Yves Thoret
Ψυχίατρος, Πρόεδρος της Société de l’ Évolution Psychiatrique
(μέλους της WPA),
συν-πρόεδρος του κλάδου «Λογοτεχνία και Ψυχιατρική» της WPA
σύναψις 12 [2009 – τόμος 05]
Μετάφραση
Αντώνης Λιόλιος
Τα αποσπάσματα της τραγωδίας έχουν ληφθεί από τη μετάφραση του Βασίλη Ρώτα, στις εκδόσεις Επικαιρότητα
Στον Τίτο Ανδρόνικο, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ μάς παραδίδει μια περιγραφή της βίας, την οποία πρόκειται να αναλύσω εδώ, δείχνοντας πώς αυτή η θεατρική παράσταση μπορεί να βοηθήσει στην καλύτερη κατανόηση της δυναμικής της επιθετικότητας, της ντροπής και της εκδίκησης σε όλες τις εποχές, συμπεριλαμβανόμενης και της δικής μας.
1. Βία εναντίον των αντρών

Ο Τίτος Ανδρόνικος, δοξασμένος στρατηγός, επιστρέφει στη Ρώμη νικητής από δεκαετή πόλεμο εναντίον μιας βόρειας κοινότητας βαρβάρων, των Γότθων. Πίσω του προχωρούν οι πιο σημαντικοί αιχμάλωτοί του: η Ταμόρα, βασίλισσα των Γότθων, οι τρεις γιοι της και ο εραστής της, ένας Μαυριτανός με το όνομα Ααρών. Ο ίδιος ο Τίτος είχε 25 γιους, από τους οποίους πέθαναν οι 21 κατά τη διάρκεια αυτής της εκστρατείας· μόνο 4 επέζησαν και τον συνοδεύουν. Τον υποδέχεται η κόρη του Λαβίνα – ο Τίτος είναι ηλικιωμένος και ταλαιπωρημένος από αυτού του είδους τις συγκρούσεις, και αρνείται να στεφθεί Ρωμαίος Αυτοκράτωρ.
Εντούτοις, ένας από τους γιους του απαιτεί απ’ τον πατέρα του να θυσιάσει έναν αιχμάλωτο Γότθο:
ΛΟΥΚΙΟΣ
Δωσ’ μας τον καλόν αιχμάλωτο απ’ τους Γότθους
να τον διαμελίσουμε, και πάνω στην πυρά
για ψυχές αδερφών να κάνουμε θυσία
[Πράξη Α΄, Σκηνή 1, σ. 25-26]
Αυτό δεν ανήκε στο ρωμαϊκό εθιμοτυπικό, παρά μόνον σε περιπτώσεις βασιλοκτονίας· όμως ο Σαίξπηρ το εφηύρε για να υπογραμμίσει την πρώτη κατάχρηση εξουσίας του ρωμαϊκού στρατού μετά την άφιξή του στην πρωτεύουσα, παρά τις ικεσίες της βασίλισσας των Γότθων. Αποτελούσε έτσι για τον δραματουργό μια αναπαράσταση της παρακμής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Έπειτα από αυτό το τελετουργικό έγκλημα, οι γιοι του Τίτου διηγούνται την πράξη τους:
ΛΟΥΚΙΟΣ
Δες, κύρη και πατέρα, πώς εξετελειώσαμε
τη ρωμαϊκή μας ιερουργία. Του Άλαρβου λιανίστηκαν
τα μέλη και τα σπλάχνα θρέφουν της θυσίας τις φλόγες
και σαν θυμίαμα ο καπνός αρωματίζει
τον ουρανό
[Πράξη Α΄, Σκηνή 1, σ. 27-28]
Αποδεχόμενη τη βάναυση πράξη, η οικογένεια των Ανδρόνικων συμπεριφέρεται σαν πρωτόγονη φατρία, αρνούμενη τις επικλήσεις για οίκτο και επιείκεια που τους απευθύνει η μητέρα του αιχμαλώτου. Θα είναι το πρώτο στάδιο μιας μακράς σειράς επιθέσεων, ακρωτηριασμών, βιασμών, δολοφονιών, ακόμη και κανιβαλισμών που θα ακολουθήσουν, σηματοδοτώντας την οπισθοδρόμηση αυτών των ομάδων στη βαρβαρότητα. Σε μία απλή λογομαχία με τους γιους του, ο Τίτος μαχαιρώνει έναν από αυτούς, χωρίς κανένα έλεος. Αυτές οι σφαγές φαίνονται αρκούντως τυχαίες, σαν να μην μπορούν να σταματήσουν οι νικητές να σκοτώνουν τους εχθρούς τους ή ακόμα και τα ίδια τα μέλη της οικογένειάς τους, παρά την επιστροφή στην ειρήνη.
