Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θωμάς Υφαντής
Επίκουρος Καθηγητής Ψυχιατρικής
Επιστημονικός υπεύθυνος της Μονάδας Συμβουλευτικής-Διασυνδετικής
Ψυχιατρικής της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

σύναψις 11 [2008 – τόμος 04]

Η «περιπέτεια» της σωματικής νόσου: υπόμνηση της κυριαρχίας του χρόνου και έναυσμα μετάβασης

«Έναυσμα» για την παρουσίαση αυτή αποτέλεσε η ανάγνωση του βιβλίου του Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη «Ψυχανάλυση και Ομηρικά Έπη» [1], που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ίκαρος». Η ανάγνωσή του αποτέλεσε για μένα μια «περιπέτεια», με την Αριστοτελική έννοια του όρου, όπως χρησιμοποιείται και στο βιβλίο, δηλαδή ως «ανατροπή της κατάστασης», καθώς στο φως της ανάγνωσης αυτής πολλά πράγματα που προηγουμένως ίσως αποτελούσαν για μένα «καθεστηκυία» τάξη και «κατεστημένο» τρόπο κατανόησης των φαινομένων, «ανατράπηκαν».

Εργαζόμενος, τα τελευταία χρόνια, κλινικά και ερευνητικά, με ασθενείς που πάσχουν από χρόνια σωματικά νοσήματα, βιώνω καθημερινά σε ψυχοθεραπευτικό επίπεδο την ένταση και το εύρος του ναρκισσιστικού πλήγματος που συνιστά για κάθε ασθενή η έλευση μιας σωματικής νόσου. Ακόμη κι όταν το πάσχον όργανο ανανήψει τελείως, η «ανάνηψη» στο επίπεδο της πληγείσας αυτο-εκτίμησης –στο βαθμό που έχει έννοια εδώ ένας τέτοιος όρος– φαίνεται να απαιτεί αρκετά μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Και είναι στο σημείο αυτό που η προσέγγιση της Ιλιάδας από τον Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη έρχεται να μας εμπλέξει σε μια «περιπέτεια». Όροι όπως «ανάνηψη», «αποκατάσταση» ή «επανόρθωση» έπειτα από ένα ναρκισσιστικό πλήγμα, παίρνουν μια νέα μορφή, καθώς μέσω της ανάγνωσης του Ομηρικού έπους, με τον τρόπο του Κ. Αρβανιτάκη, διδάσκεται ο τρόπος με τον οποίο ένα ναρκισσιστικό πλήγμα και η συνακόλουθη «μήνις» δύνανται να αποτελέσουν έναυσμα μετάβασης, τέτοιο, ώστε «μέσω της απαρτίωσης της αίσθησης του χρόνου (να) επιτυγχάνεται η κατάσταση ενός «ολικού αντικειμένου» (κατά την Melanie Klein) ή «ολικού υποκειμένου» (κατά τον Martin Heidegger), επιτρέποντας την ανάδυση της ικανότητας για συμπόνια και μέριμνα» [1].

Βάση για την εξέταση του τρόπου και των αιτίων που συντελείται μια τέτοια μετάβαση, καθώς και των ατραπών μέσω των οποίων αναδύεται τελικά η ικανότητα για συμπόνια και μέριμνα, αποτέλεσε για τον συγγραφέα η ψυχαναλυτική ανάγνωση των ραψωδιών Α έως Ω της Ιλιάδας.

Αριστερά Ο θάνατος του Πατροκλου, από ερυθρόμορφο κρατήρα, περ. 500π.χ.] Επάνω δεξία Peter Paul Rubens (1577-1640). O Αχιλέας σκοτώνει τον Έκτορα, 1631 Κάτω δεξιά Gavin Hamilton (1723-1783) O Πρίαμος παρακαλά τον Αχιλέα να του δώσει το πτώμα του Έκτορα
Αριστερά Ο θάνατος του Πατροκλου, από ερυθρόμορφο κρατήρα, περ. 500π.χ.] Επάνω δεξία Peter Paul Rubens (1577-1640). O Αχιλέας σκοτώνει τον Έκτορα, 1631 Κάτω δεξιά Gavin Hamilton (1723-1783) O Πρίαμος παρακαλά τον Αχιλέα να του δώσει το πτώμα του Έκτορα

Βάση ή μάλλον έμπνευση για τη σημερινή παρουσίαση αποτέλεσε για μένα η ψυχαναλυτική αυτή ανάγνωση του Κ. Αρβανιτάκη. Ας μου επιτραπεί να παραθέσω όσο το δυνατόν συντομότερα μια περίληψη της βασικής αφηγηματικής πλοκής των ραψωδιών που μας ενδιαφέρουν, όπως περιγράφονται στο βιβλίο:

Όταν ο Αχιλλέας έχασε την Βρισηίδα, που την άρπαξε ένας άνδρας ισχυρότερος από αυτόν (ο Αγαμέμνων), ο υπέρμετρος ναρκισσισμός του τραυματίστηκε βαριά. Άκαμπτος, ανίκανος να δεχθεί συμβιβασμούς, με μια παντοδύναμη και μεγαλομανιακή θεώρηση του εαυτού του και τυφλωμένος από την Άτη, αποσύρεται από τη μάχη, αλλά παραμένει ενσωματωμένος στους συμβατικούς κώδικες συμπεριφοράς του συνόλου. Ο ρους του πολέμου μεταστρέφεται τώρα εναντίον των Αχαιών. Ο Αχιλλέας παραμένει αμετακίνητος, παρά τις βαριές απώλειες των συντρόφων του. Απλά παρακολουθεί από την πρύμνη του πλοίου του. Διερωτάται για την αξία της ηρωικής, αλλά σύντομης, ζωής, συγκρινόμενης με την άδοξη αλλά άνετη και μακρόχρονη ζωή που προβλέπει την αποφυγή του ηρωικού θανάτου και την επιστροφή στο σπίτι. Κάποια στιγμή, όμως, λυπάται. Και στέλνει τον Πάτροκλο να φροντίσει έναν πληγωμένο στο πεδίο της μάχης. Εκείνος, κάνει έκκληση στον Αχιλλέα να τον αφήσει να μπει στη μάχη, φορώντας την πανοπλία του Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας υποχωρεί. Ο Πάτροκλος (ντυμένος σαν Αχιλλέας) πέφτει νεκρός από τον Απόλλωνα και τον Έκτορα. Ο Έκτορας φορά εκείνος τώρα την πανοπλία του Αχιλλέα. Ο Αχιλλέας μπαίνει ο ίδιος στο πεδίο της μάχης με πρωτόγονη μανία για να εκδικηθεί τον θάνατο του Πατρόκλου. Ακόμη και οι θεοί εισέρχονται στον πόλεμο. Ολόκληρη η κοσμική τάξη διαταράσσεται. Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα (ντυμένο σαν Αχιλλέα) και εκδικητικά σέρνει το πτώμα του πίσω από το άρμα του. Γνωρίζει, τώρα, ότι και το δικό του τέλος μπροστά στις Σκαιές Πύλες πλησιάζει. Είχε ειπωθεί επανειλημμένως στον Αχιλλέα ότι η ζωή του θα ήταν σύντομη. Η Τροία θα έπεφτε μόνο μετά τον θάνατό του. Όμως τώρα, με τον Πάτροκλο και τον Έκτορα νεκρούς-ντυμένους σαν Αχιλλέα, το μέλλον είναι ήδη παρελθόν. Ο Αχιλλέας συμβολικά είναι ήδη νεκρός! Σκηνές πένθους δεσπόζουν. Ο Αχιλλέας θρηνεί τον Πάτροκλο. Ο γερο-βασιλιάς Πρίαμος ξεκινά με σκοπό να εξαγοράσει το σώμα του γιου του, το οποίο ο Αχιλλέας, στην ασίγαστη θλίψη του, σέρνει ακόμα γύρω από τον τάφο του Πατρόκλου. Ο Πρίαμος φτάνει στη σκηνή του Αχιλλέα, παρά τις εκκλήσεις της Εκάβης ότι «αυτός ο άνθρωπος, ο ανήμερος, ο άπιστος, δεν θα σε λυπηθεί, ούτε θα σε σεβαστεί». Πηγαίνει και γονατίζει μπροστά του. Αντικριστά, οι δυο θανάσιμοι εχθροί κοιτάζουν ο ένας τον άλλον. Με δέος και θαυμασμό! Ο Πρίαμος εκφράζει τη θλίψη του, τα βάσανα που έχει υποφέρει, και θυμίζει στον Αχιλλέα τον πατέρα του. Και τότε, ο Αχιλλέας, «οικτείρων», αγγίζει τρυφερά το χέρι του γέρο-βασιλιά, τον σηκώνει και τον βάζει να καθίσει. Διατάσσει τις σκλάβες να πλύνουν και να μυρώσουν το σώμα του Έκτορα, και, ο ίδιος ο Αχιλλέας, σηκώνει το πλυμένο και μυρωμένο σώμα του Έκτορα και το τοποθετεί πάνω στη νεκροφόρα, ξεκινώντας ο ίδιος την τελετή της κηδείας του Έκτορα…

