Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Γιώργος Δελλατόλας
Νευρολόγος, Maitre de Recherché στο
Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (INSERM) της Γαλλίας

σύναψις 11 [2008 – τόμος 04]

Πειραματικές προσεγγίσεις της αντίληψης χρονικών διαστημάτων και ρυθμών

Εισαγωγή

Όσα θα αναπτύξω αφορούν στην ψυχολογία του χρόνου, δηλαδή, πριν απ’ όλα, στην αντίληψη που έχουμε για τον χρόνο όταν δεν διαθέτουμε εξειδικευμένα για τη μέτρησή του εργαλεία, αλλά και στην απόσταση μεταξύ υποκειμενικής αντίληψης και αντικειμενικών μετρήσεων. Δεν πρόκειται να συζητήσω εδώ κάποιους ορισμούς του χρόνου που έχουν προτείνει οι φυσικοί, όπως «ο χρόνος είναι ένα βαθμός ελευθερίας δια μέσου του οποίου τα αντικείμενα διατηρούν την ταυτότητά τους, ενόσω μετατοπίζονται κατά ένα ορισμένο τρόπο αποκαλούμενο μέλλον» (Lestienne, 2007). Δεν πρόκειται, ακόμα, να παρουσιάσω αποτελέσματα ερευνών με ατομικά ρολόγια με ακρίβεια της τάξεως του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου, που καθυστερούν ή πάνε μπροστά ανάλογα με το αν τα αεροπλάνα στα οποία θα τοποθετηθούν κάνουν τον γύρο του κόσμου από τα ανατολικά ή τα δυτικά, γεγονός που αποδεικνύει τη θεωρία της σχετικότητας του Einstein (Hafele & Keating, 1972). Δεν είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε άμεσα, χωρίς εργαλεία, τα δισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου ή τα έτη φωτός. Εντούτοις, φαίνεται πως τα σχετικά με τον χρόνο, τον χώρο και την κίνηση ερωτήματα είναι καταφανώς παρόντα στην ψυχολογία του χρόνου.

Κινήσεις, όπως να διατρέξουμε μια απόσταση μετατοπιζόμενοι, να χαράξουμε μια γραμμή, να φέρουμε το βλέμμα από ένα σημείο σε ένα άλλο κ.λπ., συνδέουν, εν τέλει, τον χώρο με τον χρόνο, επιτρέποντας μας έτσι να κωδικοποιήσουμε είτε μιαν απόσταση με χρονικούς όρους είτε έναν χρόνο με χωρικούς όρους. Στην περίπτωση αυτή, θα παρατηρήσουμε ότι οι εμπλεκόμενες στην αντίληψη του χρόνου νευρωνικές δομές, όπως η παρεγκεφαλίδα, η μέλαινα ουσία και το ραβδωτό σώμα, εμπλέκονται επίσης στην κινητικότητα. Οι μέθοδοι όμως της πειραματικής ψυχολογίας, μόνο ένα μικρό μέρος των προβλημάτων που σχετίζονται με την δική μας αντίληψη για τον χρόνο μπορούν να επιτρέψουν να προσεγγίσουμε. Όντας πολυάριθμα αυτού του είδους τα προβλήματα, κατ’ ανάγκη θα περιοριστούμε εδώ σε μερικά από αυτά.

Εικόνα 1.  Χρόνος απάντησης στην ερώτηση «ποια μέρα είναι σήμερα;». Όσο η μέρα είναι πιο κοντά στο σαββατοκύριακο τόσο ο χρόνος της απάντησης είναι βραχύτερος (προσαρμογή από Friedman, 1990).
Εικόνα 1. Χρόνος απάντησης στην ερώτηση «ποια μέρα είναι σήμερα;». Όσο η μέρα είναι πιο κοντά στο σαββατοκύριακο τόσο ο χρόνος της απάντησης είναι βραχύτερος (προσαρμογή από Friedman, 1990).

Ποια η σχέση μεταξύ στιγμιαίου και διαρκούς και, αντίθετα, υπάρχει κάποια οριακή διάρκεια πέραν της οποίας όλες οι διάρκειες γίνονται αντιληπτές πάντα ως «μακρές»;

Δύο νεαροί έλληνες μαθητές συζητούν στο διάλλειμα. «Το όνομά σου είναι ιταλικό»; ρωτάει ο ένας. «Μα φυσικά», απαντά ο άλλος, «στον 10ο αιώνα ήμουν Ιταλός». Παρά τις τέτοιου είδους απόπειρες ένταξης στην αιωνιότητα, θα πρέπει να δεχτούμε εδώ ότι, χωρίς τη χρήση κάποιου εργαλείου μέτρησης, υπάρχουν κάποια χρονικά διαστήματα που είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε και άλλα που βρίσκονται έξω από την εμβέλειά μας επειδή είναι είτε πολύ μεγάλα είτε πολύ μικρά. Οι χρονικές διάρκειες που μπορούμε άμεσα να αντιληφθούμε τοποθετούνται στο κάτω όριο μιας κλίμακας μεταξύ στιγμιαίου και διαρκούς. Ποιο είναι το όριο ανάμεσα σε ένα οπτικό ή ακουστικό ερέθισμα που γίνεται αντιληπτό ως στιγμιαίο (φλας, κλικ) ή διαρκές (αρχή και τέλος διαχωριζόμενα από μιαν ανάπαυλα);

Υπάρχει κάποια οριακή διάρκεια κάτω από την οποία όλες οι διάρκειες γίνονται αντιληπτές με τον ίδιο τρόπο, όποια κι αν είναι η φυσική τους διάρκεια; Σύμφωνα με ορισμένα πειράματα που χρησιμοποιούν οπτικά προκλητά δυναμικά, αυτό το όριο είναι της τάξεως των 30 ms· μεταξύ 30 και 130 ms περνάμε προοδευτικά από το στιγμιαίο στο διαρκές (Servière et al., 1977).

