Γιώργος Κωνσταντακόπουλος
Ψυχίατρος – Επιστημονικός Συνεργάτης στο
Κέντρο Κοινοτικής Ψυχικής Υγείας Βύρωνα – Καισαριανής –
Α’ Ψυχιατρική Κλινική ΕΚΠΑ,
Αιγινήτειο Νοσοκομείο
σύναψις 11 [2008 – τόμος 04]
Εισαγωγή
Το υποκειμενικό βίωμα του χρόνου αποτελεί μία βασική συνιστώσα της ανθρώπινης συνείδησης και κατά συνέπεια υπήρξε κεντρικό αντικείμενο μελέτης όλων των επιστημών που διερευνούν τη συνείδηση. Είναι, ωστόσο, κοινός τόπος ότι ο χρόνος δεν καταλαμβάνει κάποια ιδιαίτερη «θέση» εντός της συνείδησης ώστε η «συνείδηση του χρόνου» να συνιστά μία ξεχωριστή ψυχολογική κατηγορία, αλλά το βίωμα του χρόνου είναι μία διεργασία υποκείμενη της συνείδησης ως να «υπάρχουμε μέσα σε ένα αόρατο δίχτυ χρόνου».1
Η μελέτη της συνείδησης του χρόνου (time consciousness) και των διαταραχών της, στο πλαίσιο της φιλοσοφίας, της ψυχιατρικής και της γνωστικής νευροεπιστήμης, έδιναν μέχρι σήμερα την εικόνα παράλληλων και, συνεπώς, χωρίς μεταξύ τους σημεία τομής επιστημονικών προσεγγίσεων. Ιδιαίτερα στην ψυχιατρική, η διερεύνηση του βιώματος του χρόνου και των διαταραχών του εμφανώς υπολείπεται της μελέτης άλλων ψυχολογικών λειτουργιών και ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι διαταραχές της αντίληψης του χρόνου εμφανίζονται σε μια πλειάδα ψυχικών διαταραχών, όπως οι συναισθηματικές διαταραχές, οι μετατραυματικές διαταραχές και η σχιζοφρένεια.
Θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε μία ενδιαφέρουσα σύγκλιση της φαινομενολογικής ανάλυσης και της σύγχρονης νευροεπιστημονικής έρευνας στο ζήτημα της συνείδησης του χρόνου μέσω μίας σύντομης αναφοράς στο έργο των E. Husserl και J. Fuster αντίστοιχα. Το ενδιαφέρον της εν λόγω σύγκλισης δεν περιορίζεται στο γεγονός ότι αποτελεί ένα παράδειγμα διεπιστημονικής προσέγγισης στο συγκεκριμένο κοινό πεδίο μελέτης αλλά επεκτείνεται στην χρησιμότητά της για την έρευνα πάνω στο παθοφυσιολογικό υπόβαθρο της σχιζοφρένειας. Μέσα από μία σύντομη ανασκόπηση των μελετών που αφορούν τις διαταραχές της αντίληψης του χρόνου στην σχιζοφρένεια, στοχεύουμε στην ανάδειξη της σημασίας που έχει η θεωρητική προσέγγιση της συνείδησης του χρόνου για την περαιτέρω διερεύνηση της παθοφυσιολογίας της νόσου.
Η φαινομενολογική ανάλυση της συνείδησης του χρόνου από τον Edmund Husserl

Η φαινομενολογία έχει επηρεάσει έντονα – περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φιλοσοφική παράδοση – τη σύγχρονη φιλοσοφία στο ζήτημα της συνείδησης του χρόνου. Ο Edmund Husserl θεμελίωσε τη φαινομενολογική ανάλυση της συνείδησης του χρόνου στο έργο του Διαλέξεις επί της φαινομενολογίας της συνείδησης του εσωτερικού χρόνου (Vorlesungen zur Phänomenologie des inneren Zeitbewusstseins).2 Η έννοια της συνείδησης του χρόνου, στον Husserl, έρχεται σε ευθεία ρήξη με τη δυαδική προσέγγιση του χρόνου, κατά την οποία τα χρονικά σημεία είναι διακριτά τοποθετημένα σε μία αλληλουχία σχέσεων προηγούμενου -επόμενου. Σύμφωνα με τη δυαδική προσέγγιση, η συνείδηση έχει κάθε στιγμή ένα παρόν διακριτό από το παρελθόν της και από το μέλλον της, όπως ακριβώς ένα ρολόι δείχνει κάθε στιγμή ένα διαφορετικό χρονικό σημείο που έπεται ενός άλλου και προηγείται ενός τρίτου χρονικού σημείου. Άλλοι, πριν από τον Husserl, μεταξύ των οποίων ο William James,3 είχαν αμφισβητήσει την αναγωγή του υποκειμενικού στον αντικειμενικό (ωρολογιακό) χρόνο. Ο Husserl διερευνά περαιτέρω την χρονική συνιστώσα της συνείδησης, επιχειρώντας να περιγράψει την ανάδυση του συνεχούς της αντιληπτικής εμπειρίας που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την έννοια της στιγμιαίας συνείδησης.
