Μάριος Μπέγζος
Καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας
στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών
σύναψις 11 [2008 – τόμος 04]
Ι. Φύση, θρησκεία και χρόνος
Οι δυο κρατούσες αντιλήψεις για τον χρόνο είναι η κυκλική και η γραμμική. Αυτές αντιστοιχίζονται στις δυο κατηγορίες θρησκειών1 που είναι ο πολυθεϊσμός και μονοθεϊσμός. Και στις δυο περιπτώσεις, τόσο του χρόνου όσο και της θρησκείας, ο άνθρωπος διαχειρίζεται την φύση είτε εκείνη που τον περιέχει ως φυσικό περιβάλλον είτε εκείνη που τον διακατέχει ως ανθρώπινη φύση (conditio humana). Πρόκειται για δυο διαφορετικές στάσεις του ανθρώπου απέναντι στη φύση. Στον πολυθεϊσμό με τον κυκλικό χρόνο ο άνθρωπος μετέχει στην φύση, ενώ στον μονοθεϊσμό με τον γραμμικό χρόνο ο άνθρωπος κατέχει την φύση.
Η αρχαιότερη και οικουμενικότερη έκφανση της θρησκευτικής εμπειρίας της ανθρωπότητας επονομάζεται πολυθεϊσμός. Υιοθετεί την κυκλική αντίληψη του χρόνου και αποδέχεται την μετοχή του ανθρώπου μέσα στην φύση σαν να πρόκειται για την μήτρα της Μεγάλης Μητέρας Θεάς (Magna Matter). Στον πολυθεϊσμό εντάσσονται τα περισσότερα και τα παλαιότερα θρησκεύματα από τις πρωτογονικές φυσικές θρησκείες και την ελληνορωμαϊκή θρησκευτικότητα μέχρι τα ινδικά, κινεζικά και ιαπωνικά θρησκεύματα της ΄Απω Ανατολής.
Η επωνυμία «πολυθεϊσμός» είναι παραπλανητική, διότι η κεντρική πίστη δεν είναι η ύπαρξη δήθεν πολλών θεοτήτων, αλλά η πίστη στην φύση που είναι μία, υπέρτατη, αθάνατη και γι’ αυτό θεία, θεϊκή, η οποία όμως προσωποποιείται σε πάμπολλες θεότητες. Όπως η ανθρωπότητα είναι μία και οι άνθρωποι πολλοί, έτσι ακριβώς η θεότητα είναι μία, η ίδια η φύση, αλλά υποστασιάζεται σε πάμπολλες θεότητες που καθεμιά προσωποποιεί μια ιδιότητα του σύμπαντος (νερό, φωτιά, ουρανό κ.λπ.) ή μια ανθρώπινη δεξιότητα (σοφία, τέχνη, επινοητικότητα κ.λπ.).
Σε κάθε περίπτωση η ενότητα (αλλά όχι η μοναδικότητα) ανήκει στην φύση που αναγορεύεται σε θεία, ενώ η πολλαπλότητα αφορά στην έκφραση της μιας φυσικής θεότητας σε επιμερισμό πολυποίκιλων μορφών είτε του φυσικού περιβάλλοντος που εξωτερικεύεται είτε της ανθρώπινης φύσης που εσωτερικεύεται. Το ελληνικό δωδεκάθεο, το ρωμαϊκό πάνθεο ή το ινδικό θεϊκό σύμπαν μπορεί να περιλαμβάνει απειράριθμες προσωποποιήσεις της μιας κι ενιαίας φύσης που θεοποιείται. Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για «πολυθεϊσμό», αλλά για ενοθεϊσμό, όπου το θείο είναι ένα, αλλά όχι μοναδικό, όπως συμβαίνει με τον μονοθεϊσμό.
Μέσα στους κόλπους του λεγόμενου πολυθεϊσμού και ως κριτική ενάντια σε αυτόν αναδύεται ο μονοθεϊσμός που εκτυλίσσεται σε τρία επάλληλα στρώματα. Το αρχαιότερο είναι ο ιουδαϊσμός2 που εμφανίζεται στην δεύτερη προχριστιανική χιλιετία. Το επόμενο στρώμα του μονοθεϊσμού είναι ο χριστιανισμός3. Το νεότερο και τελευταίο μέχρι στιγμής στρώμα είναι το Ισλάμ (μουσουλμανισμός)4 που αναδύεται τον 7ο μ. Χ. αιώνα. Κοινός παρονομαστής των τριών μονοθεϊστικών θρησκειών είναι ο χώρος της ανάδυσής τους. Πρόκειται για την Μέση Ανατολή, το τεράστιο γεωγραφικό τόξο από την Μεσοποταμία μέχρι την Αίγυπτο και την Αραβία, με νοητό επίκεντρο την Παλαιστίνη και ιδεατή πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ, όπου συνωστίζονται τα μείζονος σημασίας ιερά προσκυνήματα των τριών μονοθεϊσμών για τα οποία ερίζουν ακόμα στις ημέρες μας.
