Viktor Frak1,2 , Tatjana Nazir3, Michel Goyette2,
Henri Cohen4, Marc Jeannerod3
σύναψις 20 [2011 – τόμος 07]
μετάφραση
Κώστας Πόταγας
1 Département de kinanthropologie, Université du Québec a Montréal, Canada
2 Institut de Réadaptation Gingras-Lindsay de Montreal, Canada
3 CNRS UMR 5015, Institut des Sciences Cognitives, Bron, France
4 CNRS UMR 8189, Université Paris Descartes, Boulogne-Billancourt, France
Περίληψη
Οι κινητικές πράξεις και τα ρήματα που δηλώνουν πράξη ενεργοποιούν παρόμοιες περιοχές του εγκεφαλικού φλοιού. Η λειτουργική αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο ειδών πληροφοριών συνιστά απόδειξη της παράλληλης επεξεργασίας τους και συνηγορεί υπέρ της βιολογικής θεμελίωσης της γλώσσας στην πράξη. Στο κείμενο που ακολουθεί περιγράφουμε έναν καινούργιο τρόπο προσέγγισης του ζητήματος αυτού: εξετάζουμε τη σχέση που μπορεί να έχει η γλώσσα με τη δύναμη που βάζει κανείς στο χέρι του όταν συλλαμβάνει ένα αντικείμενο. Στο πείραμά μας, αυτοί που συμμετείχαν άκουγαν λέξεις, σχετικές (ρήματα) ή άσχετες (ουσιαστικά) με πράξεις που γίνονται με τα χέρια, ενώ έσφιγγαν με τον αντίχειρα και τον δείκτη τους – με τα μάτια κλειστά και τον βραχίονα προτεταμένο – έναν κύλινδρο με αισθητήρα ισχύος. Η δύναμη της σύλληψης μεταβαλλόταν όταν άκουγαν τα ρήματα και όχι τα ουσιαστικά: Σε περίπου 100ms από τη στιγμή που ξεκινούσε η λέξη η δύναμη αυξανόταν, έφτανε το μέγιστο σε 380ms, για να πέσει απότομα μετά 400ms. Ίσως η πτώση αυτή δείχνει την παρέμβαση μιας αναστολής της κινητικής προσομοίωσης που προκαλούν τα ρήματα που δηλώνουν πράξη. Οι παρατηρήσεις αυτές αποκαλύπτουν την ύπαρξη μιας στενής σχέσης μεταξύ γλώσσας και σύλληψης με το χέρι και, ταυτόχρονα, αποδεικνύουν ότι είναι εφικτό να διευκρινίσουμε διάφορες πτυχές της αλληλεπίδρασης αίσθησης-κίνησης με καινούργιους τρόπους και, μάλιστα, online, τη στιγμή ακριβώς που διαμείβεται αυτή η αλληλεπίδραση.
Εισαγωγή
Οι καταστάσεις που προκαλούν οι βλάβες του εγκεφάλου από τη μια μεριά και η λειτουργική αλληλοεπικάλυψη γλώσσας και κινητικών πράξεων από την άλλη δεν αφήνουν πολλές αμφιβολίες για την πολύ στενή σύνδεση διαφόρων πτυχών της γλώσσας και των πράξεων. Στις πρώτες περιγραφές της απραξίας, το 1905, ο Liepmann (1) περιγράφει ασθενείς με βλάβες στο μπροστινό τμήμα του εγκεφάλου τους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να κάνουν εκούσιες και επιδέξιες κινήσεις με τα αριστερά τους μέλη, όταν τους το ζητούσαν προφορικά. Ονόμασε αυτή την κατάσταση συμπαθητική απραξία. Ο Geschwind (2) θεωρεί το σύνδρομο αυτό συνέπεια της διακοπής ή της φραγής της μεταφοράς πληροφοριών μεταξύ των περιοχών του λόγου και των περιοχών της κίνησης. Στην περίπτωση της απραξίας της άρθρωσης, όπου υπάρχει δυσχέρεια στην ομιλία ή την προφορά, παραμένει πάντοτε το ερώτημα εάν η υποκείμενη διαταραχή αφορά τον κινητικό έλεγχο ή εάν πρόκειται για μια αφασική εκδήλωση, η οποία επομένως θα οριζόταν από συντακτικούς κανόνες. Ήδη από το 1861, ο Broca (3) ανέφερε, περιγράφοντας τον Tan, στοιχεία υπέρ μιας δυσχέρειας της άρθρωσης, ως συνέπεια της βλάβης του μετωπιαίου λοβού.
