Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Γιώργος Μαρτινίδης, Eυγενία Τούνα

σύναψις 20 [2011 – τόμος 07]

Η ιστορία της χρήσης και της κατάχρησης του αλκοόλ

Ο Γιώργος Μαρτινίδης και η Ευγενία Τούνα είναι ψυχολόγοι, Θεσσαλονίκη

Η ανακάλυψη και η διάδοση του αλκοόλ

Το στόμα ενός απολύτως ευτυχισμένου ανθρώπου είναι γεμάτο μπίρα
Αρχαία αιγυπτιακή παροιμία

Η ιστορία του αλκοόλ αρχίζει το 10000 π.Χ. στη Μεσοποταμία και τη γύρω περιοχή, όπου οι κλιματολογικές συνθήκες, μετά το τέλος της πιο πρόσφατης εποχής των παγετώνων, δημιούργησαν το ιδανικό περιβάλλον για τις περιπλανώμενες ομάδες τροφοσυλλεκτών, τα κοπάδια από άγριες κατσίκες, πρόβατα, αγελάδες και γουρούνια, καθώς και τις συστάδες από σιτάρι και κριθάρι (Diamond, 1997). Για τις ομάδες αυτές τα σιτηρά παρείχαν άφθονη τροφή, ιδίως όταν ανακάλυψαν ότι μπορούσαν να τα αποθηκεύουν. Έπρεπε, βέβαια, να βρίσκονται στην περιοχή τον καιρό της συγκομιδής κι έπειτα να παραμείνουν εκεί για να τα φυλάξουν. Εικάζεται ότι οι πρώτες μόνιμες κατοικίες προέκυψαν κάτω από αυτές τις συνθήκες (Standage, 2006). Ανακάλυψαν και κάτι ακόμα: λόγω ζυμώσεων τα σιτηρά γίνονταν γλυκύτερα όταν βρέχονταν κι ο χυλός τους, που έμενε ανέγγιχτος για μερικές ημέρες, γινόταν ελαφρώς αφρώδης και ευχάριστα μεθυστικός. Ήταν η πρώτη μπίρα (Standage, 2006). Λίγο μακρύτερα, στην Αίγυπτο, η μπίρα ήταν αρχικά τροφή, όμως σύντομα άρχισε και η ευφραντική, ιατρική και θρησκευτική της χρήση (Gately, 2009).

Στο μεταξύ, ανακαλύφθηκε και το κρασί που, μέχρι το 4000 π.Χ., εξαπλώθηκε από τη σημερινή Γεωργία και το Ιράν στην Αίγυπτο, όπου έγινε το ποτό των αρχόντων, ενώ ο απλός λαός συνέχισε να πίνει μπίρα, δημιουργώντας έτσι την πρώτη περίπτωση στην ιστορία όπου το αλκοόλ σφράγιζε έναν ταξικό διαχωρισμό (McGovern, 2003).

Την ίδια εποχή, στις Ορκάδες νήσους, βόρεια της Σκωτίας, παρασκεύαζαν παραισθησιογόνες μπίρες με την προσθήκη τοπικών φυτών που σε μεγάλες ποσότητες ήταν δηλητηριώδη, αλλά σε μικρότερες προκαλούσαν ναυτία, θολή όραση, ταχυπαλμία, ζάλη, ευφορία, παραισθήσεις κι ακόμα μία αίσθηση πτήσης ή αιώρησης! Φαίνεται ότι οι άνθρωποι εδώ έπιναν περισσότερο για το αποτέλεσμα του αλκοόλ παρά για να ικανοποιήσουν την πείνα ή τη δίψα τους (Frances, Miller & Mack, 2005).

Πολλές από τις σημερινές κοινωνικές συνήθειες γύρω από το ποτό έχουν τις ρίζες τους σε παραδόσεις των Σουμέριων και των αρχαίων Αιγυπτίων. Καθώς η πρώτη μορφή μπίρας περιείχε πολλά στερεά υπολείμματα, την έπιναν με αχυρένια καλαμάκια (Eames, 1995). Οι Σουμέριοι εξακολουθούσαν να πίνουν την μπίρα τους με καλαμάκια κι όταν αργότερα μπορούσαν να την φιλτράρουν, επειδή έτσι μπορούσαν να πίνουν από το ίδιο δοχείο, να μοιράζονται το ποτό. Ήταν σύμβολο εμπιστοσύνης πως το ποτό δεν ήταν δηλητηριασμένο ή ακατάλληλο. Το σύγχρονο τσούγκρισμα των ποτηριών συμβολίζει την επανένωσή τους στο ίδιο δοχείο και η συνήθεια μας να σηκώνουμε τα ποτήρια στον αέρα για να ευχηθούμε παραπέμπει στους λαών εκείνους όταν με το αλκοόλ επικαλούνταν τις υπερφυσικές δυνάμεις (Standage, 2006).

Το κρασί στην αρχαία Ελλάδα

Εν οίνω αλήθεια
Aρχαία ελληνική παροιμία

Το κρασί ήρθε στην Ελλάδα τον 5ο – 6ο αιώνα π.Χ από την Ανατολή. Το έφερε ο Διόνυσος, τέκνο του Δία και της ιέρειας Σεμέλης, προσφέροντας κλήματα και οδηγίες στον βοσκό Ικάριο που τον είχε φιλοξενήσει. Το πρώτο κρασί που έφτιαξε το μοιράστηκε με τους συντοπίτες του και τότε άρχισαν όλοι μαζί να χορεύουν και να το εξυμνούν. Έχαναν όμως τον έλεγχο των ποδιών τους γι’ αυτό και τον σκότωσαν πιστεύοντας ότι τους είχε δηλητηριάσει. Ο Διόνυσος, όπως και το κρασί, μπορεί να φέρει ευτυχία, φέρνει επίσης δυστυχία και χάος (Johnson, 2004).

O Διόνυσος και δύο Μαινάδες
O Διόνυσος και δύο Μαινάδες

Ο Διόνυσος αντιπροσώπευε την απελευθερωτική πλευρά του ανθρώπου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι γυναίκες ακόλουθοί του, οι μαινάδες, που φέρονται να κυκλοφορούν γυμνές στην ύπαιθρο βιάζοντας τους βοσκούς και σφάζοντας τα ζώα τους. Ο Διόνυσος ήταν και προστάτης του θεάτρου. Η Τραγωδία προέρχεται από την προβιά τράγου γύρω από την οποία χόρευαν ο Ικάριος και οι συγχωριανοί του, ενώ η Κωμωδία από τον κῶμο, τις τελετουργικές πομπές των μεθυσμένων. Στις Βάκχες του Ευριπίδη, ο θεός επισκέπτεται τη Θήβα και επιχειρεί να μυήσει τον πληθυσμό της στην λατρεία του. Ο βασιλιάς βλέπει τον Διόνυσο ως απειλή και τον συλλαμβάνει, αλλά διαμελίζεται από τις μαινάδες που μέσα στην μέθη τους τον πέρασαν για λιοντάρι. Διαχρονικό το μήνυμα: υπάρχουν στοιχεία της ανθρώπινης φύσης που η πολιτεία δεν μπορεί και δεν πρέπει να επιχειρήσει τον έλεγχό τους (Gately, 2009).

Οι αρχαίοι Έλληνες έπιναν το κρασί τους στα συμπόσια, όπου ο συμποσιάρχης, επιλεγμένος τυχαία, καθόριζε την ποσότητα κρασιού που θα καταναλωθεί και την αναλογία στην οποία θα αναμειχθεί με νερό. Ξεκινούσαν με γεύμα και στη συνέχεια άρχιζαν την οινοποσία και τις υπόλοιπες ψυχαγωγίες – ποίηση, τραγούδια, διάφορα παιχνίδια σχετικά με το κρασί, όπως τον κότταβο, μουσική από νεαρές αυλήτριες, οι οποίες αναλάμβαναν και τον ρόλο της εταίρας (Garnsey, 1999).

Ωστόσο, κάποιοι, όπως ο Πλάτωνας, θεωρούσαν πως έπρεπε να είναι κυρίως διανοητική η διασκέδαση στα συμπόσια. Κι ακόμα ότι το κρασί μπορεί να αποκαλύψει τον χαρακτήρα κάποιου με τον οποίο πίνει κανείς μαζί του (Standage, 2006). Πίστευαν πως έτσι απομακρύνονταν οι ηθικές αναστολές και το άτομο θα έδειχνε την «πραγματική του φύση». Εξ ου και η φράση εν οίνω αλήθεια, που αποδόθηκε αργότερα στα λατινικά ως in vino veritas (Johnson, 2004). Τα συμπόσια ενσάρκωναν και το δημοκρατικό ιδεώδες, φυσικά μόνο για τους ελεύθερους άνδρες. Όλοι κάθονταν ως ίσοι και έπιναν το κρασί τους από ένα δοχείο που ήταν κοινό για όλους (Garnsey, 1999).

