Κώστας Πόταγας
Λέκτορας στη Νευρολογική Κλινική
του Πανεπιστημίου Αθηνών – Αιγινήτειο Νοσοκομείο
σύναψις 11 [2008 – τόμος 04]
Στο κείμενο αυτό, θα επιχειρήσω να δείξω ότι ο χώρος είναι ουσιώδης για τη μνήμη ή ότι η μνήμη αναφέρεται στον χώρο πολύ περισσότερο και πολύ αμεσότερα απ’ ό,τι στον χρόνο. Θα στηρίξω την επιχειρηματολογία μου σε μια ελλιπή και μη εξαντλητική ανασκόπηση της ιστορίας των θεωριών της μνήμης και σε μια ανθολόγηση των ιδεών περί μνήμης από τη λογοτεχνία.
Memories, Αναμνήσεις,
Light the corners of my mind φωτίζουν τις γωνιές του νου μου
Misty water-colored memories
Of the way we were
Scattered pictures,
Of the smiles we left behind
Smiles we gave to one another
For the way we were
Can it be that it was all so simple then? Μπορεί τάχα να ΄σαν όλα τότε τόσο απλά;
Or has time re-written every line? Ή μήπως τάχει ξαναγράψει λέξη λέξη ο καιρός;
If we had the chance to do it all again
Tell me, would we? Could we?
Mem’ries, may be beautiful and yet
What’s too painful to remember Όσα πονούν πολύ σαν τα θυμόμαστε
We simply choose to forget Διαλέγουμε απλά να τα ξεχνάμε
So it’s the laughter
We will remember
Whenever we remember…
The way we were…
Το τραγούδι αυτό, που στην εποχή του ήδη ηχούσε νοσταλγικά, θέτει τρία ερωτήματα:

Σε ένα τραγούδι, το Memories, από το έργο The way we were (Τα καλύτερά μας χρόνια), η Μπάρμπαρα Στρέιζαντ τραγουδά τη μνήμη (Bergman, Bergman & Hamlisch, 1973).
Μερικές ακόμη αναφορές στη λογοτεχνία θα κατευθύνουν τον προβληματισμό γύρω απ’ τη λειτουργία της μνήμης επάνω σε δύο άξονες: Ο πρώτος αφορά στην πιστότητα της ανάκλησης του παρελθόντος στον παρόντα χρόνο· εναλλακτικά, το παρελθόν δεν υπάρχει αλλά διαρκώς ανακατασκευάζεται τώρα, στο παρόν. Ο δεύτερος αφορά το κύριο συστατικό αυτής της πιστής ή όχι αναπαραγωγής του παρελθόντος: τι ξαναβρίσκουμε, το χρόνο ή μια άχρονη αναπαραγωγή τόπων;
Η Πιστότητα της μνήμης
Ο Πλίνιος, όπως τον μεταφέρει ο Μπόρχες στο διήγημά του «Φούνες, ο Μνήμων», αμφισβητεί τη δυνατότητα της μνήμης να είναι πιστή: «Ut nihil non iisdem berbis reddetur auditum» (Και τίποτα που ακούστηκε δεν μπορεί να ξαναειπωθεί με τα ίδια λόγια –Πλίνιος, Φυσική ιστορία, 24ο κεφάλαιο, 7ο βιβλίο). Αλλά μπορεί, αντίθετα, η μνήμη να είναι άφθαρτη· όπως γράφει ο Χόρχε Σεμπρούν στο βιβλίο του Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ: «[…] μες τη χαρά αυτής της επανελθούσης μνήμης (σκεφτόμουνα την ορθότητα, φαινομενικά παράδοξη ενίοτε, των τετριμμένων εκφράσεων: επανελθούσα μνήμη, μα και βέβαια, δεδομένου ότι η μνήμη δεν καταστρέφεται ποτέ τελείως, γίνεται χέρσα, αμαυρώνεται, μα πάνω απ’ όλα, με την ηλικία, απουσιάζει, τα πλούτη της καταφεύγουν αλλού, διπλώνονται στον εαυτό τους, αντικειμενοποιούνται μες το πληθωρικό μη-ον απ’ όπου μπορούν, ανά πάσαν στιγμήν, με την παραμικρή ευτυχισμένη σύμπτωση, να επανέλθουν […]» (σελ. 114).
Πιθανότατα όμως, όταν «θυμόμαστε», δεν αναφερόμαστε καν στο παρελθόν, ίσως στην πραγματικότητα το φανταζόμαστε: «Το θυμότανε τώρα πολύ καλά εκείνο το απόγευμα, έβλεπε τις λεπτομέρειές του και τα μύχια μυστικά του, τώρα που φανταζότανε το παρελθόν. […] (όλες οι λεπτομέρειες, όλες! Τι φρίκη, τι τρομερή ανάμνηση, άφθαρτη!)» (σελ. 118-119).
Κατά τον Πλάτωνα, υπάρχει παθητική «μνήμη», στην οποία τα ίχνη συγκρατούνται επακριβώς, όπως έχουν χαραχθεί, και ενεργητική «ανάμνησις», που αναπλάθει τις γνώσεις και τις αναμνήσεις μας. Προτείνει την άποψη ότι οι γνώσεις είναι σαν το αποτύπωμα που αφήνει η σφραγίδα πάνω στο κερί ή, εναλλακτικά, ότι οι γνώσεις είναι σαν τα πουλιά που κυκλοφορούν μέσα στο κλουβί τους και όταν τις χρειαζόμαστε βάζουμε το χέρι μέσα στο κλουβί και τις συλλαμβάνουμε· χωρίς, είναι η αλήθεια, να θεωρεί ότι κάποια από τις δυο αυτές μεταφορές είναι εντελώς αληθής.
Η άποψη περί της αναμνήσεως ως αποτυπώματος, «σφραγιδόλιθου», θα δεσπόσει χάρη στον Αριστοτέλη: «Η γαρ γιγνομένη κίνησις ενσημαίνεται οίον τύπον τινά του αισθήματος, καθάπερ οι σφραγιζόμενοι τοις δακτυλίοις» (Περί μνήμης και αναμνήσεως, 450a). Πρόκειται λοιπόν για μνημονικά «ίχνη» οπότε, με την πάροδο των αιώνων, το πρόβλημα μετατοπίζεται στον τόπο όπου αυτά «βρίσκονται». Σύμφωνα με τη θεωρία των κοιλιών ή «κυψελιδική» θεωρία, που πρωτοδιατυπώνει, τον τέταρτο Βυζαντινό αιώνα, ο Νεμέσιος, επίσκοπος Εμέσης στη Συρία, και θα απλωθεί μέσω των Αράβων στη Δύση (Περί Φύσεως Ανθρώπου), τα μνημονικά «ίχνη» τοποθετούνται στην πέμπτη και τελευταία κοιλία του εγκεφάλου, που είναι η λιγότερο υγρή, η πιο ξηρή (κατά τη θεωρία των χυμών και των καταστάσεων), απαραίτητη προϋπόθεση για τη διατήρηση αυτών των ιχνών αναλλοίωτων: Η πρόσθια κοιλία (sensus communis) είναι υγρή και συνεπώς δεν συγκρατεί το πνευματικό της περιεχόμενο που περνά στη δεύτερη (imaginativa) που το συγκρατεί λίγο περισσότερο, κατόπιν στην τρίτη (phantasia) που είναι επίσης ξηρή αλλά η τέταρτη είναι και πάλι υγρή (estimativa και cogitativa). Η μνήμη εδρεύει στην πέμπτη κοιλία που είναι ξηρή και άρα ικανή να αποθηκεύσει.