Η σύντομη αυτή περιγραφή (και, ακριβώς λόγω της συντομίας της, αφυδατωμένη από την αφηγηματική και ερμηνευτική δύναμη που έχει στο βιβλίο του Κ. Αρβανιτάκη), καθώς και η ψυχαναλυτική της ανάγνωση, εισάγουν σήμερα την υπόθεση εργασίας μας.

Ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης προτείνει στην ανάγνωσή του ότι, αν και η αρχή της μετάβασης του Αχιλλέα τοποθετείται όταν αρχίζει να λυπάται τους συμπατριώτες του, είναι η στιγμή του θανάτου του Πατρόκλου που επιφέρει μια αναπάντεχη ανατροπή της κατάστασης. Είναι αυτή η στιγμή που έχει ως συνέπεια να αναγνωρίσει ποιος πραγματικά είναι ο ίδιος. Να γνωρίσει για πρώτη φορά με άμεσο τρόπο τα όρια και τη θνητότητά του, κυρίως μέσω του υπαινιγμού του θανάτου του ίδιου του Αχιλλέα (τόσο ο Πάτροκλος όσο και ο Έκτορας ήταν ντυμένοι «σαν Αχιλλέας»). Και είναι αυτό που τον οδηγεί στη δική του προσωπική περιπέτεια κατά τη διάρκεια της συνάντησής του με τον Πρίαμο. Και υπάρχει πόνος. Και είναι μέσω της απαρτίωσης της αίσθησης του χρόνου, δηλαδή της θνητότητας, που επιτυγχάνεται η αποδοχή αυτού που μέχρις εκείνη τη στιγμή ήταν απαράδεκτο και η κατάσταση ενός «ολικού» «αντικειμένου».

Σημειώνει ο Κ. Αρβανιτάκης ότι, στην ιστόρηση αυτών των ραψωδιών, και τα τρία στοιχεία που, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, συγκροτούν μια τραγική πλοκή, είναι παρόντα: περιπέτεια (ανατροπή της κατάστασης), αναγνώριση (δηλαδή μια νέα γνώση) και πάθος (πόνος) [1, σελ. 45].

*

Και να που, ίσως, χωρίς να το καταλάβουμε, βρισκόμαστε καταμεσίς μιας άλλης τραγικής πλοκής: η έλευση μιας νόσου, και δη μιας χρόνιας νόσου, φαίνεται πως συνιστά και αυτή, κατά μία έννοια, μια «τραγική πλοκή»: ενέχει περιπέτεια, αφού ανατρέπει μια κατάσταση, αναγνώριση (μια νέα γνώση ή «υπόμνηση» (μνημοσύνη) – της θνητότητας, του φθαρτού και του πεπερασμένου της ύπαρξης) και πάθος (δηλαδή πόνο).

Θα προσπαθήσω να δείξω εδώ πως σε αυτή την «περιπέτεια» που αρχίζει με την έλευση μιας νόσου, μια «αναγνώριση» (αναγνώριση του φθαρτού και της θνητότητας και εγκατάλειψη του ναρκισσιστικού διωκτικού μένους που πυροδοτεί αρχικά η έλευση της νόσου), μια ικανότητα δηλαδή μετάβασης, έχει ως συνέπεια μια «παλιν-νόστηση», μια «αποκατάσταση του νόστου», με τον χρόνο να αποτελεί τον καταλύτη της διεργασίας αυτής. Αντίθετα, όπου η μήνις επιμένει, οι συνέπειες για όλα τα «στρατόπεδα» είναι ολέθριες.

Δυο λόγια μόνον για τη μέθοδο που θα ακολουθήσει. Ο Όμηρος διδάσκει, και διδάσκει γιατί ενδιαφέρεται για γενικές αρχές που διαμορφώνουν και εκφράζουν την ανθρώπινη πραγματικότητα [1, σελ. 50], για τα πράγματα που «είναι». Δεν ερμηνεύει, δεν ενδιαφέρεται για την ψυχολογία, δεν «αποδεικνύει», μιλά. Και, όπως όλοι οι τραγωδοί, φέρνει σε λόγο πράγματα ανείπωτα, ανθρώπινα, των θνητών.

Δεν τις χρειάζεται τις αποδείξεις. Άλλωστε, η βαρύτητα υπήρχε και πριν τον Νεύτωνα. Καθώς, όμως, μετά τον Νεύτωνα (ή μήπως μετά τον Αριστοτέλη;) ο άνθρωπος δείχνει όλο και περισσότερο να έχει ανάγκη «αποδείξεις» και καθώς η κυριαρχία του επιστημονικού λόγου συχνά αμφισβητεί όσα θέματα βαθιά εμπεδωμένα στην ατομική και συλλογική ανθρώπινη μυθιστορία δεν μπορεί να «μετρήσει», αναγνώσεις σαν αυτήν των Ομηρικών επών αποτελούν αυτές καθεαυτές «περιπέτεια» και «έναυσμα μετάβασης». Προσφέρουν δε την ευκαιρία σε όσους εμπειρώνται την αμφιθυμία, που συνεπάγεται η συνύπαρξη του «καλού» και του «κακού» αντικειμένου, να προσπαθήσουν να φέρουν πλησιέστερα τις διαχωρισμένες αυτές πλευρές (εν προκειμένω, ας μου επιτραπεί, τον μύθο, τη φιλοσοφία, σε τελική ανάλυση την ανθρώπινη μυθιστορηματική πραγματικότητα, με την επιστημονική γνώση –ας επιλέξουν άλλοι ποιο είναι το «καλό» και ποιο το «κακό» αντικείμενο…). Αυτήν την αρχή προσπαθεί να υπηρετήσει και η σημερινή παρουσίαση, με μέσον την ανάλυση που ακολουθεί.

