Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Δημήτρης Ι. Κυρτάτας
Ιστορικός, Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και
Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Παν/μίου Θεσσαλίας

σύναψις 20 [2011 – τόμος 07]

Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στις 26/1/2011 σε εκδήλωση της Ελληνικής Ανθρωπιστικής Εταιρείας και του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Με την ερμηνεία των διαθέσιμων πηγών έχω ασχοληθεί σε ειδική μελέτη που περιλαμβάνεται στο βιβλίο μου Κατακτώντας την αρχαιότητα, Πόλις, Αθήνα 2003, σ. 133-47. Από τις οξυδερκέστερες παρατηρήσεις γύρω από τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα είναι αυτές που διατύπωσε ο G. E. M. de Ste. Croix σε μελέτες του που έχουν συγκεντρωθεί στον τόμο Athenian Democratic Origins and Other Essays, Οξφόρδη 2004.

Στο γύρισμα του έβδομου προς τον έκτο αιώνα, οι Έλληνες ζούσαν σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από τον δικό μας. Η παραγωγή τους ήταν σχεδόν στο σύνολό της αγροτική. Η οικονομία τους ανταλλακτική, εφόσον δεν είχε ακόμα εισαχθεί η κυκλοφορία του νομίσματος. Η τεχνολογία τους στοιχειώδης. Οι μετακινήσεις τους εξαιρετικά αργές και επισφαλείς, σύμφωνα με τα δικά μας κριτήρια. Οι πόλεμοι τους ενδημικοί, και σχεδόν αποκλειστικώς με γείτονες – μολονότι δεν ήταν πολύνεκροι, και σπανίως προκαλούσαν θύματα στον άμαχο πληθυσμό. Στις κοινωνικές τους σχέσεις, δέχονταν το θεσμό της δουλείας με την ίδια ευκολία που δεχόμαστε εμείς τη μισθωτή εργασία. Στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας συμμετείχαν λιγοστοί μόνον άνδρες, με πλούτο και καταγωγή που εκλαμβανόταν ως ευγενής. Η εκπαίδευση προσφερόταν επιλεκτική και στοιχειώδης, ενώ η διάδοση της γραφής παρέμενε αμελητέα. Ακόμα και στην ερωτική τους ζωή, οι Έλληνες του έβδομου και του έκτου αιώνα είχαν συνήθειες που θα ξένιζαν σήμερα και τους πλέον τολμηρούς, οι ίδιοι θα προσβάλλονταν ωστόσο από πρακτικές που εκλαμβάνουμε ως αυτονόητες. Σε μια κοινωνία του προφορικού λόγου, όπως ήταν η αρχαϊκή Ελλάδα, η ποίηση κατείχε κεντρική θέση και εξέφραζε πέρα από τα συναισθήματα, τις ανάγκες της αφήγησης, της θρησκείας, της φιλοσοφίας και της πολιτικής – με τρόπο αδιανόητο για τα σημερινά δεδομένα.

Gerrit van Honthorst
Σόλων και Κροίσος, 1624
Gerrit van Honthorst
Σόλων και Κροίσος, 1624

Το παράδοξο είναι ότι με τον απόμακρο και τόσο διαφορετικό εκείνο κόσμο διατηρούμε σημεία επαφής – τέτοια που μας επιτρέπουν να τον κατανοούμε σε μεγάλο βαθμό, να συμπάσχουμε μαζί του και, κάποτε, να διδασκόμαστε από αυτόν. Την εξήγηση της ιδιότυπης αυτής οικειότητας τη δίνει νομίζω με επάρκεια και επιγραμματικότητα ο Θουκυδίδης όταν ισχυρίζεται ότι τα γεγονότα του παρελθόντος γίνονται κατανοητά και προϊδεάζουν για τα μελλούμενα επειδή παραμένει ίδια η ανθρώπινη φύση (Θουκυδίδης 1.22  3.82). Τόσο απλά. Αυτό σημαίνει βεβαίως ότι όλος ο περίπλοκος πολιτισμός δεν αλλοιώνει μερικές πολύ βασικές ανθρώπινες επιθυμίες, που στο κάτω κάτω κινούν την ιστορία, ιδίως όταν δημιουργούν συλλογικότητες και συλλογικές διεκδικήσεις.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τα λόγια του σοφού Σόλωνα που ισχυριζόταν ότι «Δεν υπάρχει κανένα τέρμα στον πλούτο που να γίνεται φανερό στους ανθρώπους. Όσοι έχουν μεγάλη περιουσία επιθυμούν τα διπλά. Ποιος θα μπορούσε να τους χορτάσει όλους;» (απ. 13). Όλους, δηλαδή, τόσο τους ακόρεστους πλούσιους όσο και τους στερημένους φτωχούς. Πρόκειται για μια σκέψη η οποία δεν χάνει στην εποχή μας τίποτα από την αρχική της αξία. Ίσως γι’ αυτό ακριβώς χαρακτηρίστηκε ο Σόλων σοφός, επειδή κατάφερνε να διατυπώνει με λόγια απλά τις απλούστερες αλήθειες. Φαίνεται μάλιστα ότι τέτοιες σκέψεις τον καθοδήγησαν και στις πολιτικές του επιλογές. Πολιτικές επιλογές που παραμένουν στα ενδιαφέροντα όχι μόνο των ιστορικών και των φιλολόγων αλλά επίσης των πολιτικών στοχαστών.