Τα ρήματα που δηλώνουν πράξη και οι κινητικές πράξεις καθ’ εαυτές ενεργοποιούν παρόμοιες περιοχές στον εγκεφαλικό φλοιό (4, 5). Ολοένα και περισσότερες μελέτες δείχνουν ότι οι αισθητικοκινητικές συνιστώσες του νοήματος των λέξεων ενεργοποιούν περιοχές του φλοιού οι οποίες αλληλοεπικαλύπτονται με τα νευρωνικά συστήματα που συμμετέχουν στην αντίληψη και την εκτέλεση των πράξεων που περιγράφονται από τις λέξεις αυτές. Για παράδειγμα, η νοητική επεξεργασία των πράξεων, στο άκουσμα των ρημάτων που τις περιγράφουν, ενεργοποιεί τα τμήματα του κινητικού συστήματος τα οποία αντιστοιχούν στο μέλος (χέρι ή πόδι) που χρησιμοποιείται στις πράξεις αυτές (6) (7). Είναι ακόμη γνωστό ότι διαβάζοντας τη λέξη γράφω ενεργοποιούνται οι κινητικές περιοχές του φλοιού που συμμετέχουν στην κίνηση του χεριού (8). Από την άλλη μεριά, στη νοηματική γλώσσα υπάρχει στενή σημασιολογική σχέση μεταξύ της λειτουργίας ενός αντικειμένου και των χειρονομιών που το εκφράζουν (π.χ. «σφυρί» ή «ψαλίδι», στην Αμερικανική Νοηματική)˙ αυτό δείχνει ότι οι σημασιολογικές αναπαραστάσεις επιστρατεύουν «διάτροπες» διεργασίες, διεργασίες δηλαδή που εμπλέκουν διάφορους «τρόπους», κινητικούς και αισθητηριακούς ταυτόχρονα (9). Στα παραπάνω προστίθενται τα δεδομένα που προέρχονται από εγκεφαλικές βλάβες: Σε ασθενείς με βλάβη του αριστερού ημιφαιρίου θίγεται η γλώσσα, αλλά και η μίμηση της χρήσης των αντικειμένων (10). Το σύνολο αυτών των μελετών, μαζί με πολλές άλλες παρατηρήσεις, δείχνουν ότι οι εγκεφαλικές περιοχές για τις πράξεις που αφορούν αντικείμενα συνδέονται επίσης στενά με τις εγκεφαλικές περιοχές της γλώσσας (11).
Ο Glenberg (12) έκανε την υπόθεση ότι όταν εκτελούμε μια πράξη που έχει συγκεκριμένο αποτέλεσμα το γλωσσικό της νόημα είναι ριζωμένο στη σωματική δραστηριότητα (βλ.επίσης 13). Αν δούμε έτσι τα πράγματα, το γλωσσικό μήνυμα θα ταυτίζεται λειτουργικά με την πρόθεση που έχει η πράξη (14). Έχει επίσης λεχθεί ότι αν η πρόθεση μιας κινητικής πράξης παρατεινόταν στον χρόνο, θα μετατρεπόταν προοδευτικά στην κινητική προσομοίωση αυτής της πράξης (15). Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τον Prinz (16), η προσομοίωση της πράξης γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της σύνδεσης μεταξύ αίσθησης και κίνησης, έτσι που κατά την εξέλιξη μιας δεδομένης πράξης, πρόθεση και προσομοίωση δεν μπορούν πλέον να διακριθούν. Στο ίδιο πνεύμα, η πρόθεση θεωρήθηκε ως η πηγή της συγκολλητικής ουσίας του εισερχόμενου ερεθίσματος και της εξερχόμενης απάντησης. Τα «σχέδια δράσης» είναι στην πραγματικότητα κινητικές εικόνες, κατά τους Hommel και συνεργάτες (17), ενώ για τον Jeannerod (15), η προθετικότητα βρίσκεται στον πυρήνα της αναπαράστασης της πράξης και αυτό διότι οι πληροφορίες που εξακολουθούν να εισέρχονται μπορούν να τροποποιήσουν την εν εξελίξει πράξη. Η πρόθεση και η προσομοίωση, επομένως, είναι τα συνεκτικά συστατικά μεταξύ γλωσσικού ερεθίσματος και κινητικής απόκρισης.
