Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Λίτσα Χαλκούση
Ψυχίατρος,
Επιστημονική Διευθύντρια
του Ελληνικού Κέντρου Ψυχικής Υγιεινής
και Ερευνών, Αθήνα

σύναψις 11 [2008 – τόμος 04]

H έννοια της χρονιότητας στην ιστορία της Ψυχιατρικής

      Οι έννοιες του χρόνου και της χρονιότητος έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για την κλινική εργασία με ψυχιατρικούς ασθενείς, όπου ο ψυχίατρος καλείται όχι μόνο να κατανοήσει και συχνά να προσπαθήσει να αισθανθεί αυτό που αισθάνονται οι ασθενείς του, αλλά και να διαχειρισθεί μια δύσκολη πραγματικότητα, με άλλα λόγια να παίξει τον ρόλο αυτού που ο Racamier ονόμασε «πρέσβη της πραγματικότητας» (ambassadeur de la réalité)· μιας πραγματικότητας που περιλαμβάνει όχι μόνο τον ασθενή και το ιδιαίτερο πρόβλημά του, αλλά και το περιβάλλον του (οικογενειακό και κοινωνικό), τις οργανωμένες δομές παροχής ψυχιατρικών υπηρεσιών, καθώς και τις παγιωμένες κοινωνικές αντιλήψεις σχετικά με την ψυχιατρική και την αθεράπευτη χρονιότητα της ψυχικής ασθένειας. Αυτές οι αντιλήψεις φαίνονται να βασίζονται σε ορισμένες αδιαμφισβήτητες θεωρητικές θέσεις της σύγχρονης ψυχιατρικής όπως εξελίχθηκε κυρίως κατά τον 19ο αιώνα.

      Σε άρθρο του με τίτλο « La chronicité dans la psychiatrie française moderne » (1972), ο Georges Lenteri-Laura παρατηρούσε: «ένα από τα αξιώματα της νεότερης αλλά και της σύγχρονης ψυχιατρικής είναι ότι η ψυχιατρική παθολογία αποτελεί μια κατ’ εξοχήν χρόνια παθολογία, και πως περισσότερο από ό,τι σε άλλες ιατρικές ειδικότητες, οι εν λόγω παθήσεις έχουν την τάση –κατά κάποιο τρόπο φυσική– να διαρκούν πάρα πολύ. Δικαίως ή αδίκως, πρόκειται για κοινή αντίληψη, η οποία περιλαμβάνει ταυτόχρονα τα κοινωνικά στερεότυπα που σχετίζονται με την ψυχιατρική, τις θεωρητικοποιήσεις αυτής της επιστήμης, καθώς και αποτελέσματα επιδημιολογικών ερευνών» [1].

      Στα κλασικά συγγράμματα ψυχιατρικής, για παράδειγμα το Manuel de Psychiatrie του H. Ey, La Psychiatrie Clinique του Guiraud, το Αmerican Hanbook of Psychiatry του Arieti, καθώς και άλλων συγγραφέων της αγγλοσαξονικής και γερμανικής παράδοσης (E. Bleuler, H.W. Gruhle, R. Juny, D. Henderson και R.D. Gillespie), η αναλογία σελίδων που αφιερώνονται στις οξείες παθολογίες σε σχέση με τις χρόνιες κυμαίνονται από 1 προς 5 έως 1 προς 13 ή 1 προς 14 [1]. Η κοινή γνώμη, επομένως, εναρμονίζεται με τις θεωρητικές αντιλήψεις των ειδικών για να αναγάγει την χρονιότητα σε κύριο χαρακτηριστικό της ψυχιατρικής.

Yδροθεραπεία (τέλη του 19ου αιώνα)
Yδροθεραπεία (τέλη του 19ου αιώνα)

      Χρονιότητα όμως σημαίνει έμμεσα το αθεράπευτο. Αυτό το σημαντικό στοιχείο, φορτισμένο με ένα πλέγμα προθέσεων και a priori βεβαιοτήτων, θεωρούμε ότι επηρεάζει καταλυτικά την θεραπευτική σχέση με τους ασθενείς. Ωστόσο, η προσπάθεια εννοιολογικής και επιστημολογικής κατανόησης της έννοιας της χρονιότητας, που θα επιχειρήσουμε, θα αναδείξει όλη της την πολυπλοκότητα.