* * *

Το πρόβλημα από το οποίο εκκινούν όλοι οι σοβαροί μελετητές του Σόλωνα βρίσκεται στην αξιολόγηση και την ερμηνεία των πηγών, που διασώζονται αποσπασματικές, συχνά δυσνόητες και, κάποτε, αντιφατικές. Ουδείς έως σήμερα ισχυρίστηκε ότι κατάφερε να συμβιβάσει όλες τις διαθέσιμες μαρτυρίες γύρω από τις μεταρρυθμίσεις του. Οφείλουμε ωστόσο να λάβουμε υπόψη κάτι συχνά λησμονημένο. Οι σχετικές πηγές είναι προβληματικές, μεταξύ άλλων, επειδή ακριβώς είναι άφθονες. Εάν είχε σωθεί μια μόνο μαρτυρία, όπως συμβαίνει για άλλα, εξίσου σημαντικά ιστορικά επεισόδια, τότε, δια μαγείας, θα εξαφανίζονταν τα περισσότερα από τα προβλήματα που μας βασανίζουν – χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι θα ήμασταν σοφότεροι.

Μπορούμε πάντως να παρακάμψουμε τις αμφιλεγόμενες πλευρές της σολώνειας νομοθεσίας και να ασχοληθούμε με ένα θέμα για το οποίο δεν υπάρχει καμία σοβαρή αμφισβήτηση και το οποίο είναι ασφαλώς το πλέον επίκαιρο. Αναφέρομαι στους δανεισμούς και τα χρέη. Εκεί φαίνεται ότι εντοπίστηκε πρωτίστως το πρόβλημα το οποίο κλήθηκε να επιλύσει ο Σόλων.

Πώς έφτασαν οι δανεισμοί να κλυδωνίσουν μιαν ολόκληρη πολιτεία δεν είναι εντελώς σαφές. Προφανώς η κρίση δεν ξέσπασε απροειδοποίητα. Η αποτυχημένη απόπειρα του Κύλωνα να επιβάλει τυραννίδα και η ατελέσφορη νομοθεσία του Δράκοντα βεβαιώνουν ότι οι εντάσεις είχαν αρχίσει να εκδηλώνονται τουλάχιστον δύο με τρεις δεκαετίες νωρίτερα. Δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι τα δάνεια που προκάλεσαν την κρίση ήταν αγροτικού χαρακτήρα και σχετίζονταν με τον κυρίαρχο εκείνη την εποχή τρόπο παραγωγής.