Το πλέον πρόσφορο παράδειγμα για να γίνει κατανοητή η ανάλυση του Husserl είναι αυτό της μελωδίας. Επισημαίνει την ουσιώδη διαφορά της αντιληπτικής πρόσληψης μίας νότας από την πρόσληψη από τη συνείδηση της μελωδίας στην οποία αυτή η νότα καταλαμβάνει μία θέση. Στο παράδειγμα της εικόνας 1, η χουσσερλιανή ανάλυση υποστηρίζει ότι το πρώτο fa είναι ουσιωδώς διαφορετικό από το δεύτερο fa, ακριβώς επειδή το δεύτερο fa προσλαμβάνεται από τη συνείδησή μας ύστερα από το mi και πριν από το sol. Αν κάθε μία νότα προσλαμβάνονταν ως ένα στιγμιαίο παρόν από τη συνείδηση, θα ήταν αδύνατος ο σχηματισμός μίας μελωδίας. Αντίθετα, ακριβώς την στιγμή που ακούμε το δεύτερο fa του παραδείγματός μας διατηρούμε στη συνείδησή μας το μόλις ακουσμένο mi, ενώ παράλληλα υπάρχει η αναμονή ενός άλλου μουσικού φθόγγου που έπεται του fa.

Αντιστοίχως, διατηρούμε το αντιληπτικό βίωμα των τόνων που ακούσαμε στο τέλος αυτού του μέτρου, συγκεκριμένα του πρώτου μέτρου της «Ωδής στη χαρά», ενώ προσλαμβάνουμε νέους τόνους με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Το αποτέλεσμα είναι η σύλληψη από τη συνείδησή μας της μελωδίας όχι μόνο ως συνεχούς αλλά ως μίας ακουστικής gestalt.
Με βάση το παραπάνω παράδειγμα γίνεται φανερό ότι η συνείδηση του χρόνου, σύμφωνα με τον Husserl, προκύπτει από τρεις υποκειμενικές ενέργειες: μία με κατεύθυνση στο παρόν, την οποία ονομάζει παρουσίαση (presentation), μία με κατεύθυνση στο παρελθόν, την οποία ονομάζει συγκράτηση (reten-sion) και μία με κατεύθυνση στο μέλλον, την οποία ονομάζει πρόταξη (pretension). Κάθε αντικείμενο που συλλαμβάνεται από την αντίληψή μας υπάρχει μέσα σε ένα χρονικό πλαίσιο ή αλλιώς η χρονική συνιστώσα ενυπάρχει στο βίωμα του αντικειμένου μέσω των παραπάνω ενεργειών. Σε μία σχηματική αναπαράσταση αυτής της θεώρησης στην εικόνα 2, παρατηρούμε ότι το βίωμα κάθε «παρόντος», π.χ. Α, B, C, D, συνοδεύεται από τα τρία βέλη προς διαφορετικές κατευθύνσεις στον χρόνο, τα οποία αναπαριστούν αντιστοίχως την παρουσίαση (PI), τη συγκράτηση (R) και την πρόταξη (P). Η πρόσληψη ενός χρονικού σημείου, για παράδειγμα του C, ως «παρόντος» δεν προκύπτει από ένα, αλλά και από τα τρία βέλη, με άλλα λόγια εμπεριέχει το βίωμα του παρόντος C, εμπεριέχει το βίωμα του B ως μόλις περασμένου και του D ως αμέσως επόμενου.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τη χουσσερλιανή έννοια της συνείδησης του χρόνου, ο βιωματικός χρόνος είναι τριμερής, εφόσον εμπεριέχει ταυτόχρονα τρεις περιοχές, το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον μέσω των αντίστοιχων ενεργειών της συνείδησης – παρουσίασης, συγκράτησης και πρόταξης. Το ίδιο όμως το βίωμα του χρόνου δεν είναι συνειδητό per se, αφού προκύπτει από την παθητική σύνθεση των παραπάνω ενεργειών της συνείδησης. Με αυτό τον τρόπο, αφενός ο χρόνος δεν είναι διακριτή – παρότι εγγενής – ιδιότητα των βιωμάτων μας, αφετέρου η συνείδηση του χρόνου δεν μπορεί να μελετηθεί ξεχωριστά από την καθολική συνείδηση, ως επιμέρους περιοχή της.

