Γιάννης Ζέρβας
Επίκουρος Καθηγητής Ψυχιατρικής
Πανεπιστημίου Αθηνών
σύναψις 10 [2008 – τόμος 04]
Πριν από τριάντα χρόνια η Susan Sontag, στο περίφημο δοκίμιό της Η νόσος ως μεταφορά,1 έγραφε: «Κάθε άνθρωπος όταν γεννιέται έχει διπλή υπηκοότητα, μια στο βασίλειο των υγιών και μια στο βασίλειο των ασθενών. Μόλο που όλοι προτιμάμε να χρησιμοποιούμε το καλό διαβατήριο, αργά ή γρήγορα ο καθένας μας αναγκάζεται, έστω για μια περίοδο, να προσδιοριστεί ως πολίτης του άλλου τόπου».
Το βιβλίο του Θανάση Τζαβάρα αφορά τη δική του θητεία στο βασίλειο της αρρώστιας και ο τίτλος τοποθετεί το ταξίδι αυτό σε μια ανάστροφη βάση: το προσδιορίζει ως μια επιστροφή. Μια επιστροφή από τον τόπο του έρωτα, από τον ιδανικό τόπο της φαντασίας στην πραγματικότητα. Και μας παρουσιάζει μια σειρά από πραγματικότητες.
Καταρχήν περιγράφει ανάγλυφα την ελληνική πραγματικότητα στο χώρο της υγείας. Η περιπετειώδης διακομιδή του, οι μεσάζοντες, η κατάσταση των επαρχιακών νοσοκομείων, ένα ολόκληρο σύστημα που καταλήγει να βασίζεται στο φιλότιμο του ενός. Η δεύτερη ιστορία που πραγματεύεται είναι η προσωπική του ιστορία, που, από το ξεκίνημα ήδη της ζωής του, σφραγίστηκε από μια αναπνευστική αρρώστια η οποία καθόρισε τη σχετική θέση του απέναντι στο σώμα και τη φαντασία. Η τρίτη αφήγηση όμως στο βιβλίο μας μεταφέρει σε μια άλλη, υπαρξιακή, διάσταση: στην ίδια την κατάσταση του νοσείν που είναι τόσο ανελέητα πραγματική γιατί δεν αφήνει περιθώρια για μεταφορές. Αυτή η κυριολεξία της ιατρικής είναι αφόρητη για τον πάσχοντα, συνήθως και για τους δικούς του. Αυτή ακριβώς η διάσταση όμως είναι που αφήνει περιθώρια για ποικίλες εννοιολογικές προσεγγίσεις στους θεατές της νόσου, επιτρέποντάς τους να ασκούνται σε σχολιασμούς και ερμηνείες. Οι γιατροί, οι κοινωνιολόγοι, οι ψυχοσωματιστές, οι θρησκευόμενοι… Γράφει η Sontag σ’ εκείνο το δοκίμιο: «Θέλω να περιγράψω, όχι το πώς είναι να μεταναστεύεις στο βασίλειο των ασθενών και να κατοικείς εκεί, αλλά τις τιμωρητικές ή συναισθηματικές φαντασιώσεις που κατασκευάζονται γι’ αυτή την κατάσταση: δεν πρόκειται για αληθινή γεωγραφία, αλλά για στερεότυπα εθνικού χαρακτήρα. Το θέμα μου δεν είναι η σωματική νόσος καθαυτή, αλλά οι χρήσεις της ασθένειας ως σύμβολο ή μεταφορά. Είναι σχεδόν αδύνατο να ξεκινήσει κανείς την εγκατάστασή του στο βασίλειο των αρρώστων απροκατάληπτος από τις φανταχτερές μεταφορές που έχουν προσδιορίσει την όψη του.».