*

Τα τελευταία χρόνια, η Μονάδα Συμβουλευτικής-Διασυνδετικής Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων έχει αναπτύξει ένα ευρύ ερευνητικό έργο, μια όψη του οποίου είναι η μελέτη των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας των ασθενών με χρόνια σωματικά νοσήματα και του ρόλου που αυτά διαδραματίζουν στην πορεία της νόσου και στη διαμόρφωση διαφόρων παραμέτρων της ποιότητας ζωής των ασθενών [2]. Οι μελέτες αυτές έχουν δείξει πως η ψυχολογική αμυντική οργάνωση των ασθενών και η δύναμη του Εγώ τους σχετίζονται με την πορεία, την έξαρση ή τις υποτροπές της νόσου [3,4], την εμφάνιση ψυχοπαθολογίας [5,6], τη συμμόρφωση με τη φαρμακευτική αγωγή [7,8] και την ποιότητα ζωής των ασθενών [9].

Λαμβάνοντας υπόψη την προηγούμενη θεωρητική τοποθέτηση, ότι δηλαδή η έλευση μιας σωματικής νόσου επιφέρει ένα ισχυρό ναρκισσιστικό πλήγμα που εισάγει τον ασθενή σε μια «περιπέτεια» αλλά και που αποτελεί ταυτόχρονα έναυσμα και ευκαιρία για μια «μετάβαση» από την «άγρια διωκτική οργή και ανανεωμένη παντοδυναμία» στην αποδοχή της απώλειας και του πένθους και συνακόλουθα στην «παλιννόστηση», θα εξετάσουμε εδώ εάν μια τέτοια υπόθεση μπορεί να τύχει μιας εμπειρικής επαλήθευσης.

Για τις ανάγκες της σημερινής παρουσίασης έγινε μια νέα επεξεργασία ενός μεγάλου δείγματος ασθενών που πάσχουν από κάποια σοβαρή χρόνια σωματική νόσο και παρακολουθούνται από τους ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων στο Πανεπιστημιακό Γενικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων. Το δείγμα αποτελούν 878 ασθενείς με Ρευματικά Νοσήματα, Γλαύκωμα, Καρκίνο, Σκλήρυνση Κατά Πλάκας και Ιδιοπαθή Φλεγμονώδη Εντερική Νόσο, τα χαρακτηριστικά των οποίων περιγράφονται στον Πίνακα 1. Η διάρκεια της νόσου σε όλο το δείγμα κυμαινόταν από 0.1 έως 50 έτη, με μέση διάρκεια 7.7 ± 8.2 έτη. Κριτήρια αποκλεισμού από την μελέτη ήταν η μη γνώση της Ελληνικής γλώσσας και η ύπαρξη ιστορικού ψύχωσης, αλκοολισμού, κατάχρησης ουσιών και άνοιας. Οι μελέτες είχαν την έγκριση της Επιστημονικής Επιτροπής του Παν/κού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων (No 20/14.01.2004 & No 11/7.11.2006).

Πίνακας 1. Δημογραφικά χαρακτηριστικά και σχετικές με τη νόσο παράμετροι των ασθενών του δείγματος (Ν=878).

 

Υπόθεση εργασίας ήταν πώς η ικανότητα ενός ασθενούς να συνδέσει και να εμπεριέξει την προηγούμενη νέα, υγιή και παντοδύναμη εικόνα του εαυτού με την πρόσφατη, πιο ρεαλιστική εικόνα εαυτού που του υπενθυμίζει η σωματική νόσος, σχετίζεται με την αμυντική του οργάνωση, το βαθμό και την ποιότητα της επιθετικότητάς του και την ποιότητα των αντικειμενοτρόπων σχέσεών του, και ότι όλα τα στοιχεία αυτά διαφοροποιούνται με την πάροδο του χρόνου. Αυτή δε η διαφοροποίηση, σχετίζεται με την «ναρκισσιστική μήνιν» που υπάρχει στην αρχή, κατά την έλευση της νόσου.

Ως μεταβλητές «Έκβασης» που θα παρείχαν ένα μέτρο του βαθμού της ικανότητας του ασθενούς να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις της νέας πραγματικότητας χρησιμοποιήθηκαν δείκτες εκτίμησης της Ψυχοπαθολογίας, των Δυσκολιών στις Διαπροσωπικές Σχέσεις και της Ποιότητας Ζωής.

Η Ψυχοπαθολογία εκτιμήθηκε με το Ερωτηματολόγιο Γενικής Υγείας (GHQ-28) [10,11] και το Πολυδιάστατο Ερωτηματολόγιο Εκτίμησης των Ψυχιατρικών Συμπτωμάτων SCL-90 [12]. Η ποιότητα των Διαπροσωπικών Σχέσεων εκτιμήθηκε με τη χρήση του ερωτηματολογίου Inventory for Interpersonal Pro-blems-40 [13], το οποίο βασίζεται στην ψυχοδυναμική θεωρία, στη θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων και στη θεωρία του «οκταγώνου» του Βirtchnell σχετικά με τη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων. Η Ποιότητα Ζωής εκτιμήθηκε με το ερωτηματολόγιο WHO Quality of Life-BREF [14], που παρέχει πληροφορίες για τέσσερις περιοχές που σχετίζονται με την ποιότητα ζωής: τη Σωματική Υγεία, την Ψυχολογική Υγεία, τις Κοινωνικές Σχέσεις και το Περιβάλλον, ενώ δίνει επίσης ένα γενικό δείκτη εκτίμησης της ποιότητας ζωής και της γενικής κατάστασης της υγείας.

Η Αμυντική Οργάνωση εκτιμήθηκε με το Ερωτηματολόγιο Μελέτης του Αμυντικού Προφίλ (Defensive Style Questionnaire, DSQ) [15], το οποίο αποτελείται από 88 διαπιστώσεις που επιχειρούν να αξιολογήσουν τους μηχανισμούς άμυνας του Εγώ όπως αυτοί συνάγονται μέσω της εκδηλούμενης συμπεριφοράς του ατόμου. Τέλος, η ποιότητα της επιθετικότητας εκτιμήθηκε με το Ερωτηματολόγιο Επιθετικότητας και Κατεύθυνσης της Επιθετικότητας (HDHQ) [16], το οποίο εκτιμά την «εχθρότητα-επιθετικότητα» του υποκειμένου, δίνοντας έμφαση στον τρόπο με τον οποίο το άτομο βιώνει την επιθετικότητά του όταν ματαιώνεται και διακρίνοντας το είδος αυτής της επιθετικότητας σε εξωστρεφόμενη και σε ενδοβαλόμενη.