Κεντρική πίστη του μονοθεϊσμού είναι η ύπαρξη Ενός και Μοναδικού Θεού με αρσενική μορφή και πατρική υπόσταση (Θεός Πατήρ). Η αποκλειστικότητα του Ενός και Μοναδικού Θεού χαρακτηρίζει τον μονοθεϊσμό αφετηριακά και θεμελιακά έτσι ώστε η ύπαρξή Του αναιρεί την υπόσταση της πλειάδας των θεοτήτων, αρσενικών και θηλυκών εξίσου. Η διαφορά ανάμεσα στον πολυθεϊσμό και τον μονοθεϊσμό δεν είναι ποσοτική, αλλά ποιοτική.
Δεν πρόκειται για την ποσοτική διαφορά μεταξύ του ενικού και του πληθυντικού αριθμού της θεότητας ως ενότητας στον μονοθεϊσμό και σαν πολλαπλότητας στον πολυθεϊσμό αντιστοίχως. Αυτό που προέχει είναι η ποιοτική διαφορά ανάμεσα στην ποικιλότητα του πολυθεϊσμού και στην μοναδικότητα του μονοθεϊσμού. Χάρη σε αυτήν υπεισέρχεται η κυρίαρχη στον μονοθεϊσμό έννοια της αποκλειστικότητας του Θεού έναντι των άλλων θεών. Στον πολυθεϊσμό έχουμε ενότητα του θείου και πολλαπλότητα μαζί, ενώ στον μονοθεϊσμό υφίσταται η ενότητα του θείου μαζί με την μοναδικότητα. Αυτό ακριβώς είναι που συν-επάγεται την αποκλειστικότητα και την συνακόλουθη ανωτερότητα του μονοθεϊστικού Θεού έναντι των πολυθεϊστικών θεοτήτων.
ΙΙ. Ο κυκλικός χρόνος του πολυθεϊσμού
Πολυθεϊσμός και μονοθεϊσμός εκπροσωπούν δυο εντελώς διαφορετικές στάσεις του ανθρώπου απέναντι στην φύση5. Στην πρώτη περίπτωση, την πολυθεϊστική, επικρατεί η φυσικότητα μαζί με την ενδοκοσμικότητα της θεϊκής οντότητας. Στην άλλη περίπτωση, την μονοθεϊστική, κυριαρχεί η υπερφυσικότητα μαζί με την υπερβατικότητα του θείου στοιχείου.
Στον πολυθεϊσμό ο άνθρωπος και ο θεός μετέχουν στην φύση, εντάσσονται και υποτάσσονται σε αυτήν, γι’ αυτό και οι θεοί διαθέτουν όλα τα ανθρώπινα πάθη, θετικά και αρνητικά εξίσου, χωρίς ποτέ να παύουν να είναι θεϊκά όντα. Η διαφορά θεού – ανθρώπου είναι ο θάνατος: οι θεοί είναι αθάνατοι και οι άνθρωποι μένουν θνητοί. Τόσο όμως οι θεοί όσο και οι άνθρωποι πάσχουν εξίσου από τα ίδια πάθη της φύσης, εκφράζουν φυσικά φαινόμενα και ανθρώπινες δεξιότητες, χωρίς ποτέ να αναιρείται η φύση τόσο η εξωτερική, κοσμική, συμπαντική του φυσικού περιβάλλοντος (ο «κόσμος») όσο και η εσωτερική, ψυχική, ανθρώπινη (η «ψυχή»).
Εάν η φύση είναι ένας κύκλος, τότε τα δυο μόρια της είναι το ανώτερο – θείο και το κατώτερο – ανθρώπινο μέρος αυτού του κύκλου. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι το ιδεώδες σχήμα είναι ο κύκλος και το ιδανικό σώμα είναι η σφαίρα. Ο δισδιάστατος κύκλος αντιστοιχίζεται στην τρισδιάστατη σφαίρα. Οι δυο αυτές σχηματοποιήσεις, η κυκλοτερής και η σφαιροειδής, αποδίδουν το σχήμα της τελειότητας, της ενότητας και της κλειστότητας βεβαίως.
Η μήτρα είναι εκείνο το ανατομικό στοιχείο που αποδίδει την κυκλοτερή και σφαιροειδή σύλληψη της πραγματικότητας με τον καλύτερο κι αμεσότερο τρόπο. Η μήτρα κάνει την μητέρα κι είναι η πρώτη ύλη του σύμπαντος όπως προσεπιμαρτυρείται από την λατινική ορολογία: matrix (μήτρα) – matter (μητέρα) – material (ύλη). Η φύση προσομοιάζει με την μήτρα που κάνει την μητέρα να γεννά και να αναγεννά, να δίνει ζωή, να αναπαράγει και να διαιωνίζει την ζωή. Υπάρχει η φύση στο βαθμό που υπάρχει ζωή κι αυτή με την σειρά της υφίσταται ως ζωή, εφόσον αναπαράγεται στον χώρο και διαιωνίζεται στον χρόνο, δηλαδή ανακυκλώνεται κι επαναλαμβάνεται αέναα κι αιώνια.
Η αέναη ανακύκληση και η αιώνια επανάληψη του ομοίου είναι το κοσμοείδωλο του πολυθεϊσμού που αναπαρίσταται με πληθώρα συμβολισμών και απειρία μύθων. Με αυτήν την έννοια ο πολυθεϊσμός προκρίνει το θηλυκό στοιχείο και υπονοεί μια κάποια «μητριαρχία», όπου η φύση εκλαμβάνεται ως η Μεγάλη Μητέρα Θεά (Magna Matter).6 Ο άνθρωπος και ο θεός, καθένας θεός και καθεμιά θεά, προέρχονται από την μητέρα φύση, ανήκουν σε αυτήν και καταλήγουν στους κόλπους της για να αναγεννηθούν με την θεωρία της μετεμψύχωσης ή μετενσάρκωσης αλλάζοντας ενδεχομένως μορφή.
