Σκορδέλη Κ.1, Στυλιανίδης Σ.1,2, Χονδρός Π.1,
Παντελίδου Στ.1, Κορομηλά Μ.1
σύναψις 20 [2011 – τόμος 07]
(1) Εταιρεία Περιφερειακής Ανάπτυξης και Ψυχικής Υγείας (Ε.Π.Α.Ψ.Υ.)
(2) Τμήμα Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Η έρευνα αυτή είναι η ενδιάμεση ανάλυση των ποιοτικών δεδομένων από τις ερωτήσεις ανοιχτού τύπου στην έρευνα που διεξήχθη στην Εύβοια προκειμένου να διερευνηθεί η κοινωνική αναπαράσταση της ψυχικής ασθένειας στον τοπικό πληθυσμό. Παρουσιάζονται εδώ οι κύριες κατηγορίες απαντήσεων που προέκυψαν, καθώς και η σύγκριση με αντίστοιχες κατηγορίες που προέκυψαν στο κλειστού τύπου ερωτηματολόγιο που παρεμβλήθηκε ανάμεσα στις δύο σειρές ανοιχτών ερωτήσεων. Εντύπωση προκαλεί η διαφοροποίηση στις πιο σαφώς στιγματιστικές κατηγορίες μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης σειράς ερωτήσεων, πράγμα που δημιουργεί ερωτηματικά σχετικά με την επίδραση των ερωτήσεων κλειστού τύπου στη διαμόρφωση της κοινωνικής αναπαράστασης.
Εισαγωγή
Το στίγμα που συνοδεύει την ψυχική ασθένεια και τις εκδηλώσεις της είναι ένα ζήτημα το οποίο θεωρείται μείζον από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Οκτώβριο του 2005 διατύπωσε την πρότασή της για τη βελτίωση της ψυχικής υγείας με την Πράσινη Βίβλο, ενώ βασικό στοιχείο της στρατηγικής της περιλαμβάνει την ενημέρωση – επιμόρφωση σε θέματα ψυχικής υγείας και την προστασία των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών. Υπολογίζεται ότι το 27% των ενηλίκων Ευρωπαίων υποφέρουν από κάποια ψυχική διαταραχή με συνηθέστερη την κατάθλιψη και τις αγχώδεις διαταραχές. Παράλληλα οι ψυχικές και νευρολογικές ασθένειες ευθύνονται για το 31% των ετών ζωής με αναπηρία και για τις 6 από τις 20 κύριες αιτίες ανικανότητας παγκοσμίως. Οι διαταραχές που προκαλούν σοβαρή ανικανότητα περιλαμβάνουν την κατάθλιψη και τη σχιζοφρένεια μεταξύ άλλων και σε αυτές οφείλεται σχεδόν το 14% της παγκόσμιας επιβάρυνσης στην υγεία (Prince et al, 2007).
Σε έρευνα στην Ελβετία το 1997 βρέθηκε ότι η έλλειψη πληροφόρησης γύρω από την ψυχική ασθένεια στον γενικό πληθυσμό μεταφράζεται σε στιγματιστικές αντιλήψεις, όπως για παράδειγμα η προσωπική ευθύνη του ασθενή για την πάθηση, η συνυπευθυνότητα της οικογένειας καταγωγής, η βιαιότητα του χαρακτήρα του ασθενούς και η κακή πρόγνωση της ασθένειας (Brandli, 2007). Το ίδιο έτος σε έρευνά τους οι Ballus & Fischer συμπέραναν ότι οι αναπαραστάσεις των ψυχιατρικών διαταραχών, των αιτιολογικών παραγόντων και των χαρακτηριστικών που αποδίδονται στους ψυχικά ασθενείς είναι η βιαιότητα, η προσωπική ευθύνη και η κακή πρόγνωση. Επίσης υπάρχει καχυποψία έναντι των ψυχιάτρων και των νευροληπτικών, ενώ με μεγαλύτερη αποδοχή αντιμετωπίζονται η ψυχοθεραπεία και οι τεχνικές χαλάρωσης, ακόμα κι αν δεν είναι η συνιστώμενη θεραπεία (Ballus & Fischer,1997).
Επιπλέον, σε έρευνες που διεξήχθησαν στη Γερμανία στις αρχές του 1990 βρέθηκαν σημαντικές διαφορές μεταξύ ειδικών και μη ως προς τις ψυχικές διαταραχές. Το κοινό θεωρούσε σημαντικότερη αιτία τις ψυχοκοινωνικές πιέσεις ως αιτία της σχιζοφρένειας και της κατάθλιψης. Πολύ λιγότερο αναφέρονταν οι βιολογικοί παράγοντες ως αίτια των ίδιων διαταραχών. Επίσης, η ψυχοθεραπεία έχαιρε εκτίμησης για την αντιμετώπιση ψυχικών νοσημάτων, ενώ η φαρμακοθεραπεία έπαιρνε αρνητικούς συσχετισμούς, λόγω της σύνδεσής της με τα ηρεμιστικά (Angermeyer,1997). O Crisp, σε έρευνά του κατόπιν ευρείας εμβέλειας προγράμματος κατά του στίγματος, μέτρησε τις στάσεις του κοινού απέναντι σε 7 ψυχιατρικές διαταραχές στη Μεγάλη Βρετανία. Βρέθηκε ότι σχεδόν το 70% των συμμετεχόντων απάντησαν ότι άτομα με σχιζοφρένεια και άτομα με εξαρτήσεις είναι επικίνδυνα για τους άλλους και το 80% είπαν ότι είναι απρόβλεπτα. Υπήρχε μια διάσπαρτη γνώμη ότι ήταν δύσκολο να επικοινωνήσει κανείς με τα άτομα με ψυχικές διαταραχές και ότι αισθάνονται διαφορετικά από τους άλλους. Επίσης, φάνηκε ότι υπήρχαν μικρές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς και μεταξύ συνοικιών. Η έννοια της επικινδυνότητας διαφοροποιούνταν μόνο στα άτομα άνω των 65 ετών (Crisp et al, 2000).
O Hinshaw, διέκρινε τρεις μορφές εκδήλωσης του στίγματος. Στο γνωστικό επίπεδο, με την άγνοια και την εκδήλωση στερεοτύπων, στο συναισθηματικό επίπεδο με την απόδοση προκαταλήψεων και στο επίπεδο της συμπεριφοράς με τη δημιουργία διακρίσεων (Hinshaw, 2007).
