Κώστας Αραπίδης
Ψυχίατρος, Θεραπευτηρίο Ν. Σπινάρη, Κοζάνη
σύναψις 20 [2011 – τόμος 07]
Η δικαστική συμπαράσταση είναι πρόσφατος θεσμός ο οποίος αντικατέστησε την εποπτεία απαγόρευσης και τη δικαστική αντίληψη. Σύμφωνα με τα άρθρα του Αστικού Κώδικα, η ανικανότητα για δικαιοπραξία –μερική ή πλήρης– ενός ατόμου είναι ουσιαστικά η στέρηση της διαχείρισης των υποθέσεών του όπως αυτό κρίνει. Κατά βάση, αφαιρεί από το άτομο το θεμελιώδες δικαίωμα της ελεύθερης βούλησης. Για το λόγο αυτό η διαπίστωση της ανικανότητας για δικαιοπραξία ως συνέπεια διανοητικής διαταραχής είναι μια σοβαρή ευθύνη του πραγματογνώμονα.
Η ανικανότητα για δικαιοπραξία σε καμιά περίπτωση δεν είναι ταυτόσημη με την παρουσία της διαταραχής. Σε μία περισσότερο ιατρική προσέγγιση του θέματος εάν η ικανότητα ενός ατόμου αναφέρεται στις πρακτικές λειτουργίες που εκτελεί για να πετύχει τους προσωπικούς αυτόνομους στόχους του στη ζωή,1 η ανικανότητα είναι μια ακραία έκφραση της έκπτωσης της λειτουργικότητάς του. Αυτή η προσέγγιση συσχετίζει την ικανότητα ενός ατόμου να λάβει μία συγκεκριμένη απόφαση με τις υποκειμενικές διαδικασίες που ακολουθεί για την επίτευξη του στόχου του. Με αυτήν την έννοια είναι αποδεκτή μια κυμαινόμενη ικανότητα, η οποία επιτρέπει σε ένα άτομο να λάβει συγκεκριμένες αποφάσεις χωρίς να αποκλείεται ότι αδυνατεί να λάβει κάποιες άλλες. Χρησιμοποιώντας αυτή την προσέγγιση, η πλήρης ανικανότητα είναι σπάνια, εξαιρώντας φυσικά την περίπτωση των ατόμων που παρουσιάζουν απώλεια της συνείδησης.2
Η ικανότητα του ατόμου να ρυθμίζει αυτόβουλα τις υποθέσεις του προϋποθέτει την κατανόηση της φύσης της πράξης χωρίς να συνεπάγεται, κατ’ ανάγκη, την πλήρη επίγνωση των διαστάσεών της. Για παράδειγμα, όταν κάποιος ηλικιωμένος κληροδοτεί στη διαθήκη του ενσυνείδητα σε κατιόντες συγγενείς του ένα ακίνητο, δεν συνεπάγεται ότι αναγκαστικά πρέπει να έχει και πλήρη επίγνωση της αντικειμενικής του αξίας. Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος κληροδότης μπορεί να κληροδοτήσει το ακίνητο σε κάποιους από τους κληρονόμους του, αλλά να έχει «ξεχάσει» ότι ήταν παντρεμένος ή να έχει «ξεχάσει» την ύπαρξη κάποιων από τα παιδιά του, τότε είναι προφανές ότι η εγκυρότητα της διαθήκης είναι αμφισβητήσιμη.3
Να σημειωθεί ότι η διάγνωση κάποιου βαθμού άνοιας σε ένα άτομο δεν συνεπάγεται αυτόματα και την απώλεια της ικανότητάς του να ρυθμίζει τις υποθέσεις του. Άλλωστε, η διεθνής βιβλιογραφία, αναγνωρίζει διαφορετικά στάδια άνοιας, τα οποία απέχουν σημαντικά μεταξύ τους από πλευράς λειτουργικότητας.4 Η αξιολόγηση της ικανότητας ενός ατόμου να κάνει εύλογες επιλογές για τις ατομικές του υποθέσεις μπορεί να ζητηθεί κάτω από διαφορετικές συνθήκες και για διαφορετικούς σκοπούς. Πιο συχνά η αξιολόγηση αυτή είναι άτυπη και σχετίζεται με κάποια συγκεκριμένη κατάσταση. Για παράδειγμα, οι γιατροί κάνουν συνεχώς αξιολόγηση της ικανότητας των ασθενών τους να συναινέσουν σε μια δεδομένη θεραπεία, οι δικηγόροι αξιολογούν την ικανότητα των πελατών τους να προβούν σε μία εξουσιοδότηση, αγοραπωλησία κ.λπ.
Επίσημες αξιολογήσεις απαιτούνται συνήθως όταν υπάρχουν σαφή στοιχεία αμφισβήτησης της νοητικής ικανότητας του ατόμου και ταυτόχρονα συνυπάρχουν νομικές συνέπειες, που απορρέουν από αυτή την πιθανή ανικανότητα. Συνήθως στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται άτομα τα οποία λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής υπόκεινται σε επιτροπεία ή δικαστική αντίληψη ή, όπως έχει καθιερωθεί στον παρόντα Αστικό Κώδικα, υποβάλλονται σε δικαστική συμπαράσταση.