Καθώς η υπόθεση εργασίας εστιάζεται κυρίως στο θέμα της Ναρκισσιστικής και Διωκτικής Οργής, κρίθηκε σκόπιμο να γίνει μια προσπάθεια εμπειρικής προσέγγισης της έννοιας μέσω του συνδυασμού δύο επιμέρους συνιστωσών: της Παντοδυναμίας, όπως αυτή εκτιμάται από το ερωτηματολόγιο της Αμυντικής Οργάνωσης (DSQ) και της Εξωστρεφόμενης Επιθετικότητας, όπως αυτή εκτιμάται από το ερωτηματολόγιο της Επιθετικότητας (HDHQ). Έτσι, μετά την κατάλληλη στατιστική προσαρμογή, δημιουργήθηκε μια νέα μεταβλητή, η οποία περιέχει τις ερωτήσεις που εκτιμούν τον βαθμό της Παντοδυναμίας στο DSQ (π.χ. «Είμαι ανώτερος από τους περισσότερους ανθρώπους που ξέρω», «Είμαι περήφανος για την ικανότητά μου να δείχνω στους ανθρώπους ότι δεν είναι τόσο σπουδαίοι όσο φαντάζονται», «Έχω κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες που μου επιτρέπουν να ζω χωρίς προβλήματα» κ.ο.κ.) και τις ερωτήσεις που αφορούν στην εξωστρεφόμενη μέσω εκδραμάτισης και κριτικής των άλλων διωκτική επιθετικότητα του HDHQ (π.χ. «Δεν κατηγορώ εκείνον που παίρνει σαν ευκαιρία το ότι κάποιος του άνοιξε τον εαυτό του», «Συχνά αναρωτιέμαι για ποια κρυφή αιτία κάποιος μου κάνει καλό», «Μερικές φορές μου ’ρχεται ν’ αρχίσω να τα σπάω», «Δεν μπορώ εύκολα να ανέχομαι τους άλλους», «Μπορώ εύκολα να κάνω τους άλλους να με φοβούνται και μερικές φορές το κάνω για πλάκα» κ.ο.κ.). Η νέα αυτή μεταβλητή ονομάστηκε (κατά συνθήκη) «Ναρκισσιστική Οργή». Η μελέτη των ψυχομετρικών ιδιοτήτων της κλίμακας έδειξε ότι έχει ικανοποιητική εσωτερική συνοχή και εγκυρότητα.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων έγινε σε δύο φάσεις.

Στόχος της πρώτης φάσης ήταν να διερευνηθεί εάν η «Ναρκισσιστική Οργή» σχετίζεται με τις μεταβλητές της Έκβασης διαφορετικά στους ασθενείς με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους από ό,τι σε εκείνους με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους. Επιδιώχθηκε να δοθεί με τον τρόπο αυτό ένα μέτρο της σχέσης της «Ναρκισσιστικής Οργής» με την ικανότητα των ασθενών των δυο ομάδων να αντεπεξέλθουν στο Ναρκισσιστικό Πλήγμα της Νόσου.

Στην πρώτη αυτή φάση, το δείγμα χωρίστηκε σε ασθενείς με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη και μικρότερη από ένα έτος και σε ασθενείς οι οποίοι παρουσίαζαν υψηλές ή χαμηλές τιμές στη νέα κλίμακα της «Ναρκισσιστικής Οργής». Βάση για την τελευταία κατάταξη αποτέλεσε ο μέσος (median) του δείγματος στην υπό μελέτη μεταβλητή. Στη συνέχεια, εκτιμήθηκαν οι διαφορές σε όλες τις μεταβλητές έκβασης ανάμεσα στους ασθενείς με χαμηλές τιμές «Ναρκισσιστικής Οργής» και σε εκείνους με υψηλές τιμές στον ίδιο παράγοντα, και στα δύο δείγματα (με μικρή ή μεγάλη χρονική διάρκεια νόσου), σταθμίζοντας όσον αφορά στο φύλο, την ηλικία και το εκπαιδευτικό επίπεδο.

Καθώς, σε τελευταία ανάλυση, είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις που ορίζουν τον βαθμό «παλιννόστησης» και «επανένταξης» στο κοινωνικό γίγνεσθαι, κρίθηκε σκόπιμο να εξεταστεί το κατά πόσο παράγοντες όπως η Ναρκισσιστική Οργή και η Ψυχοπαθολογία συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωση των δυσκολιών στις διαπροσωπικές σχέσεις στα δύο δείγματα ξεχωριστά. Έτσι, στην δεύτερη φάση της επεξεργασίας των δεδομένων, η μελέτη εστίασε στην εκτίμηση των παραγόντων με τους οποίους σχετίζεται η Ποιότητα των Διαπροσωπικών Σχέσεων των ασθενών στις δύο χρονικές φάσεις, σε εκείνους δηλαδή με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους και σε εκείνους με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους. Σε κάθε μία περίπτωση έγινε Ιεραρχική Ανάλυση Πολλαπλής Γραμμικής Παλινδρόμησης (Hierarchical Regression Analysis), με εξαρτημένη μεταβλητή τις Διαπροσωπικές Δυσκολίες, όπως εκτιμώνται από το IIP-40 και ανεξάρτητες μεταβλητές τις βασικές δημογραφικές παραμέτρους, τη «Ναρκισσιστική Οργή» και το Γενικό Δείκτη Ψυχιατρικής Συμπτωματολογίας του SCL-90 (Global Severity Index). Η αύξηση του ποσοστού της μεταβλητότητας (R2) σε κάθε στάδιο αποτέλεσε και τον κρίσιμο παράγοντα εκτίμησης της συνεισφοράς κάθε ομάδας μεταβλητών στην τελική εξίσωση.

Τα αποτελέσματα της πρώτης φάσης της ανάλυσης των δεδομένων παρουσιάζονται στους Πίνακες 2 & 3 και στα Σχήματα 1 & 2. Η αναλύσεις αυτές έδειξαν ότι:

  1. Στους ασθενείς με μικρότερη διάρκεια νόσου, η «Ναρκισσιστική Οργή» σχετίζεται με τις Διαπροσωπικές Δυσκολίες και την εμφάνιση Κατάθλιψης, η συσχέτιση αυτή όμως μάλλον θα μπορούσε να εκτιμηθεί ως ασθενής. Στην ίδια ομάδα ασθενών, καμία άλλη συνιστώσα της «έκβασης» δεν βρέθηκε να σχετίζεται σημαντικά με τον παράγοντα αυτόν. Αντίθετα, στους ασθενείς με μεγάλη διάρκεια νόσου, η «Ναρκισσιστική Οργή» σχετίζεται σε βαθμό εξαιρετικά σημαντικό με όλες τις παραμέτρους που εκτιμήθηκαν ως μέτρο των δυσκολιών των ασθενών (Πίνακας 2).
  2. Όλοι οι ασθενείς με αυξημένες τιμές «Ναρκισσιστικής Οργής» ανέφεραν σημαντικά περισσότερες Διαπροσωπικές Δυσκολίες από ό,τι εκείνοι με χαμηλές τιμές. Όμως, η σχέση αυτή ήταν πιο σημαντική στους ασθενείς με μεγάλη διάρκεια νόσου (Πίνακας 3).
  3. Ενώ τα επίπεδα «Ναρκισσιστικής Οργής» δεν φαίνεται να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση ψυχοπαθολογίας στους ασθενείς με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους, η σχέση αυτή γίνεται ιδιαίτερα σημαντική στους ασθενείς με μεγάλη διάρκεια νόσου. Έτσι, οι ασθενείς με νόσο πάνω από ένα έτος που παρουσιάζουν αυξημένες τιμές «Ναρκισσιστικής Οργής» εμφανίζουν σημαντικά μεγαλύτερες τιμές σε όλες τις κλίμακες ψυχοπαθολογίας από ό,τι εκείνοι με χαμηλές τιμές στον παράγοντα αυτόν (Πίνακας 3).
  4. Η ίδια ακριβώς τάση υπάρχει και στον τομέα της εκτίμησης των Σωματικών Προβλημάτων και των Προβλημάτων στις Κοινωνικές Σχέσεις, όπως αυτά εκτιμώνται από την κλίμακα GHQ-28: οι ασθενείς με νόσο πάνω από ένα έτος και υψηλές τιμές «Ναρκισσιστικής Οργής» παρουσιάζουν σημαντικά περισσότερα σωματικά προβλήματα και προβλήματα στις κοινωνικές τους σχέσεις από ό,τι οι ασθενείς της ίδιας ομάδας με χαμηλές τιμές «οργής», κάτι που δεν ισχύει καθόλου για τους ασθενείς με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους (Πίνακας 3).
  5. Σε όλες τις παραμέτρους εκτίμησης της Ποιότητας Ζωής των ασθενών ισχύει ακριβώς το ίδιο. Η σχετική με την γενική υγεία, τη σωματική υγεία, την ψυχική υγεία, τις κοινωνικές σχέσεις και το περιβάλλον Ποιότητα Ζωής, είναι σημαντικά επιβαρημένη στους ασθενείς με υψηλές τιμές «Ναρκισσιστικής Οργής», ενώ δεν επηρεάζεται καθόλου στους ασθενείς με χαμηλές τιμές στον παράγοντα, και αυτό ισχύει μόνον στην ομάδα ασθενών με διάρκεια νόσου πάνω από ένα χρόνο (Πίνακας 3).