      Πρόκειται, κατ’ αρχάς, για έννοια που απουσιάζει από τα κείμενα των συγγραφέων του πρώτου ημίσεως του 19ου αιώνα ή, τουλάχιστον, δεν παρουσιάζεται ως κυρίαρχη διάσταση της ψυχιατρικής παθολογίας. Στο έργο του Pinel, για παράδειγμα, το επίθετο χρόνιος χρησιμοποιείται μερικές φορές, αλλά ποτέ ως μόνιμος προσδιορισμός που θα χρησίμευε για να υποδηλώσει ένα ορισμένο νοσολογικό είδος, ενώ απουσιάζει από τους όρους που αποτελούν τη βάση της νοσογραφίας του: μανία, μελαγχολία, άνοια, ιδιωτεία. Η έννοια της χρονιότητας παραμένει ξένη προς τη σύλληψη του συνόλου των ψυχικών παθήσεων, διότι η ίδια η πάθηση μπορεί, κατά τη γνώμη του, να παρουσιάσει περιοδικές ή συνεχείς μορφές, αλλά ακόμη και στη δεύτερη περίπτωση δεν αναφέρεται σε χρονιότητα. Όταν αναφέρεται στην ιδιωτεία, για παράδειγμα, την περιγράφει ως μία κατάσταση, και όχι σε σχέση με μία μελλοντική εξέλιξη, παρατηρεί όμως ότι μπορεί να θεραπευθεί από τη μανία. Τίποτε δεν είναι προκαθορισμένο: Αυτό φαίνεται στον τρόπο που περιγράφει, για παράδειγμα, τη μανία: «Η μανία έχει επίσης ιδιαίτερα πρόδρομα σημεία, απότομη έκρηξη ή βαθμιαία εξέλιξη και διάφορες περιόδους βίας, υποχωρήσεως των συμπτωμάτων και αναρρώσεως, αν η πορεία της δεν αναστραφεί. Κατά συνέπεια, μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά μιας οξείας ασθένειας, αλλά μπορεί επίσης να παραταθεί αδιακρίτως ως χρόνια ασθένεια και να γίνει τότε συνεχής ή περιοδική» [2]. Και είναι εκπληκτικό για μας να διαπιστώνουμε ότι, παρά την απουσία οποιασδήποτε αποτελεσματικής – κατά τις σύγχρονες αντιλήψεις – θεραπείας, μιλά αρκετά συχνά για θεραπεία των ασθενών του.

      Παρόμοιες παρατηρήσεις μπορούμε να κάνουμε και για τους συγγραφείς της επόμενης γενιάς, όπως ο Esquirol που χρησιμοποιεί και αυτός πολύ λίγο τον όρο χρόνιος, ενώ τον αγνοεί εντελώς όταν καταρτίζει τους όρους κλειδιά της νοσογραφίας του: λυπομανία, μονομανία, μανία, άνοια, ανοησία ή ιδιωτεία. Στο νοσογραφικό του σύστημα, η αντίθεση οξέος-χρόνιου δεν εμφανίζεται ποτέ ως σημασιολογική τομή. Αυτό που χαρακτηρίζεται, είναι μία ορισμένη κατάσταση, ασχέτως εάν πρόκειται να έχει βραχεία ή μακρά εξέλιξη. Επιμένει και αυτός, όπως και ο Pinel, στη συχνότητα των ιάσεων, ιδιαίτερα χάρη στην επέλευση μιας «κρίσεως», η οποία συνιστά και την «κρίση» της αρρώστιας («jugement de la maladie») [3]. Οι ίδιες βασικές αντιλήψεις απαντούν στα έργα των περισσοτέρων συγγραφέων της περιόδου της Μοναρχίας του Ιουλίου.

      Όλοι δέχονται ότι η «τρέλα» (folie) μπορεί να μελετηθεί μέσα σε μεγάλα ιδρύματα προορισμένα μόνο για «φρενοβλαβείς». Όλοι είναι αισιόδοξοι, μιλούν συχνά για θεραπείες και ενδιαφέρονται για την εξέλιξη της ασθένειας, όχι για να διαχωρίσουν το οξύ από το χρόνιο, αλλά για να υπογραμμίσουν πόσο συχνά ένα σύνδρομο ακολουθείται από ένα άλλο στον ίδιο άρρωστο. Ο χρόνος δεν εμφανίζεται στα κείμενα αυτά ούτε ως ο απαισιόδοξος χρόνος των σπανίων ιάσεων, ούτε ως ο χρόνος της βραχείας περιόδου του χρόνιου περιστατικού, αλλά ως ο χρόνος όπου μία νοσηρή κατάσταση μπορεί να ολοκληρωθεί στη συνέχεια μιας άλλης, χωρίς να χαρακτηρίζει το είδος της προγνώσεως.