Σύμφωνα με μια πρόσφατη υπόθεση, η λέξη-σημασία ανταγωνίζεται την πράξη άπαξ και η πράξη έχει ήδη εκλυθεί. Για να διερευνήσουν την αλληλεπίδραση γλώσσας και κινηματικής, η Boulenger και οι συνεργάτες της (18) και η Nazir και συνεργάτες (19) σχεδίασαν το ακόλουθο πείραμα: Ένα άτομο εκτελεί βαλλιστικές χειρονομίες και σε διάφορες στιγμές της εξέλιξης της κάθε κίνησής του (π.χ. στα 0ms, τα 50ms ή τα 200ms αφού έχει ξεκινήσει) βλέπει να αναγράφεται ένα ρήμα δηλωτικό πράξης, ενώ μετριέται η ταχύτητα μετακίνησης του καρπού του. Γενικά, αποδεικνύεται ότι η κίνηση διαταράσσεται όταν το ρήμα εμφανιστεί αφού έχει αρχίσει η κίνηση, γεγονός που μαρτυρεί μια σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ των γλωσσικών και των μυικών συνιστωσών της δράσης. Το πρόβλημα είναι ότι αυτό το πειραματικό παράδειγμα δεν επιτρέπει να συνδεθεί η παρεμβολή του ρήματος με τη στιγμή που αυτό αρχίζει να γίνεται αντιληπτό (να «κλειδωθεί» δηλαδή χρονικά η παρεμβολή με την αρχή του ρήματος) διότι η κίνηση καθ’ εαυτή που χρησιμοποιείται εδώ έχει χαρακτηριστικά (την βαλλιστική ορμή) τα οποία εν μέρει καλύπτουν την άμεση επίπτωση του γλωσσικού ερεθίσματος. Δεν μας πληροφορεί επομένως για το πότε ακριβώς η επεξεργασία της λέξης αρχίζει να επηρεάζει την κινητική συμπεριφορά.
Προτείνουμε λοιπόν μια καινούργια προσέγγιση που θα επιτρέπει ακριβώς την online εξέταση της σχέσης μεταξύ γλώσσας και πράξης. Η ανάλυση των διακυμάνσεων της σύλληψης ακριβείας των δακτύλων, που σφίγγουν έναν κύλινδρο με ενσωματωμένο αισθητήρα ισχύος, θα δείξει κατά πόσον το άκουσμα λέξεων που σχετίζονται με τη συλληπτική πράξη του χεριού επηρεάζει τη δύναμη της σύλληψης. Αν και γνωρίζουμε ότι η περιοχή του Broca ενεργοποιείται κατά τη διάρκεια της προσομοίωσης κινήσεων δραγμού (20) (21), ποτέ δεν έχει διερευνηθεί η σχέση μεταξύ της γλώσσας και της δύναμης του δραγμού. Η προσέγγιση που χρησιμοποιούμε εδώ συμβάλλει στην εντόπιση της στιγμής ακριβώς που η επεξεργασία της λέξης επηρεάζει την κινητική συμπεριφορά. Η ανάλυση των διακυμάνσεων της δύναμης που ασκείται από τα δάχτυλα κάποιου που πιάνει έναν κύλινδρο, ενώ ακούει λέξεις δηλωτικές πράξης που γίνονται με το χέρι και λέξεις άσχετες (ως έλεγχο), μας επιτρέπει να εξετάσουμε τις σχέσεις μεταξύ κινηματικής του χεριού και γλωσσικού περιεχομένου.
Το ερώτημα της σχέσης γλώσσας και πράξης μας ταλανίζει για παραπάνω από έναν αιώνα. Η σύγκλιση των διαφόρων προσπαθειών για τη διαλεύκανση αυτού του προβλήματος εστιάζεται στην επιδίωξη να καθοριστεί ο τρόπος που αλληλεπιδρούν. Όποια και αν είναι η μεθοδολογία που ακολουθείται (ERP – προκλητά δυναμικά, fMRI – λειτουργική μαγνητική τομογραφία, μελέτες συμπεριφοράς και, τώρα, μελέτες της δύναμης σύλληψης), η επιδίωξη αυτή συνίσταται στην κατανόηση της επίδρασης του ενός επί του άλλου στο μικρότερο δυνατό χρονικό παράθυρο. Η μέθοδος που πλησιάζει περισσότερο αυτόν τον στόχο είναι η μελέτη των προκλητών δυναμικών· με το παράδειγμα της δύναμης σύλληψης, προτείνουμε μια συμπληρωματική εναλλακτική μέθοδο που ελπίζουμε ότι θα προσφέρει ένα νέο τρόπο θεώρησης και μια καλύτερη κατανόηση της φύσης αυτής της σχέσης.

Μέθοδοι
Συμμετέχοντες
Συμμετείχαν έξι μονόγλωσσοι γάλλοι αυτόχθονες εθελοντές, 2 άνδρες και 4 γυναίκες (ηλικίας 15-52, μέσος όρος 23 έτη), όλοι δεξιόχειρες σύμφωνα με το Edinburgh Handedness Inventory (22).