Η Οικονόμου συνδέει την έννοια του στίγματος με την έννοια της κοινωνικής απόστασης, την οποία θεωρεί και ως δείκτη μέτρησης του στίγματος. Στον παράγοντα αυτό τη μεγαλύτερη κοινωνική απόσταση λαμβάνουν στην Ελλάδα από τα άτομα που έχουν διαγνωστεί με σχιζοφρένεια, σε επίπεδο 50,5%, αριθμός πολύ μεγαλύτερος από τα αντίστοιχα ποσοστά σε Καναδά και Γερμανία, όπου είχε διεξαχθεί η ίδια έρευνα (Οικονόμου και συν., 2005).
Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις λαμβάνουν υπόψη κάποιες πτυχές επιστημονικής γνώσης, όμως συνήθως η κατανόηση σε επίπεδο καθημερινότητας αφορά λιγότερο ξεκάθαρες έννοιες από αυτές που ορίζουν οι επιστήμονες (Flick,1998a). Οι κοινωνικές αναπαραστάσεις αποτελούν διατυπώσεις της κοινής λογικής ή που έχουν κοινά αποδεκτή σημασία, καθώς και καθημερινές αντιλήψεις (Augoustinos &Walker,1995). Ο Moscovici αναφέρει ότι κοινωνικές αναπαραστάσεις είναι το σύνολο εννοιών δηλώσεων και ερμηνειών που προέρχονται από την καθημερινή διατομική επικοινωνία και ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί η σύγχρονη μορφή της κοινής λογικής (Moscovici,1981).
Στη μελέτη του Dixit (2008) βρέθηκε ότι οι κοινωνικές αναπαραστάσεις της ψυχικής ασθένειας βασίστηκαν στην κοινωνική κατανόηση των αιτιών και των συνεπειών της ψυχικής ασθένειας. Επιπλέον, η ψυχική ασθένεια ερμηνεύεται με βάση τις προσδοκίες και τις νόρμες του κοινωνικού συνόλου. Η ψυχική ασθένεια θεωρείται ως μια μορφή κοινωνικής απόκλισης και θεωρείται ότι εμπεριέχει το στοιχείο της επιλογής. Ο κοινωνικός ορισμός της ψυχικής ασθένειας φαίνεται ότι βασιζόταν στην άποψη ότι η μη-συμβατική συμπεριφορά που δεν ευθυγραμμίζεται με την αναμενόμενη από την κοινωνία συσχετίζεται με την ψυχική ασθένεια. Αυτό το εύρημα προέκυψε από διηγήσεις, προκειμένου να περιγραφεί η έννοια της ψυχικής ασθένειας, όπως και στη συγκεκριμένη έρευνα που χρησιμοποίησε παρεμφερή μεθοδολογία για το τμήμα της ποιοτικής ανάλυσης. Τα άτομα με ψυχική ασθένεια επίσης θεωρούνταν ως «εκτός της κοινωνίας» και ότι δε συμμετέχουν σε «φυσιολογικές δραστηριότητες» σύμφωνα με τον Dixit (2008). Οι ψυχικά ασθενείς θεωρούνταν ως «διαφορετικοί από τους άλλους ανθρώπους» και ότι «βλάπτουν την κοινωνία ως σύνολο». Ένας ψυχικά ασθενής περιγράφεται ως πιθανά επικίνδυνος για την κοινωνία, που αδιαφορεί για την κοινωνία και συμμετέχει στην «καταστροφή της καλής δομής της κοινωνίας». Η ψυχική ασθένεια συνδεόταν επίσης συχνά με την κοινωνικά αποκλίνουσα και εγκληματική συμπεριφορά. Η ασυλλόγιστη βία θεωρούνταν συχνά ως εκδήλωση ψυχικής ασθένειας. Επίσης, οι τρομοκράτες, οι βιαστές, οι δολοφόνοι, οι εξαρτώμενοι από ναρκωτικά, οι φανατικοί σε θρησκευτικά ζητήματα, ακόμα και οι διεφθαρμένοι πολιτικοί περιγράφονταν ως ψυχικά ασθενείς. Γενικότερα, η απρεπής συμπεριφορά, οι κακόβουλες σκέψεις, η αγένεια, η ζήλια, το μίσος, τα προβλήματα επικοινωνίας θεωρούνταν όλα πτυχές ψυχικής ασθένειας. Έχει βρεθεί ότι η κοινή λογική και γνώση λαμβάνει υπόψη κάποια επιστημονικά στοιχεία, αλλά στο σύνολο η κοινή άποψη είναι διαφορετική, λιγότερο σαφής και ξεκάθαρη σε σύγκριση με την επιστημονική κατανόηση των πραγμάτων (Flick, 1998a).
Σύμφωνα με τον Flick (2002), η μελέτη των κοινωνικών αναπαραστάσεων «θα αναδείκνυε το πρόβλημα του πώς η κοινωνική και πολιτισμικά κοινή γνώση επηρεάζει τις ατομικές αντιλήψεις, την εμπειρία και τις πράξεις». Συμπεράσματα αντίστοιχα με τα προαναφερθέντα βρέθηκαν και στην έρευνα που διεξήγαγε η Ε.Π.Α.Ψ.Υ, το 2004, σε συνεργασία με το Συνεργαζόμενο Ερευνητικό Κέντρο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας της Lille στη Γαλλία, στην Εύβοια, με θέμα «Η Ψυχική Υγεία στον Γενικό Πληθυσμό: Εικόνες και Πραγματικότητες». Τα ευρήματα αποτελούν δείκτη των ψυχιατρικών αναγκών του πληθυσμού, αλλά και των στάσεων απέναντι σε έννοιες όπως η τρέλα και η ψυχική ασθένεια. H συγκεκριμένη μελέτη αποτελεί μέρος αυτής της μεγάλης εμβέλειας έρευνας.