Η χρονική οργάνωση της συμπεριφοράς στην «προμετωπιαία θεωρία» του Joaquin Fuster
Συνοψίζοντας τα δεδομένα από νευροβιολογικές μελέτες ετών, καθώς και άλλες μελέτες (νευροψυχολογικές, νευροαπεικονιστικές κ.λπ.), με επικέντρωση στη λειτουργία του προμετωπιαίου φλοιού (ΠΜΦ), ο Joaquin Fuster διατύπωσε μία θεωρία για τους νευρωνικούς μηχανισμούς λειτουργίας του ΠΜΦ στο έργο του O προμετωπιαίος φλοιός. Ανατομία, φυσιολογία και νευροψυχολογία του μετωπιαίου λοβού (The Prefrontal Cortex. Anatomy, Physiology and Neuropsychology of the Frontal Lobe).4 Από την «προμετωπιαία θεωρία» του Fuster υποστηρίζονται για τη λειτουργία του ΠΜΦ τα εξής:
Ο Fuster επισημαίνει ότι, κατά τη φυλογενετική εξέλιξη, ο ΠΜΦ αναπτύσσεται διαρκώς όσο ανεβαίνουμε την κλίμακα των θηλαστικών προς το ανθρώπινο είδος, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνει στον άνθρωπο μεγαλύτερο μέρος του εγκεφάλου από κάθε άλλο βιολογικό είδος (βλ. εικόνα 3). Θεωρεί ότι η εξελικτική αυτή ανατομική ανάπτυξη του ΠΜΦ συνδέεται με την ειδική συμβολή του στην εγκεφαλική λειτουργία και συγκεκριμένα με τη θέση που αυτός καταλαμβάνει στην ιεραρχία των περιοχών του εγκεφαλικού φλοιού. Κατά τον Fuster, ο φλοιός είναι οργανωμένος ιεραρχικά προκειμένου να ανταποκρίνεται στις ποικίλες ανάγκες που προκύπτουν στον κύκλο αντίληψης – δράσης μέσα από τον οποίο αλληλεπιδρά ο ανθρώπινος οργανισμός με το περιβάλλον. Όπως φαίνεται στην εικόνα 4, τόσο ο αντιληπτικός όσο και ο κινητικός φλοιός ανταποκρίνονται δυναμικά στο πλαίσιο αυτής της αλληλεπίδρασης, οργανωμένοι σε διαφορετικά επίπεδα, τα οποία επικοινωνούν κατ’ αντιστοιχία μεταξύ τους μέσω συγκεκριμένων συνειρμικών περιοχών, καθώς και με υποφλοιώδεις δομές. Μέσα από αυτές τις δυναμικές συνδέσεις καλύπτονται ανάγκες για δράση από κατώτερα επίπεδα (π.χ. πρωτογενής αισθητικός – πρωτογενής κινητικός φλοιός) ή από ανώτερα επίπεδα. Στο υψηλότερο σκαλοπάτι αυτής της οργάνωσης βρίσκεται ο ΠΜΦ γιατί καλύπτει τις ανάγκες για την πλέον σύνθετη δράση, αυτήν που απαιτεί συνυπολογισμό πληθώρας αντιληπτικών δεδομένων και οργάνωση πολύπλοκης συμπεριφορικής απάντησης.

Ο ρόλος του ΠΜΦ στη συμπεριφορά και τη νόηση μπορεί να αναλυθεί, σύμφωνα με τον Fuster,4, 5 στις παρακάτω βασικές λειτουργίες που επιτελεί:

Οι παραπάνω λειτουργίες του ΠΜΦ εμπλέκονται στην οργάνωση πρωτότυπων και σύνθετων δράσεων, σε αντίθεση με τις αυτοματοποιημένες δραστηριότητες, οι οποίες δεν απαιτούν την εμπλοκή του ΠΜΦ όσο πολύπλοκες και αν είναι σε κινητικό επίπεδο. Στις αυτοματοποιημένες δράσεις, οι πράξεις που τις συνιστούν διαδέχονται η μία την άλλη κατά τρόπο τυφλό, όπως απεικονίζει το σχήμα [α] της εικόνας 5. Αυτές οι δράσεις προκύπτουν από την αλληλεπίδραση κατώτερων επιπέδων του αντιληπτικού και κινητικού φλοιού, τα οποία παράλληλα διατηρούν και τη μνήμη αυτών των δράσεων, όταν έχουν πλέον αυτοματοποιηθεί. Αντίθετα, δράσεις πρωτότυπες και σύνθετες στην εκτέλεσή τους απαιτούν την εμπλοκή του ΠΜΦ. Σ’ αυτές, η αλληλουχία των πράξεων, που απεικονίζει το σχήμα [β] της εικόνας 5, απαιτεί εντονότερη συνειδητή δραστηριότητα, εφόσον σε κάθε πράξη (a1, a2 κ.ο.κ.) πρέπει να επανεκτιμώνται τα βήματα που προηγήθηκαν από τον αρχικό σχεδιασμό της δράσης μέχρι το παρόν και αυτά που απαιτούνται ακόμα για την επίτευξη του τελικού στόχου υπό το φως της όποιας μεταβολής των δεδομένων προκλήθηκε εντωμεταξύ είτε από τυχαίους παράγοντες είτε από την ίδια την δράση. Οι λειτουργίες του ΠΜΦ που προαναφέρθηκαν εξυπηρετούν αυτόν τον σκοπό. Ο έλεγχος παρεμβολών εξασφαλίζει τη νοητική δραστηριότητα πάνω στην παρούσα δράση, προκειμένου να αποφασιστεί η επόμενη πράξη στην αλληλουχία. Η μνήμη εργασίας παρέχει τις πληροφορίες για το αρχικό σχέδιο, τις προηγούμενες πράξεις και τις αλλαγές δεδομένων. Η προπαρασκευαστική διάταξη παρέχει πληροφορίες για τις πιθανές επιλογές μελλοντικών πράξεων. Μ’ αυτόν τον τρόπο, η σύνθετη συμπεριφορά προκύπτει μέσα από τη συνειδητή οργάνωση μίας αλληλουχίας πράξεων, η οποία με τη σειρά της απαιτεί την, ανά πάσα στιγμή, συνύπαρξη στη συνείδηση των τριών χρονικών συνιστωσών (παρόντος, παρελθόντος και μέλλοντος) μέσω των αντίστοιχων ψυχικών λειτουργιών (ελέγχου παρεμβολών, μνήμης εργασίας και προπαρασκευαστικής διάταξης) που εδράζονται στον ΠΜΦ. Η χρονική οργάνωση της συμπεριφοράς, που είναι το κυρίως έργο του ΠΜΦ, αποτελεί και τη διεργασία μέσα από την οποία η συνείδηση «γνωρίζει» τον χρόνο, εφόσον μέσα από αυτήν προκύπτει το βίωμα της χρονικής αλληλουχίας των ίδιων των βιωμάτων.