Μόνο ο Διόνυσος έπινε ανέρωτο κρασί χωρίς τις συνέπειες που θα είχε ένας κοινός θνητός: βιαιότητα και τρέλα. Συνεπώς, η προσθήκη νερού καθιστούσε το κρασί ασφαλές. Ίσχυε και το αντίστροφο, το κρασί καθιστούσε το νερό ασφαλές. Αν και οι αρχαίοι δεν γνωρίζουν τις αντιμικροβιακές ουσίες του κρασιού, γνώριζαν την ιδιότητά του να καθαρίζει το αμφιβόλου προελεύσεως νερό και αξιοποιούσαν τις ιατρικές του ιδιότητες. Τα τραύματα που καθαρίζονταν με κρασί είχαν μολύνονταν σπανιότερα από όσα καθαρίζονταν με νερό (Standage, 2006).

 

Το κρασί στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία

In vino veritas
Ρωμαϊκή παροιμία

Με την κατάκτηση των ελληνικών πόλεων-κρατών και των περισσότερων ελληνιστικών βασιλείων, οι ρωμαίοι υιοθέτησαν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής κουλτούρας – τη γλώσσα, τη θρησκεία, τη λογοτεχνία και, φυσικά, την οινοποσία την οποία διέδωσαν στις περιοχές του τότε γνωστού κόσμου όπου έφτασαν οι λεγεώνες τους (Scarre, 1995). Ωστόσο, στα πρώτα χρόνια απαγόρευαν αυστηρά την κατανάλωση αλκοόλ στις γυναίκες, τους σκλάβους και σε άντρες νεότερους των τριάντα ετών. Όταν η λατρεία του Διόνυσου – Βάκχου έφτασε στην Ρώμη τον 2ο αιώνα π.Χ. την είδαν ως απειλή, γι’ αυτό και το 186 π.Χ. η σύγκλητος κατάστρεψε τους ναούς του Βάκχου και απαγόρευσε τη λατρεία του (Gately, 2009). Μερικές δεκαετίες αργότερα η κατάσταση θα αλλάξει ριζικά, καθώς η καλλιέργεια των αμπελιών αποδείχτηκε εξαιρετικά προσοδοφόρα. Σύντομα οι ρωμαίοι ξεπέρασαν την ελληνική παραγωγή κρασιού και άρχισαν να το εξάγουν σε κάθε γωνιά του τότε γνωστού κόσμου (Seltman, 1957).

Βάκχος, Michelangelo Caravaggio (1571-1620)
Βάκχος, Michelangelo Caravaggio (1571-1620)

Δεν άργησε η υπερβολική κατανάλωση κρασιού και η υπερβολική ενασχόληση με την παραγωγή του να αποτελέσουν δείγματα πολυτέλειας και ηδονισμού, που χαρακτήριζαν πλέον την παρακμή της αυτοκρατορίας (Gately, 2009). Γι’ αυτό και η Σύγκλητος άρχισε να ρυθμίζει νομοθετικά το ποσό που μπορούσε να ξοδέψει ένας πολίτης σε φαγητά, κρασιά, ενδύματα, κοσμήματα και άλλες πολυτέλειες, το πλήθος όμως των διαφορετικών νόμων δείχνει ότι μάλλον εφαρμόζονταν σπάνια (Standage, 2006).

Στη θέση του συμποσίου, οι ρωμαίοι είχαν το convivium όπου, αντίθετα με εκείνο, τονίζονταν οι κοινωνικές διαφορές. Οι καλεσμένοι δεν έπιναν από έναν κοινό κρατήρα, αλλά σερβίρονταν διαφορετικής ποιότητας κρασιά, ανάλογα με την κοινωνική θέση τους. Αλλά και οι θέσεις των καλεσμένων δεν ήταν ίδιες και ίσες όπως στο συμπόσιο, κάποιες παρείχαν μεγαλύτερο κύρος από άλλες (Seltman, 1957). Αν και όλοι έπιναν κρασί, από τον αυτοκράτορα έως τους σκλάβους, το είδος του κρασιού που έπιναν έκανε τη διαφορά. Στο ένα άκρο βρισκόταν το κρασί falernum, που καλλιεργούνταν στις πλαγιές του όρους Φάλερνος στην νότια Ιταλία, και στο άλλο άκρο το lora, που έφτιαχναν από τα απομεινάρια της ζύμωσης των άλλων κρασιών. Υπήρχε και το posca, από νερό και ξινισμένο κρασί, χρήσιμο για τον καθαρισμό του νερού στον ρωμαϊκό στρατό. Το ξίδι που φέρεται να έδωσε ο ρωμαίος στρατιώτης στον Ιησού στη σταύρωση ίσως ήταν posca (Standage, 2006).

Οι Ρωμαίοι υπέταξαν τους βάρβαρους γείτονές τους χάρη στις λεγεώνες τους, αλλά και με την κουλτούρα τους. Οι πλούσιοι Γαλάτες έπιναν κρασί στα σπίτια τους, εισάγοντάς το από την Ιταλία. Το κρασί έγινε το ποτό τον ισχυρών, ενώ η μπίρα παρέμεινε το ποτό των υπηρετών. Την ίδια περίοδο, οι γερμανικές φυλές έπιναν τις μπίρες τους σε μεγάλες ποσότητες και πολλές φορές για μέρες συνεχόμενα, ένα έθιμο που συχνά κατέληγε σε αιματηρούς καβγάδες. Ταυτόχρονα, όμως, θεωρούσαν ότι η μέθη είναι απαραίτητη για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων, όπως για συμμαχίες, συμφιλιώσεις, διορισμούς αρχηγών, για ειρήνη ή πόλεμο (Eames, 1995).

Μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορία στον 5ο μ.Χ. αιώνα, περιοχές όπως η Βρετανία ή η Γαλατία αποτίναξαν τα ρωμαϊκά έθιμα κι ανάμεσά τους τη δημοτικότητα του κρασιού. Στη Μεσόγειο, όμως, μία παράδοξη πολιτισμική μείξη ρωμαϊκών, χριστιανικών και γερμανικών στοιχείων σήμαινε ότι η κουλτούρα του κρασιού που διέδωσαν οι Ρωμαίοι αποδείχθηκε πολύ μακροβιότερη από την αυτοκρατορία τους (Standage, 2006).

 

Το «πνευματικό» και το πραγματικό πιοτό

Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα, ο μένων εν εμοί καγώ εν αυτώ,
ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν

Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, ιε’:ε’

 

Η χριστιανική άμπελος
Η χριστιανική άμπελος

Μεταξύ Αρχαιότητας και Μεσαίωνα, η «κουλτούρα του κρασιού» δοκιμάστηκε με την επικράτηση των δύο μεγάλων μονοθεϊστικών θρησκειών, του Χριστιανισμού και του Ισλάμ.

Ο Χριστιανισμός ανέδειξε το κρασί σε θέση συμβολικής σημασίας με το εν Κανά θαύμα του Ιησού, ο οποίος παρομοίαζε τον εαυτό του με αμπέλι, τους δε μαθητές του με τα κλαδιά του. Και το κρασί του Μυστικού Δείπνου αποτέλεσε τη βάση για τη Θεία Ευχαριστία (Reynolds, 1989). Οι αμπελώνες των Ρωμαίων επιβίωσαν, αλλά η παραγωγή όσων βρίσκονταν σε εκκλησιαστική γη είτε προοριζόταν για τα μέλη των εκκλησιαστικών ταγμάτων είτε αποτελούσε μία καλή πηγή εισοδήματος για την Εκκλησία (Standage, 2006).

Εντούτοις, ο Άγιος Κλημέντιος της Αλεξάνδρειας συμβούλευε τους χριστιανούς ότι εκτός της Θείας Κοινωνίας οι νέοι δεν έπρεπε να πίνουν καθόλου κρασί, οι μεσήλικες μόνο ένα ποτηράκι για το βραδινό κρύο, ενώ μόνο οι ηλικιωμένοι θα έπρεπε να πίνουν καθημερινά για λόγους υγείας. Οι επιτρεπόμενες ποσότητες φυσικά ίσχυαν μόνο για τους άντρες, αφού οι γυναίκες όφειλαν να απέχουν πλήρως (Gately, 2009).

Λίγοι έδειχναν τον ίδιο φανατισμό. Για τους βενεδικτίνους μοναχούς η πλήρης αποχή ήταν ο καλύτερος δρόμος και όσοι ήθελαν μπορούσαν να τον ακολουθήσουν, αλλά στα μέλη του τάγματος χορηγούσαν από ένα τέταρτο έως και μισό λίτρο κρασιού την ημέρα για τις διατροφικές τους ανάγκες. Αντίστοιχα, για τον Άγιο Θωμά τον Ακινάτη, η τελειότητα απαιτούσε την πλήρη αποχή, αλλά η κατανάλωση με μέτρο ήταν επαρκής για τη σωτηρία. Ακόμα και φανατικά τάγματα, όπως οι ολιβετανοί μοναχοί, που ξερίζωσαν τους αμπελώνες τους και κήρυξαν την πλήρη αποχή από το κρασί, σύντομα χαλάρωσαν τους αυστηρούς κανόνες (Durant, 1957). Ενώ όμως τα μοναστικά τάγματα έπιναν με μέτρο, το απλό ποίμνιο συχνά το υπερέβαινε. Το αλκοόλ ήταν αναπόσπαστο κομμάτι κάθε ιατρικής συνταγής και κάθε γεύματος. Νέοι και γέροι, πλούσιοι και φτωχοί έπιναν κάθε μέρα και συνήθως αρκετές φορές τη μέρα (Newman, 2001).