Η ευρύτερη έρευνα για τις αναπαραστάσεις της ψυχικής ασθένειας στον πληθυσμό έρχεται ως επιστέγασμα προηγούμενης μελέτης που είχε γίνει στην ίδια περιοχή το 2004 από τον Χονδρό σχετικά με τις αναπαραστάσεις για α) την υγεία, β) την ψυχική υγεία και γ) το «κακό» (Parkin 1986) στον ευβοϊκό τοπικό τύπο για τα έτη 1865-1940 (Χονδρός, 2004). Αναφέροντας συνοπτικά κάποια ευρήματα φάνηκε ότι στην πρώτη εποχή, έως περίπου το 1896, τα συμπτώματα δημιουργούν αισθήματα απορίας και έκπληξης είναι σαφής δε η έλλειψη κατηγοριοποίησής τους αφού διαβάζουμε ακόμη και ως «περίεργο οργανικό φαινόμενο» συμπτώματα που, ενδεχομένως, σήμερα θα αποδίδαμε σε περίπτωση οργανικού ψυχοσυνδρόμου, σύμφωνα με την ορολογία της διεθνούς κατηγοριοποίησης των ασθενειών. Όλες δε αυτές οι περιπτώσεις αποδίδονται σε απομάκρυνση από τη θρησκεία. Από το 1931 και μετά υπάρχει η έννοια πλέον της ψυχικής ασθένειας, ενώ μέχρι τότε η «κοινωνική καχεξία» που τις προκαλεί έχει τις ίδιες αιτίες με τις προηγούμενες: την εγκατάλειψη των αξιών και της πίστεως. Ήδη από την αρχή η αρθρογραφία αναφέρεται στις περιπτώσεις αυτές πάντοτε σε σχέση με συμπεριφορές βίαιες και αξιόποινες. Η βασική διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι, κατά την πρώτη περίοδο, υπάρχει συμπάθεια ως προς τον δράστη, κατόπιν ο δράστης είναι κατακριτέος γιατί στο κοινό αίσθημα διακρίνεται ο φόβος για το διαφορετικό: η παραφροσύνη μετατρέπεται πλέον σε φρενοβλάβεια και στη συνέχεια σε ψυχική ασθένεια. Με άλλα λόγια, η μικρή αυτή κοινωνία αρχίζει να αντιστέκεται στην ψυχική ασθένεια, στιγματίζοντας τα άτομα αυτά («πασίγνωστος παράφρων o Νικολάκης»), αλλά ακόμη κρατώντας τα στους κόλπους της. Αυτή είναι και η βασική διαφορά που θα συναντήσουμε σχετικά με τις σημερινές αναπαραστάσεις της ψυχικής ασθένειας. Η ιατρική γνώση, μέσω της ιατρικοποίησης της ψυχικής αρρώστιας, προσφέρει το πεδίο απαλλαγής της συλλογικότητας από την ευθύνη της ψυχικής αρρώστιας, η ευθύνη μετατρέπεται σε ατομική, με αποτέλεσμα τον εξοστρακισμό και την περιθωριοποίησή του πάσχοντος υποκειμένου. Η ιατρικοποίηση αντί να λειτουργήσει ως ένας κοινωνικός καταλύτης για αλλαγή των αναπαραστάσεων για την ψυχική αρρώστια μετατρέπεται σε τρόπο κοινωνικού ελέγχου (Στυλιανούδης & Χονδρός, 2009). Η γλώσσα και η σημειολογία που χρησιμοποιούνται για να περιγραφεί ένα άτομο που πάσχει από ψυχικές διαταραχές δεν είναι ανώδυνες.
Η σύνδεση της μίας ή άλλης λέξης με ορισμένα χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές είναι αποκαλυπτική του συγκεκριμένου νοήματος που προσδίδεται και αντίστροφα της αντίληψης που έχει ο πληθυσμός σχετικά με την αρρώστια και τους αρρώστους. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε σε αυτήν την έρευνα επικεντρώνεται σε 3 λέξεις που ανήκουν στο λεξιλόγιο της ψυχικής υγείας: «τρελός», «ψυχικά ασθενής» και «καταθλιπτικός». Ο στόχος της έρευνας είναι η εκτίμηση στον γενικό πληθυσμό των στάσεων και κοινωνικών αναπαραστάσεων της «τρέλας», της «ψυχικής ασθένειας» και της «κατάθλιψης», συναρθρώνοντας αυτούς τους όρους με 18 συμπεριφορές ή χαρακτηριστικές στάσεις που χαρακτηρίζουν τις ψυχικές διαταραχές, καθώς και του τύπου των προσφερόμενων θεραπειών (κοινωνικο-ανθρωπολογικός άξονας), η εκτίμηση της επικράτησης των ψυχικών διαταραχών στον γενικό πληθυσμό και η συλλογή στοιχείων για τη χρήση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας και την ικανοποίηση των χρηστών από τις προσφερόμενες υπηρεσίες. Για κάθε μία από αυτές τις συμπεριφορές, ερωτώνται οι συμμετέχοντες με τι συνδέουν τις 3 «αρχετυπικές» εικόνες του τρελού, του ψυχικά ασθενή και του καταθλιπτικού. Κάθε άτομο που απαντά στο ερωτηματολόγιο, προσδιορίζει αν κρίνει τις συμπεριφορές αυτές ως «φυσιολογικές» ή «επικίνδυνες». Η έρευνα διερευνά επίσης τον τόπο υποδοχής και τον τρόπο φροντίδας που τα άτομα θα επιφύλασσαν στους «τρελούς», τους «ψυχικά ασθενείς» και τους «καταθλιπτικούς».
Η συμβολή της κοινωνικής ανθρωπολογίας, ως συμπληρωματικής μεθοδολογίας στις παραδοσιακές επιδημιολογικές έρευνες, συνίσταται στο ότι διερευνά σε βάθος τις κοινωνικές αναπαραστάσεις σε μία συγκεκριμένη κοινότητα με καθορισμένους πολιτισμικούς κώδικες σχετικά με την υγεία, την ψυχική υγεία, την αρρώστια και την τρέλα. Το άρθρο μας επικεντρώνεται στα δεδομένα της έρευνας για την εκτίμηση των κοινωνικών αναπαραστάσεων σχετικά με τις έννοιες της τρέλας και της ψυχικής ασθένειας, όπως καταγράφτηκαν από τις απαντήσεις των συμμετεχόντων στις ερωτήσεις ανοιχτού τύπου. Η περαιτέρω εν τω βάθει διερεύνηση του υλικού μέσω ποιοτικής ανάλυσης (βιογραφική μέθοδος, θεματική ανάλυση, ανάλυση περιεχομένου) θα μπορούσε να προσφέρει ένα συνεκτικό πλαίσιο κατανόησης τόσο της στάσης του γενικού πληθυσμού (στερεότυπα, προκαταλήψεις, κοινωνικές διακρίσεις) όσο και τους παράγοντες διαμόρφωσης του αιτήματος για ψυχολογική και ψυχιατρική βοήθεια.