Δράσεις που αρχικά απαιτούσαν μία συνειδητή οργάνωση για να εκτελεστούν, μπορεί αργότερα με την επανάληψη να αυτοματοποιηθούν, όπως, για παράδειγμα, το ποδήλατο. Σε αυτήν την περίπτωση, μειώνεται η συμμετοχή του ΠΜΦ στην εκτέλεση των πράξεων και η μνήμη των πράξεων αναδύεται από φλοιώδεις περιοχές σε ιεραρχικά κατώτερα επίπεδα. Είναι ωστόσο σαφές ότι ο ποδηλάτης βιώνει τον χρόνο που διαρκεί μία βόλτα από το τοπίο, την επιλογή διαδρομής ή άλλα γεγονότα και όχι από τις κινήσεις των ποδιών στο πεντάλ.
Από τα παραπάνω διαφαίνονται οι συγκλίσεις μεταξύ της χουσσερλιανής ανάλυσης και της θεωρίας του Fuster για τη συνείδηση του χρόνου. Τα κοινά σημεία των δύο προσεγγίσεων μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Και οι δύο προσεγγίσεις δεν αναγνωρίζουν μία ιδιαίτερη ψυχολογική λειτουργία από την οποία να προκύπτει η συνείδηση του χρόνου. Το βίωμα του χρόνου είναι εγγενές συστατικό όλων των βιωμάτων και προκύπτει με μη συνειδητό τρόπο είτε από την αυτόματη λειτουργία νευρωνικών δικτύων στη θεωρία του Fuster είτε από την «παθητική σύνθεση» σύμφωνα με τον Husserl.

Διαταραχή της αντίληψης του χρόνου στη σχιζοφρένεια: τα ερευνητικά δεδομένα
Παρόλο που το ζήτημα του βιώματος του χρόνου αναδείχθηκε ήδη από τη δεκαετία του 1950, στην ψυχοπαθολογική διερεύνηση της σχιζοφρένειας ουδέποτε αποτέλεσε κεντρικό πεδίο της κλινικής ή της νευροψυχολογικής έρευνας. Είναι, ωστόσο, αξιοσημείωτο ότι, παρά τον σχετικά μικρό αριθμό και τις διαφορές στη μεθοδολογία των σχετικών μελετών, τα συμπεράσματά τους συμπίπτουν σε πολύ μεγάλο βαθμό.
Οι πρώτες μελέτες που αφορούν την αντίληψη του χρόνου στη σχιζοφρένεια χρησιμοποίησαν για την κλινική αξιολόγηση της αντίληψης του χρόνου τη μέθοδο της εκτίμησης χρονικών διαστημάτων (time estimation), με διαστήματα σχετικά μεγάλης διάρκειας, δηλαδή μεγαλύτερα του δευτερολέπτου. Στις έρευνες που έχουν μέχρι σήμερα πραγματοποιηθεί με αυτή τη μέθοδο βρέθηκαν σταθερά μεγαλύτερες αποκλίσεις των ασθενών με σχιζοφρένεια από τους υγιείς μάρτυρες, τόσο στην εκτίμηση διαστημάτων μακράς διάρκειας (> 30 sec)7,8 όσο και στην εκτίμηση διαστημάτων βραχύτερης διάρκειας (< 30 sec).9,10,11,12 Επιπλέον, οι αντίστοιχες νευροψυχολογικές μελέτες της τελευταίας δεκαετίας, στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν διαστήματα της τάξεως των msec, επιβεβαίωσαν τα ευρήματα των προηγούμενων μελετών.13,14,15 Πέραν όμως του μεγαλύτερου μεγέθους των αποκλίσεων σε σύγκριση με τους υγιείς μάρτυρες, στις παραπάνω μελέτες δεν παρατηρήθηκε καθορισμένη τάση υπερτίμησης ή υποτίμησης των διαστημάτων από τους ασθενείς με σχιζοφρένεια. Αντίθετα, φάνηκε ότι οι ασθενείς σχεδόν το ίδιο συχνά είτε υπερτιμούν είτε υποτιμούν τη χρονική διάρκεια, γεγονός συμβατό με την υπόθεση της διαταραγμένης «αίσθησης του χρόνου» στην σχιζοφρένεια, που διατυπώθηκε από τον Seeman το 1976.16
Οι μελέτες που πραγματοποίησε ο Tysk, τη δεκαετία του 1980, παρείχαν ισχυρές ενδείξεις για την ιδιαιτερότητα της διαταραχής της αντίληψης του χρόνου στην σχιζοφρένεια. Βρέθηκε ότι οι ασθενείς με σχιζοφρένεια εμφανίζουν σταθερά διαταραχή επί μακρά περίοδο παρακολούθησης, που συνίσταται είτε σε υποτίμηση είτε σε υπερτίμηση των χρονικών διαστημάτων.17 Αντίθετα, οι ασθενείς με κατάθλιψη σταθερά υποτιμούν, ενώ οι ασθενείς με μανία σταθερά υπερτιμούν την χρονική διάρκεια.18 Βρέθηκε επίσης ότι ο βαθμός της διαταραχής ποικίλει στη σχιζοφρένεια, ανεξάρτητα από τον κλινικό τύπο της νόσου, την πορεία της, τη σοβαρότητά της και τον τύπο των συμπτωμάτων.19,20
Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν νευροψυχολογικές έρευνες, που χρησιμοποιούν σύγχρονες τεχνικές αξιολόγησης, και εκτίμησαν την ικανότητα διάκρισης χρονικών διαστημάτων (time discrimination). Οι ασθενείς με σχιζοφρένεια εμφανίζουν μεγαλύτερες αποκλίσεις τόσο όταν συγκρίνουν χρονικά διαστήματα μεταξύ τους, όσο και όταν κατηγοριοποιούν τα χρονικά διαστήματα σε μακράς και βραχείας διάρκειας.21,22 Επιπλέον, οι Elvev_g και συν. υπέβαλαν σε περαιτέρω έλεγχο τα σχετικά ευρήματα προκειμένου να εξουδετερωθούν παράγοντες σύγχυσης και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η επεξεργασία της χρονικής πληροφορίας και όχι η γενική ικανότητα αναγνώρισης των ερεθισμάτων διαταράσσεται στην σχιζοφρένεια.23
Οι σχετικές νευροαπεικονιστικές μελέτες παρότι λίγες παρέχουν σημαντικές ενδείξεις για το παθοφυσιολογικό υπόβαθρο της διαταραχής της αντίληψης του χρόνου στην σχιζοφρένεια. Μελέτες PET έδειξαν ότι η διαταραχή στην αντίληψη της χρονικής διάρκειας των ερεθισμάτων στην σχιζοφρένεια συνδέεται με υποδραστηριότητα του προμετωπιαίου φλοιού και συνδεόμενων μ’ αυτόν υποφλοιωδών περιοχών (θάλαμος, βασικά γάγγλια), καθώς και με μικρότερη πυκνότητα D2 υποδοχέων στο ραβδωτό σώμα.24,25,26Υπάρχει μόνο μία σχετική μελέτη fMRI, μέχρι σήμερα, που έδειξε ότι η διαταραχή στην εκτίμηση και τη διάκριση χρονικών διαστημάτων στην σχιζοφρένεια συνδέεται με μικρότερη ενεργοποίηση του προμετωπιαίου φλοιού και του ραβδωτού σώματος.27
Η πλέον όμως χαρακτηριστική παρατήρηση για την σχιζοφρένεια είναι ότι η διαταραχή της αντίληψης του χρόνου σε αυτήν εμφανίζεται να αφορά τα βιώματα σε διαφορετικές κλίμακες χρονικής διάρκειας, από την τάξη του msec έως τα μεγάλης διάρκειας γεγονότα, γεγονός που δικαιολογεί σε μεγάλο βαθμό τη διαπίστωση ότι πρόκειται για διαταραχή της συνείδησης του χρόνου και όχι απλώς της αντίληψης του χρόνου. Στη μεγαλύτερη κλίμακα του χρόνου, στον αυτοβιογραφικό χρόνο, η σχέση της διαταραχής με τη συνείδηση του χρόνου είναι έκδηλη. Πέραν των υποκειμενικών αναφορών των ασθενών με σχιζοφρένεια για τη βίωση «επιμήκυνσης» του χρόνου,28 υπάρχουν σήμερα έρευνες με ποσοτικές μετρήσεις της χρονικής συνιστώσας των βιωμάτων. Η μελέτη των Danion και συν. για την «αυτονοητική επίγνωση» στην σχιζοφρένεια έδειξε σοβαρό έλλειμμα στην ικανότητα σύνδεσης τμημάτων μνημονικού υλικού που ανακαλούνται (χαρακτηριστικά γεγονότων) ώστε να συγκροτήσουν ενιαίο σύνολο.29 Τέλος, οι D’ Argembeau και συν. συμπέραναν ότι η αδυναμία νοητικής προβολής του εαυτού στο παρελθόν και στο μέλλον στην σχιζοφρένεια συνδέεται με διαταραχές στην αντίληψη του χρόνου.30
Με βάση τα παραπάνω μπορούμε να καταλήξουμε σε ορισμένα συμπεράσματα που αναδεικνύουν τη σημασία της διαταραχής της συνείδησης του χρόνου στη σχιζοφρένεια:
Η θεωρητική προσπέλαση της συνείδησης του χρόνου έχει άμεση σχέση με τη διεξοδική μελέτη των σχετικών διαταραχών στην σχιζοφρένεια. Για παράδειγμα, με βάση τη θεωρία του Fuster που παρουσιάσαμε, η διερεύνηση της διαταραχής της αντίληψης του χρόνου στην σχιζοφρένεια μπορεί να επεκταθεί στη σχέση της με τη μνήμη εργασίας και άλλες λειτουργίες του ΠΜΦ. Αντιστρόφως, εφόσον στην σχιζοφρένεια παραβλάπτεται σημαντικά η συνείδηση του χρόνου, η νόσος αποτελεί δυνητικό πεδίο ελέγχου των θεωρητικών υποθέσεων για τη συνείδηση του χρόνου. Θα αναφερθούμε, εν συντομία, παρακάτω στο ενδεχόμενο να συνιστούν οι διαταραχές της συνείδησης του χρόνου στην σχιζοφρένεια ένα συνδετικό κρίκο ανάμεσα στις κλινικές εκδηλώσεις της νόσου και το παθοφυσιολογικό τους υπόβαθρο. Είναι φανερό ότι το ενδεχόμενο αυτό καθιστά τις εν λόγω διαταραχές ένα πεδίο έρευνας ιδιαίτερα σημαντικό για την σχιζοφρένεια.