Ψυχροί καταιονισμοί (αρχές 19ου αιώνα)
Ψυχροί καταιονισμοί (αρχές 19ου αιώνα)

      Το βάρος της χρονιότητας εμφανίζεται τόσο στο λεξιλόγιο όσο και στις θεωρητικές αντιλήψεις κατά το τελευταίο τρίτο του 19ου αιώνα, παράλληλα με την επεξεργασία της έννοιας του «χρόνιου παραληρήματος» και την δημιουργία της θεωρίας του «εκφυλισμού». Οι όροι του «χρόνιου παραληρήματος με προοδευτική εξέλιξη» και στη συνέχεια του «χρόνιου παραληρήματος με συστηματική εξέλιξη» αντιπροσωπεύουν την εισαγωγή του επιθέτου χρόνιος στη νοσογραφία των ψυχικών παθήσεων και, από την άποψη αυτή, εισάγουν με πολύ σαφή τρόπο στο λεξιλόγιο της ψυχιατρικής την κυρίαρχη παρουσία της χρονιότητας.

      Η αποδοχή της διάστασης της χρονιότητας παίρνει οριστική μορφή με τον Magnan περί τα τέλη του 19ου αιώνα: η πρωτοτυπία του «χρόνιου παραληρήματος με συστηματική εξέλιξη» είναι ότι χαρακτηρίζεται από αθεράπευτη χρονιότητα, εφόσον περνάει από μία πρώτη φάση ανησυχίας σε μία δεύτερη, διωκτική φάση και σε μία τρίτη περίοδο μεγαλείου, για να καταλήξει σε μία τελευταία περίοδο διανοητικής εξασθένισης. Πρόκειται για την χρονιότητα αυτή καθαυτή. Επιπλέον, η εξέλιξη είναι προβλέψιμη ήδη από την πρώτη φάση. Ενώ ο ορισμός του παραληρήματος κατά τον Equirol δεν επέτρεπε καμία προγνωστική πρόβλεψη, τώρα ο ψυχίατρος μπορεί να προβλέψει ότι κάποιος άρρωστος ο οποίος παρουσιάζει ιδέες καταδιώξεως θα εξελιχθεί σε μεγαλομανή και στη συνέχεια σε ανοϊκό. Η διάγνωση επιτρέπει την γνώση του μέλλοντος_ ενός μέλλοντος χρόνιου και με ανοϊκή κατάληξη [1].

      Εάν όμως παραδεχθούμε ότι η γενιά του Esquirol παρατηρούσε τις ψυχικές ασθένειες το ίδιο καλά με την γενιά του Magnan και ότι η θεωρητικοποίηση των μεν ήταν το ίδιο ακριβής με εκείνη των δε, είμαστε υποχρεωμένοι να θέσουμε το ερώτημα: τι άλλαξε εν τω μεταξύ;

      Ο Lenteri-Laura απαντά στο ερώτημα αυτό διατυπώνοντας μία υπόθεση η οποία αποδεικνύεται πολύ γόνιμη: υποστηρίζει ότι αυτό που άλλαξε είναι οι συνθήκες παρατήρησης μέσα στα ιδρύματα που δημιουργήθηκαν αρχικά για να ακολουθήσουν μία θεραπευτική κατεύθυνση, αλλά στη συνέχεια έχασαν τη δυνατότητα αυτή. Πράγματι, η χρονιότητα ως θεωρητική έννοια δεν υπάρχει το 1838 κατά τη δημιουργία των ασύλων, ενώ εμφανίζεται στη φάση της πραγματικής εγκαταστάσεώς τους, την εποχή της Δεύτερης Αυτοκρατορίας και της Τρίτης Δημοκρατίας.