2. Βία εναντίον των γυναικών
Οι Γότθοι αποφασίζουν να εκδικηθούν το συντομότερο δυνατόν. Η Ταμόρα επιλέγεται για γυναίκα του νέου Αυτοκράτορα – έτσι γίνεται η Πρώτη Κυρία της Αυτοκρατορίας. Για το γάμο αυτό και για τη νικηφόρα εκστρατεία διοργανώνεται κυνηγετική γιορτή, κατά τη διάρκεια της οποίας η Ταμόρα σκοτώνει το σύζυγο τής Λαβίνια και προσφέρει την ίδια προς ικανοποίηση της σεξουαλικής ορμής των γιων της. Τώρα είναι η σειρά της Λαβίνια να ικετεύσει την Ταμόρα, ως γυναίκα και αυτή: «Ω, ω, Ταμόρα! Έχεις πρόσωπο γυναικείο» [Πράξη Β΄, Σκηνή 3, σ. 56].
Αλλά αυτό δεν είναι αρκετό, πρέπει να επιμείνει και να παραδώσει την ίδια της τη ζωή:
ΛΑΒΙΝΙΑ
Θάνατο ζητιανεύω ευθύς: και κάτι ακόμα
όπου σαν γυναίκα που είμαι δεν το λέει η γλώσσα μου.
Ω, σώσε με από τη χειρότερη από θάνατο
λαγνεία τους και ρίξε με σε τρύπα σιχαμένη,
όπου ποτέ ανθρώπου μάτι να μην ιδεί
το σώμα μου. Καν’ το και θα ’σαι σπλαχνικός φονιάς
[Πράξη Β΄, Σκηνή 3, σ. 57]
Και οι δύο γιοι της Ταμόρα τη βιάζουν, πάνω στο πτώμα του νεκρού άντρα της, και της κόβουν τα χέρια και τη γλώσσα, ώστε να μην μπορεί να τους κατηγορήσει. Η πλέον εντυπωσιακή σκηνή του θεατρικού εκτυλίσσεται όταν η Λαβίνια συναντά τον θείο της, μετά το μαρτύριό της. Στην αρχή παρατηρεί τους ακρωτηριασμένους βραχίονες:
ΜΑΡΚΟΣ
[…] Aνιψούλα μου
μίλα, ποια βάρβαρα, άγρια χέρια σου πελέκησαν
και κλάδεψαν κι απογύμνωσαν το κορμί σου
από τα δυο κλαδιά του, αυτά τα ωραία στολίδια,
που βασιλιάδες στις σγουρές σκιές τους ζήτησαν
να κοιμηθούν…
[Πράξη Β΄, Σκηνή 4, σ. 62-63]
Την παρακαλεί να μιλήσει, μα η μόνη απάντηση που παίρνει είναι ένα ρυάκι αίματος από το στόμα της. Μαντεύει πως βασανίστηκε ώστε να μην αποκαλύψει τους βιαστές της, και της προτείνει να της δανείσει τη φωνή του, όπως ένας Οβιδιανός ποιητής: «Για σένα να μιλήσω εγώ; Να ειπώ είν’ έτσι;» [Πράξη Β΄, Σκηνή 4, σ. 64]
Τρυφερά ανακαλεί στη μνήμη του τα χαμένα άκρα της ανιψιάς του, χέρια αρπίστριας:
Ω, αν είχε ιδεί το τέρας τα κρινένια χέρια σου
να τρέμουν σαν λευκόφυλλα πά’ στο λαγούτο,
που οι μεταξένιες κόρδες με χαρά να τα φιλούν