Ο πάσχων, καθώς δεν είναι σε θέση ούτε σε διάθεση να ερμηνεύσει, υπομένει. Για να τον σώσουν οι γιατροί πρέπει να καταργήσουν τις αντιδράσεις του, να υποκαταστήσουν με μηχανήματα τις λειτουργίες του. Για να τον βοηθήσουν πρέπει να τον καταστήσουν ολοκληρωτικά αβοήθητο. Ο νους καταργημένος δεν αντιλαμβάνεται τη σκοπιμότητα, παρά μόνο αργότερα όταν είναι πάλι σε θέση να αποκαταστήσει τις φλοιώδεις λειτουργίες του, σε ενεστώτα χρόνο όμως αντιλαμβάνεται μόνο στο διάχυτο οργανισμικό επίπεδο του υποφλοιού. Κι αυτό που καταφέρνει να λειτουργεί, ευτυχώς ανεξέλεγκτα στον εγκέφαλο με τους μισογκρεμισμένους φράχτες, είναι η φαντασία: ίσως το πιο θεραπευτικό συστατικό για μια ψυχή που καλείται να υποστεί την κατάργηση του σώματος. Όπως σοφά είχε παρατηρήσει ένας ασθενής: η χειρότερη ψυχική αρρώστια είναι μάλλον η σωματική αρρώστια.
Η φαντασία του Θανάση Τζαβάρα μετατρέπει την εμπειρία της εντατικής σε εικονική πραγματικότητα μιας επικίνδυνης δικτατορίας. Η ανθεκτικότερη φαντασία σ’ αυτό τον αιματηρό τόπο της αρρώστιας είναι το παραλήρημα του ντελίριου, οπλισμένου με την βιωματική ρεαλιστικότητα ενός ονείρου ή μάλλον ενός εφιάλτη. Το παραλήρημα, ως πρωτογενής διεργασία, αναλαμβάνει χρέη ονείρου, να εκφράσει, να αναπαραστήσει, να συνδέσει με την προσωπική ιστορία, να επεξεργαστεί, να συγκροτήσει και να νοηματοδοτήσει, αν είναι δυνατόν να ανακουφίσει, έστω δραπετεύοντας. Το παραλήρημα γεμίζει με ένα παράξενα ακριβές προσωπικό νόημα αυτή την εμπειρία του κενού.
«Αυτό που θέλω να τονίσω», καταλήγει η Sontag, «είναι ακριβώς πως η ασθένεια δεν είναι μια μεταφορά και πως ο πιο αληθινός τρόπος να προσεγγίζεις την αρρώστια – καθώς και ο υγιέστερος τρόπος να ασθενείς – είναι εκείνος που είναι όσο γίνεται πιο αποκαθαρμένος και πιο ανθιστάμενος στη μεταφορική σκέψη». Σε κοινωνικό επίπεδο, η Sontag έχει δίκιο, οι μεταφορές για την αρρώστια ενισχύουν τις προκαταλήψεις και ενοχοποιούν τους ασθενείς. Δεν φτάνει που είναι κανείς άρρωστος. Είναι και υποχρεωμένος, αν τη γλυτώσει ή προκειμένου να τη γλυτώσει, να ανταποκριθεί στην κοινωνική ή ψυχολογική μυθολογία που συνοδεύει την αρρώστια. Όμως σε ιδιωτικό επίπεδο, οι μεταφορές είναι ίσως οι μόνες που κάνουν την κατάσταση της αρρώστιας ανεκτή γιατί ανοίγουν τον δρόμο της υπέρβασης.
Θα σταθώ εδώ για λίγο. Η κατάσταση της ασθένειας είναι μια μεταβατική κατάσταση είτε πίσω προς την υγεία και τη ζωή είτε προς το θάνατο. Η παρατήρηση των φίλων του L.V. μετά το έμφραγμά του (τη μαρτυρία του οποίου παραθέτει στο παράρτημα του βιβλίου του ο Θανάσης Τζαβάρας), που του λένε «γιατί να το κάνεις ολόκληρο θέμα, δεν πέθανες, έτσι δεν είναι;», έχει βάση, ακόμη κι αν ακυρώνει προσβλητικά την προσωπική σημασία της ταλαιπωρίας του. Εντέλει μετράει πού θα γείρει η «μπαλάντζα».