Μέθοδος
Δείγμα
Το δείγμα για αυτήν την εργασία αποτελεί τμήμα της ευρύτερης έρευνας που αφορούσε τη διερεύνηση των στάσεων του πληθυσμού της Εύβοιας ως προς την ψυχική ασθένεια. Η έρευνα ξεκίνησε το 1998 και συνεχίζεται ακόμα με τη συμμετοχή έως τώρα 63.000 ερωτηθέντων από διάφορα μέρη της Γαλλίας, ενώ έχει πραγματοποιηθεί επίσης στην Ελλάδα, την Αλγερία, τη Μαυριτανία, τη Μαδαγασκάρη, τις Κομόρες, το Μαυρίκιο, την Τυνησία, το Βέλγιο, την Ισπανία και την Ιταλία. Όσον αφορά στο τμήμα της Ελλάδας, η έρευνα διενεργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2004 από την ΕΠΑΨΥ-ΜΚΟ στις περιοχές Χαλκίδα, Ψαχνά, Αμάρυνθο, Ερέτρια, Αρτάκη και Λάμψακο από ερευνητές που είχαν προηγουμένως λάβει τριήμερη εκπαίδευση, σε συνεργασία πάντα με το Συνεργαζόμενο Κέντρο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας στη Γαλλία. Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε ήταν κοινή με αυτήν του αντίστοιχου γαλλικού τμήματος που διενεργήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Lille. Η έρευνα χρησιμοποίησε τρία βασικά ερωτηματολόγια, ένα ερωτηματολόγιο για την Εκτίμηση των αναπαραστάσεων της τρέλας, της ψυχικής ασθένειας και της κατάθλιψης, ένα για τη διερεύνηση ψυχοκοινωνικών συνεπειών των διαταραχών, καθώς και ένα για τη διαγνωστική συνέντευξη ΜΙΝΙ.
Η μέθοδος δειγματοληψίας ήταν η quota, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα δείγμα που αναπαριστά τον πραγματικό πληθυσμό. Τα quotas δημιουργήθηκαν με βάση τη δομή του πληθυσμού της Εύβοιας, ως προς το φύλο, την ηλικία, το μορφωτικό επίπεδο και την επαγγελματική κατάσταση, όπως καταγράφτηκε από την Εθνική Απογραφή του 2001. Παρά τους περιορισμούς που θέτει η μέθοδος των quotas, θεωρήθηκε αρκετά αξιόπιστη, με βάση τους χρονικούς και οικονομικούς περιορισμούς (Roelandt et al,2000). Το συνολικό δείγμα αποτελούνταν από 454 άντρες και 445 γυναίκες ηλικιών 18 και άνω (βλ. Πίνακα 1).

Η παρούσα εργασία αποτελεί ενδιάμεση ανάλυση (interim analysis) των συγκεντρωθέντων στοιχείων και το δείγμα του οποίου οι δηλώσεις αναλύθηκαν προέρχονταν από 417 άτομα, άντρες και γυναίκες. Η επιλογή έγινε σύμφωνα με το άνοιγμα των κουτιών των συγκεντρωμένων ερωτηματολογίων, οπότε είναι τυχαία η κατανομή ως προς τους δημογραφικούς παράγοντες. Επιπλέον, σε αυτό το σημείο της ανάλυσης, δεν κρίθηκε σκόπιμο να γίνει σύνδεση των δημογραφικών παραγόντων με τις απαντήσεις, καθώς στόχος ήταν να εξετάσουμε σε πρωταρχικό επίπεδο το περιεχόμενο και τις κατηγορίες απαντήσεων που θα προέκυπταν, πράγμα που θα λειτουργήσει ως πιλότος για εξαγωγή συμπερασμάτων στο σύνολο του δείγματος.
Τρόπος συλλογής στοιχείων
Η συλλογή δεδομένων έγινε μέσω συνέντευξης, με τη χρήση ανοιχτών και κλειστών ερωτήσεων σε τυχαίο δείγμα. Τα αποτελέσματα των κλειστών ερωτήσεων έχουν δημοσιευτεί (Στυλιανίδης και συν., 2005), ενώ σκοπός της εργασίας αυτής είναι η παρουσίαση της επεξεργασίας των ποιοτικών δεδομένων, όπως προέκυψαν από τις ανοιχτού τύπου ερωτήσεις. Οι ερωτήσεις αφορούσαν τρεις κατηγορίες – έννοιες και τις αντιλήψεις που τις συνόδευαν: α) την τρέλα, β) την ψυχική ασθένεια και γ) την κατάθλιψη. Για την καταγραφή των στάσεων χρησιμοποιήθηκαν τρεις ανοιχτού τύπου ερωτήσεις, οι οποίες έγιναν στην αρχή και το τέλος ενός δομημένου κλειστού τύπου ερωτηματολογίου. Σ’αυτό ζητούνταν από τους συμμετέχοντες να απαντήσουν ως προς διάφορες συμπεριφορές εάν είναι χαρακτηριστικές ενός τρελού, ενός ψυχικά ασθενούς, ενός καταθλιπτικού ή κανενός από τα παραπάνω. Οι ερωτήσεις ανοιχτού τύπου ήταν οι εξής: 1) «Τι είναι τρελός» 2) «Τι είναι ψυχικά ασθενής» 3) «Τι είναι καταθλιπτικός/ή».
Μετά την καταγραφή των προφορικών διατυπώσεων του δείγματος τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος του ερωτηματολογίου, περάστηκαν κατά κατηγορίες απαντήσεων με οριζόντια διάταξη σε φύλλο excel, ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση μεταξύ της αρχικής και της τελικής απάντησης, καθώς και μεταξύ των διαφορετικών εννοιών. Στη συνέχεια δύο ερευνητές αποπειράθηκαν να χωρίσουν σε ευρείες εννοιολογικές κατηγορίες τις περιφραστικές διατυπώσεις. Για τη δημιουργία των κατηγοριών, πέρα από την αυθόρμητη παρατήρηση, χρησιμοποιήθηκαν συμβουλευτικά κατηγορίες πιθανών στιγματιστικών απόψεων, σε παρόμοιες έρευνες, όπως προέκυψε από τη βιβλιογραφική αναζήτηση (Thornicroft,2006). Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκαν χρώματα για τη διευκόλυνση της κατηγοριοποίησης των απαντήσεων. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των ερευνητών ως προς την κατάλληλη κατηγοριοποίηση ή ασάφειας ως προς το περιεχόμενο της δήλωσης γινόταν σύγκριση μεταξύ των δύο δηλώσεων του ίδιου ατόμου, προκειμένου να διευκρινιστούν κατά το δυνατόν περισσότερο. Η χρήση δύο ερευνητών ενισχύει την αξιοπιστία της κατηγοριοποίησης σε σύγκριση με την κατηγοριοποίηση από ένα άτομο, ενώ παράλληλα κανείς από τους δύο ερευνητές δεν ήταν παρών στη λήψη του υλικού, με αποτέλεσμα να είναι πιο ανεξάρτητοι από τυχόν παράπλευρες επιδράσεις και συστηματικές στρεβλώσεις.