Πίνακας 2. Συσχετίσεις του παράγοντα «Ναρκισσιστική Οργή» με όλες τις μεταβλητές έκβασης στις δύο ομάδες ασθενών με σοβαρή χρόνια σωματική νόσο (Pearson correlation coefficients, * p<0.05, ** p<0.01, *** p<0.001).

Πίνακας 3. Ανάλυση συμμεταβλητότητας (ANCOVA) με στάθμιση ως προς το φύλο, την ηλικία και το εκπαιδευτικό επίπεδο, στις δύο ομάδες ασθενών με χρόνια νόσο (διάρκειας μικρότερης και μεγαλύτερης του ενός έτους) που εκτιμά τις διαφορές στις διάφορες παραμέτρους διαπροσωπικών σχέσεων, ψυχοπαθολογίας και Ποιότητας Ζωής μεταξύ των ασθενών με υψηλές τιμές στην κλίμακα «Ναρκισσιστικής Οργής» (ΝΟ) και εκείνων με χαμηλές τιμές στην ίδια κλίμακα.

Η γραφική παράσταση των παραπάνω αποτελεσμάτων είναι εντυπωσιακή (Σχήματα 1 & 2). Όλες οι διαφορές μεταξύ ασθενών με «Υψηλές» και εκείνων με «Χαμηλές» τιμές «Ναρκισσιστικής Οργής» είναι στατιστικά σημαντικές στους ασθενείς με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους (Σχήμα 2), ενώ σχεδόν καμία διαφορά δεν είναι στατιστικά σημαντική στους ασθενείς με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους (Σχήμα 1).

Σχήμα 1. Μέσες τιμές (±SE) στις κλίμακες εκτίμησης των διαπροσωπικών σχέσεων, της ψυχοπαθολογίας και της Ποιότητας Ζωής των ασθενών με χαμηλές τιμές στην κλίμακα «Ναρκισσιστικής Οργής», σε σύγκριση με εκείνους με υψηλές τιμές στην ίδια κλίμακα, στην ομάδα ασθενών με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους (τιμές σταθμισμένες ως προς το φύλο, την ηλικία και το εκπαιδευτικό επίπεδο).
Σχήμα 1. Μέσες τιμές (±SE) στις κλίμακες εκτίμησης των διαπροσωπικών σχέσεων, της ψυχοπαθολογίας και της Ποιότητας Ζωής των ασθενών με χαμηλές τιμές στην κλίμακα «Ναρκισσιστικής Οργής», σε σύγκριση με εκείνους με υψηλές τιμές στην ίδια κλίμακα, στην ομάδα ασθενών με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους (τιμές σταθμισμένες ως προς το φύλο, την ηλικία και το εκπαιδευτικό επίπεδο).
Σχήμα 2. Μέσες τιμές (±SE) στις κλίμακες εκτίμησης των διαπροσωπικών σχέσεων, της ψυχοπαθολογίας και της Ποιότητας Ζωής των ασθενών με χαμηλές τιμές στην κλίμακα «Ναρκισσιστικής Οργής», σε σύγκριση με εκείνους με υψηλές τιμές στην ίδια κλίμακα, στην ομάδα ασθενών με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους (τιμές σταθμισμένες ως προς το φύλο, την ηλικία και το εκπαιδευτικό επίπεδο).
Σχήμα 2. Μέσες τιμές (±SE) στις κλίμακες εκτίμησης των διαπροσωπικών σχέσεων, της ψυχοπαθολογίας και της Ποιότητας Ζωής των ασθενών με χαμηλές τιμές στην κλίμακα «Ναρκισσιστικής Οργής», σε σύγκριση με εκείνους με υψηλές τιμές στην ίδια κλίμακα, στην ομάδα ασθενών με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους (τιμές σταθμισμένες ως προς το φύλο, την ηλικία και το εκπαιδευτικό επίπεδο).

 

Στη δεύτερη φάση της ανάλυσης των δεδομένων έγινε προσπάθεια να διασαφηνιστεί περισσότερο ο ρόλος της «Ναρκισσιστικής Οργής» στη διαμόρφωση των «Δυσκολιών στις Διαπροσωπικές Σχέσεις» των ασθενών, καθότι στην προηγούμενη ανάλυση ο υπό μελέτη παράγοντας σχετιζόταν σημαντικά με τις Διαπροσωπικές Δυσκολίες και στις δύο ομάδες ασθενών.

Εξετάστηκε τώρα ο ιδιαίτερος ρόλος που διαδραματίζει η «Ναρκισσιστική Οργή» στη διαμόρφωση των Δυσκολιών στις Διαπροσωπικές Σχέσεις στις δύο ομάδες ασθενών (με διάρκεια νόσου μικρότερη και μεγαλύτερη του ενός έτους), λαμβάνοντας όμως υπόψη εκτός από το φύλο, την ηλικία και το εκπαιδευτικό επίπεδο, και την σχέση της «Ναρκισσιστικής Οργής» με την Ψυχοπαθολογία. Υπενθυμίζεται ότι όλες οι προηγούμενες αναλύσεις έδειξαν ότι η σχέση αυτή είναι σημαντική, τουλάχιστον στην ομάδα των ασθενών με μεγάλη χρονική διάρκεια νόσου. Ελέγχθηκε, δηλαδή, η υπόθεση εάν η «Ναρκισσιστική Οργή» σχετίζεται με την εμφάνιση «Διαπροσωπικών Δυσκολιών» ανεξάρτητα από την ύπαρξη Ψυχοπαθολογίας. Η υπόθεση αυτή ελέγχθηκε ξεχωριστά στις δύο ομάδες ασθενών.