Ο ίδιος ο Σόλων θεωρούσε ότι η πόλη δεν κινδύνευε από τη βούληση των θεών, αλλά από την αφροσύνη και την απληστία των πολιτών της. Τη μεγαλύτερη ευθύνη απέδιδε μάλιστα στους άρχοντες, που πλούτιζαν με άδικες πράξεις και ιδιοποιούνταν ιερή και δημόσια περιουσία. Δεν εξηγεί με ποιον ακριβώς τρόπο η απληστία αυτή οδηγούσε σε δανεισμούς και υπερχρέωση. Καθιστά σαφές ωστόσο ότι οι παρατεταμένοι και επαναλαμβανόμενοι δανεισμοί κατέληγαν στην κυριολεκτική υποδούλωση Αθηναίων και τη μεταφορική υποδούλωση της γης τους. Η αθηναϊκή κοινωνία έτεινε έτσι να χωριστεί στα δύο. Από τη μια μεριά βρίσκονταν οι εύποροι δανειστές, από την άλλη οι φτωχοί δανειζόμενοι. Ανάμεσά τους υπήρχε ασφαλώς ένα ευρύ σώμα πολιτών που δεν ανήκε σε καμιά από τις δυο κατηγορίες, αλλά ο Σόλων και οι μεταγενέστερες πηγές προτίμησαν να το αγνοήσουν. Στις συνθήκες εκείνες της ακραίας πόλωσης, οι πολλοί αισθάνονταν προφανώς αλληλέγγυοι με τους φτωχούς – και μπορούσαν έτσι να αναμετρηθούν με τους λίγους και ισχυρούς. Το δημόσιο κακό έμπαινε, όπως εξηγούσε ο Σόλων, στην αυλή κάθε πολίτη, πηδώντας πάνω από τους ψηλούς φράχτες. Αργά ή γρήγορα τους έβρισκε όλους, ακόμα κι αυτούς που προσπαθούσαν να φυλαχτούν στην πιο κρυφή γωνιά του σπιτιού τους. Οι πάντες υφίσταντο τις συνέπειες και υποχρεώνονταν να πάρουν θέση.

Πολλές και σημαντικές λεπτομέρειες μας διαφεύγουν, ενώ οι αναλύσεις που έχουν σωθεί, κυρίως του Αριστοτέλη, δυόμισι περίπου αιώνες αργότερα, περισσότερο τις συσκοτίζουν παρά τις διαφωτίζουν. Πάντως, όποια κι αν ήταν η ακριβής αιτία της οικονομικής κρίσης, η Αθήνα είχε σίγουρα οδηγηθεί σε ένα πρόβλημα καθολικό και γενικευμένο, που απειλούσε ακόμα και την επιβίωσή της. Η πόλη πορευόταν προς τον όλεθρο, την επανάσταση και τον εμφύλιο πόλεμο.

Ο Σόλων, που εξελέγη άρχων το 594 με κοινή συμφωνία, καθώς λεγόταν, όλων των πολιτών, πλούσιων και φτωχών, ανέλαβε να διευθετήσει το ζήτημα. Πήρε έτσι δύο δραστικά μέτρα, τα οποία έγιναν αποδεκτά και εφαρμόστηκαν. Πρώτον, απαγόρευσε δια παντός τους δανεισμούς με εγγύηση το σώμα, όπως γινόταν έως τότε, δηλαδή με εγγύηση την προσωπική ελευθερία του οφειλέτη, και εξαγόρασε τους Αθηναίους που είχαν ήδη υποδουλωθεί και πωληθεί μακριά από την πόλη. Και, δεύτερον, παρέγραψε όλα τα χρέη που είχαν συναφθεί έως εκείνη τη στιγμή. (Επρόκειτο, προφανώς, για εσωτερικά χρέη, μεταξύ Αθηναίων.) Με τα μέτρα αυτά, γνωστά ως σεισάχθεια, τα οποία ήταν απολύτως επιτυχή, επέλυσε σχεδόν αυτομάτως το οξύ οικονομικό και κοινωνικό πρόβλημα της Αθήνας. Στους αιώνες που ακολούθησαν ουδείς Αθηναίος κινδύνευε να υποδουλωθεί για χρέη μέσα στην ίδια του την πόλη και να γίνει αντικείμενο αγοροπωλησίας. Επίσης, στους αιώνες που ακολούθησαν, οι περισσότεροι αθηναίοι πολίτες βρέθηκαν με ιδιόκτητη γη, μικρή ή μεγάλη, την οποία διαχειρίζονταν με απόλυτη ελευθερία. Και όσοι δεν κατείχαν γη μπορούσαν να προσβλέπουν στην απόκτησή της χωρίς νομικά ή άλλα κωλύματα.

