου να επιτρέψουν στην ψυχική διεργασία να αναπτυχθεί –είτε νευρωσική είναι αυτή είτε ψυχωσική. Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι: η σχιζοφρένεια αντιπροσωπεύει και εκφράζει την αδυναμία χρησιμοποίησης αυτού του διπόλου, χωρίς όμως παράλληλα να το αγνοεί. Πράγμα που εξηγεί επίσης γιατί οι κλινικές της εικόνες παραμένουν εύπλαστες και εξελίξιμες και συχνά εγγράφονται σε ένα continuum που ούτε τις ταυτίζει με τις άλλες ψυχώσεις, ούτε τις διαφοροποιεί ριζικά από εκείνες. Για παράδειγμα, με το πέρασμα του χρόνου, η παρανοείδης σχιζοφρένεια του νεαρού ενήλικα ενδέχεται να γίνει πραγματική και οργανωμένη παράνοια, η σχιζοσυναισθηματική μορφή, αυθεντική μανιοκαταθλιπτική νόσηση, η ψευδονευρωσική μορφή να κατακτήσει όλο και περισσότερους χαρακτήρες απλής νευρωσικής προσωπικότητας. Δηλαδή, με άλλα λόγια, είναι δυνατό η πρόοδος της ηλικίας να αποδειχθεί παράγοντας αναδιοργάνωσης και η «νόσος των νόσων» να υποχωρήσει, αφήνοντας έτσι να έλθει στην επιφάνεια μόνη η αντίστοιχη νόσος, με την δική της χαρακτηριστική οργάνωση.
Από αυτά προκύπτει η ιδιότυπη κλινική και ψυχοπαθολογία της σχιζοφρένειας. Νομίζω ότι είναι χρήσιμο και αναγκαίο να τη διακρίνουμε από την ψυχοπαθολογία των άλλων καθαυτό ψυχωσικών καταστάσεων, από την κλινική του παραληρήματος, λόγου χάρη, ή ακόμα από τους μηχανισμούς της μανιοκαταθλιπτικής παθολογίας ή του διχασμού (θα μπορούσαμε, επ’ ευκαιρία, να επισημάνουμε ότι η κλαϊνική και μετακλαϊνική σκέψη, συνταυτίζοντας το διχασμό του Φετιχισμού με την «προσβολή των δεσμών», δεν επέτρεψε μια λεπτότερη κλινική διαφοροποίηση των ψυχωσικών καταστάσεων). Ας απαριθμήσουμε επιγραμματικά (απαρίθμηση ενδεικτική κι όχι αναγκαστικά πλήρης) τα διάφορα στοιχεία που φαίνεται να συνθέτουν την ιδιότυπη ψυχοπαθολογία της σχιζοφρένειας, έτσι όπως την ορίσαμε εδώ, σε αντιδιαστολή με τις άλλες ψυχώσεις· η ολοκληρωμένη ανάπτυξη που θα απαιτούσαν ξεπερνά τα όρια του παρόντος κειμένου. Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε σ’ αυτή την ιδιαίτερη κλινική: το ζεύγος απώλεια της κυριότητας του εγώ / αποαντικειμενοτροπισμός (Racamier, Green)· τη σύγχυση μεταξύ ιδιοδεκτικής και εξωδεκτικής δραστηριότητας, ως ειδικής εκδήλωσης της αποδιοργάνωσης του διπόλου εγώ/αντικείμενο· τις σχέσεις εγώ/αντικείμενο, έτσι όπως διατάσσονται σύμφωνα με τις τρεις κλινικές κεντρικές εκδηλώσεις (διαρροή, εκροή, επιρροή), τις οποίες έφερε στο φως ο Racamier· τη «σεξουαλικοποίηση» της σκέψης (Kestemberg, 2001) και την «προσβολή των δεσμών» (Bion, 1967), ιδιαίτερες εκδηλώσεις μιας διαταραχής της σκέψης που χαρακτηρίζει ειδικά τη σχιζοφρένεια, κατά την οποία οι ειρμοί μεταξύ παραστάσεων λέξεων αντιμετωπίζονται ως δεσμοί εγώ/αντικειμένου και καταστρέφονται σαν τέτοιοι· τις ιδιαίτερες μορφές «παρασιτικής» σε σχέση με το αντικείμενο ζωής που αναπτύσσουν οι ασθενείς αυτοί στο ασυλικό περιβάλλον και οι οποίες φαίνεται να αποτελούν ένα είδος εκτεταμένης «μεταβιβαστικής αντίστασης» (σε αντιδιαστολή με την αντίσταση στη μεταβίβαση) σε μακροχρόνια βάση· τις ιδιαιτερότητες της σχέσης τους με τη χρονικότητα, κ.ά.
Αυτά είναι μερικά από τα ειδικά γνωρίσματα ψυχαναλυτικής κλινικής που δεν θα συναντήσουμε πουθενά αλλού εκτός από τη σχιζοφρένεια (υπό την αίρεση του continuum που προαναφέραμε)· η αυτόνομη μελέτη τους –δηλαδή αποφεύγοντας τις ανώφελες συγχύσεις με τους ιδιαίτερους μηχανισμούς των ψυχώσεων– θα μας έδινε ενδεχομένως τη δυνατότητα να κατανοήσουμε καλύτερα την ψυχοπαθολογία της. Μια εργασία που ασφαλώς εκκρεμεί, υπό την προϋπόθεση να αναγνωρίσουμε στη σχιζοφρένεια όχι μόνο τον ειδικό χαρακτήρα της, αλλά και τα όρια αυτής της ιδιαιτερότητας: πρόκειται για ένα ασταθές μόρφωμα, που εξελίσσεται αυθόρμητα είτε προς ποικίλες μορφές οργάνωσης (οπότε προσεγγίζει άλλους παθολογικούς σχηματισμούς, κυρίως ψυχωσικούς) είτε προς μια τελική και πλήρη αποδιοργάνωση, εξέλιξη «καταστροφική», όπως τη χαρακτήριζε ο Racamier, που εξακολουθεί να απαντάται σε μεγάλο βαθμό στα ψυχιατρεία μας.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Angelergues R (1982) Essai de problématique différentielle entre les psychoses de l’adulte et les psychoses de l’enfant. Evolution Psychiatrique 47(1): 119-135.