Τα αποτελέσματα των αναλύσεων αυτών φαίνονται στον Πίνακα 4 και στα Σχήματα 3 & 4. Σε κάθε ανάλυση, πρώτα μπαίνουν στην εξίσωση οι δημογραφικές μεταβλητές, μετά ο παράγοντας που εκτιμά την «Ναρκισσιστική Οργή» και τέλος η Ψυχοπαθολογία. Με τον τρόπο αυτό μπορεί να ελεγχθεί αφενός η συνεισφορά της κάθε ομάδας στη διαμόρφωση της εξαρτημένης μεταβλητής, εν προκειμένω των Δυσκολιών στις Διαπροσωπικές Σχέσεις, και αφετέρου εάν και κατά πόσον η κάθε μεταβλητή που εισέρχεται στην εξίσωση διαμεσολαβεί (mediates) τις σχέσεις των προηγούμενων μεταβλητών με την έκβαση. Εξετάζεται, δηλαδή, εάν μια προηγουμένως σημαντική σχέση, εξακολουθεί ή όχι να είναι σημαντική μετά την προσθήκη της επόμενης (Mediation analysis) [17].

Στην ομάδα των ασθενών με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους, ο παράγοντας «Ναρκισσιστική Οργή» φαίνεται μεν να σχετίζεται σημαντικά με τις Διαπροσωπικές Δυσκολίες (το Α του Πίνακα 4, Model 2, p<0.044), όταν όμως εισέρχεται στην εξίσωση ο παράγοντας της Ψυχοπαθολογίας (Πίνακας 3Α, Model 3), η σχέση αυτή παύει να είναι σημαντική και είναι μόνον η Ψυχοπαθολογία που σχετίζεται με την διαμόρφωση των Διαπροσωπικών Δυσκολιών (p<0.0005), υποδηλώνοντας πως η Ψυχοπαθολογία διαμεσολαβεί ολοκληρωτικά τη σχέση μεταξύ «Ναρκισσιστικής Οργής» και «Διαπροσωπικών Δυσκολιών».

Στην ομάδα των ασθενών με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους, ο παράγοντας «Ναρκισσιστική Οργή» φαίνεται να σχετίζεται ιδιαίτερα σημαντικά με τις Διαπροσωπικές Δυσκολίες (Πίνακας 3Β, Model 2, p<0.00005). Εδώ, όταν εισέρχεται στην εξίσωση ο παράγοντας της Ψυχοπαθολογίας (το Β του Πίνακα 4, Model 3), η σχέση αυτή εξακολουθεί να είναι σημαντική, παρά το ότι η Ψυχοπαθολογία είναι επίσης σημαντικός παράγοντας για τη διαμόρφωση των Διαπροσωπικών Δυσκολιών (p<0.0005), υποδηλώνοντας πως η Ψυχοπαθολογία δεν διαμεσολαβεί καθόλου τη σχέση μεταξύ «Ναρκισσιστικής Οργής» και «Διαπροσωπικών Δυσκολιών». Έτσι, στην ομάδα των ασθενών με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους, ο παράγοντας «Ναρκισσιστική Οργή» σχετίζεται με τις «Διαπροσωπικές Δυσκολίες» ανεξάρτητα από την Ψυχοπαθολογία. Όσο πιο υψηλές τιμές Ναρκισσιστικής Οργής έδειχναν εδώ οι ασθενείς, τόσο πιο πολλές Δυσκολίες στις Διαπροσωπικές τους Σχέσεις ανέφεραν, ανεξάρτητα από το εάν ανέφεραν ψυχοπαθολογικά συμπτώματα ή όχι.

Πίνακας 4. Ιεραρχικά μοντέλα (Hierarchical Multiple Regression Analyses) των παραγόντων που σχετίζονται με την επιδείνωση των διαπροσωπικών σχέσεων των ασθενών, στο δείγμα των ασθενών με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους, και σε εκείνο των ασθενών με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους.

Στα Σχήματα 3 & 4, τέλος, παρουσιάζονται τα ποσοστά μεταβλητότητας που εξηγεί η κάθε ομάδα μεταβλητών για τον παράγοντα «Διαπροσωπικές Δυσκολίες».

Σχήμα 3. Ποσοστά της μεταβλητότητας που εξηγούν οι επιμέρους ομάδες ανεξάρτητων μεταβλητών στις τιμές της εξαρτημένης μεταβλητής «Προβλήματα στις Διαπροσωπικές Σχέσεις», όπως αυτά εκτιμήθηκαν από την κλίμακα Inventory for Interpersonal Problems (IIP-40), στην ομάδα των ασθενών με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους.
Σχήμα 3. Ποσοστά της μεταβλητότητας που εξηγούν οι επιμέρους ομάδες ανεξάρτητων μεταβλητών στις τιμές της εξαρτημένης μεταβλητής «Προβλήματα στις Διαπροσωπικές Σχέσεις», όπως αυτά εκτιμήθηκαν από την κλίμακα Inventory for Interpersonal Problems (IIP-40), στην ομάδα των ασθενών με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους.
Σχήμα 4. Ποσοστά της μεταβλητότητας που εξηγούν οι επιμέρους ομάδες ανεξάρτητων μεταβλητών στις τιμές της εξαρτημένης μεταβλητής «Προβλήματα στις Διαπροσωπικές Σχέσεις», όπως αυτά εκτιμήθηκαν από την κλίμακα Inventory for Interpersonal Problems (IIP-40), στην ομάδα των ασθενών με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους.
Σχήμα 4. Ποσοστά της μεταβλητότητας που εξηγούν οι επιμέρους ομάδες ανεξάρτητων μεταβλητών στις τιμές της εξαρτημένης μεταβλητής «Προβλήματα στις Διαπροσωπικές Σχέσεις», όπως αυτά εκτιμήθηκαν από την κλίμακα Inventory for Interpersonal Problems (IIP-40), στην ομάδα των ασθενών με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους.

 

Στην ομάδα των ασθενών με διάρκεια νόσου μικρότερη του ενός έτους, η Ψυχοπαθολογία είναι ο μόνος παράγοντας που σχετίζεται σημαντικά με τις Διαπροσωπικές Δυσκολίες, εξηγώντας ένα ποσοστό της τάξης του 12.8% της μεταβλητότητας. Αξίζει εδώ να σημειωθεί το μεγάλο ποσοστό μεταβλητότητας που δεν ερμηνεύεται από το μοντέλο αυτό (84.3%), και το οποίο μπορεί ίσως να αποδοθεί σε παράγοντες που δεν ελήφθησαν εδώ υπόψη, όπως η ιδιαίτερη νόσος, η σωματική έκπτωση, τα σωματικά συμπτώματα αμέσως μετά την εμφάνιση της νόσου, οι ανεπιθύμητες ενέργειες των θεραπειών πρώτης γραμμής κ.λπ.

Στην ομάδα των ασθενών με διάρκεια νόσου μεγαλύτερη του ενός έτους, όμως, ο ρόλος όλων αυτών των παραμέτρων μειώνεται στο 51%, ενώ οι δύο κύριες μεταβλητές που μελετήθηκαν, η «Ναρκισσιστική Οργή» και η Ψυχοπαθολογία, ερμηνεύουν τώρα ένα σημαντικά μεγαλύτερο ποσοστό της μεταβλητότητας του παράγοντα «Διαπροσωπικές Δυσκολίες», ποσοστό της τάξης του 48.9%. Τώρα, η «Ναρκισσιστική Οργή» αποτελεί παράγοντα που συνεισφέρει σημαντικά στη μεταβλητότητα με ένα ποσοστό της τάξης του 13.5%.