Όπως βεβαιώνουν ο ίδιος ο Σόλων και η μεταγενέστερη παράδοση, τα οικονομικά μέτρα συνοδεύτηκαν από κάποιου είδους αναδιανομή της εξουσίας και έτσι την αναδιοργάνωση του πολιτεύματος. Ο Σόλων κάνει λόγο για δίκαιη νομοθεσία, ενώ ο Ηρόδοτος τον θυμάται ως τον άνθρωπο που έδωσε νόμους στους Αθηναίους (Ηρόδοτος 1.29). «Στο δήμο (δηλαδή στο λαό) απέδωσα τόση εξουσία όση του αρκεί», ισχυρίζεται ο ίδιος, «δίχως ούτε να αφαιρέσω ούτε να προσθέσω κάτι σε αυτά που αξίζει. Πρόσεξα ωστόσο να μην πάθουν τίποτα ανάρμοστο αυτοί που έχουν δύναμη και περιουσία» (απ. 5). Αλλά γύρω από τα ακριβή του μέτρα επικρατεί μεγάλη αβεβαιότητα. Αμφιλεγόμενη παραμένει άλλωστε και η επιτυχία της σολώνειας πολιτειακής μεταβολής. Η τυραννία του Πεισίστρατου και των γιων του, που ακολούθησε λίγο αργότερα, δίνει την εντύπωση μιας αποτυχίας, αλλά το συμπέρασμα αυτό ενδέχεται να μην είναι απολύτως ακριβές. Ακόμα και στα χρόνια που η Αθήνα κυβερνήθηκε από τυράννους ουδέποτε αμφισβητήθηκε η βάση των πολιτειακών ρυθμίσεων.

Για τις ανάγκες της συζήτησης θα περιοριστώ πάντως στο ζήτημα των δανεισμών και των χρεών και θα επιχειρήσω να απαντήσω σε ένα καίριο ερώτημα. Πώς ήταν δυνατόν ένας άνθρωπος όπως ο Σόλων, χωρίς να περιβληθεί με έκτακτες εξουσίες, να συμφιλιώσει τους σχεδόν εμπόλεμους Αθηναίους, λαμβάνοντας μέτρα από κάθε άποψη ριζοσπαστικά. Ή, αλλιώς, πώς ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί μια επανάσταση στον οικονομικό τομέα με παραγραφή χρεών και απελευθέρωση σωμάτων, καθώς και μια αναδιανομή της πολιτικής εξουσίας με τρόπο συναινετικό και ειρηνικό.

Ο Σόλων δίνει στα ποιήματά του την εντύπωση ότι πέτυχε όσα πέτυχε χάρη στις σωστές απόψεις του και το προσωπικό κύρος του. Αποτιμώντας την παρέμβαση του έγραφε: «Στάθηκα ανάμεσά τους προβάλλοντας κρατερή ασπίδα, χωρίς να αφήσω καμιάν από τις δύο πλευρές να νικήσει άδικα» (απ. 5). Στο κύρος του νομοθέτη αποδίδουν τα λαμπρά αποτελέσματα και όλοι σχεδόν οι μεταγενέστεροι σχολιαστές, περιλαμβανομένου του Αριστοτέλη και του Πλούταρχου. Στην αθηναϊκή ιστορία ο Σόλων προβάλλει ως ένας μεγάλος και σοφός ηγέτης, που άφησε πίσω του ένα έργο άξιο μελέτης και θαυμασμού.

Δεν έχω την πρόθεση να αμφισβητήσω το κύρος του Σόλωνα. Δεχόμενος ωστόσο την ποιητική του μεταφορά αναρωτιέμαι πώς κατάφερε μια και μοναδική ασπίδα να συγκρατήσει δύο ισχυρές παρατάξεις, έτοιμες να αλληλοσπαραχτούν. Υποθέτω δηλαδή ότι για να καταστεί σεβαστός χωρίς μάχη ο καλοζυγισμένος του διακανονισμός θα πρέπει να έγινε κατανοητός και αποδεκτός από τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Η σοφία του νομοθέτη προϋποθέτει έτσι τη σοφία του πλήθους. Τόση σοφία συγκεντρωμένη σε μια μόνο πολιτεία, και μάλιστα σε ώρες κρίσης, δεν είναι συνηθισμένη στην ιστορία. Η σύμπτωση αυτή πάντως δεν φαίνεται να απασχόλησε κανέναν από τους πληροφοριοδότες μας. Ουδείς άλλωστε επέλεξε να υμνήσει τη σοφία του πλήθους.