Ο ρόλος της διαταραχής της συνείδησης του χρόνου στη σχιζοφρένεια: υποθέσεις εργασίας
Με βάση τις ειδικές μελέτες που προαναφέρθηκαν, είναι αναμενόμενο στην σχιζοφρένεια να παρουσιάζονται ελλείμματα στην χρονική οργάνωση της συμπεριφοράς και της νόησης, τα οποία από ένα βαθμό βαρύτητας και μετά εκδηλώνονται σε κλινικό επίπεδο. Πράγματι, ορισμένες από τις συνηθέστερες κλινικές εκδηλώσεις της νόσου θα μπορούσαν να αποδοθούν ευθέως σ’ αυτά τα ελλείμματα. Η διαταραχή των εκτελεστικών λειτουργιών, για παράδειγμα, μπορεί να συμπεριλαμβάνει την χρονική συνιστώσα. Η χρονική αποδιοργάνωση μπορεί να συμβάλλει σημαντικά στην εκδήλωση της αποδιοργανωμένης συμπεριφοράς, καθώς επίσης και των διαταραχών της ροής και της δομής του λόγου που χαρακτηρίζουν τη νόσο.
Μια άλλη πλευρά της διαταραχής στη συνείδηση του χρόνου είναι οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει για τα βιώματα των ασθενών, η χρονική συνέχεια των οποίων διασπάται. Η διάσπαση αυτή θα μπορούσε να συνδέεται με την αδυναμία αναγνώρισης ορισμένων βιωμάτων από τους ασθενείς ως προϊόντων της δικής τους συνείδησης και την απόδοσή τους σε εξωτερικές πηγές ή έξωθεν παρεμβαλλόμενους παράγοντες. Με άλλα λόγια, η διάσπαση του υποκειμενικού βιώματος μπορεί να οδηγεί σε διαταραχές της συνείδησης εαυτού, που απαντώνται στο λεγόμενο σύνδρομο παθητικότητας και εξωτερικής επίδρασης. Η υπόθεση αυτή φαντάζει εκ πρώτης όψεως συμβατή με εξηγητικά μοντέλα που έχουν ήδη προταθεί για το σύνδρομο αυτό, όπως την αδυναμία συμψηφισμού των αισθητικών συνεπειών και των πράξεων που τις προκαλούν,31 τη λανθασμένη απόδοση εξωτερικών ερεθισμάτων32 και τις διαταραχές της αυτό-επιτήρησης.33 Για τις τελευταίες έχει επίσης προταθεί ότι μπορεί να αποτελούν συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο παθοφυσιολογικό υπόβαθρο της σχιζοφρένειας και τα θετικά συμπτώματα. Ειδικότερα, η διαταραχή στην αυτο-επιτήρηση της εσωτερικής ομιλίας αποτελεί έναν πιθανό μηχανισμό παραγωγής των ακουστικών ψευδαισθήσεων.34
Η πλέον γνωστή στις μέρες μας υπόθεση συνδετικού κρίκου ανάμεσα στο παθοφυσιολογικό υπόβαθρο της σχιζοφρένειας και τις ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις της είναι αυτή της γνωστικής δυσμετρίας (cognitive dysmetria).35,36 Υποστηρίζει ότι η διαταραχή στο συντονισμό κινητικής και νοητικής δραστηριότητας αποτελεί τη βασική γνωστική δυσλειτουργία στην σχιζοφρένεια, η οποία οδηγεί σε διαταραχές γνωστικών λειτουργιών «δεύτερης τάξεως» (μνήμη, προσοχή, εκτελεστικές λειτουργίες), και τα συμπτώματα της νόσου. Η γνωστική δυσμετρία προκαλείται από διαταραχή στην ανατομική και λειτουργική διασύνδεση εγκεφαλικών περιοχών, ιδιαίτερα στο κύκλωμα φλοιός – παρεγκεφαλίδα – θάλαμος – φλοιός, το οποίο είναι υπεύθυνο για τον συντονισμό της κινητικής δραστηριότητας με τις νοητικές λειτουργίες, ώστε αυτή η δραστηριότητα να θεωρείται προϊόν της βούλησης και να υπόκειται στην ενημερότητα και τις νοητικές παρεμβάσεις του ίδιου του ατόμου. Είναι ενδιαφέρον ότι, σύμφωνα με την Andreasen,35 η γνωστική δυσμετρία προκύπτει από τον ελλιπή «συγχρονισμό» των βασικών συνιστωσών της ψυχικής δραστηριότητας, γεγονός που συνδέει άμεσα τη διαταραχή αυτή με διαταραχές στην χρονική οργάνωση της συμπεριφοράς και της νόησης. Η ακριβής σχέση μεταξύ των φαινόμενων αυτών, εάν, δηλαδή, πρόκειται για παράλληλες εκδηλώσεις της ίδιας νευρωνικής δυσλειτουργίας ή οι διαταραχές στη συνείδηση του χρόνου προκαλούνται από την γνωστική δυσμετρία, αποτελεί ένα ερώτημα που αξίζει περαιτέρω διερεύνησης στο άμεσο μέλλον.