ΣΧΟΛΙΟ

Ο ιός της επιστημονικής σκέψης επιβάλλει τώρα την επισήμανση των μεθοδολογικών περιορισμών της μελέτης και τη συζήτηση των αποτελεσμάτων στο φως της προηγούμενης γνώσης. Το «πεπερασμένο» όμως χωρικό και χρονικό περιθώριο προτρέπει στην επισήμανση των κυριότερων σημείων και στον τρόπο με τον οποίο αυτά συναρμόζουν με την προηγούμενη ανάγνωση των ραψωδιών και με την κλινική μας πράξη.

Τα αποτελέσματα που παρουσιάστηκαν εν συντομία εδώ δείχνουν να επιβεβαιώνουν τις υποθέσεις εργασίας μας. Η οργή, η ναρκισσιστική μήνις στα πρώτα στάδια της εμφάνισης μιας χρόνιας νόσου, επηρεάζει αρχικά όλους τους ασθενείς και σχετίζεται με συναισθήματα «κατάθλιψης» και δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις. Δεν φαίνεται όμως να σχετίζεται με ιδιαίτερες δυσκολίες σε άλλους βασικούς τομείς. Οι «οργισμένοι» ασθενείς στους πρώτους μήνες από την εμφάνιση της νόσου δεν δείχνουν να έχουν φτωχότερη ποιότητα ζωής ή περισσότερα κοινωνικά προβλήματα ή διαταραγμένες σχέσεις με το περιβάλλον από ό,τι οι πιο «νηφάλιοι» και ψύχραιμοι ασθενείς.

Αντίθετα, όμως, όσοι ασθενείς εξακολουθούν χρονίως να είναι οργισμένοι, βλέπουν τις σχέσεις τους να καταρρακώνονται, εμφανίζουν σημαντικά υψηλά ποσοστά ψυχοπαθολογίας, αναφέρουν πολύ φτωχότερο επίπεδο ποιότητας ζωής σε όλους τους τομείς, ακόμα δε και η σωματική τους υγεία φαίνεται πως είναι χειρότερη από εκείνη όσων έχουν καταφέρει μια μετάβαση, εκείνων δηλαδή που η οργή δεν αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό τους. Μάλιστα, στην ομάδα των ασθενών με μακρά διάρκεια νόσου, η ένταση της οργής διαμορφώνει, ή μάλλον επιδεινώνει σε σημαντικό βαθμό τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, ανεξάρτητα από άλλους παράγοντες, και, ιδιαίτερα, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ψυχοπαθολογίας.

Φαίνεται, λοιπόν, πως πράγματι, σε αυτή την «περιπέτεια» που αρχίζει με την έλευση μιας νόσου, που πυροδοτεί τη «ναρκισσιστική μήνιν» και που «υπενθυμίζει» το πεπερασμένο της ύπαρξης και την θνητότητα, μια ικανότητα μετάβασης έχει ως αποτέλεσμα μια «παλιννόστηση», μια «αποκατάσταση», πιθανώς και με όρους διαφορετικής ποιότητας, παρά τις πολλές απώλειες. Αντίθετα, όπου η μήνις επιμένει, οι συνέπειες φαίνεται πως είναι ολέθριες, ακόμη και γι’ αυτή καθαυτή τη σωματική υγεία, που στην περίπτωσή μας είναι το προκείμενο.

Φαίνεται πως η οργή που εκλύεται από την απώλεια της Βρισηίδας-Υγείας, που την άρπαξε κάποιος ισχυρότερος από τον νοσούντα (ας θυμηθούμε εδώ το συχνό παράπονο των ασθενών: «γιατί σε μένα;»), οδηγεί αρχικά σε μια απόσυρση από τη μάχη (απόσυρση από τις διαπροσωπικές σχέσεις και ήπια θλίψη). Στη συνέχεια, οι γιατροί, οι μάχες, οι θεραπείες, σε τελευταία ανάλυση το νοσούν σώμα, «υπενθυμίζουν» ότι το μέλλον (το φθαρτόν της ύπαρξης και ο θάνατος) είναι ήδη παρελθόν. Δηλαδή, ό,τι ακριβώς «υπενθυμίζουν» και στον Αχιλλέα οι εικόνες των νεκρών Πατρόκλου-Αχιλλέα και Έκτορα-Αχιλλέα. Η νόσος έχει το κέλυφος-πανοπλία της εικόνας του υγιούς εαυτού μας. Είναι η θνητή όψη του εαυτού μας. Ο Νεκρός Πάτροκλος-Αχιλλέας.

Είναι ακριβώς αυτή η «υπόμνηση» που συνιστά τον καταλύτη για την μετέπειτα πορεία. Αν λειτουργήσει ως «έναυσμα μετάβασης», η παλιννόστηση βρίσκει εύφορο έδαφος. Οι δυσκολίες στις διαπροσωπικές σχέσεις είναι λίγες, η ψυχοπαθολογία χαμηλή, η ποιότητα ζωής σταθερή, η σωματική υγεία ικανοποιητική. Η συνάντηση με τον γερο-βασιλιά Πρίαμο-Ασκληπιό είναι έμπλεος «θαυμασμού». Και η συμφιλίωση, το «φίλιον», δίνει τώρα τη θέση του στην οργή και είναι στο φως αυτής της συνάντησης που καθίσταται φανερό πως «νούσος υγείαν εποίησεν καλόν καγαθόν» [18]. Η πορεία συνεχίζεται τώρα ξανά «κυκλική», η ρήξη της αρμονίας που συγκρατούσε δεμένα τα αντίθετα αποκαθίσταται, η νέα-παλιά γνώση του πεπερασμένου «φωτίζει εκ νέου τα σκότη της ζωής» [19], το «φίλιον» παίρνει τη θέση της έπαρσης, και η «συνάντηση» των δυο εχθρών μετατρέπεται σε «συνοδεία», συνοδεύει ο ένας τον άλλον στο δρόμο προς το πεπρωμένο του, με έγνοια και «έλεος», γιατί «ο άνθρωπος φεύγει όπως φεύγουν τα φύλλα» (Ιλιάδα Ζ 145-9).

Αντίθετα, όπου η μήνις αδυνατεί να δώσει τη θέση της στο «φίλιον», όπου η έπαρση – η «Ιερή Νόσος», κατά τον Ηράκλειτο– επιμένει, όλα τα στρατόπεδα ηττώνται. Το κακό και η αρρώστια, η ηδονή και η έπαρση, έχουν πλέον αποσπαστεί από την ολότητα, κλονίζοντας έτσι την ενωτική ισορροπία [19].

Τα θραύσματα «πραγματικότητας», όπως εμφανίζονται εδώ ως αποτελέσματα μιας επιστημονικής εργασίας και όπως αυτά συναρμόζουν με την διδασκαλία των Ελλήνων και την ανάγνωση του Κ. Αρβανιτάκη, έχουν σημαντικό κλινικό αντίκτυπο.