* * *

Σπανίως προσφέρεται στην ιστορική έρευνα η δυνατότητα εύστοχων και εποικοδομητικών συγκρίσεων – όπως ίσως θα επιθυμούσε ο Θουκυδίδης. Γι’ αυτό και είναι κρίμα που περνά συνήθως απαρατήρητη μια παρόμοια υπόθεση η οποία εξελίχτηκε στον γειτονικό εβραϊκό λαό. Θα ήθελα έτσι να υπενθυμίσω κάποια συμβάντα που δεν είναι τελείως άγνωστα, αλλά που δεν γίνονται αντικείμενο μελέτης στο πλαίσιο της ελληνικής ιστορίας (παρά τις υποδείξεις του ιστορικού G. E. M. de Ste. Croix).

Την εποχή που ο Σόλων σχεδίαζε τις μεταρρυθμίσεις του στον οικονομικό και πολιτικό βίο των Αθηναίων, οι Ιουδαίοι έπεφταν θύματα της ασυγκράτητης ορμής των (νέο) Βαβυλωνίων και του βασιλιά τους Ναβουχοδονόσορα Β΄, που επονομάστηκε Μέγας. Τους είχε εξουθενώσει η βαριά φορολογία που πλήρωναν στους Αιγύπτιους και υπέκυψαν, παρά την ηρωική τους αντίσταση. Ο ιουδαίος βασιλιάς συνελήφθη και σύρθηκε στην εξορία μαζί με τους άρχοντες, τους ξακουστούς πολεμιστές, δέκα χιλιάδες αιχμαλώτους και όλους τους τεχνίτες ξυλουργούς και σιδηρουργούς. Στον τόπο αφέθηκαν μόνον οι φτωχότεροι, προφανώς όλοι αγρότες. Πρόκειται για τη γνωστή πρώτη βαβυλωνιακή μετοικεσία το 597 π.Χ. Δέκα χρόνια αργότερα, ύστερα από μακρά πολιορκία, ο Ναβουχοδονόσορ υπέταξε ξανά τους εξεγερμένους Ιουδαίους που είχαν απομείνει στη γη τους. Αυτή τη φορά κατέστρεψε τον Ναό, γκρέμισε τα τείχη της Ιερουσαλήμ και έσυρε στην αιχμαλωσία τον υπόλοιπο λαό, εκτός από λιγοστούς μόνο τους οποίους άφησε να καλλιεργούν τα αμπέλια και τα χωράφια.

Η αιχμαλωσία των Ιουδαίων ήταν μακρά. Χρειάστηκε να περάσουν εξήντα χρόνια από την πρώτη μετοικεσία και πενήντα από τη δεύτερη, για να καταλυθεί η βαβυλωνιακή αυτοκρατορία από τους Πέρσες. Ο ιδρυτής της νέας μεγάλης δυναστείας, ο Κύρος Β΄, που αποκλήθηκε επίσης Μέγας, επέτρεψε στους Ιουδαίους να επιστρέψουν στον τόπο τους και να επανέλθουν στις πάτριες θρησκευτικές παραδόσεις. Αυτά συνέβησαν στα χρόνια που την Αθήνα την κυβερνούσε πια ο Πεισίστρατος. Στην ιουδαϊκή ιστορία, που ακολούθησε έτσι μια διαμετρικά αντίστροφη πορεία από την ελληνική, οι Πέρσες θεωρήθηκαν απελευθερωτές και εγγυητές της θρησκευτικής ελευθερίας. Ένας από τους μεγάλους ιουδαίους προφήτες έφτασε στο σημείο να αποκαλέσει τον Κύρο Μεσσία.

Αρκετά χρόνια αργότερα, όταν οι Αθηναίοι, στην αρχή μόνοι και στη συνέχεια με άλλους Έλληνες είχαν πια αποκρούσει με επιτυχία τους Πέρσες και εξέλεγαν χρόνο μετά το χρόνο στρατηγό τον Περικλή, τη διοίκηση της Ιουδαίας ανέλαβε με εντολή του Αρταξέρξη ο Νεεμίας (το 445 π.Χ.). Πρώτο του μέλημα ήταν να ανοικοδομήσει τα τείχη της Ιερουσαλήμ που παρέμενε ευάλωτη και απροστάτευτη, περιστοιχισμένη καθώς ήταν από συνασπισμένους και επιθετικούς εχθρούς. Το πέτυχε αυτό μέσα σε 52 ημέρες, λίγες περισσότερες από όσες είχε χρειαστεί ο Θεμιστοκλής για να ξανακατασκευάσει τα τείχη της Αθήνας. Οι εργάτες έκτιζαν με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσαν τα ακόντιά τους (Έσδρας Β΄ 14).