Αντίθετα προς τον Χριστιανισμό, που περιόρισε την κατανάλωση του αλκοόλ, το Ισλάμ την απαγόρευε τελείως. Ο Μωαμεθανισμός γεννήθηκε και αρχικά εξαπλώθηκε σε περιοχή με παραδοσιακούς πότες. Ωστόσο ο πιστός μουσουλμάνος εκτός της προσευχής και της ελεημοσύνης όφειλε να τηρεί πλήρη αποχή από το αλκοόλ (Gately, 2009). Κατά μια εξήγηση, η νέα θρησκεία άλλαξε την ισορροπία στην ανατολική Μεσόγειο μεταφέροντας δύναμη από τους λαούς των ακτών με «κουλτούρα κρασιού» στις νομαδικές φυλές της ερήμου που την απέρριπταν (Standage, 2006).

Αν και τυπικά παράνομη, η παραγωγή κρασιού συνεχίστηκε στην Ισπανία και την Πορτογαλία, ενώ κάποιοι μουσουλμάνοι επιχείρησαν να βρουν «παραθυράκια» στη διδασκαλία του Μωάμεθ: ο Προφήτης ήταν αντίθετος στην υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και όχι στην συνετή χρήση του (Standage, 2006). Εντούτος, οι άραβες γιατροί μελέτησαν όχι μόνο τις αρνητικές, αλλά και τις θετικές επιδράσεις του στον ανθρώπινο οργανισμό. Κι έτσι, κατάφεραν, συνεχίζοντας τον Αριστοτέλη, να διυλίσoυν αλκοόλ υψηλότερης περιεκτικότητας από κρασί, τον 8ο-9ο αιώνα. Με την επανακατάκτηση των μουσουλμανικών κτήσεων στην Ευρώπη, το συγκεκριμένο «μυστικό» πέρασε στους ευρωπαίους που, όπως θα δούμε, το αξιοποίησαν δεόντως (Gately, 2009).

 

Ένας «νέος κόσμος» για το αλκοόλ

Με το πρώτο ποτήρι ο άνθρωπος πίνει κρασί,
με το δεύτερο ποτήρι το κρασί πίνει κρασί,
με το τρίτο ποτήρι το κρασί πίνει τον άνθρωπο.

Γιαπωνέζικη παροιμία

 

Δουλεμπόριο στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα
Δουλεμπόριο στις ΗΠΑ του 19ου αιώνα

Την εποχή που η Ευρώπη έβγαινε από τον Μεσαίωνα, δύο σημαντικά γεγονότα άλλαξαν την ιστορία του αλκοόλ και σε μεγάλο βαθμό του κόσμου. Πρώτον, οι ευρωπαίοι, για να παρακάμψουν το εμπορικό μονοπώλιο των Αράβων με την Άπω Ανατολή, επιχείρησαν να ανακαλύψουν νέες προσβάσεις προς τις Ινδίες. Δεύτερον, απόκτησαν το αραβικό μυστικό της διύλισης του αλκοόλ. Οι δύο αυτές συγκυρίες αλληλοσυμπληρώθηκαν. Η νέα μορφή αλκοόλ ήταν συμπυκνωμένη και συνεπώς καταλάμβανε λιγότερο χώρο, χαλούσε πολύ δύσκολα και ήταν σαφώς δυνατότερη από την μπίρα και το κρασί. Ήταν ιδανική για τα μεγάλα ταξίδια των θαλασσοπόρων. Σύντομα οι μεγάλοι εξερευνητές ξόδευαν περισσότερα χρήματα για αλκοόλ παρά για οπλισμούς (Blue, 2004).

Οι Ευρωπαίοι δεν τα κατάφεραν να φτάσουν στις Ινδίες πλέοντας δυτικά στον Ατλαντικό· και τα νησιά της Καραϊβικής, που τελικά ανακάλυψαν, δεν είχαν τον πλούτο που περίμεναν. Ωστόσο υπήρχαν εκεί καλλιέργειες ζαχαροκάλαμου. Ήταν όμως εξαιρετικά απαιτητικές σε ανθρώπινο δυναμικό. Οι πρώτοι άποικοι προσπάθησαν να υποδουλώσουν ντόπιες φυλές, αλλά αυτές τις είχαν αποδεκατίσει οι ασθένειες που έφεραν οι Ευρωπαίοι. Έτσι στράφηκαν στην εισαγωγή σκλάβων από τη δυτική Αφρική. Το δουλεμπόριο άνθισε (Blue, 2004). Οι άτυχοι αφρικανοί ιθαγενείς πωλούνταν στους Ευρωπαίους από ομοεθνείς τους που είχαν, από αρχαιοτάτων χρόνων, μεγάλη αδυναμία στα ποτά (Roueché, 1963).

Η μακάβρια σύνδεση σκλάβων, αλκοόλ και ζάχαρης απόκτησε μία επιπλέον διάσταση όταν καλλιεργητές από τα νησιά της Καραϊβικής αποφάσισαν να αξιοποιήσουν τη μελάσα, το άχρηστο υποπροϊόν της παρασκευής ζάχαρης, διυλίζοντας την. Το αποτέλεσμα ήταν ένα γλυκό και εξαιρετικά δυνατό ποτό, το ρούμι, που εξαπλώθηκε σε όλη την αμερικάνικη ήπειρο. Αποτέλεσμα να αυξηθεί η καλλιέργεια του ζαχαροκάλαμου, μαζί και το δουλεμπόριο, αφού πλέον οι φυτείες μπορούσαν να επεκτείνουν το δυναμικό τους σε σκλάβους, πληρώνοντας τους δουλέμπορους με ένα δικό τους προϊόν, το οποίο μάλιστα κόστιζε τώρα πολύ λιγότερο (Standage, 2006).

Beer Street – Gin Lane. William Hogarth (1697-1764)
Beer Street – Gin Lane. William Hogarth (1697-1764)

Το νέο ποτό χρησιμοποιήθηκε και ως εργαλείο κοινωνικού ελέγχου. Δινόταν στους σκλάβους για να εγκλιματιστούν και κατόπιν να αντέξουν τις απάνθρωπες συνθήκες δουλειάς (Roueché, 1963). Το ρούμι έγινε επίσης πολύ δημοφιλές μεταξύ των ναυτικών και σύντομα αντικατέστησε την μπίρα ως το ποτό που χορηγούνταν στους ναύτες του βρετανικού ναυτικού. Από τη στιγμή που στο ρούμι των βρετανών ναυτών προστέθηκε νερό και λεμόνι για να γίνει πιο εύπεπτο και λιγότερο δυνατό, η προσθήκη της βιταμίνης C του λεμονιού σήμαινε ότι –αν και η ιατρική της εποχής δεν κατανοούσε τη διαδικασία– τα βρετανικά πληρώματα προστατεύονταν πολύ καλύτερα από το σκορβούτο, την πιο επικίνδυνη ασθένεια για τους θαλασσοπόρους. Εικάζεται ότι το ρούμι συντέλεσε κι αυτό στην ανάδειξη του βρετανικού ναυτικού ως κυρίαρχης θαλάσσιας δύναμης στους αιώνες που ακολούθησαν (Pack, 1982).

Στην άλλη πλευρά της υφηλίου υπήρχαν κουλτούρες αρχαιότερες και από πολλές απόψεις πιο προχωρημένες από τις ευρωπαϊκές. Στην Κίνα ήταν διαδεδομένο ένα είδος κρασιού από ρύζι και μπαχαρικά, το οποίο ο Μάρκο Πόλο περιέγραψε ως ωραιότερο και δυνατότερο από όλα τα κρασιά. Αντίστοιχο ποτό από ρύζι υπήρχε και στην Ιαπωνία, το σάκε. Ας σημειωθεί ότι για τους Ιάπωνες –αντίθετα με τους Ευρωπαίους της εποχής– η μέθη δεν αποτελούσε ντροπή. Αντιθέτως ήταν εξαιρετικά προσβλητικό για τον οικοδεσπότη και τους υπόλοιπους καλεσμένους να παραμένει κανείς νηφάλιος στα ιαπωνικά συμπόσια. Ακόμη και όσοι δεν μπορούσαν να πιουν για ιατρικούς λόγους έπρεπε να προσποιούνται ότι είναι μεθυσμένοι (Gately, 2009)!