Όταν, στην αρχή του 19ου αιώνα, με τον Γκαλ, ο εγκεφαλικός φλοιός έρχεται στο προσκήνιο, τοποθετούνται εκεί πια διαφόρων ειδών μνήμες: η μνήμη των πραγμάτων και των γεγονότων, η μνήμη και η αίσθηση του πλησίον, η μνήμη των λέξεων.
Ο William James, στο τέλος του ίδιου αιώνα (The Principles of Psychology, 1890), πιστεύει κι αυτός σε ίχνη: οι αναμνήσεις είναι σαν τις φωτογραφίες. Αντίστοιχα με τη μνήμη και την ανάμνηση του Πλάτωνα, προτείνει τη διχοτόμηση σε «πρωτογενή» και «δευτερογενή» μνήμη, τη «βραχυπρόθεσμη» και «μακροπρόθεσμη» μνήμη, όπως θα αποκληθούν στη συνέχεια (Kramer, 2003). Η βραχυπρόθεσμη, άμεση, μνήμη αναφέρεται στις πληροφορίες που συγκρατούνται για ελάχιστο χρόνο, για όσο δεν υπάρχουν παρεμβολές. Η μακροπρόθεσμη μνήμη αναφέρεται στη δυνατότητα ανάσυρσης αυτών των πληροφοριών μετά από οποιοδήποτε χρόνο κατά τον οποίον η προσοχή του εξεταζόμενου εστιάζεται σε άλλους στόχους. Υποτίθεται ότι η μνήμη αυτή έχει πολύ μεγάλη χωρητικότητα και είναι πολύ ανθεκτική στον χρόνο.

Ο διαχωρισμός του Τζέιμς βρίσκει κλινική επιβεβαίωση στην περιγραφή του πρώτου αμνησικού συνδρόμου από τον Sergei Sergeievich Korsakoff (1854-1900) στο πλαίσιο της παθολογίας του αλκοολισμού: Οι ασθενείς με «αμνησικό σύνδρομο» έχουν καλή άμεση μνήμη, είναι όμως ανίκανοι να ανακαλέσουν οποιαδήποτε πληροφορία αν παρεμβληθεί κάποιο χρονικό διάστημα μεταξύ παρουσίασης της πληροφορίας και ανάκλησής της. Με τον Κόρσακοφ το ερώτημα αλλάζει και πάλι μορφή: όχι πού βρίσκονται τα ίχνη αλλά πού βρίσκεται ο μηχανισμός που τα αποθηκεύει.
Έστω λοιπόν ότι πρόκειται για εντυπώματα, για ίχνη· αποθηκεύονται αυτά τα ίχνη με κάποια τάξη; Με κάποια μέθοδο; Όπως, για παράδειγμα, σε μια βιβλιοθήκη; Πρόκειται για την πιο διαδεδομένη εικόνα για τη μνήμη. Ο Σεμπρούν, στο ίδιο πάντα βιβλίο, παρατηρεί: «Μα τη στιγμή που ο Βάλτερ Βέττερ προσπαθεί να κλασάρει μέσα στο μυαλό του (ιδού, η γλώσσα που μιλάμε βλέπει το μυαλό σαν μια δελτιοθήκη, σαν ένα κλασέρ, σαν ένα χώρο ταχτοποίησης: κλασάρουμε μες το μυαλό μας, ταχτοποιούμε εκεί μέσα ιδέες, έννοιες, γεγονότα, αναμνήσεις, με την ελπίδα, ότι θα μπορέσουμε να τα ξαναβρούμε όλα αυτά εκεί, αν παρουσιαστεί ευκαιρία· στοιβάζουμε μέσα στην πυρετική δροσιά του μυαλού ό,τι μπορεί να σου περάσει απ’ το μυαλό: έντονα αισθήματα, ανεξίτηλες εντυπώσεις, συγκεχυμένες διαισθήσεις και φαεινές εμπνεύσεις προς εξακρίβωσιν, μικρά κομμάτια τοπίου που δεν μπορούν να χρησιμέψουνε σε τίποτα, εξόν να μας βοηθήσουνε να υπομείνουμε τη ζωή, ένα συννεφιασμένον ουρανό, μια άσπρη απότομη ακτή, ένα πουλάρι σ’ ένα χωράφι· φίρδην-μίγδην όλα αυτά) να κλασάρει μέσα στο μυαλό του όλα τα σημαντικά γεγονότα που ’χουν κάποια σχέση με αυτή την ιστορία» (σελ. 147).
Η εικόνα του Πλάτωνα για τις αναμνήσεις ως πουλιά, που αναζητούμε μέσα σε κάποιο κλουβί όταν τις χρειαζόμαστε, αναπαριστά πολύ ζωντανά τη δυσκολία της σύλληψης κάποιας αβέβαιης γνώσης που ωστόσο είμαστε σίγουροι ότι κατέχουμε. Ο Hermann Ebbinghaus, το 1885, προτείνει ότι τα μνημονικά ίχνη υπάρχουν και παραμένουν μόνιμα στο μυαλό μας αλλά μπορεί να βρίσκονται σε λανθάνουσα κατάσταση (Tulving, 1985).
Ο Μαρσέλ Προυστ θα κάνει αυτή την ιδέα δημοφιλή μέσα από την Αναζήτηση του Χαμένου Χρόνου και θα ορίσει το περιεχόμενο των λανθανουσών αναμνήσεων ως «ακούσια» μνήμη (mémoire involontaire), ανοίγοντας το δρόμο σε γνωστές μας ιδέες. Οι μόνες ζωντανές αναμνήσεις είναι αυτές που εκλύονται τυχαία, όταν ένα αισθητηριακό ερέθισμα προκαλεί την ανάδυση ολόκληρων σκηνών. Ο Προυστ δίνει έξι τουλάχιστον τέτοια παραδείγματα στον Χαμένο Χρόνο με πιο γνωστό εκείνο της μαντλέν, του μπισκότου του βουτηγμένου στο τσάι που αναδύει παιδικές αναμνήσεις, σκηνές ολόκληρες απ’ τα παιδικά του χρόνια. Ο Σεμπρούν συμπληρώνει και πάλι: «Το θυμήθηκα, ξέρεις, έλεγε η θεία Αντέλα […]. Ήμουνα σίγουρη άλλωστε πως θα το θυμηθώ. Δε σου συμβαίνει και σένα; Ξέρεις πως ξέχασες κάτι, μια λεπτομέρεια, ένα γεγονός που έχει σχέση με κάποιον και είσαι σίγουρη πως θα ξανάρθει μόνο του. Μήτε που χρειάζεται να ψάξεις, καμιά προσπάθεια δε χρειάζεται απ’ τη μεριά σου. Θα ξανάρθει, αυτό είναι όλο…». Ή: «Ωστόσο, υπήρχε και κάτι άλλο, μια μεταγενέστερη συνάντηση, που η ανάμνησή της, δεν έλεγε να σαρκωθεί, υπομονή, θα ερχότανε κι αυτό. Όλα θα ξαναρχόντουσαν από δω και εμπρός» (σελ. 207).
Πώς αναδύονται αυτές οι αναμνήσεις; «Θρονιάζονται», όπως το λέει ο Σεμπρούν; «[…] μα εκείνη ακριβώς τη στιγμή, μια εικόνα θρονιάζεται μέσα του (πόσο οι τρέχουσες εκφράσεις, οι εκφράσεις-καλούπια, είναι ακριβόλογες, όταν το καλοσκεφτείς! Οι επίμονες εικόνες που έρχονται και θρονιάζονται μέσα σου, που κατοικούνε μέσα σου, που σε διαβρώνουν, που σε βοηθάν να ζήσεις, που σε καταστρέφουν) μια εικόνα που δε φαίνεται να ’χει καμιά σχέση μ’ αυτή τη λεπτόλογη εργασία του κλασαρίσματος των γεγονότων και των σκέψεών σου σχετικά με αυτά τα γεγονότα […] εικόνα, εικόνα, σκοτεινή παρουσία, αξέχαστη απουσία» (σελ. 147-148). Ή: «Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί κινήσεις άμορφες, κινήσεις αμοιβάδας, σπογγώδεις, μέσα στο μυαλό του. Τα σωθικά της μνήμης του θα αχνοταράζονταν, έτσι δα, σαν την ιλύ ενός τέλματος, που αναδίνει αργά, φυσαλίδες.» (σελ. 189).