Τα όντα εντάσσονται στην φύση, υποτάσσονται σε αυτήν, μετέχουν στην φύση χωρίς ποτέ να την κατέχουν, αφού κάτι τέτοιο θεωρείται «ύβρις» και επιφέρει την θεία «δίκη». Η ενότητα επιβάλλει την κυκλικότητα κι αυτή με την σειρά της προβάλλει την αναγκαιότητα. Ο ρυθμός της φύσης επαναλαμβάνεται αδιατάρακτα, εναλλάσσεται χωρίς όμως ποτέ να αλλάζει ριζικά, επειδή ισχύει η ανάγκη είτε ως μοίρα είτε ως νόμος. Ο άνθρωπος είναι υπάκουος στην μοίρα της ζωής και υπήκοος στον νόμο της φύσης.
Ο χρόνος7 εκλαμβάνεται ως ένας κύκλος με αέναη ανακύκληση και επανάληψη του ομοίου. Βεβαίως υπάρχουν διαφορές, όπως στον ημερήσιο κύκλο της νύχτας και της ημέρας ή στον ετήσιο κύκλο των τεσσάρων εποχών, καθώς επίσης και στον σεληνιακό κύκλο των 27 περίπου ημερών που αντιστοιχεί στον γυναικείο κύκλο της γονιμότητας. Ουσιαστικά όμως δεν συμβαίνει τίποτε καινούργιο, καμιά καινοτομία, ουδεμία ποιοτική αλλαγή, καμιά ριζική διαφοροποίηση: «ουδέν καινόν υπό τον ήλιον»! Στον κύκλο της φυσικής αναγκαιότητας υποτάσσονται θεοί και άνθρωποι εξίσου: «ανάγκα και θεοί πείθονται»!
Η τελειότητα του χρόνου με την κυκλική αντίληψη του πολυθεϊσμού έγκειται στην στέρηση της αλλαγής που είναι συνονόματη της τροπής και συνεπάγεται την φθορά: ό,τι αλλάζει αυτό τρέπεται, μετατρέπεται, άρα φθείρεται, χάνεται, αλλοιώνεται, δηλαδή αλλάζει, διαφοροποιείται και καταστρέφεται. Ο τέλειος χρόνος του κύκλου είναι ο απαράλλακτος χρόνος, άνευ τροπής και δίχως φθορά, ο χρόνος που ουσιαστικά δεν είναι χρόνος, διότι ο πραγματικός χρόνος της ζωής επιφέρει αλλαγές. Αυτός ο άχρονος χρόνος του κύκλου, δηλαδή ο χρόνος χωρίς την αλλαγή της ζωής, επονομάζεται «αιών». Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο αιώνας είναι «ο αεί χρόνος», δηλαδή ο παντοτινά απαράλλακτος χρόνος, χωρίς αλλαγή και δίχως φθορά.8 Κατά τον Αριστοτέλη, η λέξη «αιών» ετυμολογείται από το «αεί – ων».9
΄Ετσι πια, ο χρόνος του πολυθεϊσμού ως κυκλοτερής είναι για τον Πλάτωνα η αριθμητική εικόνα της αιωνιότητας: «κατ’ αριθμόν ιούσαν αιώνιον εικόνα».10 Για τον Αριστοτέλη, ο χρόνος ως κύκλος αποτελεί την αρίθμηση της κίνησης: «ου γαρ κίνησις ο χρόνος, αλλ’ αριθμός κινήσεως»,11 «τούτο γαρ εστίν ο χρόνος, αριθμός κινήσεως κατά το πρότερον και ύστερον».12 Η ακριβής και αδιάψευστη εξήγηση που παρέχεται από τον Αριστοτέλη είναι η συνάφεια του χρόνου με την αλλαγή και συνεπώς με την φθορά και την καταστροφή των όντων: «φθοράς γαρ αίτιος καθ’ αυτόν μάλλον ο χρόνος».13
Το πολυθεϊστικό κοσμοείδωλο με τον κυκλοτερή χρόνο προσφέρει μια δυνατότητα και στερεί μια άλλη. Η θετική προσφορά του συνίσταται στην αναβάθμιση της φύσης έναντι θεού και ανθρώπου, στην πρόταξη της φυσικότητας, στην καταξίωση της ενδοκοσμικότητας, στην εμβίωση της ενότητας με την αρμονική συμβίωση θείου – ανθρωπίνου και φυσικού στοιχείου, στην καθιέρωση της αρμονίας και στην οικειότητα των όντων με την μακαριότητα του μητρικού κόλπου και την εξασφάλιση της ζωής τόσο στον πολλαπλασιασμό της μέσα στον χώρο όσο και στην διαιώνισή της στον «πανδαμάτορα» χρόνο που τρέπει και φθείρει τα όντα.