 

Η επιδημία του τζιν

Αυτό το άθλιο τζιν που στερείται κάθε υπεράσπισης
 και είναι ένοχο πορνείας, φόνου και κλοπής,
για θρασύ στασιασμό, προδοσία, βλασφημία,
πρέπει να θανατωθεί, οι δικαστές βρίσκονται σε συμφωνία.
London Evening-Post, Μάρτιος του 1751

 

Για τους Ευρωπαίους η σχέση των αυτόχθονων αμερικανών με το ποτό αποτελούσε ένδειξη πρωτογονισμού. Τους ήταν, λοιπόν, αδιανόητο ότι λευκοί χριστιανοί θα παραδίδονταν μαζικά σε καταστάσεις μέθης όπως οι «άγριοι». Κι όμως, αυτό που συνέβη στο Λονδίνο τον 18ο αιώνα ήταν μια μαζική και διαρκής μέθη. Το 1700, το Λονδίνο ήταν η μεγαλύτερη και ίσως η πιο συναρπαστική πόλη της Ευρώπης, γεμάτη με ταβέρνες, μπιραρίες, πανδοχεία που οι Βρετανοί τιμούσαν δεόντως. Στους ξένους ταξιδιώτες έκανε εντύπωση πως ακόμη και οι φτωχοί δεν ήξεραν να ξεδιψάνε με νερό! Όλος ο κόσμος έπινε μπίρα (Gately, 2009).

Όλα άρχισαν όταν το κοινοβούλιο ψήφισε τον «Νόμο για την ενθάρρυνση της διύλισης μπράντι και ποτών από καλαμπόκι». Είχε προηγηθεί η κατακόρυφη πτώση των τιμών των σιτηρών εξ αιτίας των πλούσιων σοδειών, προς μεγάλη απογοήτευση των ισχυρών γαιοκτημόνων που αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του εκλογικού σώματος. Ο νέος νόμος παρείχε πλέον τη δυνατότητα παραγωγής τζιν που θα αύξανε και τη ζήτηση σιτηρών. Επιπλέον το τζιν αποτελούσε και μια καλή εναλλακτική λύση έναντι των ανταγωνιστών γάλλων. Στην ενθάρρυνση της παραγωγή τζιν προστέθηκε κι ένας σημαντικός φόρος στην εισαγωγή γαλλικών ποτών (Burnett, 1999). Η τιμή και η κατανάλωση των σιτηρών ανέβηκαν και ταυτόχρονα αξιοποιήθηκαν τα χαλασμένα σιτηρά, τα οποία δεν αγόραζαν οι φούρνοι και τα ζυθοποιία, αλλά ήταν κατάλληλα για την παραγωγή τζιν. Αυτοσχέδια αποστακτήρια τζιν ξεφύτρωσαν σε όλη τη χώρα και σε κάποιες φτωχογειτονιές του Λονδίνου σχεδόν το ένα στα πέντε σπιτικά έφτιαχνε και πουλούσε τζιν. Τα έσοδα του κράτους και των γαιοκτημόνων ευνοήθηκαν, αλλά αυτό που σίγουρα δεν περίμεναν και δεν σκόπευαν να προκαλέσουν ο βασιλιάς και τα μέλη του κοινοβουλίου, που είχαν ψηφίσει τον σχετικό νόμο, ήταν οι κοινωνικές συνέπειες που ακολούθησαν (Gately, 2009).

Η παραγωγή και η κατανάλωση του τζιν σύντομα ξέφυγε από κάθε όριο. Σε σχέση με την μπίρα, το τζιν ήταν οικονομικότερος και ευκολότερος τρόπος να μεθύσει κανείς. Τα στατιστικά στοιχεία του 1723 δείχνουν ότι κάθε άνδρας, γυναίκα και παιδί στο Λονδίνο έπινε πάνω από μισό λίτρο τζιν την εβδομάδα, μία εξαιρετικά υψηλή ποσότητα που είχε ως συνέπεια πρωτοφανή επίπεδα μέθης. Οι δρόμοι ήταν κυριολεκτικά γεμάτοι από μεθυσμένους. Αναμφίβολα, η μαζική αυτή μέθη σε εποχή κοινωνικής και πολιτικής αστάθειας αύξανε και την εγκληματικότητα. (Warner, 2002). Υπήρξαν, φυσικά, και πρόσθετοι σημαντικοί κοινωνικοί παράγοντες που οδήγησαν εδώ. Οι κάτοικοι της πόλης, ειδικά οι πολυάριθμοι φτωχοί, ζούσαν σε άθλιες συνθήκες κι ήταν εύκολη παρηγοριά η στροφή τους στη μέθη, ιδίως όταν το ποτό ήταν διαθέσιμο σε πολύ χαμηλή τιμή (Burnett, 1999).

Οι πρώτοι που αντέδρασαν ήταν οι ζυθοποιοί που έβλεπαν την κατανάλωση μπίρας να πέφτει δραματικά. Το πρώτο σατιρικό φυλλάδιο ενάντια σε αυτή την επιδημία του τζιν τυπώθηκε με δική τους χρηματοδότηση. Η εκστρατεία κατά του τζιν υποστηρίχτηκε επίσης από την εκκλησία, αλλά και τους γιατρούς, που σύντομα διέκριναν τις συνέπειες του αλκοολισμού. Χαρακτηριστικές της εκστρατείας των αντιπάλων του τζιν είναι οι λιθογραφίες του William Hogarth, που απεικονίζουν τα κακά του τζιν απέναντι στα καλά της μπίρας (Warner, 2002).

Πανικόβλητη η κυβέρνηση ψήφισε νέους περιοριστικούς νόμους για να καταστήσει το εμπόριο του τζιν οικονομικά ασύμφορο. Ήταν όμως υπερβολικά αυστηροί και δημιούργησαν περισσότερα προβλήματα από όσα έλυσαν. Η παραγωγή τζιν συνεχίστηκε κρυφά με αποτέλεσμα τα επεισόδια βίας εναντίον των πληροφοριοδοτών που πληρώνονταν για να εντοπίσουν τα παράνομα αποστακτήρια. Επίσης το παράνομο τζιν ήταν συνήθως χειρότερης ποιότητας και προκαλούσε δηλητηριάσεις (Dillon, 2004).

Η επιδημία του τζιν άρχισε να υποχωρεί με τον «Νόμο για το Τζιν» του 1751: η παραγωγή του ποτού νομοθετήθηκε μέσω αδειών με συγκεκριμένο ετήσιο κόστος. Εξίσου σημαντικοί λόγοι για τη μείωση της κατανάλωσης ήταν και η άνοδος της τιμής των σιτηρών, που προκλήθηκε από την αύξηση του πληθυσμού και τις κακές σοδειές των τελευταίων ετών. Έως το 1757, η επιδημία του τζιν είχε τελειώσει και, παρά την επάνοδο της δημοτικότητάς του έναν αιώνα αργότερα, ποτέ ξανά η κατανάλωσή του δεν έφτασε σε τέτοια επίπεδα γενικευμένης κατάχρησης (Dillon, 2004). Στην εποχή της βιομηχανικής επανάστασης που ακολούθησε, η νηφαλιότητα προωθήθηκε ως πολύτιμη εργασιακή αρετή για την εργατική τάξη και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα (Bancroft, 2009).

 

Αλκοόλ και επανάσταση

Δεν ξέρω γιατί θα έπρεπε να ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε ότι η μελάσα
ήταν ένα απαραίτητο συστατικό για την αμερικάνικη ανεξαρτησία.
Πολλά μεγάλα γεγονότα προέκυψαν από πολύ μικρότερα αίτια.
John Adams, 2ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής

Αν στο Λονδίνο του 18ου αιώνα το αλκοόλ προκάλεσε μία μείζονα κοινωνική αναταραχή, στις αμερικάνικες αποικίες των Βρετανών, μερικές δεκαετίες αργότερα, πυροδότησε μία από τις μεγαλύτερες επαναστάσεις στην ανθρώπινη ιστορία. Σειρά ολόκληρη παραγόντων, που δεν μπορούν να αναφερθούν εδώ, κατέστησαν το ρούμι το επικερδέστερο προϊόν των βρετανικών αποικιών, οδηγώντας έτσι σε πρωτοφανή οικονομική ευμάρεια (Blue, 2004). Επειδή όμως οι άποικοι αγόραζαν σε χαμηλή τιμή τη μελάσα από τις γαλλικές κτήσεις, η εξέλιξη αυτή έπληττε οικονομικά τις βρετανικές Δυτικές Ινδίες, που άρχισαν να διαμαρτύρονται στην κυβέρνηση. Έτσι ψηφίστηκε το 1733 ο «Νόμος για την Μελάσα» που έβαζε έναν τεράστιο φόρο στις εισαγωγές γαλλικής μελάσας. Μόνο που η μελάσα των βρετανικών κτήσεων δεν επαρκούσε κι αν ο νόμος εφαρμοζόταν, τα αποστακτήρια θα έπρεπε να μειώσουν την παραγωγή τους και να ανεβάσουν τις τιμές με αποτέλεσμα να πληγεί και πάλι η ευημερία τους (Taussig, 1928). Γι’ αυτό και στην πράξη ο νόμος αυτός δεν εφαρμόστηκε. Τα αποστακτήρια συνέχισαν να εισάγουν γαλλική μελάσα παράνομα κι όταν χρειαζόταν δωροδοκούσαν τους απρόθυμους τελωνειακούς.