Από την άλλη, υπάρχει άραγε μια οριακή διάρκεια πέραν της οποίας όλες οι διάρκειες γίνονται πανομοιοτρόπως αντιληπτές ως «μεγάλες»; Είναι δυνατόν να ταυτίσουμε αυτό το όριο με το προσδόκιμο επιβίωσής μας; Πρέπει να δεχτούμε την αδυναμία μας να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα χρησιμοποιώντας πειραματικές μεθόδους. Πέραν ενός ορίου είναι δύσκολο έως αδύνατο να αναπαραστήσουμε μικρές διαφορές ανάμεσα σε δύο διάρκειες, διότι διαθέτουμε μια πολύ συγκεχυμένη αναπαράσταση των μεγάλης διάρκειας χρονικών διαστημάτων.

Ας φανταστούμε έναν ιστορικό που επιχειρεί να αναπαραστήσει νοητικώς και με τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο μια περίοδο 1000 χρόνων αναζητώντας ένα γεγονός που είχε συμβεί ακριβώς 1000 χρόνια πριν και διατρέχοντας ό,τι είχε έκτοτε προκύψει. Καθώς είναι μέγας ειδικός της ιστορίας των Αθηνών, ας δεχτούμε ότι κατορθώνει να ανεύρει κάτι που συνέβη στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 1008, στις 23 και 45΄ ακριβώς. Θα υπάρξουν δυσκολίες στην πραγματοποίηση αυτού του νοητικού ταξιδιού με σταθερή ταχύτητα από τότε μέχρι σήμερα. Προφανώς θα διατρέξει τις λιγότερο τεκμηριωμένες περιόδους ταχύτερα από ό,τι τις πρόσφατες και γεμάτες από γνωστά γεγονότα περιόδους. Πλησιάζοντας το σήμερα θα προκύψει μια άλλη τομή όταν τα γεγονότα που αναθυμάται γίνουν σύγχρονα της ύπαρξής του και είναι παρόντα στη μνήμη του. Το ταξίδι αυτό θα πάρει έναν κάποιο χρόνο και στο τέλος του, ίσως να συμπεράνει ότι θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με την ακρίβεια της τάξεως αιώνα περισσότερο από ό,τι της τάξεως του λεπτού στην αναπαράσταση της χιλιετίας ή, ακόμα, ότι θα έπρεπε να επιλέξει μιαν άλλη μέθοδο, για παράδειγμα να δοκιμάσει να πολλαπλασιάσει νοερώς επί χίλια την αναπαράσταση ενός μόνο έτους.

Ποιοι είναι οι παράγοντες που παράγουν τα χάσματα μεταξύ αντικειμενικής και υποκειμενικής διάρκειας;

Σύμφωνα με τον Friedman (1990), αυτές οι διαφορές σχετίζονται με τα ακόλουθα φαινόμενα: (α) οι «απορροφώσες» δραστηριότητες συντομεύουν την εντύπωση του διαρρέοντος χρόνου, (β) όσο πιο μεγάλος είναι ο αριθμός των γεγονότων μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα, τόσο το διάστημα μοιάζει πιο μακρύ, (γ) ένα χρονικό διάστημα φαίνεται μακρύτερο όταν γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι θα μετρηθεί, (δ) όσο γερνάμε τόσο ο χρόνος επιταχύνεται, (ε) μια διάρκεια φαίνεται μακρύτερη όταν αναμένουμε κάτι ευχάριστο π.χ. ή όταν αισθανόμαστε εν κινδύνω ή όταν καιροφυλακτούμε μήπως συμβεί κάποιο γεγονός.

Ας επιχειρήσουμε να φωτίσουμε αυτά τα φαινόμενα με παραδείγματα της καθημερινής ζωής. Δεν καταλαβαίνουμε το πέρασμα του χρόνου όταν διαβάζουμε ένα συναρπαστικό βιβλίο βολεμένοι στο κάθισμα ενός λεωφορείου που μας μεταφέρει στο σπίτι μετά τη δουλειά αλλά η διάρκεια της ίδιας διαδρομής μας φαίνεται ατέλειωτη όταν είμαστε όρθιοι, στριμωγμένοι κι ακινητοποιημένοι ανάμεσα σε άγνωστους, με το φόβο να σκάσουμε από το πλήθος που σε κάθε στάση εισβάλλει σπρώχνοντας, περιμένοντας ανυπόμονα να φτάσουμε στον προορισμό μας για να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα. Φτάνοντας στο σπίτι, το νερό που θα βάλουμε να βράσει για τη μακαρονάδα θα πάρει περισσότερο χρόνο για να βράσει όταν το κοιτάζουμε συνεχώς, παρά αν κάνουμε κάτι άλλο περιμένοντάς το. Το καλύτερο θα είναι να αρχίσουμε μια δραστηριότητα που να γνωρίζουμε από την πείρα μας τη διάρκειά της κι αυτή να είναι συμβατή με τον χρόνο που απαιτεί η παρασκευή των ζυμαρικών. Τέλος, οι γεμάτες από γεγονότα μέρες, που φαίνονται μεγάλες και χαράσσονται στη μνήμη, μπορεί να είναι συχνότερες στους νέους, ενώ αυτές που περνούν άδειες, χωρίς τίποτε το ξεχωριστό και χάνονται γρήγορα από τη μνήμη είναι συχνότερες στους ηλικιωμένους.