Η αρνητική συνεισφορά του πολυθεϊσμού που εξεικονίζεται απαράμιλλα στον κυκλικό χρόνο είναι η επιβολή της αναγκαιότητας ως αδήριτης μοίρας κι ως απαράβατου νόμου. Αυτό συμβαίνει παραδειγματικά με τον Προμηθέα που τιμωρείται επειδή διέπραξε την «ύβρι» να κλέψει την φωτιά από τους θεούς, δηλαδή από την ίδια την φύση, και με το πυρ να δαμάσει το σίδηρο για να κατασκευάσει εργαλεία και όπλα, δηλαδή μέσα κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στην φύση και στην κοινωνία.
Το τίμημα της αρμονίας είναι η ανάγκη. Το κόστος της φυσικότητας είναι η αναγκαιότητα. Ο φόρος που καταβάλλεται για την εμβίωση της ενότητας με την φύση είναι η κλειστότητα του σύμπαντος. Η ελευθερία ως αυτονομία του ανθρώπου και αυτοπροσδιορισμός του απουσιάζει από την κυκλικότητα του πολυθεϊσμού. Ο κύκλος του χρόνου βιώνεται ως «φαύλος κύκλος». Οι δεσμοί του ανθρώπου με την φύση και τις θεότητές της αποβαίνουν δεσμά. Τελικά, ο κύκλος της μήτρας καταντά κλοιός που επείγει να τον θραύσει καθένας ο οποίος τον εισπράττει με έναν τέτοιο τρόπο.
ΙΙΙ. Ο γραμμικός χρόνος του μονοθεϊσμού
Διέξοδος στις εσωτερικές αντιφάσεις και στα αναντίρρητα αδιέξοδα του πολυθεϊσμού με την κυκλικότητα του χρόνου δίνεται από τον μονοθεϊσμό που προκρίνει το εντελώς αντίθετο κοσμοείδωλο. Στον μονοθεϊσμό διακρατείται η προτεραιότητα της ενότητας, αλλά αντικαθίσταται η κλειστότητα του πολυθεϊσμού από την ανοικτότητα. Αυτό σημαίνει ότι η κυκλικότητα παραχωρεί την θέση της στην γραμμικότητα. Η ανακύκληση υποχωρεί ενώπιον της εξέλιξης. Η ανάγκη υποκαθίσταται από την ελευθερία. Ο φυσικός νόμος αντικαθίσταται από την ανθρώπινη βούληση. Ο άνθρωπος δεν μετέχει πλέον στην φύση, αλλά κατέχει την φύση. Δεν υποτάσσεται στην φύση, παρόλο που ακόμα εντάσσεται σε αυτήν.
Αυτή η αντίσταση του ανθρώπου δηλώνεται ως παρέμβασή του στην φύση κι αυτό λέγεται ιστορία. Κάθε παρέμβαση του ανθρώπου στην φύση γεννά την ιστορία. Εάν στην φύση δικαιώνεται η ισχύς («το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό», «ο θάνατός σου η ζωή μου», «homo homini lupus et non deus»), τότε στην κοινωνία ισχύει το δίκαιο και μάλιστα δικαιώνεται ο ασθενέστερος που τυχαίνει να είναι ο αδικημένος.
Εάν στον πολυθεϊσμό κυριαρχεί η φύση, στον μονοθεϊσμό πρυτανεύει η ιστορία με την έννοια της ελεύθερης και αυτοπρόσωπης πρωτοβουλιακής παρέμβασης του ανθρώπου μέσα στην φύση και μάλιστα πάνω στην φύση. Επίγειο πρότυπο της ελευθερίας της βούλησης είναι ο άνθρωπος και επουράνιο αντίστοιχο είναι ο Θεός. Αυτός ο Θεός είναι ΄Ενας και Μοναδικός, παραμένοντας αποκλειστικός έναντι όλων των άλλων θεοτήτων που βίαια εξοντώνονται («Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου, ουκ έσονταί σοι έτεροι θεοί πλην εμού»).
Ο Θεός του μονοθεϊσμού είναι αρσενικός κατά το φύλο κι όχι βέβαια θηλυκός. Επιπλέον παραμένει πατρικός στην λειτουργία και όχι άλλο πια μητρικός. Ο πατρικός Θεός με πατριαρχική λειτουργία εκλαμβάνεται ως φαλλικός στην τριπλή συμβολοποίηση του σκήπτρου του κράτους, του ξίφους της εξουσίας και της γραφίδας του ιερατείου που υποκαθιστούν την μήτρα της μητέρας. Ο μονοθεϊστικός Θεός είναι γραμμικός κι όχι κυκλικός, κυβικός κι όχι σφαιρικός, ουράνιος και όχι γήινος κ.ο.κ.
Ο χρόνος του μονοθεϊσμού δεν είναι κυκλικός, αλλά γραμμικός με ευθύγραμμη φορά και μάλιστα μη αντιστρεπτός με αρχή, μέση και τέλος. Αρχή είναι η Δημιουργία του Κόσμου από τον Ένα και Μοναδικό Θεό («Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γη» Γεν. 1, 1 – «Πιστεύω εις ένα Θεόν, Πατέρα Παντοκράτορα, Ποιητήν ουρανού και γης»). Μέση είναι η εμφάνιση του Μεσσία στον ιουδαϊσμό, του Ιησού Χριστού, Υιού και Λόγου του Θεού στον χριστιανισμό ή του Προφήτη στο Ισλάμ για την σωτηρία του ανθρώπου. Το τέλος είναι η Κρίση του κόσμου από τον Θεό με την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και την έλευση της Βασιλείας του Θεού σύμφωνα με την χριστιανική εκδοχή. Ο γραμμικός χρόνος κινείται ευθύγραμμα, χωρίς αναστροφή, με σταθερή κι απαρέγκλιτη φορά από το παρελθόν προς το μέλλον χωρίς καμιά δυνατότητα επιστροφής, ανακύκλησης ή επανάληψης.