Το ίδιο πίστευε και ο εξάδερφος του Προυστ, Ανρί Μπεργκσόν, Νόμπελ του 1927 (Ύλη και Μνήμη, 1906), από τον οποίο λέγεται ότι επηρεάστηκε ο Προυστ στον λογοτεχνικό προβληματισμό του. Για τον Μπεργκσόν υπάρχουν δύο τύποι μνήμης, η συνήθεια (ένα ποίημα που το λέμε «απ’ έξω», για παράδειγμα) και η «αυθόρμητη» μνήμη, αποθήκευση αντιλημμάτων και εντυπώσεων που ξανακάνουν την εμφάνισή τους μέσω εκλάμψεων. Δηλώνει ότι «όσο μια ανάμνηση γίνεται συνήθεια (με την επανάληψη) τόσο φεύγει από τη συνείδηση», πρωτοδιατυπώνοντας στην ουσία την ιδέα της «άδηλης» μνήμης που θα συναντήσουμε πολύ αργότερα στην κλινική.
Για τον Théodule Ribot, όμως, η μνήμη είναι ακριβώς οι «συνήθειες», αυτό που θα χαθεί τελευταίο όταν η αρρώστια της μνήμης θα έχει προχωρήσει (Les Maladies de la mémoire, 1881). Ο Ριμπό μελετά τη βραδεία εγκατάσταση ορισμένων προϊουσών αμνησιών, όπου η απώλεια της μνήμης ακολουθεί μια συγκεκριμένη πορεία, με τα πρόσφατα γεγονότα να ξεχνιούνται πρώτα και τη λήθη να καλύπτει προοδευτικά ολοένα και παλιότερα γεγονότα. Είναι ο «νόμος» του Ριμπό. Γι’ αυτόν, εκείνο που μένει τελικά συνιστά τις «αληθινές» αναμνήσεις.
Το 1957, ο νευροχειρουργός William Scoville και η ψυχολόγος Brenda Milner δημοσιεύουν την περίπτωση του διασημότερου ίσως αρρώστου στην ιστορία της νευροψυχολογίας (Scoville & Milner, 1957). Ο ΗΜ, μετά τη χειρουργική αφαίρεση του μέσα μέρους του κροταφικού λοβού του εγκεφάλου του και απ’ τις δύο μεριές, δεν μαθαίνει πια τίποτε: θυμάται γνώσεις, δεν θυμάται τίποτε για τη ζωή του, δεν συγκρατεί πια κανένα γεγονός και καμιά καινούργια γνώση. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται ο διαχωρισμός του Τζέιμς: η άμεση μνήμη του ΗΜ είναι καλή, έχει την παθητική «μνήμη» του Πλάτωνα, που κρατά λίγο, μέχρι να υπάρξει κάποια παρεμβολή, οπότε δεν θυμάται πια τίποτε. Ακριβώς όπως οι ασθενείς του Κόρσακοφ, δεν διαθέτει μακροπρόθεσμη μνήμη, δεν διαθέτει την ενεργητική «ανάμνηση» του Πλάτωνα.

Η περίπτωση του ΗΜ θα οδηγήσει επιπλέον στη θέσπιση ενός καινούργιου διαχωρισμού της μνήμης: ανακαλύπτεται ότι η άδηλη μνήμη, που ταυτίζεται με τις συνήθειες του Μπεργκσόν και τη λανθάνουσα μνήμη του Έμπινγκχάους, παραμένει άθικτη στον ΗΜ: μαθαίνει, όπως οι φυσιολογικοί άνθρωποι, να σχεδιάζει μέσα από έναν καθρέφτη – μια δεξιότητα που απαιτεί εξάσκηση και τελικά αποκτάται σαν αυτοματισμός που παραπέμπει στη διατήρηση της ισορροπίας στο ποδήλατο ή στην αλλαγή των ταχυτήτων στο αυτοκίνητο – αλλά δεν θυμάται πότε ή πώς το έμαθε (δυο μέρες πριν), ούτε καν ότι κάποτε το έμαθε.
Σε κάποια στιγμή στην ιστορία των νευροεπιστημών φάνηκε να δίνεται ατράνταχτη και οριστική απάντηση στο παλιό, ξεχασμένο ερώτημα, πού δηλαδή βρίσκονται τα ίδια τα «ίχνη», σε ποιο σημείο αποθηκεύονται: Τα ίδια τα ίχνη βρέθηκαν! Ο Wilder Penfield χειρουργεί, στο Montreal, από το 1930 έως το 1954, ερεθίζοντας τον φλοιό του εγκεφάλου 520 ασθενών με ηλεκτρικό ρεύμα για να ξέρει τι αντιπροσωπεύεται στην περιοχή που χειρουργεί. Μας κληροδοτεί έτσι το περίφημο «ανθρωπάριο του Πένφιλντ», που παριστά την αντιπροσώπευση των μερών του σώματος στον κινητικό και τον αισθητικό φλοιό. Ερεθίζοντας, ωστόσο, τον κροταφικό λοβό εκλύει διηγήσεις που αποκαλεί «βιωματικές απαντήσεις» ή «ζωντανές αναμνήσεις» (vivid) πιστεύοντας ότι πρόκειται για καταγραμμένα ίχνη που «εμφανίζονται», όπως η εικόνα στη φωτογραφική πλάκα. Εμφανώς, λοιπόν, οι αναμνήσεις είναι αποθηκευμένες εκεί. Μερικά παραδείγματα: «Οι ληστές φαίνονται να έρχονται από τα αριστερά […]», «Ο αδερφός μου εκεί. Με σημαδεύει με ένα αεροβόλο […] οπλισμένο […] στην αυλή, στο σπίτι», «[…] η μητέρα μου λέει σε μια από τις θειές μου να έρθει σπίτι απόψε […] από το τηλέφωνο», «λέει στον αδερφό μου πως έχει βάλει το παλτό του ανάποδα […]». Το πρόβλημα είναι ότι τέτοιες απαντήσεις εκλύονται σε λίγες μόνο περιπτώσεις: αναφέρονται σε 40 μόνο από τους 520 ασθενείς και δεν εκλύονται σταθερά, οι ίδιες πάντα, αντίθετα από τις κινητικές π.χ. απαντήσεις (Penfield & Perot, 1963, δες και Rosenfield, 1992 για σχόλια).