      Για τον Esquirol, το άσυλο έχει σαφή θεραπευτική κατεύθυνση. Στα κείμενά του εξηγεί για ποιο λόγο επιβάλλεται η απομόνωση του αρρώστου σε ειδικευμένο ίδρυμα, με στόχο όχι τον εγκλεισμό, αλλά τη θεραπεία και την επιστροφή στη φυσιολογική ζωή. Όλες οι κλινικές παρατηρήσεις που αναφέρει δείχνουν ότι, κατά την άποψή του, η τρέλα είναι μία παρένθεση που πρέπει να κλείσει και να μην αφήσει τίποτα πίσω της αφού κλείσει. Η πρότασή του για απομόνωση σημαίνει πως εκτιμά ότι η τρέλα συνδέεται, ως προς τα «ηθικά» της αίτια [τα μη σωματικά, κατά την ορολογία της εποχής], με την αστική ζωή, τις συνεχείς ανησυχίες, τις καθημερινές εντάσεις, καθώς και με την ιδέα ότι το περιβάλλον του ασθενούς, ακόμη και όταν είναι πολύ αφοσιωμένο, διαπράττει πλείστα λάθη. Επομένως, υποστηρίζει, δεν υπάρχουν πιθανότητες θεραπείας παρά μόνο αν αποφύγει ο ασθενής την καθημερινή ανανέωση των αιτίων της καταστάσεώς του [3]. Στόχος του λοιπόν είναι να δημιουργήσει τις βέλτιστες συνθήκες θεραπείας για τους «θεραπεύσιμους» αρρώστους και για ορισμένο χρονικό διάστημα, πράγμα που προκύπτει από τις πέντε προϋποθέσεις που θέτει για να γίνει δεκτός ένας ασθενής στο ίδρυμά του:

  • ο ασθενής δεν έχει προηγουμένως εισαχθεί σε άλλο ίδρυμα,
  • η ασθένειά του διαρκεί ένα χρόνο ή περισσότερο,
  • θα φύγει από το ίδρυμα αμέσως αν χαρακτηρισθεί αθεράπευτος,
  • δεν πάσχει από καμία μεταδοτική ασθένεια ή σύφιλη,
  • δεν μπορεί να μείνει περισσότερο από δύο χρόνια [3].

      Την αλλαγή αυτού του προσανατολισμού, που θα είναι σαρωτική ήδη από την δεκαετία του 1850, διαπιστώνουμε μελετώντας το έργο του Parchappe με τίτλο Γενικές αρχές για την ίδρυση και κατασκευή ασύλων για φρενοβλαβείς, όπου επιχειρείται η επίλυση του ακόλουθου προβλήματος: «Πρέπει, όπως υποστήριξε ο Esquirol, να επιλέξουμε την κατασκευή μικρών ιδρυμάτων (για 200 ασθενείς) και να στείλουμε τους αθεράπευτους σε άλλα ιδρύματα ή να αναμείξουμε τα δύο είδη;». Ο Parchappe απαντά στο ερώτημα προτείνοντας την ανάμειξη θεραπεύσιμων και αθεράπευτων, διότι, λέει, οι αθεράπευτοι, πειθαρχικοί, όσο το επιθυμεί κανείς, υποβοηθούν την επιβολή πάνω στους άλλους [4]. Είκοσι χρόνια αργότερα, συναντάμε το άσυλο οργανωμένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να κυβερνάται ένας πληθυσμός χρόνιων ασθενών.

      Στην αναφορά των Constans, Lunier και Dumesnil, βρισκόμαστε πολύ μακριά τόσο από τον αριθμό των 200 ασθενών που πρότεινε ο Esquirol, όσο και από τις θεραπευτικές του επιδιώξεις, εφόσον ο καθορισμός του μεγέθους των ασύλων δεν προκύπτει πλέον από συζητήσεις σχετικά με τη θεραπευτική τους αξία, αλλά από οικονομικούς καθαρά υπολογισμούς: «Δεν υπάρχει κανένα σοβαρό μειονέκτημα, τόσο από άποψη υγιεινής όσο και ιατρικών υπηρεσιών, στην αύξηση του πληθυσμού των ασύλων μέχρι 1200 ασθενείς, δεδομένου μάλιστα ότι τα μεγάλα άσυλα προσφέρονται περισσότερο για την οργάνωση χωριστών πτερύγων και παρουσιάζουν αδιαμφισβήτητα πλεονεκτήματα από την άποψη των οικονομικών υπηρεσιών, έτσι δε θα διστάσουμε να δηλώσουμε ότι μπορούμε να αυξήσουμε μέχρι 1200 τον πληθυσμό ενός ασύλου για τα δύο φύλα, το οποίο θα λειτουργεί εξ άλλου με καλές συνθήκες». [5]

      Στην ίδια αναφορά, όταν πρόκειται να ορισθεί ο αριθμός των γιατρών που χρειάζεται ένα τέτοιο ίδρυμα, προτείνεται ότι κάθε γιατρός μπορεί να έχει την ευθύνη 500 ασθενών κατά μέσον όρο, δεδομένου ότι μόνον το 10% – 12% κατά μέσον όρο, βρίσκεται υπό θεραπεία, ενώ οι υπόλοιποι αποτελούν τον πληθυσμό των χρονίων, για τους οποίους χρειάζεται απλώς να ρυθμίζεται η καθημερινή ζωή.