Οι τρόποι υπάρξεως του χρόνου, παρελθόν – παρόν – μέλλον, διαφοροποιούνται ριζικά, ποιοτικά και ουσιαστικά, δηλαδή οντολογικά. Το παρελθόν είναι γνωστό, αλλά μένει απαράλλακτο. Το παρόν είναι γνωστό και μεταβλητό, αλλά ισχύει φευγαλέα ως απειροελάχιστο κι απροσδιόριστο διάλειμμα μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Το μέλλον είναι άγνωστο, αλλά παραμένει μεταλλάξιμο, επιδεκτικό αλλαγής και μάλιστα πλήρες καινοτομίας.
Εκείνη η διάσταση του χρόνου που προκρίνεται από τον μονοθεϊσμό είναι το μέλλον, επειδή η ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο (η αποκαλυπτική προσδοκία της «καινής Ιερουσαλήμ», της «καινής γης» και του «καινού ουρανού») τοποθετείται μελλοντικά καθώς επίσης η επανεμφάνιση του Δημιουργού Θεού ως κριτή του σύμπαντος ανήκει στο μέλλον και μάλιστα στο τέλος του τέλους του χρόνου που ονομάζεται τα «έσχατα», οι «έσχατοι χρόνοι». Επειδή η ιδιάζουσα έμφαση του μονοθεϊσμού είναι στα έσχατα, γι’ αυτό το κοσμοείδωλό του αποκαλείται εσχατολογική οντολογία14 με την έννοια ότι η αλήθεια των όντων (οντολογία) αποκαλύπτεται στο τέλος του χρόνου και στα έσχατα της ιστορίας (εσχατολογία).
Εάν ο πολυθεϊσμός θεμελιώνεται στην φύση και προωθεί την ενδοκοσμικότητα και την φυσικότητα, γι’ αυτό το κοσμοείδωλό του αποκαλείται κοσμολογική οντολογία, τότε ο μονοθεϊσμός υπερβαίνει την φύση, προκρίνει την ιστορία,15 προτάσσει τα έσχατα, γι’ αυτό επονομάζεται εσχατολογική οντολογία με αποτέλεσμα να επινοεί την υπερφυσικότητα, δηλαδή την υπέρβαση της φύσης. Έτσι καθιερώνει την υπερβατικότητα με συνέπειες αμφίσημες, θετικές όσο και αρνητικές.
Η θετική συνεισφορά του μονοθεϊσμού με την εσχατολογική οντολογία είναι η καταξίωση της ελευθερίας, η πρόταξη της ιστορίας, η προβολή του ανθρώπου απέναντι στην φύση, η προτίμηση της βούλησης αντί της ανθρώπινης φύσης και η καθιέρωση της αυτονομίας ως αυτοπροσδιορισμού του υποκειμένου απέναντι σε οποιοδήποτε καταναγκασμό της μοίρας ή του νόμου, φυσικού και θετικού εξίσου. Η εμπειρία της Εξόδου από την γη της δουλείας στην γη της ελευθερίας («Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου, όστις εξήγαγόν σε εκ γης Αιγύπτου, εξ οίκου δουλείας» Εξ 20, 2) είναι το αρχαιότερο επαναστατικό πρόταγμα που καθιερώνεται πλέον θεολογικά δια μέσου των αιώνων.
Η Αγία Γραφή, τόσο στην παλαιοδιαθηκική εκδοχή της Εβραϊκής Βίβλου όσο και στην χριστιανική μορφή της Καινής Διαθήκης, όπως άλλωστε και στο μουσουλμανικό Κοράνι, είναι ο κώδικας των τριών μονοθεϊσμών που έλκουν την καταγωγή τους από τον κοινό γενάρχη τους, τον πατριάρχη Αβραάμ, ο οποίος εγκαταλείπει την πατρογονική γη για να περιπλανηθεί και να διασπαρεί στην μεσογειακή οικουμένη κατόπιν θείας εντολής. Η ανθρώπινη πρωτοβουλία της ελεύθερης βούλησης καταξιώνεται θεολογικά με την πίστη στην ύπαρξη Ενός και Μοναδικού Θεού Πατέρα που τέμνει την φύση εγκάρσια ορίζοντας την αλήθεια και χωρίζοντας τα όντα. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του «κατ’ εικόνα» και «καθ’ ομοίωσιν» ενός τέτοιου ανδροκρατικού και πατριαρχικού Θεού.