Φυσιοκρατικοποίηση της φαινομενολογίας: το παράδειγμα της συνείδησης του χρόνου
Παρότι τα φιλοσοφικής φύσης ερωτήματα δεν εμπίπτουν στους αρχικούς στόχους του παρόντος άρθρου, δεν μπορούμε να αποφύγουμε την αναφορά στη σημασία που έχει η σύγκλιση φαινομενολογικής και νευροβιολογικής προσέγγισης που παρουσιάσαμε στο συγκεκριμένο πεδίο, τη συνείδηση του χρόνου. Το εύρος της σύγκλισης των δύο απόψεων, όπως φαίνεται από τις διατυπώσεις των Husserl και Fuster αντίστοιχα, είναι τόσο μεγάλο που δικαιολογημένα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως τυπικό παράδειγμα «μετάφρασης» της φαινομενολογίας σε νευροεπιστημονικούς όρους. Ως εκ τούτου, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως επιχείρημα υπέρ της άποψης που θεωρεί εφικτή την αναγωγή των καταστάσεων της συνείδησης, όπως προκύπτουν από την φαινομενολογική ανάλυση, σε εγκεφαλικές διεργασίες, που ανακαλύπτονται από τη νευροεπιστημονική έρευνα. Μπορούμε φυσικά σ’ αυτό το σημείο να επισημάνουμε ότι η εν λόγω αναγωγή παραμένει υπό έλεγχο, εφόσον, για παράδειγμα, οι διεργασίες που προτείνονται από τον Fuster (μνήμη εργασίας, έλεγχος παρεμβολών και προπαρασκευαστική διάταξη) δεν είναι μία προς μία ταυτόσημες με τις αντίστοιχες διεργασίες της συνείδησης που περιγράφει ο Husserl (συγκράτηση, παρουσίαση και πρόταξη).
Θα προτιμήσουμε ωστόσο να παραμείνουμε στο πεδίο της χρησιμότητας που μπορεί να έχει η διεπιστημονική αυτή προσέγγιση για την επιστημονική έρευνα, όπως διαφαίνεται από το παράδειγμα που παρουσιάζουμε. Για το σκοπό αυτό, προτείνουμε να θεωρηθεί η σύγκλιση αυτή ως επιτυχές και γόνιμο παράδειγμα σύνθεσης των δύο προσεγγίσεων, όπου με τον όρο σύνθεση εννοούμε τη διαδικασία κατά την οποία η φαινομενολογική ανάλυση παρέχει το θεωρητικό πλαίσιο σχετικά με τον τρόπο οργάνωσης της υποκειμενικής εμπειρίας και οδηγεί στη διατύπωση υποθέσεων, που μπορούν να ελεγχθούν μέσω της νευροεπιστημονικής έρευνας.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Varela FJ. The specious present: a neurophenomenology of time consciousness. In: Petitot J, Varela FJ, Pachoud B, Roy JM (eds). Naturalizing Phenomenology. Issues in Contemporary Phenomenology and Cognitive Science. Stanford CA, Stanford University Press, 1999, 266-314.
2 Husserl E. Vorlesungen zur Phänomenologie des inneren Zeitbewusstseins. Halle, Germany, Max Niemeyer Verlag, 1928.
3 James W. Principles of psychology (1890). New York, Dover Publication Inc, 1950.
4 Fuster JM. The Prefrontal Cortex. Anatomy, Physiology and Neuropsychology of the Frontal Lobe. Philadelphia, Lippincott-Raven Publishers, 1997.
5 Fuster JM. Cortex and Mind – Unifying Cognition. Oxford, England, Oxford University Press, 2003.
6 Vogeley K, Kupke C. Disturbances of time consciousness from a phenomenological and a neuroscientific perspective. Schizophr Bull 2007, 33, 157-165.
7 Rabin AI. Time estimation of schizophrenics and non psychotics. Journal of Clinical Psychology 1957, 13, 88-90.
8 Dilling CA, Rabin AI. Temporal experience in depressive states and schizophrenia. Journal of Consulting Psycholology 1967, 31, 604-608.