Το δείγμα δεν κρίθηκε σκόπιμο να εξισωθεί ως προς οποιοδήποτε δημογραφικό παράγοντα σε αυτήν την αρχική διερεύνηση των ποιοτικών δεδομένων, πράγμα το οποίο έγινε κατά την ανάλυση των κλειστού τύπου ερωτήσεων. Θεωρήθηκε ότι οι ελεύθερες απαντήσεις των συμμετεχόντων είχε μεγαλύτερη σημασία να αναλυθούν ως προς το περιεχόμενο και παράλληλα ως προς την ενδοατομική διαφοροποίηση της απάντησης, όταν ο μόνος παράγοντας που έχει παρεμβληθεί είναι η συμμετοχή στο ερωτηματολόγιο κλειστού τύπου. Σε μεταγενέστερο στάδιο θα αποτελέσει σημαντική παράμετρο η διαστρωμάτωση των απαντήσεων σε συνδυασμό με βασικά δημογραφικά στοιχεία (φύλο, ηλικία, μορφωτικό επίπεδο, εφόσον η βιβλιογραφία υποδεικνύει ότι οι παράγοντες αυτοί επηρεάζουν τις στάσεις ως προς το στίγμα της ψυχικής ασθένειας).
Αποτελέσματα
Για τις αναλύσεις των αποτελεσμάτων χρησιμοποιήθηκε :
η καταγραφή της συχνότητας των κατηγοριών που προέκυψαν από τις απαντήσεις του δείγματος στις ανοιχτές ερωτήσεις, καθώς και η σύγκριση ενδο-ατομικών διαφοροποιήσεων στην αρχή και το τέλος και
η σύγκριση της επικινδυνότητας, όπως αναδεικνύεται από τις ερωτήσεις ανοιχτού τύπου, που έχει ιδιαίτερη σημασία για το στιγματισμό (όπως αναδεικνύεται τόσο από τη βιβλιογραφία, όσο και από τα ΜΜΕ) με τα αποτελέσματα του κλειστού τύπου ερωτηματολογίου.
Ως προς το πρώτο σκέλος, οι κατηγορίες που διαμορφώθηκαν, όπως αναφέρθηκε, προέκυψαν τόσο από το περιεχόμενο, όσο και από κατηγορίες παρόμοιων ερευνών. Στην κάθε κατηγορία δόθηκε ένα χρώμα για τη διευκόλυνση της επεξεργασίας. Στη συνέχεια παρατίθεται ο χρωματικός πίνακας των κατηγοριών που προέκυψαν, καθώς και ο πίνακας με τις συχνότητες των κατηγοριοποιημένων δηλώσεων όπως καταγράφτηκαν. Υπάρχουν δηλώσεις που δεν ήταν δυνατόν να ενταχθούν σε κάποια κατηγορία. Οι υπόλοιπες δηλώσεις δεν καταγράφονται εδώ για λόγους συντομίας.
Κατηγορίες απαντήσεων ανοιχτών ερωτήσεων
– χρωματικός κώδικας
Επικινδυνότητα, βίαιη λεκτική/σωματική συμπεριφορά προς εαυτό ή άλλους, εγκληματικότητα
Στιγματιστικοί, υβριστικοί χαρακτηρισμοί, εγκλεισμός σε ίδρυμα
Μη-λογική, αίσθηση απώλειας κοινής λογικής και
κανόνων
«Εκτός πραγματικότητας»/ «Ζει στον δικό του κόσμο»
Χαρακτηρισμός ψυχικής ασθένειας
Περιγραφή παράξενης/αντισυμβατικής συμπεριφοράς
Προβλήματα επικοινωνίας/ απομόνωση
Μη-φυσιολογικός-η/ διαφορετικός-η
Πρόβλημα εκ γενετής
Νοητική στέρηση
Σωματική ασθένεια
Πίν 2. Χρωματικός οδηγός απαντήσεων

Στην κατηγορία που αναφέρει απόψεις οι οποίες συνδέουν την ψυχική ασθένεια με τη βία και την επικινδυνότητα βλέπουμε ότι για τον «τρελό» το 5,5% έδινε αυθόρμητα αυτή την απάντηση στην αρχή, ενώ στο τέλος του ερωτηματολογίου ήταν το 9,11%, σχεδόν οι διπλάσιοι δηλαδή. Ο ίδιος υπερδιπλασιασμός παρατηρείται στην ίδια κατηγορία για τον ψυχικά ασθενή, όπου από 1,67% γίνεται 3,83%. Διαφοροποίηση από την πρώτη στη δεύτερη απάντηση παρουσιάζεται και στην κατηγορία των στιγματιστικών απόψεων. Για τον «τρελό» από 18,4% φτάνει στο 20,6%, και για τον ψυχικά ασθενή από 11,75% φτάνει στο 15,6%. Στην περίπτωση αυτή η διαφοροποίηση μπορεί να μην είναι τόσο μεγάλη, όμως σ’αυτήν την κατηγορία παίζει ρόλο απλώς το υψηλό ποσοστό που καταγράφεται και δείχνει ότι το 20% του δείγματος αποδίδει στιγματιστικούς χαρακτηρισμούς σε ψυχικά ασθενείς. Οι δύο αυτές κατηγορίες είναι οι σημαντικότερες και οι πιο ξεκάθαρες για την αποτύπωση της κοινωνικής αντίληψης περί ψυχικής ασθένειας.