Η πίστη σε αυτόν τον Θεό είναι η αιώρηση ανάμεσα στην θεϊκή υπόσχεση, την «επαγγελία» Του προς τον άνθρωπο που δίνεται στο παρελθόν, και στην εκπλήρωση της υπόσχεσής Του, την «πλήρωσιν», η οποία συμβαίνει στο μέλλον. Ο πιστός του μονοθεϊσμού βιώνει στο παρόν την δυναμική ένταση μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, ζει ανάμεσα στο «ουκέτι» (όχι πια) του χθες και στο «ούπω» (όχι ακόμα) του αύριο. Σύμφωνα με έναν ρηξικέλευθο περίπου αιωνόβιο γερμανοεβραίο νεομαρξιστή φιλόσοφο του 20ού αιώνα, τον Ερνστ Μπλοχ, «ο Θεός δεν υπάρχει ακόμα», διότι η ύπαρξή Του ανήκει στο μέλλον κι όχι στο παρελθόν κι έτσι η έμφαση δεν δίνεται στο ερώτημα «υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός;», αλλά στο κρίσιμο επίρρημα «ακόμα».
Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος κρίνει την αλήθεια, τα έσχατα ορίζουν τα όντα (εσχατολογική οντολογία) και ο ευθύγραμμος, μη αντιστρεπτός χρόνος αποκαλύπτεται ως ο ορίζοντας της πραγματικότητας. Εάν για τον πολυθεϊσμό το παρόν είναι αέναο και αιώνιο ως ο μοναδικός χρόνος της αλήθειας, τότε για τον μονοθεϊσμό η αλήθεια είναι στα έσχατα, δηλαδή στο μεταϊστορικό τέλος της ιστορίας, στο τέλος του τέλους, στο ακροτελεύτιο σημείο του χρόνου.
Η αρνητική παρενέργεια του μονοθεϊσμού με τον γραμμικό χρόνο είναι η καθιέρωση της υπερβατικότητας. Η υπέρβαση της φύσης στο όνομα της ιστορίας, η τροπή της ανάγκης σε ελευθερία και η μετατροπή της κλειστότητας σε ανοικτότητα, χάρη στην αντικατάσταση της κυκλικότητας από την γραμμικότητα, ενέχουν τον κίνδυνο να διολισθήσει κάποιος στην άρνηση της φύσης. Έτσι όμως, η υπερφυσικότητα καταντά αντι-φυσικότητα. Η υπερβατικότητα μπορεί να οδηγήσει σε άρνηση της ενδοκοσμικότητας. Η παρέμβαση του ανθρώπου στην φύση ενδέχεται να επιφέρει την καταστροφή της φύσης, όπως δηλώνεται με την οικολογία και το περιβαλλοντικό πρόβλημα.16
Στο όνομα της ελευθερίας διαπράττονται εγκλήματα και για την χειραφέτηση του ανθρώπου επισυμβαίνουν καταστροφές μέσα στην ιστορία. Ο μονοθεϊσμός εγκαλείται για την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος (οικολογία) και για την χειραγώγηση της ανθρώπινης φύσης (ψυχανάλυση). Η άσκηση βίας στην εξωτερική φύση οικολογικά και στην εσωτερική φύση του ανθρώπου δια μέσου του πολιτισμού κοστίζει στον ψυχισμό.17 Το σχεδόν αγεφύρωτο χάσμα φύσης και πολιτισμού ή natura και cultura, που επέφερε ο μονοθεϊσμός, δημιουργεί ένα τραύμα στον ανθρώπινο ψυχισμό που καλείται να θεραπεύσει η ψυχανάλυση στον 20ό αιώνα.
Παρά την υπερβολή που συχνά παρατηρείται στην κατά καιρούς εξασκούμενη σε βάρος του μονοθεϊσμού κριτική, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι αυτή η κριτική στην σοβαρή εκδοχή της και στις κορυφαίες εκφάνσεις της είναι δικαιολογημένη. Οι όποιες και όσες ακρότητες ή υπερβολές που παρατηρούνται είναι απολύτως κατανοητές και ανθρωπίνως αναπόφευκτες άλλωστε. Η κριτική18 στην θρησκεία γενικότερα και στον μονοθεϊσμό ειδικότερα είναι το λίπασμα της αλήθειας που πρέπει να λειτουργεί ως η λυδία λίθος της αυθεντικότητας που οι μονοθεϊστικές παραδόσεις επικαλούνται για τον εαυτό τους.
Η γραμμικότητα του χρόνου και η εσχατολογία συνεπάγονται σωτηριολογικές προσδοκίες και επαναστατικά προτάγματα που είναι εξ ορισμού αιμοσταγή. Γι’ αυτό κατηγορείται ο μονοθεϊσμός ότι με την μη αντιστρεπτή γραμμικότητα της χρονικότητάς του προξένησε εκατόμβες ανθρωποθυσιών σε αδιέξοδες απελευθερωτικές απόπειρες επαναστάσεων που εκκοσμίκευσαν19 την μονοθεϊστική κληρονομιά της πατριαρχικής και πολεμικής παράδοσης για την έξοδο από την γη της δουλείας και την είσοδο (εισβολή;) στην γη της επαγγελίας δια μέσου μιας πορείας στην έρημο.20 Το τίμημα της ανοικτότητας είναι αβάσταχτο και ο φόρος αίματος που έχει καταβληθεί εξαιτίας της γραμμικότητας του χρόνου στο όνομα ενός εσχατολογικού οράματος σωτηρίας κρίνεται δυσανάλογα βαρύς.