Το μόνο που κατάφερε ο νόμος ήταν να δυσαρεστήσει τους αποίκους και να θέσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο για την αμφισβήτηση της βρετανικής εξουσίας στις αποικίες. Όταν η κυβέρνηση ψήφισε το νέο «Νόμο για τη Ζάχαρη», πήρε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να διασφαλίσει ότι αυτή τη φορά ο νόμος θα εφαρμοζόταν, συμπεριλαμβανομένης και της χρήσης του βασιλικού ναυτικού για την εξουδετέρωση του λαθρεμπορίου μελάσας (Schlesinger, 1957).

Όμως, αυτή τη φορά, η κοινωνική αναταραχή ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Όλοι οι άποικοι, ακόμη και όσοι δεν πλήττονταν άμεσα από τον νόμο, θεώρησαν άδικο να πληρώνουν φόρους σε μία μακρινή κυβέρνηση, στο κοινοβούλιο της οποίας δεν είχαν καμία αντιπροσώπευση, και σύντομα αντέδρασαν με το μποϊκοτάρισμα των βρετανικών προϊόντων. Η βρετανική κυβέρνηση δεν αναγνώρισε τη σοβαρότητα του προβλήματος. Ψήφισε πρόσθετους μη δημοφιλείς νόμους, αυξάνοντας τη δυσαρέσκεια που κορυφώθηκε με την εκδήλωση της Αμερικάνικης Επανάστασης το 1775. Μπορεί ο ρόλος που έπαιξε στην εκδήλωση της επανάστασης ένα άλλο ποτό, το τσάι, να είναι ευρύτερα γνωστός, αλλά το ρούμι είχε ίσως ακόμη σημαντικότερη συνεισφορά (Schlesinger, 1957).

Το ρούμι έχασε τη θέση του ως το αγαπημένο ποτό των αμερικανών όταν οι νεαρές Ηνωμένες Πολιτείες άρχισαν να επεκτείνονται προς τα δυτικά οπότε αντικαταστάθηκε από ένα άλλο αποσταγμένο ποτό, το ουίσκι. Υπεύθυνη γι’ αυτή την αλλαγή ήταν εν μέρει η σκωτσέζικη καταγωγή πολλών από τους καινούργιους μετανάστες, οι οποίοι είχαν εμπειρία με τη διύλιση των σιτηρών, αλλά ο κυριότερος λόγος ήταν πρακτικός: οι εισαγωγές μελάσας σταμάτησαν κατά τη διάρκεια της επανάστασης, ενώ οι πεδιάδες της αμερικάνικης ενδοχώρας ήταν κατάλληλες για την καλλιέργεια των σιτηρών από τα οποία φτιαχνόταν το ουίσκι (Standage, 2006).

Το ουίσκι παραλίγο να προκαλέσει καινούργια εξέγερση όταν η νεοσύστατη αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε φόρο στην παραγωγή αποσταγμένων ποτών για να καλύψει έξοδα της επανάστασης. Η κυβέρνηση πίστευε ότι ο νόμος θα ωφελούσε τη γεωργία, την οικονομία, τα ήθη και τη δημόσια υγεία, αλλά και πάλι αντιμετωπίστηκε με τεράστια δυσαρέσκεια από τον κόσμο, που θεώρησε ότι η νέα κυβέρνηση είναι εξίσου καταπιεστική με τη βρετανική εξουσία. Ειδικά στις νέες δυτικές περιοχές, η αντίθεση του κόσμου στη φορολογία του ουίσκι έφτασε μέχρι την απόφαση για απόσχιση από τις Ηνωμένες Πολιτείες και δημιουργία ενός νέου κράτους. Τελικά, η «Εξέγερση του Ουίσκι» διαλύθηκε γρήγορα και αναίμακτα με την παρέμβαση της πολιτοφυλακής, αλλά η προσπάθεια φορολόγησης του ουίσκι απέτυχε και ο φόρος αποσύρθηκε μέσα σε λίγα χρόνια (Standage, 2006).

Victor Oliva (1861-1928)
Victor Oliva (1861-1928)

Τον επόμενο αιώνα, όταν η Αμερική αντιμετώπισε μία πραγματική και πολύ μεγαλύτερη εξέγερση, τον Αμερικάνικο Εμφύλιο, το αλκοόλ ήταν πανταχού παρόν, όπως άλλωστε και σε πολλούς πολέμους, νωρίτερα και αργότερα. Αν και στους απλούς στρατιώτες απαγορευόταν να πίνουν αλκοόλ, οι περισσότεροι είχαν διάφορους ευρηματικούς τρόπους να το βάζουν λαθραία στο στρατόπεδο ή να το φτιάχνουν μόνοι τους. Αντίθετα με τους στρατιώτες, οι αξιωματικοί και των δύο πλευρών μπορούσαν να αγοράσουν αλκοόλ ελεύθερα και η τάση μερικών από αυτούς να το παρακάνουν αποτελούσε πολύ κακό παράδειγμα για τους άντρες τους. Ακόμη και ο στρατηγός Γκραντ, ανώτατος διοικητής των στρατών της Ένωσης, ήταν διαβόητος για την τάση του προς την κατάχρηση και ήταν συχνά μεθυσμένος εν ώρα καθήκοντος (Davis, 2003).

 

Η πράσινη νεράιδα

Μπορώ να αντισταθώ στα πάντα εκτός από τον πειρασμό
Όσκαρ Ουάιλντ

Με την έλευση του 19ου αιώνα, η μέθη άρχισε να δέχεται έντονες κριτικές και δεν άργησαν να δημιουργηθούν κοινωνικές ομάδες που προωθούσαν την αποχή από το αλκοόλ. Ποικίλοι ήταν οι λόγοι για αυτή την αλλαγή. Στα τέλη του 18ου αιώνα άρχισαν να διαδίδονται στην Ευρώπη δύο αφεψήματα που έγιναν και παρέμειναν εξαιρετικά δημοφιλή από τότε: το τσάι και ο καφές. Επίσης καίριο ρόλο έπαιξε και η αύξηση της θρησκευτικής ευλάβειας (Hanson, 1995). Άλλο σημαντικό αίτιο ήταν η αυξανόμενη βιομηχανοποίηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών: η αυτοπειθαρχία προβλήθηκε ως αρετή για τις φτωχότερες κοινωνικές τάξεις, που συνήθως αποτελούσαν τους προθυμότερους και πιο πολυάριθμους πότες, αν και η αποχή τους δεν ήταν ποτέ πλήρης. Από τη μία, συνέχισαν να αναζητούν ανακούφιση από τη μιζέρια της καθημερινότητάς τους στο αλκοόλ και από την άλλη, οι φιλόσοφοι, διανοούμενοι και καλλιτέχνες συνέχισαν να αναζητούν την έμπνευση στο ποτό (Peele, 1985).

Ήδη από τις απαρχές του κινήματος του ρομαντισμού, ποιητές όπως ο Coleridge και ο Keats αναγνώριζαν τη δημιουργική επιρροή του κρασιού στην τέχνη τους και τη δυνατή επιρροή της μέθης στην έμπνευση. Όμως η πραγματική ταύτιση του αλκοόλ με την τέχνη και το ανερχόμενο κίνημα των μποέμ έγινε στο Παρίσι του 19ου αιώνα όταν ένα παράσιτο που προήλθε από την Αμερική κατέστρεψε τους γαλλικούς αμπελώνες και έστρεψε τον κόσμο σε διαφορετικά είδη ποτών. Τότε διαδόθηκε το αψέντι, ένα ποτό που είχε κατασκευαστεί έναν αιώνα νωρίτερα στην Ελβετία με την προσθήκη στο αλκοόλ του αρωματικού ποώδους φυτού της αψινθιάς (Gately, 2009).

Το αψέντι είχε χορηγηθεί στα γαλλικά στρατεύματα, που πολεμούσαν στη βόρεια Αφρική, ως μέσο για το καθάρισμα του νερού κατά τα πρότυπα των Ρωμαίων. Όταν επέστρεψαν στο Παρίσι, το αγαπημένο τους ποτό απόκτησε ξεχωριστή αίγλη και έγινε σύντομα δημοφιλές σε όλες τις κοινωνικές τάξεις, ιδιαίτερα γνωστό από ποιητές όπως ο Baudelaire, ο Rimbaud και ο Verlaine που χρησιμοποιούσαν την «πράσινη νεράιδα» (ένα από τα πολλά υποκοριστικά που απέκτησε το ποτό) ως μέσο έμπνευσης, πολλές φορές ξεπερνώντας τα όρια της κατάχρησης. Εξίσου διάσημοι πότες αψεντιού ήταν οι περισσότεροι από τους ιμπρεσιονιστές ζωγράφους. Ο Manet, ο Degas και, φυσικά, ο Toulouse-Lautrec χρησιμοποιούσαν το αψέντι όχι μόνο ως μέσο έμπνευσης, αλλά πολλές φορές και ως θέμα σε διάφορους πίνακές τους (Gately, 2009).