Παραδόξως, τα αποτελέσματα του Πένφιλντ σε συνδυασμό με τις ιδέες του Φρόυντ δίνουν ίσως μια αρχή απάντησης στο ερώτημά μας: Ο Πένφιλντ πίστεψε ότι όλα παραμένουν χαραγμένα, ότι ο ερεθισμός του εγκεφάλου «προκαλεί την επιστροφή των προηγούμενων εμπειριών στο μυαλό ενός μη ναρκωμένου ασθενούς»· είναι, ωστόσο, αυτός που για πρώτη φορά δίνει υλική υπόσταση στα θραύσματα για τα οποία είχε μιλήσει ο Φρόυντ και είχε συλλάβει τη σημασία τους. Οι ζωντανές, «βιωματικές απαντήσεις» είναι το περιεχόμενο την ώρα του ερεθισμού μαζί με «συγκίνηση» που προκαλεί η τεχνητή μεταιχμιακή δραστηριότητα. Κατά τους Loftus & Loftus (1980), «τέτοιες περιγραφές είναι το αποτέλεσμα μιας ανασύνθεσης των αποσπασμάτων της περασμένης εμπειρίας της ζωής ή κατασκευών που δημιουργούνται κατά τη στιγμή της διήγησης και δεν έχουν παρά ελάχιστη ή και ανύπαρκτη σχέση με την εμπειρία του παρελθόντος […]. Η υπόθεση της ανασύνθεσης ή της κατασκευής μοιάζει πολύ περισσότερο βιώσιμη» και «το πνευματικό περιεχόμενο κατά τη στιγμή του ερεθισμού καθορίζει το περιεχόμενο αυτών των “αναμνήσεων”. Αυτές οι υποτιθέμενες αναμνήσεις, λοιπόν, φαίνονται να αποτελούνται απλώς από τις σκέψεις και τις ιδέες που έτυχε να υπάρχουν αμέσως πριν και κατά τη διάρκεια του ερεθισμού». Ωστόσο, οι αναμνήσεις δεν είναι αναγνωρίσιμες όταν δεν τις συνοδεύει το συναίσθημα. Πράγματι, οι βιωματικές απαντήσεις δίνονται μόνο όταν ερεθίζονται οι εσωτερικές δομές του κροταφικού λοβού, οι «μεταιχμιακές» δομές, ουσιώδεις για τις συγκινησιακές εμπειρίες: «Η ιδιαίτερη συμμετοχή του μεταίχμιου στη διαδικασία αυτή θα μπορούσε να είναι η πρόσδεση ενός ρόλου συγκίνησης ή κινήτρου σε μια αντίληψη. Ο ρόλος αυτός είναι πιθανώς η απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει μια αντίληψη να βιωθεί ή να ανακληθεί συνειδητά και αυτό μπορεί να σημαίνει ότι κάθε συμβάν που γίνεται συνειδητά αντιληπτό πρέπει να διαθέτει κάποιο είδος συγκινησιακής διάστασης, έστω και ελάχιστης» (Gloor et al., 1982).
Διαβάζουμε στον Σεμπρούν: «Μια ορισμένη δυσφορία συνοδεύει πάντοτε τις αναμνήσεις μου απ’ το Βέλγιο. Αυτό οφείλεται ίσως σε μια πολύ παλιά, παιδική ανάμνηση, τα συναισθήματα της οποίας, ανεξίτηλα συναισθήματα ανίσχυρης λύσσας, ταπείνωσης και μίσους, συσσωρεύονται μέσα στην ανάμνηση που λέω και κατατρώνε πιθανότατα, σαν λέπρα τις όποιες άλλες αναμνήσεις απ’ το Βέλγιο. […] Εγώ ένιωθα να ανεβαίνει μες στους παλμούς του αίματός μου – ανακατεμένο με ένα παιδικό συναίσθημα ταπείνωσης και ανημπόριας – ένα μίσος που δεν έσβησε ποτέ από τότε. Ένα μίσος πολύ συγκεκριμένο, σαφέστατο, με άφθαρτα αγκάθια, που μου φλόγιζε την καρδιά. […] Για να λέω την αλήθεια, δεν έχω λόγους να τα βάζω με κανέναν, για εκείνη την κοινότατη βελγική περιπέτεια. Μα το μίσος που ανέφερα παραπάνω, γεννήθηκε την ημέρα εκείνη και θα μείνει άσβεστο μέσα μου μέχρι το τέλος και ίσως αυτή η αρχική βιαιότητα να προσδίδει κάτι το ξεχωριστό, κάτι το προνομιακό θα έλεγα, σε εκείνη την ανώδυνη κατά τα άλλα ανάμνηση» (σελ. 174-175).
Αναμνήσεις από το παρελθόν ή αναμνήσεις για το μέλλον. Είναι χρήσιμη η πιστότητα;
Για όσους ασχολούνται με το φαινόμενο της μνήμης υπό φυσικές, καθημερινές συνθήκες, γίνεται φανερό ότι μια μνήμη που θα τη χαρακτήριζε η απόλυτη ακρίβεια θα μας ήταν άχρηστη για να επιβιώσουμε σε έναν κόσμο που ολοένα μεταβάλλεται, ότι η πραγματική φύση του φαινομένου δεν έγκειται στην πιστότητα αλλά στην ευπλαστότητα, που σαν φυσική της συνέπεια έχει τα λάθη (Addis et al., 2007).
Μήπως είναι η στιγμή να συλλογιστούμε σε τι χρησιμεύουν τα αρχεία; Μήπως η μνήμη, όπως τα αρχεία, δεν είναι αυτοσκοπός αλλά επένδυση για το μέλλον; «[…] αν είχε εισβάλει μέσα της η ανάμνηση του Ραμόν – μα θα ήτανε στ’ αλήθεια μια ανάμνηση; Θα έπρεπε να δοκιμάσουμε άλλες λέξεις, θα ήτανε μια παρουσία, ένα παρόν, του οποίου η απουσία, […] θα την εκτόξευε συνεχώς προς το μέλλον […].» (σελ. 249). Παρακάτω η ανάκληση η ίδια γίνεται πρόβλεψη: «Σε λίγες μέρες, θα ξανασυναντιόντουσαν σε ένα γραφείο, γύρω από ένα στενόμακρο τραπέζι, σκεπασμένο με πράσινη τσόχα. Θα υπήρχαν στο τραπέζι, καράφες με νερό, ποτήρια, μολύβια, σημειωματάρια. Θα έκανε στους υπεύθυνους των Υπηρεσιών Ασφαλείας έναν απολογισμό της δουλειάς τους […] Θα τους ακούγανε προσεχτικά […]. Στον τοίχο του βάθους του μεγάλου γραφείου […] θα υπήρχαν κρεμασμένοι δυο πίνακες, ένας του Λένιν και ένας του Ούλμπριχτ. Πού και πού, στα μισά μιας φράσης – αυτό του είχε ήδη συμβεί σε παρόμοιες περιπτώσεις – το βλέμμα του θα έπεφτε στα πρόσωπα του Λένιν και του Ούλμπριχτ και παραλίγο να ’χανε τον ειρμό των σκέψεών του […] Ίσως να έσκυβε για να συμβουλευτεί τις σημειώσεις που θα είχε φέρει μαζί του για κείνη τη συνεδρίαση και που θα τις μάζευε στο τέλος ο γραμματέας, για να τις κάψει. […] Κούνησε το κεφάλι του, πάσχισε να διώξει απ’ τη μνήμη του – ή απ’ την πρόβλεψή του – την εικόνα εκείνων των πορτρέτων του Λένιν και του Ούλμπριχτ, στον τοίχο του βάθους, στη μεγάλη αίθουσα των συνεδριάσεων.» (σελ. 254-255).