*
Δεν είναι ποτέ δυνατόν να πούμε με τιμιότητα και βάζοντας το χέρι στην καρδιά ποια από τις δυο αντιλήψεις περί χρόνου, η κυκλική ή η γραμμική, είναι η αυθεντικότερη και συνεπώς ποια θρησκευτική εκδοχή, η πολυθεϊστική ή η μονοθεϊστική, διαθέτει περισσότερη βαρύτητα με θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Ο βασικός λόγος είναι ότι το ύπατο διακύβευμα δεν είναι ούτε η θρησκεία ούτε ο χρόνος, αλλά η φύση και η σχέση του ανθρώπου με αυτήν. Ο άνθρωπος μετέχει στην φύση ή την κατέχει; Παρόλο που συμβαίνει το πρώτο, ωστόσο ο άνθρωπος ως το ον που γνωρίζει να λέει «όχι», σύμφωνα με τον φιλόσοφο Μαξ Σέλερ,21 επιθυμεί το δεύτερο. Το χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα της μετοχής στην φύση και στην επιθυμία της κατοχής της φύσης επιμένει να υπάρχει διατηρώντας την απόσταση μεταξύ ενδοκοσμικότητας και υπερβατικότητας.
Δυο μαρτυρίες Βρετανών στοχαστών του 20ού αιώνα είναι ενδεικτικές. Ο φιλόσοφος και μαθηματικός Μπέρντραντ Ράσσελ (1872-1970) δήλωνε, σε ένα δοκίμιό του, το 1899, την διπλή ανταρσία του ενάντια στον ιδεαλισμό και στον μονοθεϊσμό: «Κάθε εμπειρία είναι εμπειρία της θεότητας. Αλλά αφού κάθε εμπειρία συμβαίνει εντός του χρόνου και η θεότητα είναι εκτός χρόνου, τότε πια καμιά εμπειρία δεν μπορεί να είναι εμπειρία της θεότητας».22 Ο συμπατριώτης του ποιητής Τ. Σ. ΄Ελιοτ έγραφε: «Τότε ήρθε, σε μια στιγμή από πριν καθορισμένη,/ στιγμή εν χρόνω και του χρόνου / Στιγμή όχι εκτός χρόνου, αλλ’ εν χρόνω, σ’ ό,τι / καλούμε ιστορία: διατέμνοντας, διχοτομώντας / του κόσμου τον χρόνο … / … χωρίς το νόημα δεν υπάρχει χρόνος κι αυτή η στιγμή του / χρόνου έδωσε το νόημα».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Θρησκειολογικό Λεξικό (επιμ.) Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Αθήνα 2000 και Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Αθήνα 1995 και Εισαγωγή στη Θρησκειολογία, Αθήνα 2006.
2 Σ. ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ, Ιστορία της Θρησκείας του Ισραήλ, Αθήνα 1995, Σ. ΡΟΖΑΝΗΣ (επιμ.), Ο Σύγχρονος Ιουδαϊσμός, Αθήνα 1995.
3 Θ. ΚΟΝΤΙΔΗΣ (επιμ.), Ο Καθολικισμός, Αθήνα 2000, Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Εισαγωγή στη Θρησκειολογία, Αθήνα 2006, 101-124 («Χριστιανισμός»), Χ. ΝΑΣΙΟΣ, Ο Μυστικισμός του Δυτικού Χριστιανισμού, Αθήνα 2000.
4 Γ. ΜΑΚΡΗΣ, Ισλάμ. Πεποιθήσεις, πρακτικές και τάσεις, Αθήνα 2004, G. P. MAKRIS, Islam in the Middle East. A Living Tradition, Oxford, Blackwell 2007.
5 Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Αθήνα 1995, 205-222. Θεμελιώδεις θεωρήσεις παρέχονται από τον Μιρτσέα Ελιάντε (1907-1986) που δικαίως θεωρείται ως ο μεγαλύτερος θρησκειολόγος της μεταπολεμικής εποχής. Βλ. κυρίως τα έργα του M. ELIADE, Κόσμος και Ιστορία. Ο Μύθος της Αιώνιας Επιστροφής, Αθήνα 1999, Το Ιερό και το Βέβηλο, Αθήνα 2002.
7 Συνοπτική επισκόπηση της θρησκειολογικής θεώρησης του χρόνου βλ. στο συλλογικό έργο Man and Time, New York 1973 (1957). Πρβλ. Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Αθήνα 1995, ιδ. 81-105 και κυρίως M. ELIADE, Traité d’Histoire des Religions, Paris 1986 (1964), 326-343.
8 ΠΛΑΤΩΝ, Φαίδων 103Ε.
9 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περί ουρανού 279Α, 27.
10 ΠΛΑΤΩΝ, Τίμαιος 37D.
11 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Φυσικά 221Β, 11.
12 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Φυσικά 219Β, 1.
13 ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Φυσικά 221Β, 1.
14 Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Διαλεκτική Φυσική και Εσχατολογική Θεολογία, Αθήνα 1985, 187-198 («Ο χριστιανισμός ως εσχατολογική οντολογία») με περαιτέρω τεκμηρίωση και ενδελεχή βιβλιογράφηση.
15 C. N. COCHRANE, Christianity and Classical Culture, London 1974 (1940), 456-515, ιδ. σελ. 456 “But the divergence between Christianity and Classicism was in no respect more conspicuously or emphatically displayed than with regard to history; in a very real sense indeed it marked the crux of the issue between the two”. Πρβλ. Ι. ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, Ελληνισμός και Χριστιανισμός, Αθήνα 2003.