Ορισμένοι ερευνητές εμπνέονται από το παράδειγμα με τα μακαρόνια για να προτείνουν πειράματα με ζώα. Μπορούμε, έτσι, να μάθουμε σε ζώα όπως οι επίμυες να αναμένουν ένα ορισμένο χρονικό διάστημα πριν δεχτούν τροφή. Οι επίμυες πιέζουν το κουμπί για να λάβουν τροφή αλλά αυτό δεν θα λειτουργήσει παρά μόνο αν η πίεσή του υπακούει σε ορισμένους χρονικούς περιορισμούς. Για παράδειγμα, η τροφή δεν προσφέρεται παρά μόνο αν παρέλθει ένα ελάχιστο διάστημα, ας πούμε των 20 sec, από την προηγούμενη απάντηση. Εάν ο επίμυς πιέζει ασταμάτητα δεν θα λάβει ποτέ τροφή. Επιπρόσθετα, μπορούμε να καθορίσουμε ένα ελάχιστο διάστημα όπως και μια μέγιστη απόσταση, για παράδειγμα η προσφορά τροφής να μη γίνεται παρά μόνο όταν η πίεση του κουμπιού γίνεται μεταξύ 20 και 23 sec μετά την προηγούμενη πίεση. Τι κάνει ο επίμυς για να μετρήσει τον χρόνο; Στη διάρκεια της αναμονής ορισμένα ζώα παρουσιάζουν ρυθμικές συμπεριφορές, κάνουν π.χ. κάποιους γύρους του κλουβιού τους, κάτι που μπορεί να παίζει ρόλο μετρητή του χρόνου (Pouthas, 1979).

Ποια είναι τα σημεία αναφοράς για να τοποθετήσουμε το παρόν και πώς ενεργούμε για να τοποθετήσουμε ένα γεγονός στο παρελθόν;

Ενώ η γραφική παράσταση του χρόνου γίνεται με μια συνεχή γραμμή που αρχίζει γενικώς από αριστερά προς τα δεξιά, για να τοποθετήσουμε τη στιγμή του παρόντος αναφερόμαστε περισσότερο σε μια κυκλική αναπαράσταση του χρόνου. Τα κλασικά μας ρολόγια εκπέμπουν έναν ήχο ανά δευτερόλεπτο και έχουν δείκτες που κινούνται στον χώρο με σταθερή ταχύτητα πραγματοποιώντας κύκλους για να δείξουν το πέρασμα των λεπτών και των ωρών.

Το παράδειγμα του σαββατοκύριακου, που γενικώς, στις κοινωνίες μας, περιέχει δραστηριότητες διαφορετικές από εκείνες της υπόλοιπης βδομάδας, μπορεί να χρησιμεύσει σαν σημείο αναφοράς για να τοποθετήσουμε τη σημερινή ημέρα. Ζητήθηκε έτσι από αμερικανούς φοιτητές να προσδιορίσουν «σε ποια μέρα βρισκόμαστε» και κατεγράφη ο χρόνος απάντησης. Όσο πιο κοντά στο τέλος της βδομάδας ήταν η μέρα τόσο ο χρόνος απάντησης ήταν μικρότερος (εικ. 1). Για την ταυτοποίηση του «σήμερα», τα άτομα σκέφτονταν περισσότερο το «χθες» για την αρχή της βδομάδας και περισσότερο το «αύριο» για το τέλος της βδομάδας. Εξίσου, τη Δευτέρα και το μεσημέρι της Τρίτης, τα άτομα ταυτοποιούσαν πιο γρήγορα το «χθες» από το «αύριο»· την Τετάρτη, την Πέμπτη και την Παρασκευή ταυτοποιούσαν πιο γρήγορα το «αύριο» παρά το «χθες». Σε ένα άλλο πείραμα κατεγράφη ο χρόνος απάντησης «σωστό» ή «λάθος» σε προτάσεις όπως «σήμερα είναι η τάδε ημέρα». Η απόρριψη των εσφαλμένων απαντήσεων ήταν τόσο ευκολότερη όσο η προταθείσα ημέρα ήταν πιο απομακρυσμένη από τη μέρα του σήμερα_ εάν σήμερα είναι Τετάρτη απορρίπτεται πιο γρήγορα η Κυριακή παρά η Τρίτη (Friedman, 1990).

Οι μήνες του έτους συγκροτούν έναν άλλο κύκλο. Η σύγκριση ανάμεσα σε δύο χρονικές διάρκειες με τη χρήση μηνών έδειξε ότι όσο μεγαλύτερη είναι η διαφορά ανάμεσα σε δύο διαστήματα, τόσο ο χρόνος απάντησης είναι συντομότερος. Στις ερωτήσεις «ποιο χρονικό διάστημα είναι μικρότερο», (α) ανάμεσα σε Δεκέμβριο και Ιούνιο ή ανάμεσα σε Μάρτιο και Νοέμβριο; (β) ανάμεσα σε Νοέμβριο και Ιούλιο ή Οκτώβριο και Ιανουάριο; τα άτομα απαντούσαν πιο γρήγορα στο (β) παρά στο (α) (Friedman, 1983).

Ανάμεσα στις ιδέες που έχουν προταθεί για να υπολογίσουμε την ικανότητά μας να τοποθετούμε ένα γεγονός που βιώσαμε στο παρελθόν, θα σημειώσω δύο που εξακολουθούν να ισχύουν, αν και έχουν προταθεί εδώ και έναν αιώνα:

Η υπόθεση της προοδευτικής απόσβεσης των μνημονικών ιχνών: όσο ένα γεγονός είναι πιο απομακρυσμένο τόσο το μνημονικό του ίχνος είναι ασθενέστερο, κάτι που θα μας επέτρεπε να χρονολογήσουμε τα γεγονότα, όπως ο άνθραξ -14 μας επιτρέπει να χρονολογήσουμε αντικείμενα (Guyau, 1890; Morton, 1968).