9 Lhamon WT, Goldstone S. The time sense: Estimation of one second durations by schizophrenic patients. Archives of Neurological Psychiatry 1956, 76, 625-629.
10 Johnson JE, Petzel TP. Temporal orientation and time estimation in chronic schizophrenia. Journal of Clinical Psychology 1971, 27, 194-196.
11 Densen ME. Time perception in schizophrenia. Percept Mot Skills 1977, 44, 436-438.
12 Wahl OF, Sieg D. Time estimation among schizophrenics. Percept Mot Skills 1980, 50, 535-541.
13 Tracy JI, Monaco C, McMichael H, et al. Information-processing characteristics of explicit time estimation by patients with schizophrenia and normal controls. Percept Mot Skills 1998, 86, 515-526.
14 Davalos DB, Kisley MA, & Ross RG. Deficits in auditory and visual temporal perception in schizophrenia. Cognitive Neuropsychiatry 2002, 7, 273-282.
15 Davalos DB, Kisley MA, & Ross RG. Effects of interval duration on temporal processing in schizophrenia Brain and Cognition 2003, 52, 295-301.
16 Seeman MV. Time and schizophrenia. Psychiatry 1976, 39, 189-195.
17 Tysk L. A longitudinal study of time estimation in psychotic disorders. Percept Mot Skills 1984, 59, 779-789.
18 Tysk L. Time perception and affective disorders. Percept Mot Skills 1984, 58, 455-464.
19 Tysk L. Estimation of time and the subclassification of schizophrenic disorders. Percept Mot Skills 1983, 57, 911-918.
20 Tysk L. Estimation of time by patients with positive and negative schizophrenia. Percept Mot Skills 1990, 71, 826ff.
21 Elvev_g Β, McCormack T, Gilbert A, Brown GD, Weinberger DR, Goldberg TE. Duration judgements in patients with schizophrenia. Psychol Med 2003, 33, 1249-1261.
22 Carroll CA, Boggs J, O’Donnell BF, Shekhar A, Hetrick WP. Temporal processing dysfunction in schizophrenia Brain and Cognition 2008, 67, 150-161.
23 Elvev_g Β, Brown GD, McCormack T, Vousden JI, Goldberg TE. Identification of tone duration, line length, and letter position: An experimental approach to timing and working memory deficits in schizophrenia. Journal of Abnormal Psychology 2004, 113, 509-521.
24 Ojeda N, Ortuno F, Arbizu J, et al. Functional neuroanatomy of sustained attention in schizophrenia: contribution of parietal cortices. Hum Brain Mapp 2002, 17, 116-130.
25 Yang YK, Yeh TL, Chiu NT, et al. Association between cognitive performance and striatal dopamine binding is higher in timing and motor tasks in patients with schizophrenia. Psychiatry Res 2004, 131, 209-216.
26 Ortuno FM, Lopez P, Ojeda N, Cervera S. Dysfunctional supplementary motor area implication during attention and time estimation tasks in schizophrenia: a PET-O15 water study. Neuroimage 2005, 24, 575-579.
27 Volz HP, Nenadic I, Gaser C, Rammsayer T, Hager F, Sauer H. Time estimation in schizophrenia: an fMRI study at adjusted levels of difficulty. Neuroreport 2001, 12, 313-316.
28 Freedman BJ. The subjective experience of perceptual and cognitive disturbances in schizophrenia. Arch Gen Psychiatry 1974, 30, 333-340.
29 Danion JM, Rizzo L, Bruant A. Functional mechanisms underlying impaired recognition memory and conscious awareness in patients with schizophrenia. Arch Gen Psychiatry 1999, 56, 639-644.
30 D’ Argembeau A, Raffard S, Van der Linden M. Remembering the past and imagining the future in schizophrenia. Journal of Abnormal Psychology 2008, 117, 247-251.
31 Lindner A, Thier P, Kircher TT, Haarmeier T, Leube DT. Disorders of agency in schizophrenia correlate with an inability to compensate for the sensory consequences of actions. Curr Biol 2005, 15, 1119-1124.
32 Allen PP, Johns LC, Fu CH, Broome MR, Vythelingum GN, McGuire PK. Misattribution of external speech in patients with hallucinations and delusions. Schizophr Res 2004, 69, 277-287.
33 Fourneret P, Franck N, Slachevsky A, Jeannerod M. Selfmonitoring in schizophrenia revisited. Neuroreport 2001, 12, 1203-1208.
34 Johns LC, Rossell S, Frith C, et al. Verbal self-monitoring and auditory verbal hallucinations in patients with schizophrenia. Psychol Med 2001, 31, 705-715
35 Andreasen N. A unitary model of schizophrenia: Bleuler’s ‘‘fragmented phrene’’ as schizencephaly. Arch Gen Psychiatry 1999, 56, 781-787.
36 Andreasen NC, Nopoulos P, O’Leary DS, Miller DD, Wassink T, Flaum M. Defining the phenotype of schizophrenia: cognitive dysmetria and its neural mechanisms. Biol Psychiatry 1999, 46, 908-920.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.