Ο θάνατος, σκέφτομαι, ως θάνατος, έχει μάλλον περιορισμένες συναισθηματικές δυνατότητες, ή πεθαίνεις ή δεν πεθαίνεις, όλον ή ουδέν. Ο θάνατος καθαυτός, εφόσον συμβεί, δεν χωράει και πολλή υπαρξιακή ανησυχία. Η προοπτική του όμως, η εγγύς πιθανότητά του, η γνώση της ύπαρξής του (όσο οξύμωρη κι αν ακούγεται ως έννοια η ύπαρξη της ανυπαρξίας), η μετάβαση προς το θάνατο έχει πολλές δυνατότητες. Αν μάλιστα, καταφέρεις να κάνεις το ταξίδι από το θάνατο προς τα πίσω, αυτό μπορεί να αποτελεί μια αφυπνιστική εμπειρία. Αυτή είναι η δεύτερη σημασία του τίτλου του βιβλίου του Θανάση Τζαβάρα. Δεν περιγράφει μόνο την επιστροφή από τον τόπο του έρωτα στην σκληρή πραγματικότητα, αλλά και την επιστροφή από τον τόπο που κινδύνεψε, πίσω στην ασφάλεια, ακόμη κι αν η διαδρομή φαινόταν εξαιρετικά επισφαλής. Το κινεζικό ιδεόγραμμα για την κρίση, για την κρίσιμη κατάσταση, είναι ένας συνδυασμός των ιδεογραμμάτων για τον κίνδυνο και για την ευκαιρία.
Έτσι αυτή η διάσταση του βιβλίου του Θανάση Τζαβάρα δίνει έμφαση στο ταξίδι. Δίνει έμφαση στη διαδρομή που περνάει μέσα από εμπειρίες, συναισθήματα, συνειρμούς, παρατηρήσεις και συμπεράσματα και που τα μετατρέπει όλα αυτά σε πρώτη ύλη για περαιτέρω ζωή και εξερεύνηση. Το ήξερε αυτό ο Θανάσης Τζαβάρας, γι’ αυτό ζήτησε σημειωματάριο κοντά του από την αρχή. Ήξερε πως όλα αυτά θα αποτελέσουν ένα πρώτης τάξεως άλμπουμ για συντροφιές και συζητήσεις στη συνέχεια, καθώς η επιστροφή από τα Κύθηρα, η διαμονή στην αρρώστια και τον ζόφο του θανάτου, το ταξίδι του ενός, είναι εξίσου γόνιμο έδαφος με το ταξίδι προς τα Κύθηρα, τη διαμονή στον έρωτα και τη γαλήνη, το ταξίδι των δύο. Καλώς ή κακώς το πλήρες ταξίδι περιλαμβάνει και τους δύο προορισμούς, προσδιορίζοντας σαφώς τα όρια μέσα στα οποία είμαστε διαρκώς υποχρεωμένοι να ζούμε και να δημιουργούμε.
1 Η μετάφραση των αποσπασμάτων που παρατίθενται εδώ είναι του συγγραφέα, από το κείμενο του 1977 (Susan Sontag, The illness as metaphor, Farrar, Strauss and Giroux, New York), για τις ανάγκες του παρόντος δοκιμίου. Στα ελληνικά, η μελέτη αυτή έχει κυκλοφορήσει μαζί με ένα μεταγενέστερο κείμενο της Sontag για το AIDS, σε μετάφραση Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου και Στέφανου Ροζάνη, με τίτλο Η νόσος ως μεταφορά. Το AIDS και οι μεταφορές του, εκδόσεις Ύψιλον, 2006.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.