Αν και η εμμονή των παριζιάνων με το αψέντι δεν έφτασε ποτέ τη μαζικότητα και την καταστροφικότητα της επιδημίας του τζιν, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάχρηση του αψεντιού συντέλεσε στην αύξηση της εγκληματικότητας. Του αποδόθηκαν, επίσης, παραισθησιογόνες ιδιότητες, πολύ συχνά και από τους λάτρεις του, όπως ο Βαν Γκογκ. Αποδείχτηκε ότι οι παραισθησιογόνες ιδιότητες που του αποδίδονταν  ήταν μύθος ή ότι, κι αν όντως υπήρχαν, οφείλονταν σε χημικά που προστίθονταν σε φτηνά αψέντια για να τους δώσουν πιο έντονο πράσινο χρώμα και όχι στα συστατικά του ίδιου του ποτού (Barnaby, 1988). Ωστόσο, το αψέντι ήταν όντως πιο επικίνδυνο από τα υπόλοιπα ποτά, λόγω της περιεκτικότητας σε αλκοόλ έφτανε από 60% έως 90%. Δεν άργησε να απαγορευτεί στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες και τις Ηνωμένες Πολιτείες στις αρχές του 20ου αιώνα (Barnaby, 1988).

Εκτός από το Παρίσι των μποέμ, οι καλλιτέχνες της εποχής βρήκαν μία εξαιρετικά ελεύθερη κουλτούρα αλκοόλ στις δυτικές παρυφές του αγγλοσαξονικού κόσμου. Πολλοί μεγάλοι αγγλόφωνοι συγγραφείς, όπως ο Όσκαρ Ουάιλντ, ο Ράντιγιαρντ Κίπλινγκ και ο Ρ. Λ. Στήβενσον, επισκέφτηκαν την αμερικάνικη δύση και ερωτεύτηκαν την ελευθερία που προσέφερε η κουλτούρα της (Gately, 2009). Οι καλλιτέχνες μπορούσαν να στραφούν στην υπερβολική χρήση του αλκοόλ εξαιτίας του ελεύθερου τρόπου ζωής που συνήθως απολάμβαναν. Και ο υπόλοιπος κόσμος, όμως, έδειξε αντίστοιχη ή και ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη για ποτό όταν οι συνθήκες την έκαναν απαραίτητη παρηγοριά.

Ήταν αυτό που παρατηρήθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όταν εκατομμύρια στρατιώτες πέθαιναν από σφαίρες, οβίδες, ξιφολόγχες και δηλητηριώδη αέρια, το αλκοόλ μοιραζόταν στο μέτωπο μαζί με άλλα αναγκαία, όπως τα τρόφιμα και τα πυρομαχικά (Gately, 2009). Φαίνεται ότι χωρίς το αλκοόλ οι στρατιώτες δεν θα μπορούσαν να πολεμήσουν. Η μέθη ήταν μία σύντομη απόδραση από τη φρίκη του πολέμου για όλους όσοι έρχονταν σε καθημερινή επαφή με τον θάνατο (Ferguson, 1998).

 

Ποτοαπαγόρευση

Γιατί δεν περνάνε μια τροποποίηση του συντάγματος
 που να απαγορεύει σε όλους να μαθαίνουν οτιδήποτε;
Αν λειτουργήσει τόσο καλά όσο η ποτοαπαγόρευση
σε πέντε χρόνια οι αμερικανοί θα είναι
ο εξυπνότερος λαός στον κόσμο.
Will Rogers, αμερικανός κωμικός της εποχής

Ο κυριότερος διώκτης των αλκοολούχων ποτών στις μεταγενέστερες εποχές ήταν η χριστιανική ηθική, κυρίως η προτεσταντική (Blue, 2004). Ιδίως στην Αμερική και ειδικά στα ολοένα και επεκτεινόμενα δυτικά σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ήδη, πριν από την αμερικάνικη ανεξαρτησία, οι πουριτανοί άποικοι καταδίκαζαν τη μέθη και την τιμωρούσαν δημοσίως μαζί με άλλες ανήθικες γι’ αυτούς πράξεις, όπως τις σεξουαλικές σχέσεις εκτός γάμου (Aaron & Musto, 1981).

Το 1619, στην αποικία της Βιρτζίνια, η μέθη τέθηκε εκτός νόμου μαζί με τα ζάρια, τα χαρτοπαίγνια, την οκνηρία και το φανταχτερό ντύσιμο (Musto, 2002)! Το 1657, το Γενικό Δικαστήριο της Μασαχουσέτης κήρυξε παράνομη την πώληση δυνατών ποτών. Φυσικά τέτοιοι νόμοι ίσχυαν συνήθως σε συγκεκριμένες περιοχές, δεν εφαρμόζονταν πλήρως και αναιρούνταν έπειτα από ένα διάστημα. Άλλωστε, το αλκοόλ ήταν και η σημαντικότερη πηγή κέρδους στις βορειοαμερικάνικες αποικίες. Οι κυριότεροι υπέρμαχοι της απαγόρευσης ήταν ακραία προτεσταντικά δόγματα, όπως οι Μεθοδιστές, οι Βαπτιστές, οι Κουακέροι κ.ά., ενώ οι ηπιότεροι προτεστάντες και οι καθολικοί εναντιώνονταν στη διά νόμου επιβολή ηθικών κανόνων. Την απαγόρευση του αλκοόλ υποστήριζαν και κάποια εργατικά κινήματα, αλλά και οι έμποροι τσαγιού και των πρώτων αναψυκτικών, που υπολόγιζαν ότι η απαγόρευση του αλκοόλ θα αύξανε τα κέρδη τους (Blue, 2004).

Το κίνημα της ποτοαπαγόρευσης ισχυροποιήθηκε τον 19ο αιώνα, ξεχάστηκε για λίγο στα ταραγμένα χρόνια του αμερικάνικου εμφυλίου (1861-65), αλλά επανήλθε δριμύτερο στα τέλη του 19ου αιώνα οπότε και άρχισε να αντιπροσωπεύεται πλέον από το δικό του Κόμμα της Ποτοαπαγόρευσης. Το 1881, το Κάνσας έγινε η πρώτη πολιτεία που απαγόρευσε τα αλκοολούχα ποτά, ακολουθούμενο και από άλλες πολιτείες του Νότου (Aaron & Musto, 1981).

Jean François Raffaëlli (1850-1924)
Jean François Raffaëlli (1850-1924)

Το 1917, τη χρονιά που η Αμερική μπήκε στον πόλεμο, μία πρόταση για γενίκευση της ποτοαπαγόρευσης τέθηκε προς ψήφιση στο κογκρέσο και ως το 1920 είχε επικυρωθεί και τεθεί σε ισχύ με τη μορφή της 18ης Τροποποίησης του Συντάγματος. (Aaron & Musto, 1981).

Η ποτοαπαγόρευση δεν ήταν φυσικά δυνατόν να εφαρμοστεί αποτελεσματικά. Κατ’ αρχάς η ίδια η τροποποίηση του συντάγματος απαγόρευε την παραγωγή, την εισαγωγή και την πώληση του αλκοόλ, αλλά όχι την κατανάλωσή του! Πολύς κόσμος άρχισε να συγκεντρώνει προμήθειες ποτών για την προσωπική του κατανάλωση κατά την διάρκεια του 1919 πριν τεθεί σε ισχύ ο νέος νόμος. Αναπτύχθηκε και ο «τουρισμός του αλκοόλ» προς τον Καναδά, το Μεξικό και τα νησιά της Καραϊβικής (Blue, 2004).