 

«Την Οργή, ψάλε, Θεά…»

Στη θεραπεία, η έμφαση θα πρέπει να δοθεί μάλλον στη σημασία που έχει η «οργή» και στον τρόπο που αυτή θα συναντήσει τον ψυχοθεραπευτή. Και φυσικά στην απόκριση του θεραπευτή στη συνάντηση αυτή. Γιατί, ούτως ή άλλως, «τον θυμό τίποτα δεν τον περιορίζει, τίποτα δεν τον αντιμάχεται, ό,τι θέλει αυτός το παίρνει αντλώντας από την ψυχή» [20]. Είναι, λοιπόν, καταδικασμένη κάθε προσπάθεια επιστασίας και ελέγχου «της οργής του ασθενούς για ό,τι τον βρήκε». Πόσο μάλλον που ενδεχομένως να είναι και επιβλαβής: «Η πρωτόγονη επιθετικότητα και οι δημιουργικές πράξεις είναι αδιαχώριστες μεταξύ τους και είναι απαραίτητες για τις επερχόμενες εξελίξεις και για την ικανότητα του αλλάζειν» [1, σελ. 63] και «είναι ο ρυθμός μιας συνεχούς εναλλαγής μεταξύ της καταστροφικής επίθεσης στο αντικείμενο και της αποκατάστασης ή επανόρθωσής του που προωθεί την κατασκευή μιας γέφυρας πάνω από το χάσμα μεταξύ των δυο και αυτό είναι το θεμέλιο της ελπίδας» (ό.π., σελ. 62). Η ελληνική σκέψη των προσωκρατικών, όταν αντιμετωπίζει την πληγή, εκφέρει αυτονόητες αλήθειες. Δεν θέλει να κάνει τον άνθρωπο να αρχίσει να οδύρεται, αλλά να αντέξει να ζήσει τη ζωή του [19]. Δεν μπορώ να φανταστώ μια καλύτερη θεραπευτική στάση από αυτή. Από μια στάση δηλαδή που θα παρέχει το χώρο, το «αίθριο», να «αναπνεύσει» ο ασθενής, μια στάση που θα σέβεται την οργή ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη δυνατότητα ελέους, μια στάση που θα συνοδεύει και, ίσως, θα διευκολύνει, τη μετάβαση του ασθενούς, ώστε να μπορέσει να ζήσει «την αναπόφευκτη συνθήκη του να είναι κανείς άνθρωπος» [1].

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

  1. Κ. Αρβανιτάκης. Ψυχανάλυση και Ομηρικά Έπη. Εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2008.
  2. Hyphantis T, Mantas C, Mavreas V. The Ioannina Psychodynamically-Oriented Consultation-Liaison Psychiatry Unit, Greece. J Psychosom Res, In Press.
  3. Hyphantis T, Bai Μ, Siafaka V, Georgiadis ΑΝ, Voulgari PV, Mavreas V, Drosos AA: Psychological Distress and Personality Traits in Early Rheumatoid Arthritis: a Preliminary Survey. Rheum Internat, 26:828-836, 2006.
  4. Hyphantis TN, Triantafillidis JK, Pappa S, Mantas C, Kaltsouda A, Cherakakis P, Alamanos Y, Manousos ON, Mavreas V. Defense mechanisms in inflammatory bowel disease J Gastroenterology 40 (1):24-30, 2005.
  5. Hyphantis T, Tsifetaki N, Pappa C, Voulgari PV, Siafaka V, Bai Μ, Alamanos Y, Drosos AA, Mavreas V : Clinical features and personality traits associated with psychological distress in systemic sclerosis patients. J Psychosom Res 62(1): 47-56, 2007.
  6. Hyphantis T, Christou K, Kontoudaki S, Mantas C, Papamichael G, Goulia P, Konitsiotis S, Mavreas V. Disability status, disease parameters, defence styles and ego strength associated with psychiatric complications of multiple sclerosis. Int J Psychiatry Med, 38(3): 307-327, 2008.
  7. Pappa C, Hyphantis T, Pappa S, Aspiotis M, Stefaniotou M, Kitsos G, Psilas K, Mavreas V. Psychiatric manifestations and personality traits associated with compliance with glaucoma treatment. J Psychosom Res. 2006;61(5):609-17.
  8. Hyphantis T, Kaltsouda A, Triantafillidis JK, Platis O, Karadagi S, Christou C, Mantas Ch, Argyropoulos A, Mavreas V : Personality correlates of adherence to type 2 diabetes regimens, Int J Psychiatry Med, 35(1): 103-107, 2005
  9. Hyphantis TN, Tsifetaki N, Siafaka V, Voulgari PV, Pappa C, Bai M, Palieraki K, Venetsanopoulou A, Mavreas V, Drosos AA. The Impact of Psychological Functioning upon Systemic Sclerosis Patients’ Quality of Life. Semin Arthritis Rheum, 37: 81-92, 2007.
  10. Goldberg DP, Hillier VF. (1979) A scaled version of the General Health Questionnaire. Psychol Med 9:139–145.
  11. Garyfallos G, Karastergiou A, Adamopoulou A, Moutzoukis C, Alagiozidou E, Mala D et al. (1991) Greek version of the General Health Questionnaire: accuracy of translation and validity. Acta Psychiatr Scand;84:371–8.
  12. Derogatis LR. (1994) SCL-90-R: Administration, scoring, and procedure manual, 3rd Ed. Minneapolis, MN, National Computer Systems.
  13. Riding N, Cartwright A. Interpreting the Inventory of Interpersonal Problems: subscales based on an interpersonal theory model. Br J Med Psychol. 1999;72 ( Pt 3):407-20.
  14. Saxena S, Carlson D, Billington R; (2001) WHOQOL Group. World Health Organisation Quality Of Life. The WHO quality of life assessment instrument (WHOQOL-Bref): the importance of its items for cross-cultural research. Qual Life Res;10(8):711-21.
  15. Bond M, Gardner ST, Christian J, Sigal JJ. (1983) Empirical study of self-rated defense styles. Arch Gen Psychiatry;40:333–8.
  16. Caine TM, Foulds GA, Hope K. (1967) Manual of Hostility and Direction of Hostility Questionnaire, London, University of London Press.
  17. Baron RM, Kenny DA: The moderator-mediator variable distinction in social psychological research: conceptual, strategic, and statistical considerations. J Pers Soc Psychol 1986; 51:1173–1182.
  18. Ηράκλειτος
  19. Κ. Αξελός. Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία. Εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1974/1976
  20. «Θυμώ μάχεσθαι χαλεπόν, ό γάρ αν θέληι ψυχής ωνείται» (Ηράκλειτος)

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Οι μελέτες που παρουσιάζονται εδώ έγιναν σε συνεργασία με την Ρευματολογική Κλινική (Διευθυντής Καθηγ. Κ. Α.Α. Δρόσος), την Ογκολογική Κλινική (Διευθυντής κΚαθηγ. Κ. Ν. Παυλίδης), Ηπατο-γαστρεντερολογική Κλινική (Διευθυντής Καθηγ. κ. Ε. Τσιάνος), την Νευρολογική Κλινική (Διευθυντής κ. Α. Κυρίτσης) και Οφθαλμολογική Κλινική (Διευθυντής Καθηγ. κ. Κ. Ψύλας) της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

Θα ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου προς στους ασθενείς που συμμετείχαν στις μελέτες αυτές και τις ευχαριστίες μου σε όλους τους επιστημονικούς συνεργάτες των κλινικών με τις οποίες συνεργαζόμαστε καθώς και στους συνεργάτες μου μεταπτυχιακούς σπουδαστές της Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, χωρίς την βοήθεια των οποίων θα ήταν αδύνατη η υλοποίηση των ερευνητικών μας προσπαθειών.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.