Η περίπτωση του KC δείχνει ότι η λειτουργία της μνήμης αφορά στο μέλλον, όσο και το παρελθόν. Ήταν ένας νέος άνθρωπος που σε ένα τροχαίο είχε υποστεί μια βλάβη των ιπποκάμπων, ανάλογη εκείνης του ΗΜ. Ο Ε. Τulving που τον μελέτησε έδειξε ότι είχε χάσει τη βιογραφική του μνήμη, όπως και ο ΗΜ, μόνο που επιπλέον αδυνατούσε να «πλάσει» το μέλλον: «δεν έχει ιδιαίτερη δυσκολία να συλλάβει και να συζητήσει για τον εαυτό του ή για τον φυσικό χρόνο. Γνωρίζει σωστά πολλά γεγονότα για τον εαυτό του και γνωρίζει όσα ξέρουν οι περισσότεροι για τον φυσικό χρόνο: τις μονάδες του, τη δομή του και τον τρόπο μέτρησής του με ρολόγια και ημερολόγια. Βαριά διαταραγμένη ωστόσο είναι η σύλληψη του υποκειμενικά βιούμενου χρόνου, η «αυτονοητική» συνείδηση, το “γνώθι σαυτόν”. Η διαταραχή δεν αφορά μόνο το παρελθόν· εκτείνεται επίσης στο μέλλον. Έτσι, όταν τον ρωτούν, δεν μπορεί να απαντήσει τι πρόκειται να κάνει αργότερα μέσα στη μέρα ή την επομένη ή οποιαδήποτε στιγμή στο υπόλοιπο της ζωής του. Δεν μπορεί να φανταστεί το μέλλον του περισσότερο από όσο μπορεί να θυμηθεί το παρελθόν του. Αυτή η πτυχή του συνδρόμου του KC υποβάλλει την ιδέα ότι η αίσθηση του χρόνου την οποία χρησιμοποιεί η “αυτονοητική” συνείδηση δεν καλύπτει μόνο το παρελθόν αλλά και το μέλλον» (Tulving, 1985b).

Μελέτες της φυσιολογικής ενεργοποίησης του εγκεφάλου (με fMRI) κατά την κατασκευή και την επεξεργασία παρελθόντων και μελλοντικών γεγονότων δείχνουν ότι οι ιππόκαμποι, που ξέρουμε ότι δραστηριοποιούνται όταν πρόκειται για το παρελθόν, δραστηριοποιούνται εξίσου (και ο δεξιός ιππόκαμπος περισσότερο) όταν πρόκειται για γεγονότα του μέλλοντος (Szpunar et al., 2006; Addis et al., 2007). Ο ιππόκαμπος λοιπόν, στην καρδιά του μεταιχμιακού συστήματος, ασχολείται με το παρελθόν όσο και με το μέλλον.
Ο χώρος ως κύριος παράγων της λειτουργίας της ανάμνησης
Οι «αναμνήσεις» λοιπόν είναι αναξιόπιστες, διότι σκοπός του χρήστη τους δεν είναι η πιστή αναπαραγωγή του παρελθόντος αλλά η προσαρμογή του στο παρόν· είναι επίσης συχνά λανθάνουσες και είναι και «πουλιά» που επανέρχονται κατά βούλησή μας ή ακούσια. Ανέκαθεν λοιπόν το πρόβλημα ήταν πώς θα βάλουμε τάξη στα «πουλιά» και πώς θα τα επαναφέρουμε μόνο όταν μας είναι χρήσιμα. Ο χώρος, παρατηρεί ο Σεμπρούν, είναι που θα μας βοηθήσει: «Πρέπει κάτι να θυμηθώ. Δηλαδή, αισθάνομαι πολύ έντονα την αναγκαία σχέση ανάμεσα σε ένα γεγονός που η ανάμνησή του έχει αμβλυνθεί, σβηστεί και στα σημερινά αισθήματά μου, τα συγκεχυμένα, τα ακαταστάλαχτα […]. Προσπαθώ να ξετρυπώσω αυτήν την ανάμνηση, το φευγαλέο ίχνος αυτού του γεγονότος. Είναι σαν να βγήκες από έναν κινηματογράφο και να διασταυρώθηκες με κάποιον […]. Μα αυτό τον αντρικό πρόσωπο δεν μπορεί να συμπεριληφθεί σε μια οποιαδήποτε κατάσταση, σε έναν οποιονδήποτε χώρο, […] αυτό το αντρικό πρόσωπο δεν ταιριάζει παρά σε μια ειδική κατάσταση και σε έναν ορισμένο χώρο […] αυτό το αντρικό πρόσωπο δεν ταιριάζει παρά με χώρους κλειστούς, με άντρες που συζητάνε γύρω από ένα τραπεζάκι. Ύστερα, εντελώς ξαφνικά, η μνήμη αυτού του προσώπου, η ταυτότητά του, γίνεται ολοφάνερη. Μα φυσικά, είναι ο Τάδε […]» (σελ. 193-194).
Η μνήμη είναι άχρονη – ασχέτως της γνώσης που έχουμε για το χρόνο. Γράφει ο Σέμπρουν: «Ύστερα, χωρίς να το σκεφτεί, ίσως επειδή η εικόνα της Σονσολές – μια διαδοχή εικόνων μάλλον, σαν κάτι να ’χε εκραγεί, εξαπολύοντας φωτογραφικά ενσταντανέ, που το καθένα τους ήταν ακίνητο, καθηλωμένο, έχοντας συλλάβει και καθηλώσει το καθένα τους μια χειρονομία, μια στάση του παιδιού του, μα το σύνολο, η διαδοχή, η σειρά ήταν διαποτισμένη με μια κίνηση αδιάκοπη και διακεκομμένη ταυτόχρονα, σαν απανωτές αστραπές […]» (σελ. 279). Και: «[…] τη στιγμή που συμπλήρωνε την κάρτα της αποβιβάσεως, στις 15 Απριλίου 1966, στο αεροδρόμιο της Ζυρίχης, τριάντα τρεις μέρες από εκείνο το επεισόδιο, τα πάντα γίνανε πιο εδώ – ή πιο κει – από κάθε λεκτική διατύπωση, από κάθε χρονική ροή: η εικόνα, μόνη η σταχτιά και στιγμιαία εικόνα της ανάμνησης, τα περιείχε όλα αυτά. Η εικόνα είχε την πολυμορφία και τη σαφήνεια του ονείρου, που κάθε ερμηνεία του με λέξεις, εκ των υστέρων, το καθιστά συγκεχυμένο και ασύνδετο.» (σελ. 300).
Ο Λαμπεντούζα διατύπωνε ρητά την άποψη της άχρονης μνήμης: «Οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, όπως συμβαίνει σ’ όλους μας πιστεύω, αποτελούνται από μια σειρά οπτικών παραστάσεων που οι περισσότερές τους είναι πολύ ευκρινείς, αν και χρονικά ασύνδετες μεταξύ τους. Είναι αδύνατον, πιστεύω, να κάνει κανείς ένα «χρονικό» της δικής του παιδικής ηλικίας: ακόμη κι αν τηρήσει τη μεγαλύτερη ειλικρινή στάση, δεν θα μπορέσει ν’ αποφύγει τη δημιουργία μιας πλασματικής εντύπωσης που συχνά οφείλεται σε τρομακτικούς αναχρονισμούς. Για το λόγο αυτό θα υιοθετήσω τη μέθοδο της θεματικής κατάταξης και θα προσπαθήσω να δώσω μια συνολική εικόνα του χώρου κι όχι της χρονικής εξέλιξης των γεγονότων. Θα μιλήσω για το περιβάλλον της παιδικής μου ηλικίας, για τους ανθρώπους που την περιστοίχισαν, για τα συναισθήματά μου, που την εξέλιξή τους δεν θα ακολουθήσω “a priori”.» (Ντι Λαμπεντούζα, Αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας).