      Ο Lenteri-Laura αποδεικνύει στο άρθρο που αναφέραμε, ότι αυτά τα ιδρύματα δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν, λόγω του βασικού οικονομικού αναχρονισμού τους, παρά μόνο με την εκμετάλλευση μεγάλων εκτάσεων, με ένα ελάχιστα εξειδικευμένο, αλλά πολύ φθηνό, εργατικό δυναμικό και οπωσδήποτε άφθονο …λόγω της μακράς παραμονής. Η μακρά παραμονή ήταν εξασφαλισμένη, όχι τόσο βέβαια για τους κοινούς αρρώστους, οι οποίοι δεν μπορούσαν να μείνουν πάρα πολύ επειδή οι οικογένειές τους πλήρωναν τα νοσήλια, όσο για τους αρρώστους της περιοχής, οι οποίοι νοσηλεύονταν με έξοδα των νομαρχιών, ενώ η διάρκεια παραμονής τους καθοριζόταν από τον γιατρό διευθυντή του ιδρύματος.

      Όμως, η απομόνωση αυτών των ιδρυμάτων στην ύπαιθρο, ενώ αναπτύσσονταν οι πόλεις, η αγροτική, κυρίως λειτουργία τους, ενώ προχωρούσε η εκβιομηχάνιση, η χαμηλή τους παραγωγικότητα, ενώ η μέση παραγωγικότητα αυξανόταν, η χαμηλή εξειδίκευση μέσα σε έναν κόσμο που οργανωνόταν με βάση την εξειδίκευση της εργασίας, με άλλα λόγια ο φεουδαρχικός τους χαρακτήρας μέσα σε έναν κόσμο που άρχιζε να περνά στην καπιταλιστική ανάπτυξη, καθιστούσε στην πράξη αδύνατη την κοινωνική επανένταξη ενός ασθενούς του οποίου η κατάσταση είχε βελτιωθεί· πολύ περισσότερο μάλιστα που η κοινωνία γινόταν όλο και πιο απαιτητική, χάνοντας συνάμα κάθε ανοχή.

      Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι η έννοια της χρονιότητας στην ψυχιατρική γεννιέται μέσα σε ορισμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο και σε στενή σχέση με τις συνθήκες παρατήρησης που απορρέουν από αυτό. Εμφανίζεται «μέσα σε ένα είδος νοσοκομείων, προοδευτικό το 1938, αλλά καθυστερημένο το 1874, όπου κυρίως επιβάλλεται· τα νοσοκομειακά αυτά ιδρύματα δε μπορούν να επιβιώσουν, λόγω του αναχρονιστικού τους χαρακτήρα, παρά μόνο αν οι ασθενείς παραμένουν εκεί επί μακρόν. Ταυτόχρονα, η θεωρητική γνώση έρχεται να επιβεβαιώσει ότι η χρονιότητα αποτελεί ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ψυχιατρικής» [1]. Αυτή η αντίληψη συμβαδίζει με την εγκατάλειψη των θεραπευτικών φιλοδοξιών, οι οποίες εξ άλλου θα αποτελούσαν ουτοπία μέσα σ’ αυτόν τον τύπο των ιδρυμάτων, πράγμα το οποίο επίσης συνεισέφερε στην επιβεβαίωση της χρονιότητας ως φυσικού δεδομένου της ψυχικής ασθένειας.

      Μια παρατήρηση που επιβάλλεται εδώ, και στην οποία θα επανέλθουμε αργότερα, είναι ότι αυτά τα ιδρύματα, αφού απομακρύνονται ριζικά από το θεραπευτικό ιδεώδες, καταλήγουν να αναλαμβάνουν όχι πλέον την ασθένεια, αλλά ολόκληρη τη ζωή του αρρώστου, μέσα σε ένα ιεραρχικό, ακίνητο, άκαμπτο σύστημα, όπου η κάθε πλευρά βρίσκει μια αμφίβολη ισορροπία: ο ψυχωσικός με την καθημερινή στερεοτυπία και τον ψυχικό θάνατο και το ίδρυμα με την οικονομική και διοικητική του οντότητα.