Ερεθίσματα
Χρησιμοποιήθηκαν συνολικά 35 ουσιαστικά και 35 ρήματα, με ελεγμένη συχνότητα, αριθμό γραμμάτων, αριθμό συλλαβών, συχνότητες δύο και τριών συνεχόμενων γραμμάτων (23). Όλα τα ρήματα δήλωναν πράξεις που πραγματοποιούνται με το χέρι ή τον βραχίονα (π.χ. γράφω, πετώ), ενώ τα ουσιαστικά που χρησιμοποιήθηκαν ως λέξεις ελέγχου αναφέρονταν σε εύκολα αναπαραστήσιμες, συγκεκριμένες οντότητες χωρίς ειδικούς κινητικούς συνειρμούς (π.χ. μύλος, βράχος). Αποκλείστηκαν λέξεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο ως ουσιαστικά όσο και ως ρήματα. Οι λέξεις εκφωνήθηκαν από ενήλικα άνδρα και μαγνητοφωνήθηκαν σε ψηφιακή συσκευή εγγραφής (Olympus DS-50), σε δυο διαδοχικές συνεδρίες με μια παύση 5 λεπτών μεταξύ των συνεδριών. Τα 35 ρήματα ηχογραφήθηκαν σε μια συνεδρία και τα 35 ουσιαστικά ηχογραφήθηκαν με τον ίδιο τρόπο σε ξεχωριστή συνεδρία. Οι δύο ηχογραφήσεις μεταφέρθηκαν σε υπολογιστή και κάθε λέξη από τις δύο λίστες εξήχθη χωριστά και αποθηκεύτηκε σε ένα αρχείο. Από τη σύγκριση της έντασης της φωνής των λέξεων στις δύο λίστες (ουσιαστικά και ρήματα) δεν προέκυψε στατιστικώς σημαντική διαφορά.
Από τις 70 λέξεις παράχθηκαν ψηφιοποιημένες λίστες. Από αυτές τις λίστες, μια τυχαία επιλεγμένη λέξη-στόχος (ρήμα ή ουσιαστικό) επαναλαμβανόταν 17 φορές, ενώ όλες οι υπόλοιπες λέξεις παρουσιάζονταν μόνο μια φορά. Οι συμμετέχοντες συνεπώς άκουγαν ένα σύνολο 86 λέξεων. Η μέση διάρκεια λέξης ήταν 684ms και υπήρχε ένα μεσοδιάστημα 1000ms ανάμεσα στις παρουσιάσεις. Οι λέξεις παρουσιάζονταν σε τυχαιοποιημένη σειρά στους συμμετέχοντες.
Διαδικασία
Οι συμμετέχοντες φορούσαν ακουστικά και κάθονταν σε καρέκλα χωρίς υποβραχιόνια, μπροστά σε τραπέζι επάνω στο οποίο βρισκόταν ο κύλινδρος, σε απόσταση 53,5 cm από το στήθος τους (εικόνα 1). Το βάρος του κυλίνδρου ήταν 267gr. Τους ζητήθηκε αρχικά να αφήσουν τα χέρια τους στο τραπέζι και να αγγίξουν μια μαλακή επιφάνεια γραφείου με τους αντίχειρες τους (5cm από την άκρη του τραπεζιού και 13cm από τη μέση γραμμή). Έπρεπε κατόπιν να σηκώσουν τον κύλινδρο (εικόνα 2Α, για τεχνική περιγραφή της συσκευής, βλέπε [24]), ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη του δεξιού χεριού, και να τον κρατήσουν σε ύψος περίπου 5cm πάνω από το τραπέζι (εικόνα 2Β). Το κυλινδρικό σχήμα του αντικειμένου δεν επέβαλλε να υπάρχει συγκεκριμένος προσανατολισμός σύλληψης. Οι συμμετέχοντες διατηρούσαν αυτή τη στάση κάμπτοντας τον ώμο και κρατώντας τον αγκώνα σε πλήρη έκταση. Άκουγαν τις λέξεις και μετρούσαν σιωπηρά τον αριθμό παρουσιάσεων της λέξης-στόχου ενώ εκτελούσαν το παραπάνω κινητικό έργο. Η λέξη-στόχος ήταν ρήμα πράξης στη μια κατάσταση και ουσιαστικό στην άλλη.
Κάθε άτομο συμμετείχε σε δύο συνεδρίες, σταθμισμένες μεταξύ των συμμετεχόντων. Οι οδηγίες ήσαν να ακούν και να μετρούν τη συχνότητα εμφάνισης των λέξεων-στόχων. Συνεπώς, στη μία συνεδρία τους παρουσιάζονταν 35 ουσιαστικά και 51 ρήματα (ένα από τα ρήματα επαναλαμβανόταν 16 φορές) και, στην άλλη συνεδρία, 35 ρήματα και 51 ουσιαστικά. Η παρουσίαση της λίστας των ουσιαστικών και της λίστας των ρημάτων γινόταν τυχαιοποιημένα μεταξύ των ατόμων. Αν στην πρώτη συνεδρία ο στόχος ήταν ρήμα, στη δεύτερη ο στόχος θα ήταν ουσιαστικό και αντιστρόφως. Οι συμμετέχοντες κρατούσαν τα μάτια κλειστά σε όλη τη διάρκεια του πειράματος. Στο τέλος κάθε συνεδρίας κατέβαζαν τον κύλινδρο στο τραπέζι και τους ρωτούσαμε πόσες φορές εμφανίστηκε η λέξη-στόχος.