Την ποτοαπαγόρευση «αψήφησαν» και κάποιοι «άλλοι». Μέχρι το 1920, οι δραστηριότητες του οργανωμένου εγκλήματος περιορίζονταν στον τζόγο και τις κλοπές. Με την ποτοαπαγόρευση, η μαφία βρήκε καινούργιο και εξαιρετικά επικερδές πεδίο. Η μαύρη αγορά του αλκοόλ εξαπλώθηκε, άκμασε και οδήγησε σε βίαια επεισόδια, διαφθορά και χρηματισμό των αρχών και της αστυνομίας. Το αλκοόλ που εμπορευόταν η μαφία εισαγόταν λαθραία από γειτονικές χώρες ή παρασκευαζόταν παράνομα, συχνά με αιθανόλη που προοριζόταν για βιομηχανική χρήση. Όταν η κυβέρνηση διέταξε την προσθήκη δηλητηριωδών ουσιών στη βιομηχανική αιθανόλη, για να χτυπήσει την παραγωγή παράνομου αλκοόλ, το αποτέλεσμα ήταν περίπου 10.000 θάνατοι από δηλητηρίαση μέχρι την κατάργηση της ποτοαπαγόρευσης. Το οικονομικό κόστος της απαγόρευσης έφτανε τα 500 εκατομμύρια δολάρια ετησίως. Κι ακόμα, οι μισές ζυθοποιίες που έκλεισαν δεν ξανάνοιξαν ποτέ (Rumbarger, 1989). Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η δυσαρέσκεια μεγάλωνε διαρκώς στα κυριότερα αστικά κέντρα και η 18η Τροποποίηση αναιρέθηκε το 1933 με την ψήφιση της 21ης Τροποποίησης (Aaron & Musto, 1981).

 

Το αλκοόλ στο μέτωπο

Αυτό είστε. Αυτό είστε όλοι, είπε η δεσποινίς Στάιν.
Όλοι εσείς οι νέοι που υπηρετήσατε στον Πόλεμο.
Είστε μία χαμένη γενιά […].
Δεν σέβεστε τίποτα. Πίνετε μέχρι θανάτου.
Η Γερτρούδη Στάιν προς τον Έρνεστ Χέμινγκγουέι

Στη Γαλλία, παρά την απαγόρευση του αψεντιού, τα υπόλοιπα ποτά παρέμειναν εξαιρετικά δημοφιλή στην περίοδο του μεσοπολέμου. Για τη γαλλική «κουλτούρα του αλκοόλ», μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, ήταν τώρα η αποχή από το ποτό που δαιμονοποιήθηκε (Gately, 2009). Ακόμη και στη Γερμανία, μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, οπότε και το κράτος άρχισε να παρεμβαίνει έντονα σε κάθε στοιχείο της προσωπικής και της κοινωνικής ζωής, η κουλτούρα του αλκοόλ παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό ανέγγιχτη. Ο ίδιος ο Χίτλερ ανήγαγε σε αρετές τις ασκητικές του συνήθειες –την αποχή από το ποτό, το κάπνισμα και την χορτοφαγία. Ωστόσο δεν επιχείρησε να τις επιβάλει. Αντιθέτως, αναγνώριζε τον ρόλο της μπίρας στο τευτονικό ιδεώδες και προσπάθησε να τον εκμεταλλευτεί· η πρώτη του προσπάθεια να καταλάβει την εξουσία ξεκίνησε σε μπιραρία του Μονάχου. Επιπλέον, η παραγωγή μπίρας, κρασιού και σναπς ήταν σημαντική πηγή εσόδων για τη γερμανική οικονομία καθώς η βιομηχανία του αλκοόλ απασχολούσε πάνω από 100.000 εργαζόμενους και ήταν υπεύθυνη για το 9% του εθνικού εισοδήματος (Gately, 2009).

Στο μέτωπο
Στο μέτωπο

Το ναζιστικό καθεστώς αποδεχόταν τη χρήση, αλλά όχι την κατάχρηση του αλκοόλ. Η μέθη ήταν αντίθετη στην ιδεολογία του πνευματικά και σωματικά υγιούς Γερμανού που προσπαθούσαν να περάσουν οι ναζί. Επιπλέον, όποιος δεν κρινόταν πνευματικά και σωματικά υγιής θεωρούνταν ακατάλληλος να κάνει παιδιά και, στο πλαίσιο του νόμου για την «Πρόληψη Απογόνων με Κληρονομικές Ασθένειες», οι αλκοολικοί ήταν μέσα στη λίστα των «πασχόντων από σοβαρές κληρονομικές ασθένειες» που στέλνονταν για υποχρεωτική στείρωση. Οι λιγότερο σοβαρές περιπτώσεις στέλνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για την «επιμόρφωσή» τους. Εκεί κάθε ομάδα αποκλινόντων φορούσε ένα διαφορετικού χρώματος τρίγωνο στις στολές τους: ροζ για τους ομοφυλόφιλους, κόκκινο για τους πολιτικούς κρατούμενους, μοβ για τα μέλη θρησκευτικών αιρέσεων, μαύρο για τα κοινωνικά μη αποδεκτά στοιχεία, τα οποία περιλάμβαναν και τους αλκοολικούς (Lifton, 1986).

Αντίθετα, στη Βρετανία, ο Ουίνστον Τσόρτσιλ λάτρευε τα πούρα του και έπινε αλκοόλ πριν, μετά και κατά τη διάρκεια των γευμάτων, καθώς και στα διαστήματα ανάμεσά τους! Ωστόσο ο βρετανός πρωθυπουργός μεθούσε σπάνια και έτρεφε ιδιαίτερη περιφρόνηση για την κατάσταση της έντονης μέθης. Η βρετανική κυβέρνηση είχε ανάλογη προσέγγιση και θεωρούσε το αλκοόλ απολύτως απαραίτητο για το ηθικό των πολιτών και των στρατιωτών (Gately, 2009).

Όταν άρχισε η μαζική εξολόθρευση των Εβραίων, οι Ες-Ες που καλούνταν να επιτελέσουν το μακάβριο αυτό έργο κατέφευγαν στο αλκοόλ για να μπορούν να σκοτώνουν. Αντίστοιχα, οι λέσχες αξιωματικών στα στρατόπεδα εξόντωσης είχαν μεγάλες προμήθειες σαμπάνιας και κονιάκ που έπιναν οι αξιωματικοί και οι γιατροί όταν ήταν εκτός υπηρεσίας (Lifton, 1986).

Οι σοβιετικοί είχαν ξεπεράσει προ πολλού την ποτοαπαγόρευση των πρώτων χρόνων της επανάστασης των μπολσεβίκων και κατά τη διάρκεια του πολέμου εφοδίαζαν τους στρατιώτες τους με γενναιόδωρες ημερήσιες μερίδες βότκας για τη βελτίωση του ηθικού, δημιουργώντας μία «κουλτούρα αλκοολισμού» στον σοβιετικό στρατό. Συχνά οι στρατιώτες συμπλήρωναν την καθημερινή τους μερίδα βότκας με οποιαδήποτε άλλη μορφή αλκοόλ μπορούσαν να βρουν, συμπεριλαμβανομένων βιομηχανικών διαλυτών και αντιψυκτικού υγρού! Πολλοί πέθαναν ή τυφλώθηκαν πίνοντας τέτοια διαλύματα, ενώ υπήρχαν και πολλά περιστατικά αυτοτραυματισμών. Έως το 1944 που μπήκαν στο γερμανικό έδαφος, η πειθαρχία των σοβιετικών στρατιωτών είχε καταρρεύσει σημαντικά εξαιτίας του αλκοόλ (Gately, 2009). Δεν ήταν τυχαίο ότι οι Γερμανοί άφηναν τα αποθέματα αλκοόλ ανέπαφα υποχωρώντας! Όμως, η υπεροπλία των Σοβιετικών ήταν τόσο μεγάλη που ακόμη και η γενικευμένη μέθη δεν τους επιβάρυνε ιδιαίτερα. Αντιθέτως, ο άμαχος γερμανικός πληθυσμός, και ιδιαίτερα ο γυναικείος, υπέφερε τα μέγιστα στα χέρια των μεθυσμένων στρατιωτών (Beevor, 2007). Ο αυστριακός ψυχαναλυτής Βίλχελμ Ράιχ αποδίδει τους μαζικούς βιασμούς, που σημειώθηκαν τότε, στον πουριτανικό χαρακτήρα του σοβιετικού καθεστώτος που καταπίεζε τη σεξουαλική ελευθερία –όπως και όλες τις υπόλοιπες ελευθερίες– των υπηκόων του (Reich, 1974).

 

Η σύγχρονη δυτική κουλτούρα του αλκοόλ

Μ’ αρέσει να πίνω ένα Μαρτίνι,
Δύο το πολύ.
Μετά από τρία είμαι κάτω από το τραπέζι.
Μετά από τέσσερα κάτω από τον οικοδεσπότη.
Σατιρικό ποίημα της Dorothy Parker

Η Ευρώπη βγήκε από τον πόλεμο κατεστραμμένη και φυσικά οι διάσημες ζυθοποιίες, ποτοποιίες και αμπελώνες της δεν γλίτωσαν από τον γενικότερο χαμό. Αντιθέτως, στην Αμερική η παραγωγή αλκοόλ αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου και η κατά κεφαλήν κατανάλωση ανέβηκε κατά 50%. Η ενδυναμωμένη αμερικάνικη κουλτούρα του αλκοόλ προβλήθηκε και απλώθηκε στον υπόλοιπο κόσμο μέσω των ταινιών, των θεατρικών και των λογοτεχνικών έργων των δεκαετιών του 1930 και 1940 (Gately, 2009).