      Πράγματι, η τελική έκπτωση, κατάληξη της αθεράπευτης χρονιότητας, μπορεί να μελετηθεί σήμερα υπό το φως των νέων δεδομένων που προκύπτουν από τη βασική έρευνα, ιδιαίτερα την ψυχαναλυτική, σχετικά με τη λειτουργία του εγώ. Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε καλύτερα όχι μόνο τις απαραίτητες συνθήκες για την λειτουργία του εγώ, αλλά και ορισμένα μέσα που μπορούν να παρεμποδίσουν τη λειτουργία του όπως τα ακόλουθα:

  • να στερείται το υποκείμενο τη δυνατότητα να κάνει επιλογές και την ανάγκη να δρα και να αναλαμβάνει ευθύνες,
  • να στερείται το υποκείμενο την απήχηση που μπορούν να έχουν οι πράξεις και τα συναισθήματά του,
  • να υποτιμώνται οι ιδεϊκές δραστηριότητες του υποκειμένου,
  • να τοποθετείται το υποκείμενο μπροστά σε άλυτες αντιφάσεις,
  • και, τέλος, με γενικό τρόπο να μην θεωρείται το υποκείμενο ως υποκείμενο [6].

      Αυτές οι διαδικασίες, που χαρακτηρίζονται ως «αντι-εγωικές», είναι αντίθετες προς τις βέλτιστες συνθήκες αυτόνομης λειτουργίας του εγώ και τις γνωρίζουμε σήμερα καλύτερα από την άμεση παρατήρηση, την παρατήρηση σε ειδικές συνθήκες, την πειραματική έρευνα, καθώς και με τη μελέτη των αντιδράσεων ατόμων που είχαν φυλακισθεί, εγκλεισθεί σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως ή είχαν, για πειραματικούς λόγους, στερηθεί τα αισθητηριακά ερεθίσματα: στα τελευταία άτομα ιδιαίτερα, παρατηρήθηκαν φαινόμενα αποδιοργανώσεως της συνολικής λειτουργίας του εγώ. Όμως, κατά τον Racamier, «οι μόνοι χώροι όπου μπορεί να συναντήσει κανείς ταυτόχρονα το σύνολο αυτών των αντι-εγωικών διαδικασιών είναι … ορισμένοι ψυχιατρικοί χώροι» [7].

      Πράγματι, μέσα στους τεράστιους κοινούς χώρους των ασύλων, μέσα στην απόλυτη ομοιομορφία και την καθημερινή στερεοτυπία, όπου οι άρρωστοι στερούνταν κάθε ικανοποίηση συναισθηματικών αναγκών και κοινωνικών επαφών, ζώντας μέσα σε συνθήκες ένδειας αισθητικο-αισθητηριακών ερεθισμάτων και υποτιμήσεως των ιδεϊκών παραγωγών τους, τελικά έφθαναν στην κατάσταση απόσυρσης, αδράνειας και απάθειας που αποτελούσε το τελικό στάδιο της ψυχιατρικής χρονιότητας.

      Αυτή η εξέλιξη ολοκληρωνόταν εντελώς φυσικά για τους έγκλειστους ψυχωσικούς, οι οποίοι έβρισκαν στη δομή του ασύλου τη βασιλική οδό προς τη συστηματοποίηση του παραληρήματός τους για να καταλήξουν στο στάδιο της φαινομενικής ομοιομορφίας της ασυλικής παθολογίας: «Οι γιατροί […], έγραφε ο Falret το 1860, οι οποίοι έχουν δει μεγάλο αριθμό φρενοβλαβών και έχουν ζήσει ανάμεσά τους, […] παρατηρούν τόση μεγάλη ομοιομορφία μεταξύ των ασθενών, ώστε καταλήγουν να μην διακρίνουν σχεδόν καθόλου τις διαφορές που τους χωρίζουν» [8].