Απόκτηση δεδομένων

Η εξαγωγή τριών σημάτων δύναμης και τριών σημάτων χρονικής στιγμής (Fx, Fy, Fz, Mx, My, Mz) που ελάμβανε ο κύλινδρος, παρήχθη με ένα αυτόνομο χειριστήριο με αισθητήρα δύναμης – χρόνου (F/T sensor controller) (ATI industrial automation, NC, USA). Fx είναι η διαμήκης δύναμη που ασκείται στον κύλινδρο, Fy και Fz είναι η ακτινική και συμπιεστική δύναμη αντίστοιχα (σχήμα 2Α). Mx, My και Mz είναι οι χρονικές στιγμές. Τα σήματα καταγράφονταν με μία κάρτα AT-MIO-16E-10 A/D (National Instruments, TX, USA) και λαμβάνονταν στα 100 Hz ανά κανάλι, για περίπου 145 δευτερόλεπτα. Η λίστα των ψηφιοποιημένων λέξεων δινόταν μέσω ενός καναλιού D/A από μία άλλη κάρτα AT-MIO-16E-10 A/D συνδεδεμένη με τα ακουστικά. Οι δύο κάρτες ήσαν συγχρονισμένες ώστε η έξοδος της ψηφιοποιημένης λίστας των λέξεων να πυροδοτεί αυτόματα τη λήψη πληροφοριών για τη σύλληψη.
Ανάλυση δεδομένων
Πριν την ανάλυση των δεδομένων, κάθε σήμα φιλτραρίστηκε στα 10 Hz με ένα τεσσάρων επιπέδων, μηδενικής φάσης χαμηλόσυχνο φίλτρο Butterworth. Η δύναμη σύλληψης υπολογίστηκε από τη συνισταμένη των Fx, Fy και Fz. Κατόπιν, τα δεδομένα τεμαχίστηκαν από την αρχή της μιας λέξης μέχρι την αρχή της επόμενης. Εφόσον η δύναμη που εφαρμοζόταν στον κύλινδρο διέφερε μεταξύ των ατόμων, κάθε τμήμα του σήματος ισχύος κανονικοποιήθηκε αφαιρώντας την ελάχιστη τιμή και διαιρώντας το αποτέλεσμα με το εύρος των τιμών (ελάχιστη – μέγιστη τιμή), καταλήγοντας έτσι σε τιμές από το 0 έως το 1. Για τα κανονικοποιημένα σήματα για τα ουσιαστικά, τα ρήματα και τις λέξεις στόχους, εξήχθη ο μέσος όρος κατ’ άτομο και ο συνολικός μέσος όρος για κάθε κατάσταση. Επειδή ο αριθμός των λέξεων-στόχων ήταν μικρότερος από τον αριθμός των μη στόχων (17 έναντι 34) επιλέχθηκαν τυχαία 17 λέξεις-μη στόχοι από κάθε κατάσταση για να χρησιμοποιηθούν στην ανάλυση δεδομένων. Για να καθορίσουμε εάν το κατακόρυφο φορτίο του κυλίνδρου (βαρύτητα και αδράνεια) επηρέαζε τα αποτελέσματα καθ’ οποιονδήποτε τρόπο, πραγματοποιήθηκαν αναλύσεις με και χωρίς την κατακόρυφη συνιστώσα (Fx). Συγκρίθηκαν επίσης οι κανονικοποιημένες καμπύλες της δύναμης σύλληψης. Προέκυψαν έτσι δύο καμπύλες: η μία συμπεριλάμβανε υπολογισμούς σε όλους τους άξονες (Fx, Fy, Fz) και η άλλη τις δυνάμεις που ήταν κάθετες στον κύλινδρο (Fy, Fz). Η στατιστική σύγκριση των δύο καμπυλών έδωσε R2=0,9996, αποδεικνύοντας ότι το βάρος δεν επηρέαζε τις καμπύλες. Αποτέλεσμα αναμενόμενο, καθώς η ανάλυση αφορούσε τη διακύμανση της δύναμης στο σύστημα, ενώ ο κύλινδρος θεωρείται ότι βρίσκεται σε ημι-στατική κατάσταση και επιδρά επομένως ελάχιστα ή καθόλου.