Η επαγωγική υπόθεση: χρονολογούμε ένα δεδομένο γεγονός ξεκινώντας από γνωστές χρονολογίες άλλων γεγονότων και τις σχέσεις μεταξύ των προς χρονολόγηση γεγονότων και των γεγονότων γνωστής χρονολογίας (Ribot, 1901; Brown et al., 1985).

Παρατηρούμε ότι η πρώτη ιδέα υποθέτει μια συνεχή και παθητική διαδικασία, ενώ η δεύτερη προτείνει μια ενεργό διαδικασία που στηρίζεται στις γνώσεις μας.

Διαθέτουμε κάποιο εσωτερικό ρολόι που μας επιτρέπει να μετράμε τον διαρρέοντα χρόνο και ποια είναι άραγε η φύση του;

Κατά τους Gibbon και συν. (1984), διαθέτουμε υποθετικά ένα εσωτερικό ρολόι, συγκείμενο από (α) μια βάση χρόνου που εκπέμπει ώσεις με σταθερή συχνότητα (σαν το τικ-τακ του ρολογιού), (β) έναν μετρητή και (γ) έναν διακόπτη ανάμεσα σε αυτά τα δύο. Στην αρχή ενός σήματος που θα πρέπει να μετρήσουμε, ο διακόπτης κλείνει επιτρέποντας έτσι στις ώσεις να τροφοδοτήσει τον μετρητή. Στο πέρας του ερεθίσματος ο διακόπτης ανοίγει, διακόπτοντας την τροφοδότηση του μετρητή. Η διάρκεια εξαρτάται έτσι από τον αριθμό των καταγραμμένων ώσεων: όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός αυτός τόσο η καταμετρώμενη διάρκεια είναι μακρύτερη.

Η επιτάχυνση των ώσεων οδηγεί στην παραγωγή ενός μικρότερου δεδομένου διαστήματος και, αντίστροφα, στην εκτίμηση ενός πιο μακρού δεδομένου διαστήματος. Έτσι, ένα άτομο με το ρολόι του να πηγαίνει μπροστά, θα παράξει ένα διάστημα αντικειμενικής διάρκειας κατά 10 sec πιο σύντομης (θα πατήσει το κουμπί πριν το τέλος των 10 sec), πλην όμως, αντίθετα, θα κρίνει το ίδιο αυτό διάστημα πιο μακρύ από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν, η επιτάχυνση του ρολογιού συνοδεύεται από την εντύπωση πως ο χρόνος που περνά επιβραδύνεται. Αντίθετα, η επιβράδυνση του ρολογιού συνοδεύεται από την εντύπωση πως ο χρόνος που περνά επιταχύνεται.

Ποια είναι η φύση αυτού του υποθετικού ρολογιού; Οι βιολογικές θεωρίες του εσωτερικού ρολογιού υποθέτουν ότι οι χτύποι αυτού του ρολογιού εξαρτώνται από επαναλαμβανόμενα φυσιολογικά γεγονότα. Εντούτοις, η ακριβής φύση αυτών των γεγονότων παραμένει συζητήσιμη. Ο καρδιακός ρυθμός, η αναπνοή, οι ρυθμοί του ΗΕΓ είναι όλοι τους παραδείγματα τέτοιων επαναλαμβανόμενων φυσιολογικών γεγονότων, αλλά δεν διαθέτουμε ισχυρά επιχειρήματα υπέρ της επίδρασής τους στην αντίληψη του χρόνου.

Οι κιρκάδιοι ρυθμοί, περιοδικότητας 24 περίπου ωρών, εμπλέκονται στη ρύθμιση πολλών φυσιολογικών και συμπεριφερικών φαινομένων, όπως η εγρήγορση και ο ύπνος, η διατροφή, η θερμοκρασία του σώματος, οι ορμονικές και μεταβολικές διακυμάνσεις ή, ακόμα, οι κινητικές και γνωστικές διακυμάνσεις. Πειράματα με άτομα που διαβιούν για εβδομάδες σε σπήλαια με τεχνητό φωτισμό, σταθερό ηχητικό και θερμοκρασιακό περιβάλλον, δείχνουν ότι οι κιρκάδιοι ρυθμοί είναι σχετικώς ανεξάρτητοι του περιβάλλοντος, ιδίως της εναλλαγής φωτός/σκότους. Οι κιρκάδιοι ρυθμοί δεν είναι αρκετά ακριβείς για να αποτελέσουν τη βάση για την αντίληψη των βραχέων χρονικών διαστημάτων (της τάξεως της ώρας, του λεπτού ή του δευτερολέπτου), εντούτοις ο προβληματισμός παραμένει. Μερικά αποτελέσματα των πειραμάτων σε σταθερό περιβάλλον μας υποδεικνύουν πως η επιμήκυνση του ρυθμού εγρήγορση/ύπνος συνοδεύεται από επιμήκυνση της αντίληψης των βραχέων χρονικών διαστημάτων (Fraisse, 1973; Aschoff, 1985).