Παρισινό Μπιστρό – Alberto Giacometti (1901-1966)
Παρισινό Μπιστρό – Alberto Giacometti (1901-1966)

Το αλκοόλ συνδέθηκε με τις κοινωνικές αλλαγές που επήλθαν στον δυτικό κόσμο τα μεταπολεμικά χρόνια, ιδίως στις νέες γενιές. Οι έφηβοι είχαν πλέον μία άνευ προηγουμένου ελευθερία κίνησης και οικονομική άνεση και αρέσκονταν να ντύνονται κομψά και να χορεύουν τα νέα είδη μουσικής όπως το ροκ-εν-ρολ, που βασίστηκε στην κάουντρυ και το μπλουζ, είδη τα οποία αναγνώριζαν το αλκοόλ ως πηγή έμπνευσής τους. Οι νέοι αντιμετώπιζαν το κάπνισμα και το ποτό ως στοιχεία της μύησής τους στον κόσμο των ενηλίκων ενάντια στον οποίο επαναστατούσαν, αλλά ταυτόχρονα τον μιμούνταν (Gately, 2009).

Συγκριτικά, οι ευρωπαϊκές χώρες έμειναν πίσω μια που είχαν μπροστά τους το τεράστιο έργο της ανοικοδόμησης. Στη δεκαετία του 1950, η ζωή και οι συνήθειες των Γάλλων επανήλθαν στο φυσιολογικό και υπήρχε αφθονία κρασιού, η οποία όμως δεν οδήγησε σε επιδημίες αλκοολισμού. Στην Ιταλία του 1950, η Ντόλτσε Βίτα εξαπλωνόταν μέσα από τον ηδονισμό, το κυνήγι της διασημότητας και τα αυτοκίνητα. Η δημόσια μέθη έπαψε να αποτελεί ταμπού κι έγινε μόδα (Blue, 2004).

Στη Βρετανία δόθηκε επίσης έμφαση στην ανοικοδόμηση, με συνέπεια, μέχρι το 1950, η μπίρα και το ουίσκι να παρουσιάζουν περιστασιακές ελλείψεις. Οι βρετανικές μπιραρίες συνέχισαν να διατηρούν τους αυστηρούς περιορισμούς στα ωράρια λειτουργίας τους που επέβαλε το κράτος κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων για να βελτιώσει την αποδοτικότητα των εργατών. Έτσι, ο καθορισμός συγκεκριμένων ευκαιριών και ωρών που μπορούσαν να βρουν αλκοόλ οι Βρετανοί, οδήγησαν στη συνήθεια τους να «συμπυκνώνουν»» την κατανάλωση αλκοόλ σε μεγάλες ποσότητες και σε σύντομο χρονικό διάστημα, μία συνήθεια που πολύ πιθανόν να ευθύνεται για το σύγχρονο φαινόμενο του binge drinking (Plant & Plant, 2006 – Gately, 2009), που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως «επεισοδιακή κατανάλωση αλκοόλ». Πρόκειται για τη συνήθεια να καταναλώνει κανείς από τέσσερα και πάνω (για τις γυναίκες) ή από πέντε και πάνω (για τους άνδρες) ποτά μέσα σε χρονικό διάστημα περίπου δύο ωρών, αλλά στην ουσία ήταν η συνήθεια να πίνεις με σκοπό να μεθύσεις. Μεγάλο το τίμημα, με τραυματισμούς και θανάτους από πτώσεις, συμπλοκές και ατυχήματα με αυτοκίνητα και δίκυκλα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες τα τροχαία ατυχήματα από αλκοόλ αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου στους νέους 15-24 ετών (Atkinson et al., 2000 – Plant & Plant, 2006 – MacLachlan & Smyth, 2004). Το φαινόμενο του binge drinking προσελκύει την προσοχή των ΜΜΕ, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, καθώς κοστίζει περίπου 20 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως, αφού 17 εκατομμύρια εργάσιμες μέρες χάνονται λόγω ασθενειών σχετικών με το αλκοόλ ή υπερβολικής κατανάλωσης την προηγούμενη ημέρα. Το κράτος επιχειρεί να κατανοήσει αυτό το φαινόμενο και τα αίτιά του και να επιμορφώσει το κοινό για τους κινδύνους του (MacLachlan & Smyth, 2004).

 

Eπίλογος

Είδαμε πως η ανακάλυψη και η κατανάλωση του αλκοόλ ανάγονται στις απαρχές του ανθρώπινου πολιτισμού, ενώ η ανάπτυξη και η διάδοσή του τον συνόδευσε σε όλες τις φάσεις της εξέλιξής του. Σε πολλές περιπτώσεις, το αλκοόλ κάλυπτε συγκεκριμένες ανάγκες ή ακολουθούσε κάποιες κοινωνικο-οικονομικές περιόδους, φτάνοντας να επηρεάζει ακόμα και την πορεία της ιστορίας. Δεν θα ήταν, λοιπόν, υπερβολή να πούμε ότι η διερεύνηση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έπιναν (και τι ακριβώς έπιναν) οι άνθρωποι στο παρελθόν, επιτρέπει την διερεύνηση της ίδιας της κοινωνίας όπως αυτή εξελίχθηκε μέχρι σήμερα.

Βιβλιογραφία

Aaron P, Musto D (1981). Temperance and Prohibition in America: An Historical Overview. In: Moore, MH, Gerstein DR (eds). Alcohol and Public Policy: Beyond the Shadow of Prohibition. Washington, DC: National Academy Press.

Atkinson RL, Atkinson RC, Smith EE, Bem DJ, Nolen-Hoeksema S (2000). Hilgard’s introduction to psychology. Orlando, FL: Harcourt College Publishers.

Bancroft A (2009). Drugs, intoxication & society. Cambridge: Polity.

Barnaby C (1988). Absinthe: History in a Bottle. Chronicle Books.

Beevor A (2007). Berlin: the downfall 1945. London: Penguin Books.

Blue AD (2004). The complete book of spirits: a guide to their history, production, and enjoyment. London: Harper-Collins.

Burnett J (1999). Liquid Pleasures: A Social History of Drinks in Modern Britain. New York: Routledge.

Davis WC (2003). A taste for war: the culinary history of the Blue and the Gray. Mechanicsburg, PA: Stackpole Books.

Diamond J (1997). Guns, Germs, and Steel: The Fates of Human Societies. W.W. Norton & Company.

Dillon P (2004). Gin: The Much-Lamented Death of Madam Geneva. Boston: Justin, Charles and Co.

Durant W (1957). The reformation. New York: Simon and Schuster.

Eames AD (1995). Secret Life of Beer: Legends, Lore & Little-Known Facts. Pownat, VT: Storey Communications.

Ferguson N (1998). The pity of war 1914-1918. London: Penguin Books.

Frances RJ, Miller SI, Mack AH (Eds) (2005). Clinical textbook of addictive disorders. Oxford: The Guilford Press.

Gately I (2009). Drink: a cultural history of alcohol. Gotham Books.

Johnson H (2004). The story of wine. London: Mitchell Beazley.

Lifton RJ (1986). The Nazi Doctors: Medical killing and the psychology of genocide. London: Macmillan Books.

MacLachlan M, Smyth C (eds) (2004). Binge Drinking And Youth Culture. Liffey Press

McGovern PE (2003). Ancient Wine: The Search for the Origins of Viniculture. Princeton: Princeton University Press.

Musto DF (Ed) (2002). Drugs in America: a documentary history. New York: New York University Press.

Newman PB (2001). Daily life in the middle ages. Jefferson, NC: McFarland & Company.

Pack J (1982). Nelson’s Blood: The Story of Naval Rum. Naval Institute Press.

Peele S (1985) The meaning of addiction: an unconventional view. San Fransisco: Jossey-Bass Publishers.

Plant M, Plant M (2006). Binge Britain: alcohol and the national response. Oxford: Oxford University Press.

Reich W (1974). Listen, little man! New York: Farrar, Straus and Giroux.

Reynolds SM (1989). The biblical approach to alcohol. Princeton, NJ: Princeton University Press.

Roueché B (1963). Alcohol in Human Culture. in: Lucia, Salvatore P (Ed.) Alcohol and Civilization New York: McGraw-Hill.

Rumbarger JJ (1989). Profits, Power, and Prohibition: Alcohol Reform and the Industrializing of America, 1800–1930. New York: State University Press.

Scarre C (1995). The Penguin Historical Atlas of Ancient Rome. London: Penguin Books.

Schlesinger AM (1957). The colonial merchants and the American Revolution. Brassey’s, Washington.

Seltman CT (1957). Wine in the ancient world. London: Routledge & Keagan Paul.

Standage T (2006). A history of the world in six glasses. Atlantic Books.

Tannahill R (1973). Food in History. Stein and Day.

Taussig CW (1928). Rum, romance and rebellion. New York: Minton, Balch.

Tyler A (1986). Street drugs. London: Coronet Books.

Warner J (2002). Craze: Gin and Debauchery in an Age of Reason. Toronto: Random House.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.