τότε ούτε για τη ζωή του δε θα τα’ άγγιζε…
[Πράξη Β΄, Σκηνή 4, σ. 65]
Κατανοεί τι φοβερός πόνος καλύπτεται από αυτή την ανείπωτη θλίψη: Η θλίψη σκεπασμένη, σαν κλεισμένος φούρνος, / καίει τη φωλιά της, την καρδιά, την κάνει στάχτη [Πράξη Β΄, Σκηνή 4, σ. 64]. Και όλη η έγνοια του να μοιραστεί την ταραχή της κοπέλας φαίνεται στον όρκο του: Ο θρήνος μας ν’ αλάφρωνε τον άμετρό σου πόνο! [Πράξη Β΄, Σκηνή 4, σ. 65]
Έως το τέλος της παράστασης, η Λαβίνια προφανώς θα μείνει σιωπηλή, εκδηλωνόμενη μόνο μέσω δακρύων και φιλιών. Αυτή η εικόνα είναι πολύ έντονη για τους θεατές, κι αναρωτιέμαι τι θέλησε να εκφράσει ο Σαίξπηρ μέσω του χαρακτήρα της. Είμαι πεπεισμένος ότι αυτό το θύμα, χωρίς χέρια και γλώσσα, αποτελεί μια σωματική αναπαράσταση της απώτατης ντροπής που αισθάνονται όλα τα θύματα βιασμού: δεν μπορούν να δράσουν, ούτε καν να μιλήσουν για τον εξευτελισμό τους, για το φόβο τους, για την άγρια και παρά φύσιν παραβίαση του σώματός τους και της γυναικείας τους φύσης.
Στο πέρασμα των αιώνων, οι κριτικοί θεωρούν ότι πρόκειται για ένα σαθρό θεατρικό έργο, αμφιβάλλοντας ακόμα και για την πατρότητά του ως Σαιξπηρικό. Μετά όμως από το δραστικό του ανέβασμα από τον Peter Brook το 1955, αυτή η υπερ-βία ερμηνεύεται ως το κύριο μετατραυματικό άγχος για τα θύματα βιασμού.
Στο τέλος του θεατρικού, ο πατέρας της Λαβίνια θα θυμηθεί το όνειδος υπό το πρίσμα μιας δραματικής λογικής, οδηγώντας τον να σκοτώσει την αγαπημένη του κόρη. Δειπνώντας με τον Αυτοκράτορα, τον ρωτάει:
ΤΙΤΟΣ
Καλά ’κανε ο αψύς Βιργίλιος που σκότωσε
την κόρη του με το δεξί του χέρι, επειδή
τη βίασαν, την ντροπιάσαν και την ξεπαρθένεψαν;
[Πράξη Ε΄, Σκηνή 3, σ. 123]
Ο Αυτοκράτορας αποκρίνεται:
ΣΑΤΟΥΡΝΙΝΟΣ
Γιατί δεν έπρεπε να ζήσει η κόρη η ντροπιασμένη
κι η θέα της να του ξανανιώνει τον καημό ολοένα.
[Πράξη Ε΄, Σκηνή 3, σ. 123]
Και ο Τίτος καταλήγει πως:
Λόγος τρανός, γερός και δικαιωμένος· πρότυπο,
προηγούμενο και ζωντανή εντολή για μένα
τον ελεινότατο, να κάνω το ίδιο
[εμφανίζεται η Λαβίνια]
Πέθανε, πέθανε, Λαβίνια, κι η ντροπή μαζί σου·
μαζί με τη ντροπή και του πατέρα σου ο καημός.