Εικόνα 2. Σε πρώτη φάση, παρουσιάζονται στο παιδί δύο ερεθίσματα σταθερής διάρκειας, το ένα «βραχύ» των 2 sec, το άλλο «μακρύ» των 8 sec. Το παιδί πρέπει ακολούθως να ταξινομήσει σε «βραχέα» και «μακρά» τα ερεθίσματα που ποικίλλουν μεταξύ 2 και 8 sec. Η εικόνα δείχνει τα ποσοστά των απαντήσεων «μακρά» ανάλογα με τη διάρκεια του ερεθίσματος σε δύο ομάδες παιδιών 3 και 8 ετών (προσαρμογή από Droit-Volet et al., 2005).
Εικόνα 2. Σε πρώτη φάση, παρουσιάζονται στο παιδί δύο ερεθίσματα σταθερής διάρκειας, το ένα «βραχύ» των 2 sec, το άλλο «μακρύ» των 8 sec. Το παιδί πρέπει ακολούθως να ταξινομήσει σε «βραχέα» και «μακρά» τα ερεθίσματα που ποικίλλουν μεταξύ 2 και 8 sec. Η εικόνα δείχνει τα ποσοστά των απαντήσεων «μακρά» ανάλογα με τη διάρκεια του ερεθίσματος σε δύο ομάδες παιδιών 3 και 8 ετών (προσαρμογή από Droit-Volet et al., 2005).

Μοιάζει δύσκολο να τοποθετήσουμε το εσωτερικό ρολόι αλλού εκτός του εγκεφάλου. Η εμπλοκή των ποικίλων νευρωνικών δομών στην αντίληψη του χρόνου παραμένει ακόμα αβέβαιη. Τα αποτελέσματα πολλών μελετών μας υποδεικνύουν πως η παρεγκεφαλίδα (Ivry & Spencer, 2004), το ραβδωτό σώμα (Harrington et al 1998), όπως επίσης και ορισμένες φλοιικές περιοχές, π.χ. το δεξιό προμετωπιαίο-βρεγματικό κύκλωμα (Harrington et al. 1998b), παίζουν σημαντικό ρόλο. Ο χειρισμός μιας διάρκειας ίσης ή μεγαλύτερης του 1 sec θεωρείται πως ενεργοποιεί ένα νευρωνικό κύκλωμα που εμπλέκει τον μετωπιαίο φλοιό, το σύστημα μέλαινας ουσίας – ραβδωτού σώματος και τον θάλαμο. Σύμφωνα με μία θεωρία, η μεν διέγερση των ντοπαμινεργικών νευρώνων της μέλαινας ουσίας παρέχει τις ώσεις στο εσωτερικό ρολόι ο δε μετρητής τοποθετείται στο ραβδωτό σώμα. Οι διαταραχές στην αντίληψη του χρόνου σε άτομα με νόσο του Parkinson, και επομένως με εκφύλιση της μέλαινας ουσίας, είναι ένα επιχείρημα υπέρ αυτής της θεωρίας. Άλλο επιχείρημα είναι η επίδραση φαρμακευτικών ουσιών που δρουν στο ντοπαμινεργικό σύστημα επάνω στην εκτίμηση του χρόνου (Meck, 2003).

 

Εικόνα 3. 
Σε πρώτη φάση παρουσιάζεται ένα ερέθισμα διάρκειας 4 sec. Το παιδί πρέπει κατόπιν να αποφασίσει εάν τα ερεθίσματα των οποίων η διάρκεια κυμαίνεται μεταξύ 1 και 7 sec έχουν ή όχι την ίδια διάρκεια με το ερέθισμα αναφοράς των 4 sec. Η εικόνα δείχνει τα ποσοστά των απαντήσεων «ίδιο» ανάλογα με τη διάρκεια του ερεθίσματος σε δύο ομάδες παιδιών 5 και 8 ετών (προσαρμογή από Droit-Volet et al., 2005).
Εικόνα 3.
Σε πρώτη φάση παρουσιάζεται ένα ερέθισμα διάρκειας 4 sec. Το παιδί πρέπει κατόπιν να αποφασίσει εάν τα ερεθίσματα των οποίων η διάρκεια κυμαίνεται μεταξύ 1 και 7 sec έχουν ή όχι την ίδια διάρκεια με το ερέθισμα αναφοράς των 4 sec. Η εικόνα δείχνει τα ποσοστά των απαντήσεων «ίδιο» ανάλογα με τη διάρκεια του ερεθίσματος σε δύο ομάδες παιδιών 5 και 8 ετών (προσαρμογή από Droit-Volet et al., 2005).

Πειραματικές προσεγγίσεις στα ζώα, τα νεογέννητα και τους ενήλικες

Πειράματα με περιστέρια αποδεικνύουν την ικανότητά τους να διακρίνουν τις διάρκειες. Για παράδειγμα, το περιστέρι οφείλει να χτυπήσει με το ράμφος του ένα κουμπί αριστερά όταν η διάρκεια είναι μικρή και ένα κουμπί δεξιά όταν είναι μεγάλη. Φαίνεται έτσι ότι τα περιστέρια είναι ικανά να διαφοροποιήσουν διάρκειες των 30 sec από διάρκειες των 40 sec (Stubbs, 1968). Ανάλογα πρωτόκολλα έχουν προταθεί για να χρησιμοποιηθούν στον άνθρωπο και ιδιαίτερα στα παιδιά.

Ο Piaget πίστευε ότι η έννοια της διάρκειας κατακτιέται αρκετά καθυστερημένα (στα 8 έτη)· τα μικρότερα παιδιά συγχέουν απόσταση, ταχύτητα και διάρκεια: αν δυο αυτοκίνητα ξεκινούν και σταματούν ταυτόχρονα αλλά έχουν διαφορετικές ταχύτητες, τότε τα μικρά παιδιά νομίζουν ότι το πιο γρήγορο, αυτό που διέτρεξε μεγαλύτερη απόσταση, κινήθηκε για περισσότερο χρόνο. Αυτή η υποτιθέμενη ανικανότητα των μικρότερων παιδιών να αντιληφθούν τη διάρκεια αμφισβητήθηκε από μετέπειτα πειραματισμούς που έδειξαν ότι τα μικρά παιδιά αντιλαμβάνονται αρκετά καλά τις διάρκειες.