Ληθαργική αντίδραση στο φως (κλινική του Charcot)
Ληθαργική αντίδραση στο φως (κλινική του Charcot)

      Αντίθετα σήμερα, είμαστε σε θέση να διαπιστώνουμε όχι μόνο την εξαφάνιση των τελικών μορφών της «πρώιμης άνοιας» και του «χρονίου παραληρήματος με συστηματική εξέλιξη», αλλά και σημαντικές αλλαγές των κλασικών ψυχοπαθολογικών μορφών. Έτσι, ο Ginestet σημειώνει το 1977: «Η ύφεση των κατατονικών μορφών έχει παρατηρηθεί από τον Achte ήδη από το 1955. Το 1933 οι κατατονικοί αποτελούσαν το 37% των εισαγωγών για σχιζοφρένεια, ενώ το 1955 μόνο το 11%. Το ποσοστό αυτό είναι το ίδιο με αυτό που είχε καταμετρήσει το 1955 ο H. Ey (11%). Στο ψυχιατρικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου των Βερσαλλιών, είχαμε το 1960 5% και το 1975 2,5%. Η κλινική εικόνα της κατατονίας με αρνητισμό και αλλοίωση της γενικής κατάστασης αποτελεί πλέον την εξαίρεση, αν και εξακολουθεί να υπάρχει. Ο Boucharlat μας το υπενθύμιζε το 1974: σε δύο χρόνια είχε παρατηρήσει πέντε περιπτώσεις οξείας κατατονίας» [9]. Ο συγγραφέας επιμένει επίσης στον μεγαλύτερο αριθμό ασυμπτωματικών μορφών, στον πολλαπλασιασμό των δυσθυμικών τύπων σχιζοφρένειας και εξαίρει τη σημασία της πρώιμης διάγνωσης και «τον αδιαμφισβήτητο ρόλο της χημειοθεραπείας».

      Οι αλλαγές είναι ακόμη πιο φανερές όσον αφορά το περιεχόμενο ορισμένων παραληρημάτων: Ο Daumezon παρατηρούσε το 1969: «Η εμπειρία μιας ολόκληρης γενιάς, χαρισματικής είναι αλήθεια, επιτρέπει την ανασκευή ορισμένων από τις πεποιθήσεις της: έτσι, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι οι μορφές της ερωτομανίας, του διεκδικητικού παραληρήματος και της ζηλοτυπίας που περιέγραψε ο de Clerambault μέσα στο πλαίσιο των παρανοϊκών ψυχώσεων, ενώ ήταν πολύ συχνές πριν 35 χρόνια, είναι σήμερα πολύ σπάνιες και ακόμη τις συναντάμε σε άτομα τα οποία κατά κανόνα υιοθετούν την κλίμακα αξιών της τότε κοινωνίας […]. Μπορούμε, λοιπόν, να διαπιστώσουμε όχι μόνο την εξαφάνιση μιας νοσογραφικής οντότητας, αλλά και την απόδειξη του κοινωνικού καθορισμού μιας παθολογικής συμπεριφοράς» [10].

      Οι μεγάλες αυτές αλλαγές στις κλινικές εικόνες θα αρχίσουν να αποτυπώνονται και στις θεωρητικές αντιλήψεις κατά το δεύτερο ήμισυ του 20ου αιώνα. Αρκετοί συγγραφείς, υπό το φως των νέων δεδομένων επιχειρούν να τροποποιήσουν τον ορισμό της χρονιότητας, συνδέοντάς την όχι μόνο με την ψυχιατρική παθολογία, αλλά και με άλλους παράγοντες, όπως το περιβάλλον και την ποιότητα της θεραπευτικής πρακτικής.

      Για παράδειγμα, οι M. Burner και P.B. Schneider, λαμβάνοντας υπ’ όψιν διαφορετικά κριτήρια, τα οποία αναδεικνύονται μέσω της πρακτικής τους στην πανεπιστημιακή ψυχιατρική κλινική της Λωζάνης, προτείνουν τη συμπλήρωση του κλασικού ορισμού του όρου χρόνιος: «Λέγεται για ασθένειες οι οποίες εξελίσσονται αργά και παρατείνονται, απαιτώντας υποστηρικτική προσπάθεια από τον γιατρό και για τις οποίες η ιατρική ευθύνη της νοσοκομειακής ή εξωνοσοκομειακής θεραπείας οφείλει να υπακούει σε ένα θεμελιώδη νόμο ενότητας ή συνέχειας» [11]. Η Quemada, επιδημιολόγος του INSERM, έχει χρησιμοποιήσει τον εξής ορισμό: «Η χρονιότητα στην ψυχιατρική καλύπτει την έννοια της παραμονής του ασθενούς σε ένα θεραπευτικό χώρο για χρονικό διάστημα που ξεπερνά την “βέλτιστη” διάρκεια παραμονής και φαίνεται ατελείωτο». Και συνεχίζει: «Αν δεχθούμε αυτόν τον ορισμό, (η χρονιότητα) εξαρτάται ταυτόχρονα από την ασθένεια, από την ποιότητα των θεραπευτικών φροντίδων, από τον ίδιο τον ασθενή και από το περιβάλλον του, με την ευρύτερη έννοια του όρου» [12].