[σκοτώνει τη Λαβίνια]
[Πράξη Ε΄, Σκηνή 3, σ. 123]
Η δημόσια δολοφονία της κόρης του, κατά ποίον τρόπο είναι αυτοκτονία για τον Τίτο, καθώς ο Αυτοκράτορας αποφαίνεται ότι η πράξη αυτή είναι απάνθρωπη και άσπλαχνη – το λιγότερο που θα μπορούσε να πει! Ο Τίτος όμως αποκαλύπτει στην Ταμόρα και τον Αυτοκράτορα ότι το κρέας που έφαγαν ήταν οι σάρκες των παιδιών της πρώτης, την οποία και μαχαιρώνει. Ο Αυτοκράτορας σκοτώνει αμέσως τον Τίτο.
Ας κάνουμε μια αναδρομή σε μια προηγούμενη σκηνή. Οι δύο γιοι του Τίτου κατηγορούνται για τη δολοφονία του συζύγου της Λαβίνια, καταδικαζόμενοι στη συνέχεια με την έσχατη ποινή. Η ρωμαϊκή εξουσία αδιαφορεί πλήρως για τις επικλήσεις του Τίτου να χαριστεί η ζωή τους. Ο Ααρών, εραστής της Ταμόρα, διατείνεται πως μπορεί να γίνει πράγματι έτσι, αν ο Τίτος κόψει ένα χέρι του – το οποίο και γίνεται, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, μιας και παίρνει πίσω το κομμένο μέλος του μαζί με τα κεφάλια των παιδιών του. Η μοναδική (και με τις δύο έννοιες) αντίδρασή του είναι ένα βροντερό γέλιο. Θα εκδικηθεί τους γιους της Ταμόρα καλώντας τους στο σπίτι του και εκτελώντας τους. Θα μαγειρέψει το κρέας τους και θα το σερβίρει στη μητέρα τους και στον Αυτοκράτορα, στο απόγειο του δείπνου που τους παραθέτει.
3. Βία εναντίον των παιδιών
Σε αυτή τη συνάθροιση θυμάτων, δεν πρέπει να αμελήσουμε τα παιδιά, ακόμα και ένα βρέφος. Ο πλέον κακούργος σε όλο το έργο είναι ο Ααρών. Μία μαία του φέρνει λαθραία το νεογέννητο παιδί του, μαύρο σαν τον ίδιο – και για αυτό η ερωμένη του, βασίλισσα Ταμόρα, τον διατάζει να το σκοτώσει. Ο πατέρας αρνείται και σχεδιάζει να το στείλει στους Γότθους, αλλά συλλαμβάνονται από τον τελευταίο γιο του Τίτου, που θέλει να σκοτώσει αμέσως και τους δύο.
ΛΟΥΚΙΟΣ
Ένα σκοινί, στρατιώτες! Και κρεμάστε τον σ’ αυτό
το δέντρο, και στο πλάι του το μούλικό του.
ΑΑΡΩΝ
Αίμα βασιλικό είναι το παιδί, μην το πειράξετε.
ΛΟΥΚΙΟΣ
Παραμοιάζει του κύρη για να βγει ποτέ καλό.
Πρώτα κρεμάστε το παιδί, να το δει να σπαράξει·
η θέα αυτή την πατρική ψυχή του θα σφάξει.