Σε ορισμένα από αυτά τα πειράματα, που περιλαμβάνουν δύο διάρκειες αναφοράς, ζητείται από το παιδί να ταξινομήσει τις ενδιάμεσες διάρκειες σε βραχείες και μακρές. Τα ερεθίσματα μπορεί να είναι οπτικά ή ακουστικά. Παρουσιάζεται, για παράδειγμα, ένα βραχύ ερέθισμα των 2 sec και ένα άλλο μακρό των 8 sec και, κατόπιν, παρουσιάζονται ερεθίσματα που ποικίλλουν σε διάρκεια από τα 2 έως τα 8 sec που το άτομο καλείται να ταξινομήσει σε βραχέα (πιο κοντά στη διάρκεια αναφοράς των 2 sec) και μακρά (πιο κοντά στη διάρκεια αναφοράς των 8 sec). Σε αυτό το παράδειγμα, το «τέλειο» άτομο θα ταξινομήσει ως βραχείες όλες τις κάτω των 5 sec διάρκειες και ως μακρές όλες τις άνω των 5 sec και θα είχε μία στις δυο πιθανότητες να τοποθετήσει τη διάρκεια των 5 sec στην κατηγορία «μακρά» και μια στις δυο στην κατηγορία «βραχεία». Τα παιδιά των 3 ετών βρίσκονται μακράν αυτής τελειότητας, δεν απαντούν όμως κατά τύχη, ενώ τα παιδιά των 8 ετών την προσεγγίζουν περισσότερο (εικ. 2).

Άλλοι πειραματισμοί που απευθύνονται στα παιδιά δεν περιλαμβάνουν παρά μόνο μία διάρκεια αναφοράς, ενώ παρέχονται ερεθίσματα των οποίων η διάρκεια ποικίλλει γύρω από αυτήν, τα οποία καλείται το παιδί να ταξινομήσει ως ίδια ή μη προς αυτήν. Η εικόνα 3 δείχνει τα αποτελέσματα παιδιών 5-8 ετών σε μια τέτοια δοκιμασία όπου η διάρκεια αναφοράς είναι 4 sec. Οι απαντήσεις των παιδιών των 8 ετών είναι ακριβέστερες από τις απαντήσεις των παιδιών των 5 ετών (Droit-Volet et al., 2005).

Η πλειονότητα των εργασιών σχετικά με τον χρόνο στα νεογνά και τα παιδιά είναι μελέτες του ρυθμού. Οι ισόχρονοι ρυθμοί αποτελούν τις βάσεις για τη μέτρηση του χρόνου. Οι ρυθμικές δομές είναι επαναλήψεις συνόλων βραχέων χρονικών διαστημάτων, ενώ στο εσωτερικό των συνόλων αυτών υπάρχουν γενικώς απλές σχέσεις μεταξύ των διαστημάτων, το ένα δηλαδή είναι το διπλό, το τριπλό κ.λπ. του άλλου. Εδώ και 30 χρόνια, μια διάσημη μελέτη του ρυθμού μυζητικών κινήσεων των νεογέννητων, κινήσεων που δεν αποσκοπούν σε διατροφή, έδειξε την προτίμησή τους προς τη φωνή της μητέρας τους (DeCasper & Fifer, 1980). Άλλα πειράματα σε βρέφη 2 μηνών χρησιμοποίησαν την κατεύθυνση του βλέμματος και την ενεργοποίηση της προσοχής από κάτι νεοφανές για να δείξουν ότι σε αυτή την ηλικία τα βρέφη είναι ικανά να διακρίνουν δύο ρυθμικές δομές (Demany et al., 1977; Demany, 1979). Το βρέφος βρίσκεται σε μια καμπίνα. Σε 20° στα αριστερά του παρουσιάζεται ένας φωτεινός στόχος που προσελκύει το βλέμμα. Ο παρατηρητής παρατηρεί τις κινήσεις των ματιών του. Μόλις το βρέφος κοιτάξει τον στόχο, ακούγεται μια ακολουθία ήχων που διαρκεί όσο το βρέφος κοιτάζει τον στόχο, ενώ σταματά όταν τα μάτια εγκαταλείπουν τον στόχο για να ξαναρχίσουν μόλις επιστρέψουν εκεί. Η πηγή της ηχητικής ακολουθίας είναι ακριβώς πίσω από τον στόχο. Καταγράφεται η διάρκεια των διαδοχικών καθηλώσεων του βλέμματος στον στόχο. Τα βρέφη των 2 μηνών διακρίνουν μεταξύ R1 και R2, όπως και μεταξύ R3 και R4, όπως δείχνει η αύξηση της διάρκειας των καθηλώσεων. Δεν διακρίνουν το R5 από το R6, αντίθετα προς τα βρέφη των 5 μηνών (εικ. 4).

Εικόνα 4.  Ρυθμικές ακολουθίες που παρουσιάζονται σε βρέφη (προσαρμογή από Demany, 1979).
Εικόνα 4. Ρυθμικές ακολουθίες που παρουσιάζονται σε βρέφη (προσαρμογή από Demany, 1979).