      Είναι, νομίζω, σαφές ότι η έννοια της χρονιότητας στην ψυχιατρική γεννήθηκε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο, εξυπηρετώντας δύο σκοπιμότητες: αφ’ ενός την οικονομική επιβίωση των ασύλων, και αφ’ ετέρου την εγγύηση της επιστημονικότητας της ψυχιατρικής με την μηχανιστική μεταφορά της αρχής της αιτιοκρατίας που επικρατούσε τότε στις φυσικές επιστήμες (η πρόβλεψη της εξέλιξης του παραληρήματος σε αντιστοιχία με την πρόβλεψη της εξέλιξης ενός φυσικού φαινομένου).

      Παρά την ανατροπή και των δύο αυτών συνθηκών, η έννοια της χρονιότητας εξακολουθεί να κυριαρχεί ως φυσικό δεδομένο των ψυχικών παθήσεων. Θα αποτολμήσω εδώ την υπόθεση ότι ίσως γι’ αυτό, σε αντίθεση με άλλες έννοιες για τις οποίες έχουν χυθεί ποταμοί μελάνης, ο χρόνος και η χρονικότητα των ψυχικά ασθενών δεν έχει μελετηθεί επαρκώς από την ψυχιατρική, αλλά ούτε από την ψυχανάλυση – όπως αναφέρει και ο Νίκος Γκουγκουλής στο εξαίρετο άρθρο του που δημοσιεύτηκε σε τούτο δω το περιοδικό [13]. Ίσως, όμως, δεν πρέπει να μας εκπλήσσει η διαπίστωση αυτή: είναι πλέον γνωστό ότι μία ιδεολογική θέση – και στάση – μπορεί να διατηρηθεί για πολύ και μετά την ανατροπή της πραγματικότητας που την υποστηρίζει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  1. Lanteri-Laura G. La chronicité dans la psychiatrie française moderne. Annales, 1972….
  2. Pinel Ph. Traité médico-philosophique sur l’aliénation mentale, Paris, A. Brosson, 2e éd. 1809.
  3. Esquirol E. Des maladies mentales considérées sous les rapports médical, hygiénique et médico-légal, Paris, J. B. Baillère, 1re éd. 1838.
  4. Parchappe M. Des principes à suivre dans la fondation et la construction des asiles d’aliénés, Paris, Masson, 1851.
  5. Constans, Lunier & Dumesnil. Rapport sur le service des aliénés en 1874, 2 vol. Paris, Imp. Nationale, Analectes.
  6. Racamier PC. Soin institutionnel des psychotiques: nature et fonction, L’Information Psychiatrique 1970, 46, 8.
  7. Racamier PC. De la psychanalyse en psychiatrie, Paris, 1979, Payot.
  8. Αναφέρεται από τον Trémine T. Chronicités nouvelles: «les usagés». L’Information Psychiatrique 1981, 57, 10.
  9. Ginestet D. Modifications de la sémiologie et de l’évolution des psychoses schizophréniques. Congrès mondial de la psychiatrie, Honolulu, 1977.
  10. Daumezon G. Introduction στο J. Hochmann Pour une psychiatrie communautaire Seuil 1971.
  11. Burner & Schneider. Critères de chronicisation chez les patients suivis ambulatoirement à la polyclinique psychiatrique universitaire de Lausanne. Στο P. Aboulker, L. Chertok & M. Sapir (éds) Psychosomatique et chronicité, Paris, Maloine, 1964.
  12. Quemada N. Les nouvelles formes de la chronicité en psychiatrie. Approche épidémiologique de son évolution», UER Exp. de Bobigny Cahier No 29.
  13. Γκουγκουλής N. Χρονικότητα, αχρονικότητα και αιωνιότητα στους ιδρυματοποιημένους ψυχωτικούς ασθενείς. Σύναψις, 2008, 8, 36-47.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.