Φέρτε μια σκάλα
[Πράξη Ε΄, Σκηνή 1, σ. 108]
Ο Ααρών όμως δεν είναι καθ’ ολοκληρίαν κακός, μιας και θυσιάζει την ίδια του τη ζωή ώστε να εξασφαλίσει πως ο γιος του θα ζήσει. Στο τέλος του έργου θα θαφτεί μέχρι τη μέση και θα πεθάνει από την πείνα, ενώ το πτώμα της πεινασμένης σαν τίγρη ερωμένης του θα πεταχτεί βορά στα θηρία και στα πουλιά. Αλλά αυτή η αντιμετώπιση ίσως αφήνει μια κάποια πιθανότητα για εξιλέωση:
ΛΟΥΚΙΟΣ
[…] Η ζωή της ήταν
χτηνώδης κι άσπλαχνη· κι όντας τέτοια
να μη βρει σπλαχνιά. […]
[Πράξη Ε΄, Σκηνή 3, σ. 129-130]
4. Η επίδραση του Ευριπίδη και του Σένεκα
Σύμφωνα με τον Robert Miola, στον Τίτο Ανδρόνικο δύο κύριες αναφορές σε τραγωδίες του Σένεκα του Νεότερου μπορούν να παρατηρηθούν. Η πρώτη είναι ο Θυέστης, στο μύθο του οποίου ο Ατρέας εκδικείται τον αδερφό του Θυέστη που αποπλάνησε τη σύζυγό του. Τον προσκαλεί σε εορταστικό δείπνο, προσφέροντάς του ψητό κρέας από τις σάρκες των τριών γιων του – δείχνοντάς του μετά τη βρώση τους, τα πόδια και τα χέρια τους. Η δεύτερη είναι ο Ηρακλής Μαινόμενος, που στηρίζεται στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη. Σύμφωνα με το γνωστό μύθο, ο Ηρακλής ταυτόχρονα και διώκεται και προστατεύεται από την Ήρα, γυναίκα του πατέρα του. Όταν η θνητή μητέρα του τον εγκαταλείπει, η Ήρα τον σώζει προσφέροντας το μαστό της. Όμως το γάλα της ήταν πικρό και το βρέφος το πέταξε στον ουρανό, και έτσι δόθηκε το όνομα στο Γαλαξία μας (milky way, αγγλιστί, μτφ. ο δρόμος του γάλακτος).
Στον Τίτο Ανδρόνικο, όταν η Λαβίνια αποδέχεται με παραίτηση πως η Ταμόρα και οι γιοι της μοιράζονται την ίδια βαναυσότητα, την αγριότητα μιας τίγρης, μνημονεύει το γάλα της μητέρας τους:
ΛΑΒΙΝΙΑ
Πότε της τίγρης τα μικρά δασκάλεψαν τη μάνα;
Ω! μην της δασκαλεύεις λύσσα· αυτή σ’ την έμαθε·
το γάλα της που βύζαξες έγινε μάρμαρο·
την έχεις απ’ τη ρώγα σου την τυραννία.
Κι όμως δεν τρέφει όμοιους γιους κάθε μητέρα.
(Στον Χείρωνα) Πες της να δείξει γυναικεία σπλαχνιά!
[Πράξη Β΄, Σκηνή 3, σ. 57]
Στο έργο του Σένεκα, η Ήρα οδηγεί τον Ηρακλή στην τρέλα, όταν επιστρέφει ο τελευταίος από το ταξίδι του στον Άδη για να αιχμαλωτίσει τον Κέρβερο. Η περιγραφή αυτής της νεκρής χώρας μοιάζει με το τοπίο που παρουσιάζει ο Σαίξπηρ ως τον τόπο βιασμού της Λαβίνια. Καθώς ο Ηρακλής βρισκόταν μακριά από την εστία του, ο τύραννος των Θηβών αποφάσισε να εξοντώσει την οικογένειά του, τη γυναίκα του, τα παιδιά του και τον πατέρα του. Ευτυχώς ο ήρωας επέστρεψε στην ώρα του και πρόλαβε να σώσει την οικογένεια, σκοτώνοντας τον εχθρό του. Μολαταύτα, όταν θέλησε να γιορτάσει τη νίκη του θυσιάζοντας στους Θεούς, αμέλησε να ξεπλύνει τα χέρια του από το αίμα του τύραννου. Με αυτόν τον τρόπο η αγριότητα της πραγματικής μάχης μόλυνε την ιερή, συμβολική σφαίρα της θρησκευτικής τελετής της θυσίας. Έτσι η Ήρα έστειλε την Ερινύα, μέσω της οποίας ο Ηρακλής καταλήφθηκε, εν είδει παραληρήματος, από την ιδέα πως τα παιδιά του και η σύζυγός του ήταν στην πραγματικότητα από την οικογένεια του εχθρού του και τους σκότωσε με την ίδια την τέχνη των άθλων του. Φαίνεται λοιπόν ότι αυτή η συσσωρευμένη βία εξαπλώθηκε μέσα του ως ναρκισσιστική ταύτιση με τα θηρία και τα τέρατα των άθλων του. Όταν η επίδραση αυτού που οι λατίνοι ονόμαζαν furor σταμάτησε, συνειδητοποίησε με τραγικό τρόπο τις πράξεις του, αλλά ήταν αργά. Αυτή η σύγχυση μεταξύ Αρετής και Κακίας (καλού και κακού) ήταν απόλυτη.