Για τον Hubert Lucot «η μνήμη μας δεν ακολουθεί τη χρονολογική σειρά. Η σκέψη είναι που, αναρωτούμενη επάνω σ’ αυτήν, τη μνήμη, θεωρεί καλό να της προτείνει την τροχιά μιας μονοδιάστατης οικουμένης» (Le centre de la France). Μ’ άλλα λόγια, ο χρόνος υπεισέρχεται και η μνήμη γίνεται χρονολογική σε ένα επίπεδο μεταγενέστερο, σε ένα επίπεδο «μεταμνήμης», σαν τη λεζάντα που γράφουμε κάτω από μια φωτογραφία εκ των υστέρων και ορίζει τον χρόνο της ανάμνησης που είναι γεμάτη χώρο: «[…] όπου η Σονσολές Αβεντάνιο είχε σημειώσει από κάτω [ …] ότι όλα αυτά συνέβησαν το 1931 […]. Στο Σαρντινέρο, που είναι η εξοχική, ή μάλλον η παραθεριστική συνοικία του Σανταντέρ, χτισμένη στους λοφίσκους, γύρω απ’ τις τρεις πλαζ με τη λεπτή άμμο – η μικρότερη, ανάμεσα στο ακρωτήρι […] Η επόμενη, που τη λέγανε η Πρώτη Πλαζ, ήταν εκείνη όπου, ορισμένες μέρες της καλοκαιρινής σαιζόν, πριν απ’ το 1931, ερχότανε η βασιλική οικογένεια να απολαύσει τις χαρές της θάλασσας και στις περιπτώσεις αυτές; απομονώνανε με ένα σκοινί την περίμετρο της άμμου και του νερού… Και λίγο πιο ψηλά μια σκηνή από ριγωτό καραβόπανο […]. Η τρίτη πλαζ, που τη λέγανε Δεύτερη, μετά το δεύτερο βραχώδες ακρωτήρι, ήταν η μεγαλύτερη και προοριζότανε για τις δωρεάν διασκεδάσεις του λαού […]. Αυτή η λεζάντα, κάτω απ’ την ομάδα των αντρών που στεκόντουσαν όρθιοι, μπροστά στις αζαλέες και η γεροντοκόρη, μες τη χαρά της επανελθούσης μνήμης,) αναγνώριζε έναν ένα τους ακινητοποιημένους σε εκείνη την καπνισμένη επιφάνεια της θολής φωτογραφίας.»
Ο ιππόκαμπος, και πάλι, είναι η δομή που υποστηρίζει την ενοποίηση των «θραυσμάτων» των εμπειριών, εντάσσοντάς τα σε ένα χωρικό πλαίσιο. Ο λόγος για τον οποίον εκείνοι που πάσχουν από «αμνησία» λόγω βλάβης του ιπποκάμπου αδυνατούν να «φανταστούν» νέες εμπειρίες είναι ότι έχουν μια αδυναμία «ολιστικής» αναπαράστασης και οι εικόνες τους – οι εικόνες που ανακαλούν ή φαντάζονται και περιγράφουν – είναι αποσπασματικές, χωρίς χωρικό πλαίσιο και εκτός χωρικού πλαισίου. Ο ιππόκαμπος λοιπόν, ένα βήμα πιο πέρα, είναι η δομή του εγκεφάλου που υποστηρίζει την παροχή ενός χωρικού πλαισίου εντός του οποίου θα συνδεθούν και θα συνδυαστούν τα σκόρπια στοιχεία μιας εμπειρίας (Hassabis et al., 2006).

O Σιμωνίδης ο Κείος (556-468 π.Χ.), ο λυρικός ποιητής του «Ω ξειν αγγέλλειν Λακεδαιμονίοις», εφευρίσκει την τέχνη της μνήμης, τη «μνημοτεχνική», όταν συλλαμβάνει τη σημασία του χώρου για την υποβοήθηση της ανάκλησης. Ο Σιμωνίδης για πολλούς εκφράζει τη στροφή προς μια κοινωνία υψηλής οργάνωσης η οποία βασίζεται σε ένα νέο σύστημα, πέραν της προφορικής παράδοσης (Bolzoni, 1990). Διδάσκει ότι η ζωγραφική, η ποίηση και η μνήμη δεν είναι παρά ζωηρές, έντονες, «απεικονίσεις» και σχεδιάζει χώρους με οπτικές λεπτομέρειες που στους μυημένους ανακαλούν στίχους ποίησης· παράθυρα προσεκτικά τοποθετημένα και μικρά ανοίγματα οδηγούν το φως της ημέρας κατευθείαν επάνω στις λεπτομέρειες αυτές. Κωδικοποιεί τις πληροφορίες που αποφασίζει να συγκρατήσει μέσω χτυπητών, ζωηρών, νοερών εικόνων (των imagines agentes), που έχουν γεννήσει και «συμπαρασύρει» οι πληροφορίες αυτές· τοποθετεί κατόπιν τις εικόνες σε θέσεις χώρων που του είναι οικείοι, όπως στα δωμάτια ενός σπιτιού ή στις αίθουσες ενός ωδείου. Παράδειγμα της τεχνικής είναι ο τρόπος που την εμπνεύστηκε, όταν μια στέγη κατέρρευσε κατά τη διάρκεια ενός συμποσίου από το οποίο μόλις είχε φύγει: για να ταυτοποιηθούν τα παραμορφωμένα σώματα των θυμάτων ανακάλεσε την ακριβή θέση όπου καθόταν το κάθε άτομο χάρη στους οπτικούς μνημονικούς συνειρμούς του. Η «τοπική» μέθοδος του Σιμωνίδη χρησιμοποιεί ακριβώς το χώρο ως βοήθημα του ρήτορα και του ποιητή. Είναι η τεχνική των «τόπων», των «loci» του Κικέρωνα, των ρητόρων και των θεολόγων του Μεσαίωνα που, με χιλιάδες παραλλαγές από τον Κικέρωνα ως τις μέρες μας (με τους αλγόριθμους των εκπαιδευτικών εγχειριδίων), συστηματοποιεί μια μνήμη, το κύριο ελάττωμα της οποίας είναι τα χάσματα που παρουσιάζει. Ο χώρος χρησιμοποιείται με τη μορφή οικημάτων ή δωματίων, αλλά και χάρτη ή δένδρου (το «δένδρο της ζωής» των εκκλησιαστικών συγγραφέων, για παράδειγμα, με ομοιοκατάληκτους στίχους στα κλαδιά που θυμίζουν τα επεισόδια της ζωής του Χριστού) ή του ανθρώπινου σώματος, με τις πληροφορίες βαλμένες στα μέλη, τις αρθρώσεις, τα δάχτυλα (Bolzoni, 1990). Αν, λένε οι τεχνικοί της μνήμης, με 24 ή 26 γράμματα και δέκα νούμερα μπορούμε να εκφράσουμε τα πάντα, τότε, με έναν εξίσου περιορισμένο αριθμό εικόνων μπορούμε να θυμηθούμε τα πάντα. Ο Patten ισχυρίζεται στο έγκυρο Neurology ότι χρησιμοποιώντας συστηματικά τις μεθόδους αυτές αύξησε τη μνημονική του ικανότητα στο δεκαπλάσιο (Patten, 1990).
Στον Σεμπρούν και πάλι: «[…] οι αναμνήσεις πετάγονταν τώρα κατά τσαμπιά ολόκληρα, κατά αστραποβόλους αστερισμούς εικόνων και ονομάτων, ημερομηνιών και γεγονότων, γύρω από την κάθε εικόνα και το κάθε όνομα που επανεμφανιζότανε […] “και θα βρούμε σίγουρα φωτογραφίες της γυναίκας του” […] έλεγε η θεία Αντέλα, μα δεν είχε ανάγκη πια από φωτογραφίες για να ξαναβρεί τις αναμνήσεις της, τα θυμότανε όλα, τώρα. Τριάντα πέντε χρόνια: σαν νa ’τανε χτες.» (σελ. 115).