Αποτελέσματα
Στην εικόνα 3 απεικονίζεται ο συνολικός μέσος όρος της κανονικοποιημένης έντασης δύναμης των σημάτων που αντιστοιχούν σε ρήματα και ουσιαστικά, από την έναρξη της λέξης-ερεθίσματος μέχρι και 800 ms αργότερα. Ο χρόνος αυτός αντιστοιχεί περίπου στο τέλος της λέξης με τη μεγαλύτερη διάρκεια. Η δύναμη σύλληψης μεταβαλλόταν όταν η λέξη-στόχος ήταν ρήμα, όχι όμως όταν ήταν ουσιαστικό. Η αύξηση της δύναμης παρατηρήθηκε περίπου στα 100ms από την εμφάνιση του ρήματος, απέκλινε σημαντικά από την καμπύλη των ουσιαστικών σε περίπου 260ms και, αφού έφτανε το μέγιστο στα 380ms, ελαττωνόταν απότομα. Εφαρμόστηκε t-test ανά χιλιοστό του δευτερολέπτου για κάθε ζεύγος σημείων που ορίζουν τις δύο καμπύλες. Σημαντική διαφορά υπήρχε μεταξύ 260 και 430ms (p<0,05). Οι αναλύσεις των ρημάτων και των ουσιαστικών που δεν ήσαν λέξεις-στόχοι δεν έδειξαν σημαντική διαφορά στη δύναμη της σύλληψης.
Συζήτηση
Σκοπός μας ήταν να διερευνήσουμε online την αλληλεπίδραση μεταξύ της κινητικής αναπαράστασης των ρημάτων που δηλώνουν πράξεις με τα χέρια και του γλωσσικού περιεχομένου των ρημάτων αυτών. Μέχρι τώρα δεν γνωρίζαμε πότε ακριβώς επηρεάζεται η κινητική συμπεριφορά από τη νοητική επεξεργασία γλωσσικών πληροφοριών (π.χ. ρήματα). Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η στιγμή αυτή είναι εφικτό να καθοριστεί χάρη στην online ανάλυση των διακυμάνσεων της δύναμης του χεριού όταν αυτό συλλαμβάνει ένα αντικείμενο.
Όταν διαβάζουμε ρήματα δηλωτικά πράξεων που εκτελεί το χέρι διαταράσσονται κινήσεις που κάνουμε για να φτάσουμε κάτι, οι κινήσεις προσέγγισης (18) (19). Ωστόσο, η προσέγγιση και η σύλληψη συνδέονται στενά (25) και, επομένως, είναι πιθανόν τα ρήματα που δηλώνουν πράξη με το χέρι να επιδρούν και στην πράξη της σύλληψης. Από την άλλη μεριά, στις κινήσεις προσέγγισης συμμετέχουν κεντρομελικά μυϊκά συστήματα, κάτω από τον έλεγχο των δύο εγκεφαλικών ημισφαιρίων, ενώ στη σύλληψη με το προτιμώμενο δεξιό χέρι συμμετέχουν οι περιφερειακοί μύες του άκρου, κάτω από τον έλεγχο του αριστερού ημισφαιρίου: αλλά κάτω από τον έλεγχο του ίδιου ημισφαιρίου βρίσκεται και το μεγαλύτερο μέρος του συστήματος του λόγου.
Το γεγονός ότι η γλωσσική επεξεργασία των ρημάτων και η επεξεργασία των πράξεων που αντιστοιχούν σε αυτά τα ρήματα μοιράζονται παρόμοιους εγκεφαλικούς πόρους μπορεί να ερμηνευθεί με πολλούς τρόπους. Μια πρώτη εξήγηση θα ήταν ότι ένα ρήμα ενεργοποιεί κινητικές περιοχές του εγκεφάλου επειδή ανακαλεί μια κινητική εικόνα της πράξης που εκφράζει λεκτικά: αυτή η υπόθεση συνεπάγεται ότι η ενεργοποίηση του κινητικού συστήματος συμβαίνει σε μετα-λεξικό επίπεδο. Η προσομοίωση της κίνησης παρέχει έτσι την πραγματολογική γνώση η οποία, σε συμφωνία με την υποκείμενη πράξη, ολοκληρώνει τη σημασιολογική αναγνώριση του ρήματος.
Αλλά ο Pulvermüller και οι συνεργάτες του (26) διατύπωσαν μιαν αντίθετη άποψη σχετικά με την κινητική ενεργοποίηση που προκαλούν τα ρήματα: Θεωρούν ότι δεν είναι συνέπεια της σχέσης μεταξύ των ρημάτων και των πράξεων που εκφράζουν και αυτές προσομοιώνονται, αλλά ότι η κινητοποίηση αυτή είναι εγγενής στην ίδια την επεξεργασία της λέξης-σημασίας.Το κρίσιμο επιχείρημα υπέρ αυτής της ερμηνείας είναι ότι, πράγματι, η ενεργοποίηση του κινητικού συστήματος συμβαίνει εξαιρετικά νωρίς, σε λιγότερο από 200ms από την αρχή της παρουσίασης του ρήματος.