16 Για την συνενοχή του μονοθεϊσμού στην εκκόλαψη του οικολογικού προβλήματος βλ. Lynn WHITE, “The Historical Roots of our Ecological Crisis”: Science 155 (1967) 1203-1207, Machina ex Deo. Essays in the Dynamism of Western Culture, London 1968, 75-94 και Φ. ΤΕΡΖΑΚΗΣ, Μελέτες για το Ιερό, Αθήνα 1997, Αποσπάσματα μιας Φιλοσοφίας της Φύσης, Αθήνα 2003. Συζήτηση για το συγκεκριμένο σημείο διαλαμβάνεται στα έργα των Ι. ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ, Η Κτίση ως Ευχαριστία. Θεολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της οικολογίας, Αθήνα 1992, Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Νεοελληνική Φιλοσοφία της Θρησκείας, Αθήνα 1998, Ν. ΝΗΣΙΩΤΗΣ, Από την ΄Υπαρξη στη Συνύπαρξη. Κοινωνία, τεχνολογία, θρησκεία, Αθήνα 2004.
17 Για την ψυχαναλυτική επιβάρυνση του μονοθεϊσμού βλ. στις Εκδόσεις «Επίκουρος»: Σ. ΦΡΩΥΝΤ, Τοτέμ και Ταμπού, Αθήνα 1978, Ο Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας, Αθήνα 1994, Ο Άνδρας Μωυσής και η Μονοθεϊστική Θρησκεία, Αθήνα 1997. Πρβλ. Ι. ΓΙΑΛΟΜ, Θρησκεία και Ψυχιατρική, Αθήνα 2003, Τ. ΚΡΙΣΤΕΒΑ, Στην αρχή ήταν η αγάπη. Ψυχανάλυση και πίστη, Αθήνα 1988, Θ. ΛΙΠΟΒΑΤΣ, Το Όνομα του Πατέρα και η Δυσφορία μέσα στον Πολιτισμό, Αθήνα 2007, Φ. ΝΤΟΛΤΟ, Τα Ευαγγέλια και η Πίστη, Αθήνα 2002, Φ. ΤΕΡΖΑΚΗΣ, «Ψυχανάλυση, ψυχαναλυτική κριτική της θρησκείας»: Θρησκειολογικό Λεξικό (επιμ.) Μ. Μπέγζος, Αθήνα 2000, 584-589. Συζήτηση πάνω σε αυτό ειδικά το θέμα βλ. στα έργα των Ν. ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ, Ψυχανάλυση και Ορθόδοξη Θεολογία, Αθήνα 2003, Μ. ΜΑΚΡΑΚΗΣ, Ψυχαναλυτική Ερμηνεία της Θρησκείας, Αθήνα 1995, Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Ψυχολογία της Θρησκείας, Αθήνα 1996, Δοκίμια Ψυχολογίας της Θρησκείας, Αθήνα 2004, Ν. ΝΗΣΙΩΤΗΣ, Ψυχολογία της Θρησκείας, Αθήνα 2006.
18 Ζ. ΜΙΝΟΥΑ, Η Ιστορία της Αθεΐας, Αθήνα 2007. Συζήτηση γι’ αυτό το σημείο βλ. στο Μ. ΜΠΕΓ-ΖΟΣ, Φαινομενολογία της Θρησκείας, Αθήνα 1995, 149-183. Απαράμιλλα παραμένουν τα κλασικά στο είδος τους πηγαία κείμενα: Φ. ΝΙΤΣΕ, Ο Αντίχριστος, Αθήνα 2007 και D.-A.F. de SADE (Ντε ΣΑΝΤ), Διάλογος Ιερωμένου και Ετοιμοθανάτου, Αθήνα 2007.
19 Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Αμφίσημη Εκκοσμίκευση, Αθήνα 2002.
20 Ρ. ΣΒΑΡΤΣ, Βία και Μονοθεϊσμός, Αθήνα 2000. Πρβλ. R. GIRARD (Ρ. ΖΙΡΑΡ), Το Εξιλαστήριο Θύμα. Η Βία και το Ιερό, Αθήνα 1991, Η Αρχαία Οδός των Ασεβών, Αθήνα 1991, Κεκρυμμένα από καταβολής, Αθήνα 1994, Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν, Αθήνα 2002, Ζ. ΝΤΑΝΙΕΛ, Ο Θεός είναι φανατικός; Αθήνα 1998, Ε. BARNAVI (ΜΠΑΡΝΑΒΙ), Φονικές Θρησκείες, Αθήνα 2007, Μ. ONFRAY (ΟΝΦΡΕ), Πραγματεία περί Αθεολογίας, Αθήνα 2006. Συζήτηση επί του θέματος βλ. Μ. ΜΠΕΓΖΟΣ, Δοκίμια Ψυχολογίας της Θρησκείας, Αθήνα 2004, Θεοκρατία ή Δημοκρατία; Μελέτες Κοινωνιολογίας της Θρησκείας, Αθήνα 2005. Ν. ΝΗΣΙΩΤΗΣ, Από την ΄Υπαρξη στη Συνύπαρξη, Αθήνα 2004.
21 Μ. ΣΕΛΕΡ (SCHELER), Η θέση του ανθρώπου στον κόσμο, Αθήνα 1989, 98-99: «Ο άνθρωπος είναι το ον που μπορεί να λέει όχι».
22 B. RUSSEL, Why I am not a Christian, London 1977 (1957), 79.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.