Η μνημοτεχνική έγκειται στη δημιουργία κανόνων παπαγαλίας που βασίζονται στις αρχές της ομοιότητας, της αντίθεσης και της συνάφειας, τις τρεις αρχές του συνειρμού, για να επεκτείνουν τεχνητά τις φυσικές ικανότητες της μνήμης: «Διό και το εφεξής θηρεύομεν νοήσαντες από του νυν ή άλλου τινός, και αφ’ ομοίου ή εναντίου ή του σύνεγγυς» (Αριστοτέλης, Περί μνήμης και αναμνήσεως, 451b). Οι τόποι, η σειρά διαδοχής τους, οι εικόνες που αναδύονται από το παιχνίδι των συνειρμών, είναι τα θεμελιώδη στοιχεία της μνημοτεχνικής (Bolzoni, 1990). Στηριγμένη στις τρεις αυτές αρχές κατασκευάζει εικόνες που στο εσωτερικό τους συμπιέζουν αλυσίδες συνειρμών ικανών να επιτρέπουν στο πνεύμα μας να ξαναβρεί ό,τι τους είχε εμπιστευτεί. Σε αυτή τη συστατική διαδικασία της μνημοτεχνικής αναδεικνύεται μια διάσταση της τέχνης της μνήμης που μπορούμε να αποκαλέσουμε καθεαυτό δημιουργική, στο μέτρο που δεν αρκείται να αποθηκεύει δεδομένα, έστω κι αν στην ουσία πρόκειται για τη χρήση τους για το μέλλον: Οι μνημοτεχνικές μέθοδοι δεν χρησιμεύουν μόνο για να ανακαλέσουμε, να θυμηθούμε κείμενα ήδη γραμμένα· συμβάλλουν στην παραγωγή κειμένων απομνημονεύσιμων, κειμένων που μπορούν εύκολα να ανακληθούν· «κατά βάθος ξαναβρίσκουμε, διαφορετικά αρθρωμένες, τις δημιουργικές δυνάμεις της Μνημοσύνης» (Bolzoni, 1990).

Ο Solomon Veniaminovich Shereshevskii (1886 – 1958?), γνωστός απλά ως ‘S’, ήταν Ρώσος δημοσιογράφος και υπερμνήμων. Είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν θα σταθούμε σε αυτό, ότι ο Luria, προσπαθώντας να αναλύσει το υπόβαθρο της μνημονικής ιδιοφυίας του, περιορίζεται σταδιακά στις αντιληπτικές του ιδιομορφίες: Ο ‘S’ ήταν «ειδητικός», αποτύπωνε δηλαδή συνολικά εικόνες που, ως «συναισθητικός» και με μια πλήρη μορφή συναισθησίας, αντιλαμβανόταν έντονα, με όλες τις αισθήσεις του και με περάσματα από την κάθε αίσθηση προς οποιαδήποτε άλλη· γέμιζε, για παράδειγμα, απ’ την εικόνα ενός αριθμού, απ’ το πάχος της γραμμής του, απ’ τις γωνιές και τις καμπυλότητές του, απ’ τη μυρωδιά και τον ήχο του. Όταν, ωστόσο, του επεσήμαναν ότι ήταν διαφορετικός από τους άλλους και άρχισε να εμφανίζεται σε δημόσιες παραστάσεις, εφάρμοσε μνημοτεχνικούς κανόνες επινόησής του, που σε τίποτε δεν διέφεραν από την τεχνική του Σιμωνίδη· χρησιμοποιούσε διαδρομές μέσα στο χωριό όπου είχε γεννηθεί για να τοποθετήσει τα διάφορα «αντικείμενα» που θα ανακαλούσε.
Γράφει ο Μπόρχες στο διήγημά του Φούνες, ο Μνήμων: «Πέφτοντας, έχασε τις αισθήσεις του. Όταν συνήλθε, το παρόν ήταν τόσο πλούσιο, τόσο λαγαρό, που ήταν σχεδόν αφόρητο. Το ίδιο και οι πιο παλιές, οι πιο ασήμαντες αναμνήσεις του. […] Εμείς, με μια ματιά, μπορούμε ν’ αντιληφθούμε διαμιάς τρία ποτήρια πάνω σ’ ένα τραπέζι. Ο Φούνες, όλα τα φύλλα, όλες τις ψαλίδες κι όλα τα σταφύλια μιας κληματαριάς. Ήξερε τα σχήματα που είχαν τα σύννεφα του νοτιά το ξημέρωμα της 30ής Απριλίου 1882, και μπορούσε να τα παραβάλει στη μνήμη του με τα “νερά” ενός δερματόδετου βιβλίου που του ’χε ρίξει κάποτε μια ματιά, και με τα σχήματα του αφρού που σήκωσε ένα κουπί στο Ρίο Νέγρο, την παραμονή της μάχης του Κεμπράτσο. Οι αναμνήσεις αυτές δεν ήταν απλές. Κάθε εικόνα ήταν δεμένη με αντιδράσεις μυϊκές, θερμικές, κ.λπ. […] Μια περιφέρεια πάνω σ’ ένα μαυροπίνακα, ένα ορθογώνιο τρίγωνο, ένας ρόμβος – αυτά είναι σχήματα που εμείς μπορούμε να τα αντιληφθούμε πλήρως. Το ίδιο συνέβαινε με τον Ιρενέο και με την αναμαλλιασμένη χαίτη ενός αλόγου, μ’ ένα κοπάδι γιδοπρόβατα σε μια μακρινή πλαγιά, με την πρωτεϊκή φωτιά και την απροσμέτρητη στάχτη, με τα πολλά πρόσωπα ενός νεκρού σε μια πολύωρη ξαγρύπνια. Κι εγώ δεν ξέρω πόσα αστέρια έβλεπε στον ουρανό».
Οι «υπερμνήμονες» στο βιβλίο Guinness γεννούν πάντα αμφιβολίες και ερωτήματα, τοποθετούμενοι μεταξύ μνημοτεχνικής και ιδιόμορφων «υπερφυσικών» ιδιοτήτων, κάποτε στο περιθώριο μιας ελλειμματικής κατά τα άλλα ευφυΐας. Παραπέμποντας στις Μεταθανάτιες Αναμνήσεις του Σατομπριάν, ο Σεμπρούν γράφει: «Ένα πράγμα με ταπεινώνει: η μνήμη είναι συχνά το προσόν της μωρίας· ανήκει συνήθως στα δυσκίνητα πνεύματα, τα οποία καθιστά ακόμη βαρύτερα, παραφορτώνοντάς τα με τις αποσκευές της» (σελ. 165). Ο Φούνες, κατά τον Μπόρχες, «είχε μάθει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια αγγλικά, γαλλικά, πορτογαλικά, λατινικά. Υποπτεύομαι, ωστόσο, πως δεν ήταν πολύ ικανός στη σκέψη. Σκέψη είναι να ξεχνάς τις διαφορές, να γενικεύεις, να αφαιρείς. Στον υπερφορτωμένο κόσμο του Φούνες δεν υπήρχαν παρά λεπτομέρειες, σχεδόν σε πλήρη ετοιμότητα». Και: «[…] ήταν σχεδόν ανίκανος να έχει γενικές, πλατωνικές ιδέες. Όχι μόνο του ήταν δύσκολο να καταλάβει πως το γενικό σύμβολο σκύλος περικλείει τόσα ανόμοια και ανισομεγέθη άτομα, αλλά και τον ενοχλούσε που ο σκύλος των τρεις και δεκατέσσερα λεπτά (ιδωμένος από πλάγια) μπορούσε να έχει το ίδιο όνομα με το σκύλο των τρεις και τέταρτο (ιδωμένο από μπρος)». Ο Stephen Wiltshire, για παράδειγμα, ιδιοφυής αυτιστικός καλλιτέχνης, «ανθρώπινη κάμερα» που αποτυπώνει φωτογραφικά, ανήκει σε μια κατηγορία όπου η μνημοτεχνική δεν παίζει πιθανότατα κανένα ρόλο ή που απλώς δεν είναι τεχνική αλλά ένας αυτόματος, εξαιρετικά ταχύς μηχανισμός, όπως στην περίπτωση του Σερεσέβσκι. Ας παρατηρήσουμε παρεμπιπτόντως ότι και εδώ ο χώρος είναι η βάση της μνήμης. Ο ‘S’ είναι μεν ασυνήθιστα «ειδητικός» αλλά, έστω αυθόρμητα, εφαρμόζει τη μέθοδο των loci που η συναισθησία του τού επιτρέπει να χρησιμοποιεί με άνεση. Το 1995, ο Akira Haraguchi, 59 χρονών, σύμβουλος ψυχικής υγείας, θυμήθηκε τα 83.431 πρώτα δεκαδικά ψηφία του π (3,14) και, το 2006, ανέβασε το ρεκόρ του σε 100.000 δεκαδικά ψηφία, που απήγγειλε σε 16 ώρες. Ο Rajan Mahadevan, κάτοχος του ρεκόρ Guinness του 1981, με μια φτωχή σειρά 31811 δεκαδικών του π, «εξηγούσε» αυτές τις ιλιγγιώδεις επιδόσεις με την οργάνωση των αριθμών σε 10 στήλες και ν γραμμές, όντας τελικά σε θέση, όχι μόνο να τους απαγγείλει αλλά και να θυμηθεί ποιος βρισκόταν σε ποια σειρά και σε ποια στήλη! Ο τρόπος είναι ωστόσο όμοιος με την τεχνική της εκμάθησης των «βασικών αρετών» και των θανάσιμων αμαρτημάτων στο Μεσαίωνα (Anders Ericsson, 2003, Patten, 1990).