Στα παιδιά προσχολικής ηλικίας, η δυσκολία στην αντίληψη και τον χειρισμό των χρονικών διαστημάτων συνδέθηκε με δυσκολίες μάθησης, ιδίως της ανάγνωσης (Tallal, 2004). Μια παλιά εργασία της Stambak (1951) είχε ήδη σημειώσει τις δυσκολίες των παιδιών με δυσλεξία να επαναλάβουν ρυθμικές δομές. Η δοκιμασία της Stambak (εικ. 5) χρησιμοποιήθηκε σε μια ευρύτατη μελέτη σε σχολικό περιβάλλον στη Γαλλία, που περιλάμβανε μια μακροπρόθεσμη παρακολούθηση πολλών εκατοντάδων παιδιών από το νηπιαγωγείο μέχρι το δημοτικό (Chevrie-Muller et al., 2005; Dellatolas et al., 2007). Τα αποτελέσματα έδειξαν πως υπάρχει πράγματι ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στην ικανότητα του παιδιού να αναπαράγει ρυθμούς στο νηπιαγωγείο και στην αναγνωστική του επίδοση όταν φοιτήσει στη δεύτερη τάξη του δημοτικού (εικ. 6 και 7). Για την ερμηνεία αυτής της συσχέτισης μπορούν να προωθηθούν πλείστες υποθέσεις που όλες τους έχουν προταθεί για να εξηγήσουν την αναπτυξιακή δυσλεξία:

  • Η αντιληπτική υπόθεση, που τονίζει την ικανότητα αντίληψης των διαφορών ανάμεσα σε διαφορετικές διάρκειες.
  • Η κινητική υπόθεση, που προτείνει ότι τόσο η αναπαραγωγή των ρυθμών και η ανάγνωση εξαρτώνται από κινητικά προγράμματα.
  • Η διαισθητηριακή υπόθεση που εμμένει στο πέρασμα από έναν αντιληπτικό τρόπο σε έναν άλλο και στις σχέσεις μεταξύ αντίληψης και κινητικής δραστηριότητας.

Οι υποθέσεις περί προσοχής και μνήμης εργασίας, που προτείνουν ότι ο καθοριστικός παράγοντας είναι η λιγότερο ή περισσότερο δραστήρια ή, αντίθετα, η παθητική στάση του παιδιού έναντι του ερεθίσματος. Έτσι, ορισμένα παιδιά δεν οικειοποιούνται το ερέθισμα, π.χ. δεν το επαναλαμβάνουν νοερά στο μυαλό τους, μένουν εκτός, το ακούν κατά τρόπο εντελώς παθητικό.

Εικόνα 6. Κατανομή της επίδοσης στη δοκιμασία του Stambak σε 1028 παιδιά 5 έως 6 ετών.
Εικόνα 6. Κατανομή της επίδοσης στη δοκιμασία του Stambak σε 1028 παιδιά 5 έως 6 ετών.

Άλλες εργασίες πάνω στους ρυθμούς των παιδιών και των ενηλίκων ενδιαφέρθηκαν για το αυθόρμητο τέμπο, που είναι η προτιμώμενη συχνότητα με την οποία χτυπάμε το χέρι πάνω στο τραπέζι, για τον συγχρονισμό του ρυθμικού χτυπήματος με ένα εξωτερικό ερέθισμα ή για τη διάκριση ανάμεσα σε δυο τέμπο με ελαφρώς διαφορετική συχνότητα (Fraisse, 1974; Baruch & Drake, 1997; Provasi & Bobin-Bègue, 2003). Το προτιμώμενο αυθόρμητο τέμπο είναι ελαφρώς κατώτερο των 2 κτύπων/min στον ενήλικα, αλλά ταχύτερο στο μικρό παιδί και λίγο βραδύτερο στον ηλικιωμένο.

Εικόνα 7. 692 μαθητές της δευτέρας δημοτικού έχουν κατανεμηθεί σε 5 ίδιες ομάδες ανάλογα με τις επιδόσεις τους σε δοκιμασίες ανάγνωσης: η ομάδα 0 περιλαμβάνει το 20% των παιδιών, τα πιο αδύναμα στην ανάγνωση, η ομάδα 4 το 20% των παιδιών, τα πιο καλά στην ανάγνωση. Η εικόνα δείχνει τη μέση επίδοση ανά ομάδα ανάγνωσης, των ίδιων παιδιών, στη δοκιμασία αναπαραγωγής ρυθμών του Stambak που είχε πραγματοποιηθεί 2 χρόνια πριν.
Εικόνα 7. 692 μαθητές της δευτέρας δημοτικού έχουν κατανεμηθεί σε 5 ίδιες ομάδες ανάλογα με τις επιδόσεις τους σε δοκιμασίες ανάγνωσης: η ομάδα 0 περιλαμβάνει το 20% των παιδιών, τα πιο αδύναμα στην ανάγνωση, η ομάδα 4 το 20% των παιδιών, τα πιο καλά στην ανάγνωση. Η εικόνα δείχνει τη μέση επίδοση ανά ομάδα ανάγνωσης, των ίδιων παιδιών, στη δοκιμασία αναπαραγωγής ρυθμών του Stambak που είχε πραγματοποιηθεί 2 χρόνια πριν.

Διερευνήσαμε την ικανότητα μέτρησης βραχείας διάρκειας ήχων που παρουσιάζονται σε διαφορετικές συχνότητες. Η εικόνα 8 δείχνει ότι η ακρίβεια της μέτρησης πέφτει για συχνότητες ανώτερες των 3 sec. Υποθέσαμε ότι όταν η συχνότητα είναι πολύ υψηλή ώστε οι ήχοι να καταμετρηθούν ένας προς ένας, τα άτομα ομαδοποιούσαν τους ήχους σε πακέτα (π.χ. των 3 ή των 7) και απαριθμούσαν τα πακέτα. Τα πρόδρομα αποτελέσματα μας υποδεικνύουν ότι η ικανότητα κατάτμησης σε πακέτα ισόχρονου ρυθμού ποικίλλει από άτομο σε άτομο: οι περισσότεροι, ακόμα και υψηλού επιπέδου, δεν είναι σε θέση να το κάνουν, ενώ μια μικρή μειονότητα τα καταφέρνει χωρίς πρόβλημα και «ακούει» πακέτα που δεν είναι καθόλου παρόντα στο ερέθισμα. Αυτά τα άτομα μας ενδιαφέρουν διότι μας επιτρέπουν να προσεγγίσουμε ελάχιστα το μεγάλο πρόβλημα, εάν δηλαδή ο χρόνος και ο χώρος ανήκουν στον αυθεντικό κόσμο ή μόνο στον κόσμο που συλλαμβάνουμε με το πνεύμα μας.