Στο έργο του, ο Σαίξπηρ παραθέτει στα λατινικά την έκφραση Sit fas aut Nefas (και ας είναι σωστό ή λάθος), όταν υπό το κράτος ενός έντονου πόθου (για παράδειγμα, πόθου για εκδίκηση), δεν μπορεί κανείς να κάνει διάκριση μεταξύ σωστού και λάθους – επομένως, ο φετιχισμός της υπερ-βίας οδηγεί στην πλήρη καταστροφή αυτής της αντίθεσης. Η κατηγορία αυτού του furor δεν είναι μια ψυχική ασθένεια, αποκαλούμενη από τους Λατίνους insania. Για τον Κικέρωνα, η μανία μπορεί να εμφανιστεί μετά από άμετρη οργή (iracundia), φόβο (timore) ή πόνο (dolore), οδηγώντας έτσι το υποκείμενο να λειτουργήσει ενάντια στους νόμους μιας κοινωνίας, «όχι από διαστροφή ή αδυναμία, αλλά από τυχαίο γεγονός» (F. Dupont). To furor είναι τρέλα που πηγάζει από ηθική μοναξιά – ο γάλλος σκηνοθέτης Daniel Mesguish παρουσίασε μία παράσταση του Τίτου Ανδρόνικου ως τραγωδία έλλειψης επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων.
Στο έργο, ο Τίτος αποκτά κάποια ανθρωπιά μόνο όταν αναλογίζεται αυτή την πλειοδοσία βίας και εκδίκησης μεταξύ της οικογένειας της Ταμόρα και της δικής του. Μα όταν αυτός ο φαύλος κύκλος της καταστροφής μπαίνει σε λειτουργία, είναι σχεδόν αδύνατο να σταματήσει και να αποκατασταθεί η ηρεμία.
Οι ήρωες του Σαίξπηρ δεν είναι απολύτως κακοί (ούτε βέβαια ενάρετοι), και ακόμα και ο χείριστος εξ αυτών, ο Ααρών, θυσιάζει τη ζωή του για να σώσει τη ζωή του παιδιού του. Στο έργο του Σένεκα, ο Ηρακλής, καταθλιμμένος και οργισμένος με τον εαυτό του, γίνεται δέκτης της θεραπευτικής υποστήριξης του πατέρα του Αμφιτρύονα και του φίλου του Θησέα, μια μορφή ψυχιατρικής φροντίδας που οι αρχαίοι ονόμαζαν «προσεδρία». Ο Σαίξπηρ δείχνει πως ο Τίτος επανέρχεται στην ανθρώπινή του φύση μέσω της θερμής στήριξης του αδερφού του Μάρκου, της κόρης του και του μικρότερού του γιου, Λούκιου (από το Lucius, κοινή ρίζα με το lux = φως).
Το ηθικό δίδαγμα αυτών των δραματουργών είναι η αποδοχή της μοίρας μας, με τις καλές και κακές πτυχές τους, και η αντίσταση στη βία, στην τρέλα και στο furorr, το οποίο οι λατίνοι δεν θεωρούσαν ασθένεια.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.