Δεν είχε καλά ολοκληρωθεί η ανοικοδόμηση των τειχών, όταν ο Νεεμίας αντιλήφθηκε τη μεγάλη δυσαρέσκεια που επικρατούσε στον τόπο. Πλήθος άνδρες και γυναίκες λιμοκτονούσαν. Πολλοί είχαν υποθηκεύσει τα χωράφια τους, τα αμπέλια τους και τα σπίτια τους για να προμηθευτούν σιτάρι. Άλλοι είχαν δανειστεί χρήματα για να πληρώσουν φόρους στον μεγάλο βασιλιά. Έτσι, με υποθηκευμένες τις περιουσίες τους, Ιουδαίοι υποδουλώνονταν σε άλλους Ιουδαίους. Πωλούσαν για να επιβιώσουν τους γιους και τις θυγατέρες τους.

Αφού εξέτασε το ζήτημα προσεκτικά, ο Νεεμίας αποφάσισε να επιπλήξει τους προύχοντες και τους αξιωματούχους που δάνειζαν τους συμπατριώτες τους με υψηλούς τόκους. Κάλεσε λοιπόν μεγάλη συγκέντρωση όπου τους κατήγγειλε δημοσίως. «Εμείς», τους είπε, «στο μέτρο των δυνατοτήτων μας, εξαγοράσαμε τους συμπατριώτες μας τους Ιουδαίους, που είχαν πωληθεί στα έθνη. Κι άρχεστε τώρα εσείς κι εξαναγκάζετε τους συμπατριώτες σας να πωληθούν σ’ εσάς… Πρέπει να ζείτε με φόβο Θεού, αν θέλετε ν’ αποφύγετε τον εμπαιγμό από τα εχθρικά μας έθνη. Εγώ και οι συγγενείς μου και οι συνεργάτες μου έχουμε δανείσει χρήματα και σιτάρι σ’ αυτούς τους ανθρώπους. Αλλά θα παραιτηθούμε απ’ αυτή μας την απαίτηση. Επιστρέψτε τους κι εσείς αμέσως τα χωράφια τους, τα αμπέλια τους, τα λιοστάσια τους και τα σπίτια τους, και παραιτηθείτε από τα χρήματα, το σιτάρι, το κρασί και το λάδι, που τους ζητάτε.» Οι πάντες συμφώνησαν. Έχοντας οχυρώσει την πόλη και εξομαλύνει τις οικονομικές και κοινωνικές εντάσεις, ο Νεεμίας ξεκίνησε να απογράφει με ακρίβεια τον λαό. Η παρέμβασή του επισφραγίστηκε με την πλήρη αποκατάσταση του Νόμου και δοξολογία στον Θεό (Έσδρας Β΄ 15, μτφρ Ελληνική Βιβλική Εταιρία).

Η ιστορία αυτή, που θυμίζει έντονα όσα είχαν συμβεί παλιότερα στην Αθήνα, είναι κατά κάποιο τρόπο διδακτικότερη. Και αυτό διότι θέτει με αρκετή σαφήνεια το πλαίσιο που κατέστησε εφικτή την ειρηνική συμφωνία. Οι Ιουδαίοι είχαν πρόσφατη την ανάμνηση μιας συντριβής και ενός γενικού ξεριζωμού. Επιπλέον περιβάλλονταν και πάλι από απειλητικούς εχθρούς. Για να αντιμετωπίσουν τους νέους κινδύνους χρειάζονταν εσωτερική ομόνοια και, κυρίως, διαθέσιμους και ικανούς πολεμιστές. Δηλαδή αφθονία ελεύθερων αγροτών, πρόθυμων να στρατευτούν. Αυτός αποδείχτηκε επαρκής λόγος για να συναινέσουν οι πλούσιοι σχεδόν με προθυμία στο κοινό αίτημα για παραγραφή χρεών και απελευθέρωση γης και ανθρώπων. Όπως είχε δείξει η βαβυλωνιακή κατάκτηση, μια ενδεχόμενη νέα ήττα θα ήταν οδυνηρή πρώτα και καλύτερα για τους ίδιους τους άρχοντες.