Στο δεύτερο μέρος παρατίθενται τα ποσοστά που προέκυψαν από το ίδιο δείγμα, ως απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο κλειστού τύπου. Όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα οι ερωτήσεις είχαν τέσσερις πιθανές απαντήσεις: α) τρελός, β) ψυχικά ασθενής, γ) καταθλιπτικός και δ) τίποτα από αυτά. Κατά συνέπεια οι συμμετέχοντες έπρεπε να συνδέσουν κάποια συμπεριφορά με κάποια από αυτές τις κατηγορίες. Τα πρώτα δεδομένα συνδέουν τις έννοιες της επικινδυνότητας και της βίας με τις έννοιες της τρέλας και της ψυχικής ασθένειας. Έτσι ο τρελός είναι βίαιος απέναντι στους άλλους και ως εκ τούτου επικίνδυνος. Είναι περισσότερο αποκλεισμένος από την κοινωνία, την οικογένεια, την εργασία από ό,τι ο ψυχικά ασθενής και ο καταθλιπτικός. Δεν είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του και την κατάστασή του. Δεν γνωρίζει ότι πάσχει από τρέλα και ως συνέπεια της έλλειψης συναίσθησης της κατάστασής του, αλλά και της έλλειψης ευθύνης που του αποδίδεται, πιστεύεται ότι υποφέρει λιγότερο από τον ψυχικά ασθενή και τον καταθλιπτικό. Ο ψυχικά ασθενής είναι βίαιος, επικίνδυνος, έχει ψευδαισθήσεις, κάνει χρήση ουσιών και, ενδεχομένως, αποπειράται να αυτοκτονήσει. Είναι και αυτός αποκλεισμένος από την αγορά εργασίας και την κοινωνία. Υποφέρει περισσότερο από τον τρελό, αλλά έχει περισσότερες πιθανότητες από αυτόν να γίνει καλά (Στυλιανίδης και συν., 2005).
Στη συνέχεια έχουν επιλεχθεί κάποιες από τις ερωτήσεις του κλειστού ερωτηματολογίου που αφορούν κυρίως την επικίνδυνη συμπεριφορά και την αναπαριστάμενη απόδοση σε κατηγορία, καθώς αυτό το σύνολο των ερωτήσεων έχει τη μεγαλύτερη επίδραση στη διαμόρφωση των στιγματιστικών απόψεων. Τα σημαντικότερα αποτελέσματα ήταν ότι ένας ψυχικά ασθενής θεωρείται
από το 52,89% ότι αποπειράται να αυτοκτονήσει,
από το 54,7% ότι χτυπάει τακτικά μέλη της οικογένειάς του,
από το 52,56% ότι είναι βίαιος απέναντι σε ανθρώπους και αντικείμενα,
από το 50% ότι είναι βίαιος απέναντι στον εαυτό του και
από το 57,78% ότι διαπράττει βιασμό.
Η αιμομιξία θεωρήθηκε ότι χαρακτηρίζει σχεδόν εξίσου και τις δύο κατηγορίες, ενώ ο τρελός θεωρήθηκε από το 44,8% ότι μπορεί να διαπράξει φόνο.

Συνοπτικά αποτελέσματα άλλων χωρών διεξαγωγής της έρευνας
Από τις απαντήσεις που συγκεντρώθηκαν από άλλες περιοχές διεξαγωγής της ευρύτερης έρευνας, όσον αφορά στο τι είναι τρελός, το δείγμα από Γαλλία ανέφερε τα εξής: «απροσάρμοστος στον κόσμο, την κοινωνία, την πραγματικότητα, έχει χάσει το μυαλό του και την αίσθηση της πραγματικότητας, περιθωριοποιημένος, διαφορετικός, τα ρούχα του και η συμπεριφορά του το δείχνουν, η τρέλα είναι πρόβλημα, ανισορροπία, αρρώστια, ανευθυνότητα, τρελός ζει στον κόσμο του, δεν υπακούει σε κανόνες, είναι απρόβλεπτος στη συμπεριφορά και συχνά επικίνδυνος (έμφαση στην κοινωνική διάσταση της τρέλας)».
Στο δείγμα από Κομόρες και Μαυρίκιο οι απαντήσεις επικεντρώθηκαν στη δυσλειτουργία/πρόβλημα στις γνωστικές λειτουργίες του ατόμου, την απουσία, έλλειψη, αναπηρία περισσότερο σωματική παρά ψυχική, τη δυσλειτουργία όσον αφορά στη νοημοσύνη, το πνεύμα, την ηθική, τον εγκέφαλο. «Δεν είναι καλά στο κεφάλι», «δεν καταλαβαίνει», «μιλάει μόνος του». Συνδέεται με την «ψυχική κούραση», τη χρήση ουσιών (αλκοόλ, καπνός, κάνναβη). Έμφαση δίνεται λιγότερο στην κοινωνική διάσταση και περισσότερο στην ψυχολογική και γνωστική διάσταση της τρέλας.
Στο δείγμα από Μαδαγασκάρη τρελός θεωρείται αυτός που κυκλοφορεί γυμνός, είναι εκκεντρικός, βρόμικος, είναι επιθετικός λεκτικά και σωματικά. Δεν έχει ηθική, τιμή, αυτοκριτική δεν μπορεί να διακρίνει το καλό και το κακό. Είναι περιθωριοποιημένος, αντικοινωνικός. Μοιάζει με ζώο, ζει πρωτόγονα, ζει στο δρόμο, δεν έχει συναίσθηση της κατάστασης του. Έμφαση στην ηθική διάσταση της τρέλας και στη «ζωώδη» φύση του ατόμου.
Όσον αφορά στο δεύτερο ερώτημα, δηλαδή τι είναι ψυχικά ασθενής, στη Γαλλία μίλησαν για πρόβλημα, ανισορροπία, δυσλειτουργία, αρρώστια, παθολογία, αναπηρία, έχει γενετική προέλευση, ανάμεσα στο ψυχικό και το σωματικό, ο ψυχικά ασθενής δεν βλέπει την πραγματικότητα όπως οι άλλοι, έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, είναι ανίκανος να μένει μόνος του, δεν είναι αυτόνομος, υποφέρει σε αντίθεση με τον τρελό.
Στο δείγμα από Μαδαγασκάρη και Κομόρες, η ψυχική ασθένεια συνδέεται με το λόγο, την ομιλία, αυτά που λέει. «Μιλάει μόνος, παραληρεί, γελάει χωρίς λόγο, λέει παράξενα και παράλογα πράγματα». Επίσης η ψυχική ασθένεια φαίνεται από τη συμπεριφορά: ο ψυχικά ασθενής είναι γυμνός ή δε φοράει αρκετά ρούχα, είναι βρόμικος, είναι επιθετικός απέναντι στους άλλους.
Τέλος στο Μαυρίκιο θεωρούν την ψυχική ασθένεια ως την ψυχική κούραση που επηρεάζει τη διάθεση, ως δυσλειτουργία, νεύρα, αστάθεια κρίσης, θλίψη, στρες που σχετίζεται με τα γεγονότα ζωής και μπορεί να αντιμετωπιστεί ιατρικά.