Τα αποτελέσματά μας γεννούν την ιδέα ότι οι δύο αυτές απόψεις μπορεί στην πραγματικότητα να ενσωματωθούν κατά μήκος ενός κινητικού συνεχούς γλωσσικών πληροφοριών. Η αύξηση της δύναμης της σύλληψης του χεριού, την οποία παρατηρούμε τη στιγμή που ακούγονται τα ρήματα, μπορεί να ερμηνευθεί αφενός ως η επίταση της αυθόρμητης μυϊκής ευόδωσης που προκαλείται από το ρήμα κατά τη λεξική-σημασιολογική επεξεργασία του (27) και, αφετέρου, ως η ατελής αναστολή της κινητικής απάντησης της προσομοίωσης (15) (28). Το φαινόμενο αυτό αποδεικνύεται εδώ, εξ όσων γνωρίζουμε, για πρώτη φορά. Αποδεικνύει δε ότι οι δομές που ευθύνονται για την ανάκληση των ρημάτων, συμμετέχουν επίσης και στον έλεγχο της κινητικής συμπεριφοράς. Επομένως, μεταξύ της κατανόησης των ρημάτων και της παραγωγής των κινήσεων βρίσκεται η προσομοίωση της πράξης (16). Η λύση του ζητήματος δεν είναι οπωσδήποτε απλή, ακόμη περισσότερο επειδή πολλοί ερευνητές έχουν ερμηνεύσει το φαινόμενο της ευόδωσης ως μια ατελή αναστολή της μυϊκής δραστηριότητας (28). Τα αποτελέσματά μας θα μπορούσαν επίσης να εκληφθούν και ως ενδείξεις υπέρ της ύπαρξης ενός μηχανισμού ευόδωσης που ασκείται από τη λεκτική-σημασιολογική επεξεργασία και ενός ατελούς κεντρικού ανασταλτικού μηχανισμού, όπως αυτός αντανακλάται στην ελάττωση της δύναμης σύλληψης.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι οι διακυμάνσεις της δύναμης που ασκούσε το χέρι τους παρέμεναν υποσυνείδητες, καθώς οι εξεταζόμενοι δεν ανέφεραν, ακόμα και όταν τους ρωτήσαμε συγκεκριμένα στο τέλος του πειράματος, καμία επίγνωση αλλαγών στη δύναμη σύλληψης μεταξύ των διαφόρων πειραματικών συνθηκών. Η γλωσσική πληροφορία επομένως μπορεί να παράγει κινητικές προσομοιώσεις από τη στιγμή ήδη που δίνεται, προκαλώντας στους μύες της περιφέρειας μεταβολές έξω από τον συνειδητό έλεγχο και την επίγνωση.
Ο διάλογος μεταξύ των γλωσσικών διαδικασιών και της έκδηλης κινητικής συμπεριφοράς παρέχει σαφείς αποδείξεις ότι ρήματα και κινητικές πράξεις μοιράζονται από κοινού περιοχές αντιπροσώπευσης στον φλοιό, γεγονός που δείχνει ότι οι κινητικές περιοχές του φλοιού όντως συμμετέχουν στην ανάκληση των ρημάτων. Καθώς όμως αυτό συμβαίνει κατά τη διάρκεια μιας πράξης που γίνεται με το χέρι, όπως το κράτημα ενός αντικειμένου με ακρίβεια – ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη –, σημαίνει επίσης και ότι οι μεταβολές που συμβαίνουν στους μύες, εκείνες που σχετίζονται με την προσομοίωση και εκείνες που σχετίζονται με την πράξη καθ’ αυτή, αν και στενά συνδεδεμένες, δεν ταυτίζονται, αλλά αποτελούν διακριτά γεγονότα. Είναι ένας διαχωρισμός που έχει αναφερθεί μετά από βλάβες σε μετωπιαίες εγκεφαλικές περιοχές (29): Οι ημιπληγικοί ασθενείς διατηρούν την ικανότητα να προσομοιώνουν πράξεις που γίνονται με τα χέρια ακόμη όταν είναι παράλυτοι λόγω βλάβης της καθαυτό κινητικής περιοχής Μ1 (30).
Ο τρόπος προσέγγισης του ζητήματος, όπως τον παρουσιάσαμε εδώ, ανοίγει μια νέα λεωφόρο προς τη διερεύνηση των επιπτώσεων της σύνθετης δραστηριότητας της γλώσσας και της ομιλίας, τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε κλινικούς πληθυσμούς που πάσχουν από διαταραχές της κίνησης ή του λόγου.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Liepmann H (1905) Die linke Hemisphδre und das Handeln. Mοnch Med Wschr 49: 2322-2326 and 2375-2378.