* * *

Ο Σόλων σε αραβική μινιατούρα
Ο Σόλων σε αραβική μινιατούρα

Μπορούμε έτσι να επιστρέψουμε στους Αθηναίους του πρώιμου έκτου αιώνα και να αναρωτηθούμε αν παρόμοιοι λόγοι είχαν οδηγήσει στην επιλογή του Σόλωνα και την αποδοχή της ριζοσπαστικής σεισάχθειας. Η απάντηση δίνεται εμμέσως και με τρόπο αποσπασματικό. Μια πρώτη πληροφορία παρέχει ο ίδιος ο Σόλων. Πράγματι, στα ποιητικά του αποσπάσματα κάνει λόγο για την ντροπή που είχαν νιώσει οι Αθηναίοι χάνοντας έπειτα από μακροχρόνιο πόλεμο με τα γειτονικά Μέγαρα τον έλεγχο της Σαλαμίνας. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, η εμπνευσμένη του παρέμβαση, που πήρε τη μορφή άφρονος παραληρήματος, οδήγησε όχι μόνο στην επανέναρξη του πολέμου και την αίσια αυτή τη φορά έκβαση, αλλά και στην καθιέρωση του Σόλωνα ως μεγάλου και ικανού πατριώτη. Λέγεται μάλιστα ότι ακόμα και τους ομηρικούς στοίχους παραχάραξε ο Σόλων για να ισχυροποιήσει τις διεκδικήσεις των Αθηναίων (Πλούταρχος, Σόλων 8-10).

Μια δεύτερη πληροφορία δίνουν ορισμένοι μεταγενέστεροι ιστορικοί. Φαίνεται λοιπόν ότι οι Αθηναίοι, σύμφωνα με υπόδειξη του Σόλωνα, ενεπλάκησαν και στον λεγόμενο Πρώτο Ιερό Πόλεμο, με σκοπό να προστατέψουν τους Δελφούς από τις προσβολές των Κιρραίων. Λέγεται μάλιστα ότι οι σύμμαχοι είτε δηλητηρίασαν την παροχή ύδατος των Κιρραίων είτε άλλαξαν την κύτη του ποταμού που τους εξασφάλιζε πόσιμο νερό. Και μόνο με το τέχνασμα αυτό κατάφεραν στο τέλος να επιβληθούν (Πλούταρχος, Σόλων 11).

Τις υπόλοιπες σχετικές πληροφορίες προσφέρει, χωρίς να τις συνδέει με τον Σόλωνα, ο Ηρόδοτος. Κάνει έτσι λόγο για πόλεμο των Αθηναίων με την Αίγινα, στον οποίο πήραν κάποια στιγμή μέρος εναντίον των Αθηναίων και οι Αργείοι (Ηρόδοτος 5.82-88). Επίσης για πόλεμο των Αθηναίων με τους Μυτιληναίους, για τον έλεγχο του Σιγείου, στον οποίο πήρε μέρος και ο ποιητής Αλκαίος (Ηρόδοτος 5.94-95).

Οι λεπτομέρειες, αλλά και η ακρίβεια όλων αυτών των πολέμων είναι αντικείμενα πολλών συζητήσεων και αμφισβητήσεων. Φαίνεται ωστόσο σίγουρο ότι οι Αθηναίοι της εποχής του Σόλωνα έκαναν δυναμικά την παρουσία τους όχι μόνο σε αναμέτρηση με τους κοντινούς τους γείτονες, όπως γινόταν έως τότε, αλλά και στον ευρύτερο ελληνικό χώρο, για να διευρύνουν την επιρροή και τις προσβάσεις τους. Μολονότι βρέθηκαν συχνά απειλημένοι, κατά κανόνα ήταν επιτιθέμενοι και διεκδικητικοί. Εκτός από το κύρος τους που μεγάλωνε, διακυβευόταν το εμπόριό τους και η εισαγωγή σίτου στην πόλη. Με τόσα μέτωπα ανοικτά, δεν υπήρχαν περιθώρια επιδείνωσης ενός ακόμα ρήγματος στο εσωτερικό της πόλης. Η σοφή επιλογή του Σόλωνα ενδέχεται έτσι να υπαγορεύθηκε από την αίσθηση του κοινού συμφέροντος αρχόντων και αρχομένων, πλουσίων και φτωχών.