Οφείλει η μνήμη να είναι πιστή;
Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι ο ‘S’ είχε τραγικό πρόβλημα όταν ήθελε να ξεχάσει κάτι. Αναγκαζόταν, όταν του χρειαζόταν να απαλλάξει τη φορτωμένη μνήμη του από άχρηστες λεπτομέρειες και οχληρούς θορύβους – γιατί κάθε ψίθυρος στο ακροατήριό του καταγραφόταν με τον ίδιο τρόπο που καταγράφονταν νούμερα και στίχοι, εξού και απαιτούσε απόλυτη σιωπή όταν έκανε την παράστασή του, πράγμα που σπάνια πετύχαινε στο βαθμό που το είχε ανάγκη – να φανταστεί και πάλι μια εικόνα: όλα ήσαν γραμμένα σε έναν μαυροπίνακα που μπορούσε να σβήσει με ένα σφουγγάρι. Και φαίνεται πως αυτό ήταν αποτελεσματικό. «Σκέφτηκα πως καθεμιά απ’ τις λέξεις μου (καθεμιά απ’ τις κινήσεις μου) θα επιζούσε στην αμείλικτη μνήμη του. Με κυρίευσε ο φόβος όταν σκέφτηκα τις περιττές χειρονομίες μου να πολλαπλασιάζονται». Ή, όπως έλεγε ο ίδιος ο Φούνες: «Η μνήμη μου, κύριε, είναι ένας σωρός από σκουπίδια».
Όπως φαίνεται, η πιστότητα, η ακρίβεια, η αλήθεια (το αλάθητο;), δεν είναι το κύριο χαρακτηριστικό της φυσιολογικής μνήμης· το βάρος της θα ήταν δυσβάσταχτο. Γι’ αυτό ο προσκυνητής του μαντείου του Τροφωνίου όφειλε, πριν θέσει το ερώτημά του, να πιει από δυο πηγές που αποκαλούνταν «Λήθη» και «Μνημοσύνη», προκειμένου να λησμονεί το παρελθόν και η μνήμη να ξεκινά απ’ το παρόν. Μήπως λοιπόν δουλειά της μνήμης δεν είναι η ανάμνηση των παρελθόντων; Μήπως η μνήμη δεν αφορά το παρελθόν παρά προσχηματικά; Την ημέρα που ο Σιμωνίδης πρότεινε στον Θεμιστοκλή να του διδάξει την τέχνη της μνήμης λένε ότι του απάντησε ότι θα προτιμούσε να του διδάξει την τέχνη της λήθης (Bolzoni, 1990).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Addis, D.R., Wong, A.T., Schacter, D.L. (2007) Remembering the past and imagining the future: Common and distinct neural substrates during event construction and elaboration. Neuropsychologia 45: 1363-1377.
Anders Ericsson, K. Exceptional memorizers: made, not born. TRENDS in Cognitive Sciences 7:233-235.
Αριστοτέλης. Περί μνήμης και αναμνήσεως.
Bergman, A., Bergman, M. & Hamlisch, M. (1973). Memories. In: Pollack S. (σκηνοθεσία) και Laurents A. (βιβλίο, σενάριο) The way we were Columbia Pictures, Hollywood.
Bolzoni, L. (1990). Le jeu des images. L’art de la mémoire des origines au XVIIe siècle. In: La fabrique de la pensée. Electa, Milano. pp. 16-65.
Gloor, P., Olivier, A., Quesney, L.F., Andermann, F., and Horowitz, S. (1982) The role of the limbic system in experiential phenomena of temporal lobe epilepsy. Annals of Neurology, 12: 129-144.
Hassabis, D., Kumaran, D., Vann, S.D., Maguire, E.A. (2006). Patients with hippocampal amnesia cannot imagine new experiences. PNAS, 104: 1726-1731.
Kramer, J.H. Memory, Overview. (2003) Encyclopedia of the Neurological Sciences. 79-82.
Loftus, E.F., and Loftus, G.R. (1980). On the permanence of stored information in the human brain. American Psychologist 35: 409-420.
Ντι Λαμπεντούζα, Τζουζέππε Τομάζι. (1993). Αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. In Η σειρήνα και άλλα διηγήματα. Μτφρ. Μ. Σπυριδοπούλου. Αλεξάνδρεια. Αθήνα.
Lucot, Hubert. (2006). Le centre de la France P.O.L., Paris.
Luria, A. R.; Bruner, Jerome (1987). The Mind of a Mnemonist: A Little Book About A Vast Memory. Harvard University Press.
Μπόρχες, Χόρχε Λουίς. (1995). Φούνες, ο Μνήμων. In: Άπαντα πεζά Μτφρ. Α. Κυριακίδη. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, σσ. 171-178.
Patten, B.M. (1990). The history of memory arts. Neurology 40: 346-352.
Penfield, W., Perot Ph. (1963). The brain’s record of auditory and visual experience. Brain 86: 617-650.
Rosenfield I. (1992). Η εφεύρεση της μνήμης. Μτφρ. Κ. Πόταγας. Καστανιώτης, Αθήνα.
Scoville, W.B., Milner, B. (1957). Loss of memory after bilateral hippocampal lesions. J Neurol Neurosurg Psychiat 20: 11-21.
Σεμπρούν Χόρχε. (1983). Ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ. Μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου. Θεμέλιο, Αθήνα.
Squire L. (2004) Memory systems. Neurobiology of Learning and Memory 182: 171-177.
Szpunar, K.K., Watson, J.M., McDermott, K.B. (2007). Neural substrates of envisioning the future. PNAS 104: 642-646.
Tulving E. (1985). Memory and consciousness. Canadian Psychologist 25: 1-12.
Tulving E. (1985). Ebbinghaus’s memory: What did he kearn and remember? Journal of experimental psychology 11: 485-490.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.