Στην πράξη, οι περισσότερες περιπτώσεις που αφορούν στη μόνιμη υποβολή ενός ατόμου σε δικαστική συμπαράσταση για λόγους διανοητικής ή ψυχικής διαταραχής σχετίζονται με τη σχιζοφρένεια, τη νοητική υστέρηση και την ανάπτυξη στο άτομο άνοιας.
Οι δύο πρώτες κατηγορίες παρουσιάζουν σταδιακή ελάττωση τις τελευταίες δεκαετίες. Σε αυτό συνέβαλαν αφενός οι διεθνείς αλλαγές στάσης των τελευταίων δεκαετιών προς την αποασυλοποίηση και επανένταξη των ψυχιατρικών ασθενών στην κοινότητα και αφετέρου η εκπαίδευση και ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων στα άτομα με ειδικές ανάγκες. Αντίθετα η τρίτη κατηγορία, αυτή των ανοϊκών ασθενών, παρουσιάζει συνεχή αύξηση.
Στο μεγάλο αριθμό των σχετικών υποθέσεων παίζουν σημαντικό ρόλο δύο κυρίως παράγοντες. Ο πρώτος αφορά στην αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης και κατά συνέπεια τη θεαματική αύξηση ατόμων που διανύουν την 8η & 9η δεκαετία της ζωής τους και ο δεύτερος αφορά στη σύγχρονη κοινωνική θεώρηση ότι κάθε άτομο έχει ελεύθερη βούληση να αποφασίζει για τις υποθέσεις του ακόμη και όταν οι αποφάσεις του έρχονται σε αντίθεση με πάγιες αρχές. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις τόσο το γράμμα όσο και το πνεύμα του νόμου είναι πολύ ορθά προσανατολισμένο προς τον περιορισμό των αποφάσεων δικαστικής συμπαράστασης και την άρση της όταν πάψουν να συντρέχουν οι λόγοι που την προκάλεσαν. Η βουλητική ικανότητα ενός ατόμου αποτελεί ένα συνεχές φάσμα, που αρχίζει από την πλήρη ικανότητα διαχείρισης των προσωπικών του υποθέσεων και καταλήγει στην πλήρη ανικανότητα. Σε όλο το ενδιάμεσο στάδιο, το άτομο μπορεί να είναι ικανό να προβεί σε συγκεκριμένες βουλητικές ενέργειες και ταυτόχρονα ανίκανο για άλλες. Η απολυτότητα και οι μηχανιστικές διακρίσεις του διπόλου ικανός – ανίκανος έχουν οδηγήσει σε αυξημένη διαπίστωση ανικανότητας χωρίς αυτή να είναι πάντοτε πραγματική.5
Επειδή η ικανότητα ενός ατόμου να διαχειρίζεται τις υποθέσεις του είναι μία δυναμική διαδικασία φαίνεται ότι είναι επιβεβλημένη η πολυπαραγοντική εκτίμησή της. Κατά συνέπεια οι παράγοντες που την καθορίζουν είναι το ίδιο το άτομο, η φύση της συγκεκριμένης ενέργειας και το περιβάλλον του. Συγκεκριμένα θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα εξής:
Η αναγκαιότητα υποβολής ή όχι ενός ατόμου σε δικαστική συμπαράσταση είναι συχνά προφανής σε περιπτώσεις ασθενών που πάσχουν από κάποια λειτουργική ψυχιατρική διαταραχή και σπάνια αμφισβητείται από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Αντίθετα η πολυπλοκότητα των νομικών προεκτάσεων της ικανότητας για δικαιοπραξία, ειδικά σε άτομα που πάσχουν από νόσο του Alzheimer ή άλλης μορφής άνοια, αποτελεί σε όλο τον κόσμο θέμα αντιπαράθεσης.
Οι Overman και Stoudemire, σε μια πολύ ενδιαφέρουσα δημοσίευσή τους, παρέχουν μια σειρά κατευθυντήριων οδηγιών για την αντιμετώπιση των νομικών και οικονομικών προβλημάτων σε ασθενείς με νόσο του Alzheimer και τους συγγενείς τους.9
1 Pepper-Smith R, Harvey WR & Silberfeld M. Competency and practical judgment. Theoretical Medicine 1996, 17, 135-150.
2 Law Commission. Mentally incapacitated adults and decision-making: An overview. Consultation paper 119, HMSO, London, 1991.
3 Arie T. Some legal aspects of mental capacity. British Medical Journal, 1996, 313, 156-158.
4 APA.: practice guideline for treatment of patient with Alzheimer’s disease, or other dementias of late life. American Journal of Psychiatry, 1997, 154 (Suppl. 1), 1-39.
5 Silberfeld M. The value of clinical judgment in competency assessments. Health Law Canada 1991, 11, 68-83.
6 Silberfeld M & Fish A. When the mind fails: A guide to dealing with incompetency. University of Torondo Press, Torondo, 1994.
7 Ratzan, R.M.: Communication and informed consent in clinical geriatrics. International Journal of Addictions 1986, 32, 17-26.
8 Gauthier, S. (ed). Clinical diagnosis and management of Alzheimer’s disease. Martin Dunitz, London, 1996.
9 Overman W & Stoudemire A. Guidelines for legal and financial counseling of Alzheimer’s disease patients and their families. American Journal of Psychiatry 1988, 145, 1495-1500.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.