Εικόνα 8. Οι φοιτητές πρέπει να μετρήσουν βραχείς ήχους που παρουσιάζονται με συχνότητες που ποικίλλουν μεταξύ 1 και 5 sec. Η εικόνα δείχνει τη σχέση μεταξύ επιτυχούς μέτρησης και συχνότητας.
Εικόνα 8. Οι φοιτητές πρέπει να μετρήσουν βραχείς ήχους που παρουσιάζονται με συχνότητες που ποικίλλουν μεταξύ 1 και 5 sec. Η εικόνα δείχνει τη σχέση μεταξύ επιτυχούς μέτρησης και συχνότητας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Aschoff J. On the perception of time during prolonged temporal isolation. Human Neurobiology, 1985, 4, 41-52.

Baruch C, Drake C. Tempo discrimination in infants. Infant behavior and development, 1997, 20, 573-577.

Brown NR, Rips LJ, Shevell SK. The subjective dates of natural events in very-long term memory. Cognitive Psychology, 1985, 17, 139-177.

Chevrie-Muller C, Watier L, Arabia J, Arabia C, Dellatolas G. Repérage par les enseignants des difficultés de langage et de comportement chez 2059 enfants âgés de 3,5 ans. Revue d’ Epidémiologie et de Santé Publique, 2005, 53, 645-57.

DeCasper AJ, Fifer WP. “On human bonding”: newborns prefer their mother’s voices. Science, 1980, 208, 1174-1176.

Dellatolas G, Watier L, Giannopulu I, Chevrie-Mullet C. Comportement perturbateur, difficultés d’attention et apprentissages entre 3,5 et 8 ans : une étude longitudinale en milieu scolaire. Archives de Pédiatrie, 2007, 14, 227-237.

Demany L, McKenzie B, Vurpillot E. Rhythm perception in early infancy. Nature, 1977, 266, 718-719.

Demany L. L’appréhension perceptive des structures temporelles chez le nourrisson. In P. Fraisse et al. (Eds). Du temps biologique au temps psychologique. PUF, Paris, 1979, 217-226.

Droit-Volet S, Provasi J, Delgado M, Clément A. Le développement des capacités de jugement des durées chez l’enfant. Psychologie Française, 2005, 50, 145-166.

Fraisse P. Temporal isolation, activity rhythms, and time estimation. In JL Rasmussen (Ed), Man in isolation and confinement, Chicago, Aldine, 1963, 85-98.

Fraisse P. Psychologie du rythme. PUF, 1974, Paris.

Friedman WJ. About time. MIT Press, Cambridge, 1990.

Friedman WJ. Image and verbal processes in reasoning about the months of the year. Journal of Experimental Psychology: Learning, Memory and Cognition, 1983, 9, 650-666.

Gibbon J, Church RM, Meck WH. Scalar timing in memory. In: Gibbon J, Allan L (Eds). Timing and time perception. NY Academy of Sciences, 1984, 52-77.

Guyau JM. La genèse de l’idée du temps. Paris, Alcan.

Hafele JC, Keating RE. Around-the-World atomic clocks: observed relativistic time gains. Science, 1972, 177, 168-170.

Harrington DL, Haaland KY, Knight RT. Cortical networks underlying mechanisms of time perception. The Journal of Neurosciences, 1998, 18, 1085-1095.

Harrington DL, Haaland KY, Hermanowicz N. Temporal processing in the basal ganglia. Neuropsychology, 1998, 12: 3-12.

Ivry RB, Spencer R. The neural representation of time. Current opinion in Neurobiology, 2004, 14, 225-232.

Lestienne R. Les fils du temps : causalité, entropie, devenir. CNRS Editions, Paris, 2007.

Meck WH. Functional and neural mechanisms of interval timing. Boca Raton FL, CRC Press, 2003.

Morton J. Repeated items and decay in memory. Psychonomic Science, 1968, 10:219-220.

Pouthas V. Analyse des conduites observées au cours de conditionnements au temps chez l’animal. In P. Fraisse et al. (Eds). Du temps biologique au temps psychologique. PUF, Paris, 1979, 149-160.

Provasi J, Bobin-Bègue A. Spontaneous motor tempo and rhythmical synchronistion in 21/2 – and 4-year-old children. International Journal of Behavioral Development, 2003, 27, 220-231.

Ribot T. Les maladies de la mémoire. Paris, Alcan, 1901.

Servière J, Miceli C, Galifret Y. Electrophysiological correlates of the visual perception of “instantaneous” and “durable”. Vision Research, 1977, 17, 57-63.

Stambak M. Le problème du rythme dans le développement de l’enfant et dans les dyslexies d’évolution. Enfance, 1951, 4, 481-502.

Stubbs A. The discrimination of stimulus duration by pigeons. Journal of Experimental Analysis of Behavior, 1968, 11, 223-238.

Tallal P. Improving language and literacy is a matter of time. Nature reviews Neurosci, 2004, 5, 721-728.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.