Geschwind N (1965b) Disconnexion syndromes in animals and man II. Brain 88: 585-644.
Broca PP (1861) Perte de la parole, ramollissement chronique et destruction partielle du lobe antérieur gauche du cerveau (Loss of speech, chronic softening and partial destruction of the anterior left lobe of the brain). Bulletin de la Société Anthropologique 2: 235-238.
Price CJ, Wise RJS, Watson JDG, Patterson K, Howard D, et al. (1994) Brain activity during reading The effects of exposure duration and task. Brain 117: 1255-1269.
Grafton ST, Hazeltine E, Ivry RB (1998) Abstract and effector-specific representations of motor sequences identified with PET. J Neurosci 18: 9420-9428.
Floël A, Elleger T, Breitenstein C, Knecht S (2003) Language perception activates the hand motor cortex, implications for motor theories of speech perception. Eur J Neurosci 18: 704-708.
Buccino G, Riggio L, Melli G, Binkofski F, Gallese V, et al. (2005) Listening to action-related sentences modulates the activity of the motor system: a combined TMS and behavioral study. Cogn Brain Res 24: 355-363.
Hauk O, Johnsrude I, Pulvermόller F (2004) Somatotopic representation of action words in human motor and premotor cortex. Neuron 41: 301-307.
Jeannerod M (2006) Motor cognition: what actions tell the self. (Oxford University Press).
Goldenberg G, Hartmann K, Schlott I (2003) Defective pantomime of object use in left brain damage: apraxia or asymbolia? Neuropsychologia 41: 1565-1573.
Gentilucci M, Dalla Volta R (2008) Spoken language and arm gestures are controlled by the same motor control system. Q J Exp Psychol 61: 944-957.
Glenberg AM (1997) What memory is for. Behav Brain Sci 20: 1-55.
Lakoff G (1987) Women, fire, and dangerous things: What categories reveal about the mind. (University of Chicago Press).
Harnad S (1990) The symbol grounding problem. Physica D 42: 335-346.
Jeannerod M (1994) The representing brain. Neural correlates of motor intention and imagery. Behav Brain Sci 17: 187-245.
Prinz W (1997) Perception and action planning. Eur J Cogn Psychol 9: 129-154.
Hommel B, Mόsseler J, Aschersleben G, Prinz W (2001) The Theory of Event Coding (TEC): A Framework for Perception and Action Planning. Behav Brain Sci 24: 849-878.
Boulenger V, Roy AC, Paulignan Y, Dιprez V, Jeannerod M, et al. (2006) Cross-talk between language processes and overt motor behavior in the first 200ms of processing. J Cogn Neurosci 18: 1607-1615.
Nazir TA, Boulenger V, Roy A, Silber B, Jeannerod M, et al. (2008) Language-induced motor perturbations during the execution of a reaching movement. Q J Exp Psychol 61: 933-943.
Decety J, Perani D, Jeannerod M, Bettinardi V, Tadary B, et al. (1994) Mapping motor representations with PET. Nature 371: 600-602.
Grafton ST, Arbib MA, Fadiga L, Rizzolatti G (1996) Localization of grasp representations in human by positron emission tomography. 2. Observation compared with imagination. Exp Brain Res 112: 103-111.
Oldfield RC (1971) The assessment and analysis of handedness: the Edinburgh inventory. Neuropsychology 9: 97-113.
New B, Pallier C, Ferrand L, Matos R (2001) Une base de données lexicales du français contemporain sur Internet: LEXIQUE. L’Année Psychologique 101: 417-462.
Bourbonnais D, Frak V, Pilon JF, Goyette M (2008) An instrumented cylinder measuring pinch force and orientation. J Neuroeng Rehabil 5: 2doi:10.1186/1743-0003-5-2.
Frak V, Paulignan Y, Jeannerod M, Michel F, Cohen H (2006) Prehension movements in a patient (AC) with posterior parietal cortex damage and posterior callosal section. Brain Cogn 60: 43-48.
Pulvermόller F (2005) Brain mechanisms linking language and action. Nat Rev Neurosc 6: 576-582.
Sereno SC, Rayner K, Posner MI (1998) Establishing a time-line of word recognition: evidence from eye movements and event-related potentials. Neuroreport 9: 2195-2200.
Lebon F, Rouffet D, Guillot A, Collet C (2008) Imagerie motrice et activité électromyographique. Science et Μotricité 64-2: 11-34.
Sirigu A, Duhamel JR, Cohen L, Pillon B, Dubois B, et al. (1996) The mental representation of hand movements after parietal cortex damage. Science 273: 1564-1566.
Johnson-Frey SH (2004) Stimulation through simulation? Motor imagery and functional reorganization in hemiplegic stroke patients. Brain Cogn 55: 328-331.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.