Την απλή αυτή σοφία χρειάστηκε να την υπενθυμίσει στους Αθηναίους αρκετά χρόνια αργότερα ο Περικλής, όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης. «Πιστεύω», τους έλεγε σε στιγμές ιδιαίτερα δύσκολες, «ότι αν μια πολιτεία βρίσκεται, στο σύνολό της, σε ακμή, εξυπηρετεί πολύ καλύτερα τους πολίτες παρά όταν οι πολίτες ευτυχούν ο καθένας, αλλά η πολιτεία στο σύνολό της δυστυχεί. Όσο κι αν ένας ιδιώτης ευτυχεί στις ιδιωτικές του υποθέσεις, καταστρέφεται κι ο ίδιος μαζί με την πατρίδα του, αν καταστραφεί εκείνη. Αν όμως δυστυχήσει, ενώ η πατρίδα του ευημερεί, έχει πολλές ελπίδες να σωθεί. Αφού λοιπόν η πολιτεία μπορεί να αντέξει στις δυστυχίες των πολιτών της, ενώ οι πολίτες δεν μπορούν να αντέξουν στη δυστυχία της πολιτείας, πώς είναι δυνατόν να μην την βοηθήσουμε, αλλά να κάνουμε ό,τι σεις κάνετε τώρα;» (Θουκυδίδης 2.60, μτφρ Άγγελος Βλάχος).

Τα συμπεράσματά μου είναι νομίζω προφανή. Η σοφία συσσωρεύτηκε κάποτε στην Αθήνα επειδή η αίσθηση του γενικού καλού συγκράτησε το πλήθος και κατέστησε σώφρονες τους άρχοντες. Όπως μάλιστα πίστευε ο Σόλων, το βάρος έπεφτε κυρίως στους άρχοντες. «Διότι οι θεοί και οι νομοθέτες», λέγεται ότι ισχυρίστηκε κάποτε ο μεγάλος αυτός νομοθέτης, «δεν μπορούν από μόνοι τους να ωφελήσουν τις πόλεις. Αυτό το μπορούν εκείνοι που καθοδηγούν το πλήθος, όταν έχουν σωστή κρίση» (Διογένης Λαέρτιος 1.64). Η σοφία του πλήθους βρίσκεται κατά συνέπεια στη σωστή επιλογή αρχόντων. Ιδίως σε στιγμές δοκιμασίας.

* * *

Η Αθηναίοι βίωσαν τις σολώνειες μεταρρυθμίσεις ως περίοδο μεγάλης (ανα)δημιουργίας που αφορούσε σχεδόν κάθε πλευρά των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών τους σχέσεων. Μεταξύ άλλων απέδωσαν στον μεγάλο τους πολιτικό νόμους που αφορούσαν τους γάμους, την τεκνοποιία, και γενικότερα τον ερωτικό βίο. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον διότι δείχνει ότι, κατά τη γνώμη τους, η εγκαινίαση μιας νέας εποχής δεν έπρεπε να αφήσει τις ερωτικές τους συνήθειες ανεπηρέαστες. Λεγόταν μάλιστα ότι ο Σόλων, σε προχωρημένη ηλικία, συνέθεσε ένα ποίημα στο οποίο ισχυριζόταν ότι τον τραβούσαν πλέον τα έργα της Αφροδίτης, του Διόνυσου και των Μουσών, που ευφραίνουν τον άνθρωπο (Πλούταρχος, Σόλων 31). Και ότι κάποτε, όταν άκουσε έπειτα από ένα συμπόσιο τον ανιψιό του να τραγουδά ένα άσμα της Σαπφώς ευχαριστήθηκε τόσο πολύ ώστε επεδίωξε αμέσως να το αποστηθίσει. «Θέλω να το μάθω και να πεθάνω», απάντησε σε κάποιον που ζητούσε εξηγήσεις (Στοβαίος 29.88).

Αν οι μύθοι αυτοί έχουν κάποια αξία τότε βεβαιώνουν ότι ο Σόλων διατηρούσε μια συνολική εικόνα για τον άνθρωπο και τις επιθυμίες του. Και ότι στο τέλος της ζωής του προβληματίστηκε περισσότερο για τον ερωτικό πόθο από ό,τι για τον πλουτισμό. Στο κάτω κάτω, όπως αποδείχτηκε από τη συνέχεια της ιστορίας, οι Αθηναίοι διακατέχονταν από ένα σχεδόν ακαταμάχητο ερωτικό πάθος όχι μόνο για ευημερία, αλλά και για γενική κυριαρχία. Αυτό ήταν άλλωστε που τους κράτησε ενωμένους έως την επόμενη μεγάλη κρίση.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.