Φαίνεται λοιπόν ότι η ψυχική ασθένεια παρουσιάζεται ως περισσότερο ιατρικοποιημένη έννοια σε σχέση με την τρέλα και ο τρελός ΕΙΝΑΙ τρελός, ενώ ο ψυχικά ασθενής ΕΧΕΙ μια ψυχική ασθένεια. Πρόκειται για κοινό συμπέρασμα απ’ όλες τις διαφορετικές περιοχές στις οποίες πραγματοποιήθηκε η έρευνα και η λεπτή διαφοροποίηση και απόχρωση των ρημάτων υποδηλώνει πολλά. Ποιος είναι υπεύθυνος και σε ποιο βαθμό για το πρόβλημα, την ασθένεια ή την κατάστασή του, κατά πόσο η ενέργεια του επιστρέφει σ’ αυτόν και κατά πόσο μπορεί να έχει έλεγχο επ’ αυτής της ενέργειας. Σε κάθε γλώσσα, οπότε ίσως και σε διαφορετικό πολιτισμικό πλαίσιο, η διάκριση ανάμεσα στην έννοια που αποδίδεται στις λέξεις είμαι, έχω, κάνω μ’ αυτές που συνδέονται, όπως είναι στην περίπτωση μας το πρόβλημα, η ασθένεια, η ταυτότητα, είναι κατηγορηματική και χαρακτηριστική (Στυλιανούδης & Χονδρός, 2008).
Συζήτηση
Στη συγκεκριμένη έρευνα επιλέχθηκαν να παρουσιαστούν τα αποτελέσματα της σύγκρισης μεταξύ τρέλας και ψυχικής ασθένειας ως προς τους παράγοντες της επικινδυνότητας, όπως αυτοί απεικονίζονται μέσα από τις απόψεις που εκφράζουν οι συμμετέχοντες. Οι κατηγορίες που προέκυψαν κατά την ανάλυση αυτών των δεδομένων δεν διαφέρουν σημαντικά από αντίστοιχα ευρήματα ερευνών που αναφέρονται στην εισαγωγή. Κοινά στοιχεία είναι η αντίληψη των πασχόντων από κάποιου είδους ψυχική ασθένεια ως στερουμένων λογικής, παράξενων, δύσκολων στην επικοινωνία ανθρώπων, γενετικά διαφορετικών και σε πολλές περιπτώσεις βίαιων και επικίνδυνων ανθρώπων.
Όσον αφορά στην ανάλυση των ποιοτικών δεδομένων, ενώ στην αρχική σειρά ερωτήσεων βλέπουμε ότι υπάρχει ένα ποσοστό ατόμων που αποδίδουν επικίνδυνη ή και εγκληματική συμπεριφορά στους «τρελούς» και στους «ψυχικά ασθενείς», φαίνεται ότι τη δεύτερη φορά που τους γίνεται η ίδια ανοιχτή ερώτηση το ποσοστό και στις δύο κατηγορίες σχεδόν διπλασιάζεται. Το μόνο που έχει μεσολαβήσει μεταξύ των δύο σειρών ερωτήσεων είναι το ερωτηματολόγιο κλειστών ερωτήσεων, το οποίο αναφέρει καταγεγραμμένες κοινές πεποιθήσεις για συμπεριφορές και ζητά να τις κατατάξουν σε μία από τις τέσσερις κατηγορίες (τρελός – ψυχικά ασθενής – καταθλιπτικός – τίποτα από τα τρία).
Η συστηματική αυτή αύξηση της στιγματιστικής στάσης, ειδικά σε ένα θέμα όπως η βιαιότητα και η εγκληματικότητα, που εγείρει τις πιο ακραίες αρνητικές αντιδράσεις προς τα άτομα που υποφέρουν από κάποια ψυχική διαταραχή, είναι σημαντικό εύρημα, δύσκολο να ερμηνευτεί σε μια τέτοια διερευνητική φάση. Πολλές υποθέσεις μπορούν να γίνουν ως προς την αλλαγή αυτή, οι οποίες όμως χρειάζονται πειραματική επαλήθευση. Μία πιθανή υπόθεση είναι ότι στη δεύτερη σειρά οι συμμετέχοντες είχαν το χρόνο να εξοικειωθούν με τη διαδικασία της συνέντευξης και άρα ένιωσαν πιο άνετα να απαντήσουν πιο ελεύθερα και πιο πραγματικά σε σχέση με τις πραγματικές τους στάσεις. Μια άλλη υπόθεση είναι ότι οι κλειστές ερωτήσεις, λόγω του χαρακτήρα υποχρεωτικής επιλογής μεταξύ συγκεκριμένων διατυπώσεων, πολώνουν τις απόψεις των συμμετεχόντων σε προκαθορισμένες κατηγορίες, οπότε εφόσον ήδη έχουν κληθεί να αποφανθούν με ναι ή όχι για φαινόμενα επικινδυνότητας και να τα αποδώσουν σε μία από τις κατηγορίες ασθενών, στη συνέχεια στην ανοιχτή ερώτηση επαναλαμβάνουν αυτήν την κατηγοριοποίηση που πιθανώς αντανακλά και την εντύπωση που τους μένει. Αν ισχύει αυτό τίθεται σοβαρό μεθοδολογικό ερώτημα για το κλειστό ερωτηματολόγιο, καθώς πέρα από το να διερευνά, αλιεύει ή και προκαλεί την παγίωση στιγματιστικών απόψεων οι οποίες δεν εμφανίζονταν αυθόρμητα στους συμμετέχοντες, όπως φαίνεται από την αρχική σειρά και το ποσοστό απόδοσης επικινδυνότητας στους ψυχικά πάσχοντες.
Αυτό μπορεί να υποστηριχθεί και από τη σημαντική διαφορά ποσοστών επικινδυνότητας που αποδίδεται στις κλειστές ερωτήσεις και τις ανοιχτές ερωτήσεις, τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος. Στις κλειστές ερωτήσεις, όπου οι συμμετέχοντες καλούνται ουσιαστικά να τοποθετήσουν σε μια κατηγορία από τις τρεις –και δεδομένου ότι η επιλογή «τίποτα από τα παραπάνω» συνήθως αγνοείται ή παίρνει χαμηλά ποσοστά– το στίγμα της βίας και της επικινδυνότητας βλέπουμε υψηλά ποσοστά, πολλαπλάσια αυτών που εμφανίζονται στις αυθόρμητες απαντήσεις, ακόμα και μετά το ερωτηματολόγιο. Άρα, αυτή η διαπίστωση, η οποία εμφανίζεται συστηματικά σε αυτό το τμήμα του δείγματος θα πρέπει να θέσει ένα σοβαρό ερώτημα για τον σχεδιασμό επόμενων ερωτηματολόγιων και την παράπλευρη επίδραση, που δεν έχει υπολογιστεί ότι μπορεί να προκαλέσει.