Bion WR (1967) Second thoughts. Selected papers on psycho-analysis. William Heinemann Medical Books, Londres. Trad. franç. F Robert, Réflexion faite, Paris, Presses universitaires de France, 1983.
Braunschweig D, Fain M (1975) La nuit, le jour. Essai psychanalytique sur le fonctionnement mental. Paris, Presses Universitaires de France.
Diatkine G (1983) Les contradictions de la théorie psychanalytique des psychoses sont-elles dialectisables ? Bull. de Psychologie XXXVI, 360 : 609-612.
Donnet JL, Green A (1973) L’enfant de ça. Psychanalyse d’un entretien : la psychose blanche. Paris, Éditions de Minuit.
Federn P (1952) Ego psychology and the psychoses. Basic Books Inc., New York. Trad. franç. A Lewis-Loubignac, La psychologie du moi et les psychoses. Paris, Presses Universitaires de France, 1979.
Freud S (1894) Les névropsychoses-de-défense. Oeuvres Complètes de Freud. Psychanalyse, III : 1-18. Paris, Presses Universitaires de France, 1989.
Freud S (1911) Remarques psychanalytiques sur un cas de paranoïa (Dementia paranoides) décrit sous forme autobiographique. Oeuvres Complètes de Freud. Psychanalyse, X : 225-304. Paris, Presses Universitaires de France, 1993.
Freud S (1914) Pour introduire le narcissisme. Oeuvres Complètes de Freud. Psychanalyse, XII : 213-245. Paris, Presses Universitaires de France, 2005.
Freud S (1915) Pulsions et destins des pulsions. Oeuvres Complètes de Freud. Psychanalyse, XIII : 161-185. Paris, Presses Universitaires de France, 1988.
Freud S (1924) Névrose et psychose. Oeuvres Complètes de Freud. Psychanalyse, XVII : 1-7. Paris, Presses Universitaires de France, 1992.
Freud S (1925) La négation Oeuvres Complètes de Freud. Psychanalyse, XVII : 165-171. Paris, Presses Universitaires de France, 1992.
Freud S (1927) Fétichisme. Oeuvres Complètes de Freud. Psychanalyse, XVIII : 123-131. Paris, Presses Universitaires de France, 1994.
Freud S (1933) Nouvelle suite des leçons d’introduction à la psychanalyse. Leçon 31 : La décomposition de la personnalité psychique (1932). Oeuvres Complètes de Freud. Psychanalyse, XIX : 140-163. Paris, Presses Universitaires de France, 1995.
Freud S (1938) Abrégé de psychanalyse. Trad. franç. A. Berman. Paris, Presses Universitaires de France, 1985.
Green A (1983) Narcissisme de vie, narcissisme de mort. Paris, Les Éditions de minuit.
Green A (1993) Le travail du négatif. Paris, Les Éditions du minuit.
Kapsambelis V (1996) Psychothérapie psychanalytique des psychoses. In : D Widlöcher, A Braconnier, Psychanalyse et psychothérapie, pp. 200-222. Paris, Flammarion.
Kapsambelis V (2000) Généalogie de la désorganisation. L’Information Psychiatrique 76 (4) : 407-415.
Kestemberg E (2001) La psychose froide. Paris, Presses Universitaires de France.
Klein M (1947) Contributions to psycho-analysis. Hogarth Presse, Londres. Trad. franç. M Derrida, Essais de psychanalyse 1921-1945. Payot, Paris, 1968.
Klein M, Heimann P, Isaacs S, Rivière J (1952) Developments in psycho-analysis. The Hogarth Press, Londres. Trad. franç. W Baranger, Développements de la psychanalyse. Presses Universitaires de France, Paris, 1966.
Lebovici S (1980) L’expérience du psychanalyste chez l’enfant et chez l’adulte devant le modèle de la névrose infantile et de la névrose de transfert. Rapport au XXXIXe Congrès des Psychanalystes de Langue Française (1979). Revue française de Psychanalyse XLIV (5-6) : 733-857.
Pasche F (1969) `A partir de Freud. Paris, Payot.
Racamier PC (1956) Psychothérapie psychanalytique des psychoses (1956/1966). In : S Nacht, La psychanalyse aujourd’hui. 1ère éd., 1956, 2ème éd. abrégée, pp. 375-519. Paris, Presses Universitaires de France, 1967.
Racamier PC (1976) L’interprétation psychanalytique des schizophrénies. Encyclopédie médico-chirurgicale, Psychiatrie, 37291 A10.
Roussillon R (1999) Agonie, clivage et symbolisation. Paris, Presses Universitaires de France.
Racamier PC (1978) Les schizophrènes. Paris, Payot.
Winnicott DW (1971) Playing and reality. Trad. franç. C Monod et JB Pontalis, Jeu et réalité. L’espace potentiel. Paris, Gallimard, 1975.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.