Σε συνέχεια της παραπάνω διαφοράς στην επικινδυνότητα μεταξύ ανοικτών και κλειστών ερωτήσεων προκύπτει ένα ερευνητικό «παράδοξο» εύρημα στο πλαίσιο των απαντήσεων του κλειστού τύπου ερωτηματολογίου. Παρά το γεγονός ότι η εικόνα του τρελού συνδέεται σε υψηλά ποσοστά με συμπεριφορές βίας και επικινδυνότητας (31,22% χτυπάει τακτικά σύζυγο, παιδιά, 36,7% βίαιοι απέναντι στους άλλους, αντικείμενα) ένα υψηλό ποσοστό των απαντήσεων δεν συνδέει τον τόπο φροντίδας του με ιδρυματικό περιβάλλον ή ψυχιατρικό νοσοκομείο, κάτι που αποτελεί σύνηθες εύρημα σε άλλες περιοχές (Roelandt, 2006) (Βλ. Πιν. 5).
Αυτό το εύρημα, μπορεί να ερμηνευθεί από το γεγονός ότι στην Εύβοια δεν υπάρχει Ψυχιατρικό Νοσοκομείο (νοσηλεύονται στην Αθήνα) και από το ότι το ιστορικό δημιουργίας δομών ψυχικής υγείας στην περιοχή συνοδεύεται με τη δημιουργία Ξενώνων (1990), υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης στην κοινότητα σοβαρών ψυχιατρικών διαταραχών και λειτουργίας Κέντρου Κοινοτικής Ψυχικής Υγείας (1989 – 2004). Η Εύβοια, με κάθε της ιδιαιτερότητα, επιβεβαιώνει τον κανόνα της παλινδρομικής ταλάντευσης ανάμεσα σε τάσεις στους χώρους της ψυχιατρικής, του συστήματος υγείας και της κοινωνικής πρόνοιας: εξατομικευμένη φροντίδα – ασυλική φροντίδα, υποστήριξη από την οικογένεια, τη γειτονιά, το κοινωνικό δίκτυο – υποστήριξη από το Κράτος, δομές αντιμετώπισης κρίσεων κατά περίσταση – σύστημα πρόληψης και δίκτυο δομών που λειτουργούν σύμφωνα με κανόνες πιστοποίησης, ατομισμός – κοινωνική ευθύνη και άλλα (Στυλιανούδη & Χονδρός, 2008).
Η ίδια εικόνα «αποστιγματισμού» σχετίζεται με την προτίμηση επαγγελματία ψυχικής υγείας αντί Γενικών Γιατρών από υψηλό ποσοστό των κατοίκων του Νομού, εύρημα που σηματοδοτεί θετικά και όχι στιγματιστικά την κοινωνική αναπαράσταση των υφισταμένων υπηρεσιών σε δομές κοινωνικής ενσωμάτωσης. Εντούτοις, η εικόνα του τρελού παραμένει αρχέτυπα συνδεδεμένη με βία ή επικινδυνότητα, γεγονός που καθιστά αναγκαία την περαιτέρω εξοικείωση και υπεύθυνη ενημέρωση του γενικού κοινού σε ζητήματα ψυχικής υγείας, ώστε να φτάσουμε να μιλάμε για μια κοινωνία ενσωμάτωσης των ατόμων με ψυχικές διαταραχές. Καταλήγοντας, σημαντική συνέπεια των αναπαραστάσεων είναι ότι ο «τρελός», ο «ψυχικά ασθενής», ο «καταθλιπτικός», ασχέτως της όποιας προόδου ή επιστημολογικής προσέγγισης σχετικά με την ψυχική υγεία και ασθένεια, φαίνεται να παραμένει στο περιθώριο όσον αφορά στην εμπλοκή, την αντιπροσωπευτικότητα του πάσχοντος αντικειμένου και τη δυνατότητα συμμετοχής στην λήψη αποφάσεων.
Βιβλιογραφία
Angermeyer MC (1997). Social representations of mental illness among the public, European Psychiatry, Vol.12 Supp 2,114.
Βrandli H (1997). Image de la maladie mentale dans la population suisse. European Psychiatry, Vol. 12, Supp 2,113.
Ballus C & Fischer W (1997). Images and attitudes towards psychiatry and mental illness. European Psychiatry, Vol.12, Supp 2,113.
Crisp AH, Gelder MG, Rix S, Meltzer HI & Rowlands OJ (2000). Stigmatisation of people with mental illness, BJP, 177, 4-7.
Dixit S (2008). Meaning and Explanations of Mental Illness: A Social Representations Approach. Psychology and Developing Societies, 17, 1, 1-18.
Economou M, Gramandani C, Richardson C, Stefanis C (2005). Public Attitudes towards people with schizophrenia in Greece. World Psychiatry Vol. 4 Supp. 1, 40-44.
Hinshaw SP (2007). The Mark of Shame: Stigma of Mental illness and an Agenda for Change, Oxford University Press.
Prince M, Patel V, Saxena S, Maj M, Maselko J, Phillips MR, Rahman A (2007). No health without mental health. Global Mental Health 1, The Lancet Series.
Roelandt J.L, Caria A., Mondiere G., (2000). La santé mentale en population générale: images et réalités. L’Information Psychiatrique 76, 279-292.
Στυλιανίδης Σ, Παντελίδου Σ, Χονδρός Π (2005). Συνοπτική Παρουσίαση και Αποτελέσματα της Έρευνας «Η Ψυχική Υγεία στο Γενικό Πληθυσμό: Εικόνες και Πραγματικότητες». Τετράδια Ψυχιατρικής 90, 130-133.
Στυλιανούδης Λ, Χονδρός Π (2008). Oι αναπαραστάσεις του Κακού και της Νόσου στην Εύβοια, όπως ανασύρθηκαν μέσα από τον τοπικό τύπο των ετών 1865 έως 1940. Στο Κοινότητα και ψυχιατρική μεταρρύθμιση, Η εμπειρία της Εύβοιας 1988-2008», Κεφ. ΙV σελ. 370-399, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.
Thornicroft G (2006). Actions speak louder: tackling discrimination against people with mental illness. Mental Health Foundation, London.
Χονδρός Π (2004). Αναπαραστάσεις σχετικά με τα Νοσοκομεία μέσω ανασκόπησης του Τύπου της Εύβοιας (1865-1940). Αδημοσίευτη Εργασία, Τομέας Κοινωνιολογίας, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, Αθήνα.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.