Θανάσης Τζαβάρας
Oμότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής
στο Πανεπιστήμιο Αθηνών
σύναψις 12 [2009 – τόμος 05]
Λυγμολαλιά / λες τα βιολιά / του φθινοπώρου σπέρνουν
/ και στην καρδιά / βαρυθυμιά / μονότονη μου φέρνουν
Αγαπητοί συνάδελφοι και φίλοι,
Όταν προσεκλήθην να καταγράψω μερικές σκέψεις σχετικά με την επίδραση των συναισθημάτων στης τέχνης τα πράγματα, ήρθε αμέσως συνειρμικά στο νου μου το Bonjour Tristesse (Καλημέρα Θλίψη),1 ένας παράξενος για την εφηβεία μας μετεωρίτης, που εμφανίστηκε στο διεθνές στερέωμα στα μέσα της δεκαετίας του 1950. Εμείς τότε, χαμένοι μεταξύ της καταπιεσμένης, πλην όμως καλπάζουσας, εφηβείας μας και της κοινωνικής αναταραχής που υπήρχε στον τόπο σε αυτή τη μετεμφυλιακή περίοδο, σαν παραζαλισμένοι, δεν ξέραμε τι να πούμε και τι να σκεφτούμε.
Η δεκαεφτάχρονη Φρανσουάζ Σαγκάν ξεκινάει το πρώτο κεφάλαιο από το βιβλίο της με τα ακόλουθα:
«Σ’ αυτό το άγνωστο συναίσθημα που η πλήξη και η ηρεμία του με βαραίνουν, δειλιάζω να δώσω το όνομα, το όμορφο σοβαρό όνομα της θλίψης. Είναι ένα συναίσθημα τόσο τέλειο, τόσο εγωιστικό που ντρέπομαι σχεδόν γι’ αυτό, μια και τη θλίψη την είχα φανταστεί πάντα σαν ένα αίσθημα μ’ αξιοπρέπεια. Δεν την ήξερα την ίδια. Ήξερα την πλήξη, τη μεταμέλεια και πιο σπάνια τις τύψεις. Μα σήμερα κάτι αναδιπλώνεται μέσα μου σαν ύφασμα μεταξωτό, κάτι εκνευριστικό και γλυκό που με χωρίζει από τους άλλους».
Κουβέντες μιας χαμένης εφήβου που προσπαθεί να τα βγάλει πέρα, ίσως με λιγότερη επιτυχία απ’ ό,τι ο ποιητής Βερλαίν που εισήγαγε τη μικρή μου αυτή εισήγηση. Και ο ίδιος ο Βερλαίν να λέει:
«και προχωρώ /με σπρώχνει ωχρό / τ’ αγέρι τ’ οργισμένο, / εδώ κι εκεί / πάνω στη γη / σα φύλλο μαραμένο».
Ακούσαμε σε προηγούμενη εισήγηση τη σημασία που έχει η επεξεργασία της μελαγχολίας κατά τη διάρκεια των αιώνων και τη συμμετοχή της στη δημιουργική ζωή, έτσι όπως καταγράφεται στην «Ανατομία της μελαγχολίας» του R.Burton. Εμείς τότε, εκείνοι οι έφηβοι, το μόνο πράγμα που μαθαίναμε ήταν τα επικά ποιήματα ενός Παλαμά και πολιτικοποιηθήκαμε μέσα από τις άναρθρες κραυγές για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα… Στην πραγματικότητα όλα τούτα ήταν προφάσεις εν αμαρτίαις, γιατί κάπου αλλού συνέβαιναν απρόσμενα και παράξενα πράγματα.
Η απελευθερωμένη εφηβεία της Φρανσουάζ Σαγκάν με την τεράστια εμπορική επιτυχία του Bonjour Tristesse [40000 αντίτυπα πουλήθηκαν μέσα στις δύο πρώτες μέρες ], η προβολή της στο κοινωνικό στερέωμα ως πρότυπο απελευθέρωσης και αντικομφορμιστικής συμπεριφοράς, εμάς εδώ δε μας ακουμπούσαν. Στη Γαλλία, όπου αυτά τα πράγματα συμβαίνουν, η Σαγκάν έπαιξε κύριο ρόλο στην κίνηση της απελευθέρωσης της κοινωνίας και των γυναικών. Βέβαια, κάηκε μέσα στη φωτιά την οποία άναψε. Κλινικές καταθλίψεις και νοσηλείες, ναρκωτικά, αλκοόλ και χαρτοπαίγνιο, σα να δείχνουν ότι αυτό το Καλημέρα θλίψη δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά η πύλη εισόδου, που η σημερινή ψυχοπαθολογία θα ονόμαζε καταθλιπτική διαταραχή μαζί με ποικίλες συνοσηρότητες.
Ξέρουμε ότι η μελαγχολία διαχύθηκε ευρύτερα όταν οι ψυχοπαθολόγοι-ψυχίατροι την περιορίσανε στο πλαίσιο διαγνωστικών κριτηρίων και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις, έτσι ώστε πάσα θλίψη και πάσα κατάθλιψη να είναι παθολογικό φαινόμενο. Ως εάν η αμερικανιά του smile και be happy να είναι οι ρίζες της στην σύγχρονη ορθοπεδική ψυχιατρική.
Το Καλημέρα Θλίψη γυρίστηκε και φιλμ [μικρή η επιτυχία του], με ηρωίδα την Αμερικανίδα του Παρισιού Jean Seberg. Η όμορφη και αδυνατούλα και ευαίσθητη Seberg θα κάνει ενδιαφέρουσα καριέρα στο Παρίσι, δίπλα στον Μπελμοντό και τον Γκοντάρ και παρόλες τις επιτυχίες της, το 1979 θα δώσει τέλος στη ζωή της… Το ίδιο, άλλωστε, που έκανε, με άλλο βέβαια τρόπο, και η συγγραφέας του Καλημέρα Θλίψη.
Το πρότυπο της απελευθέρωσης, που υπήρξε το Καλημέρα Θλίψη, και τα καμώματα της Φρανσουάζ Σαγκάν συμπληρωνόταν τότε με την προβολή μιας άλλης Γαλλίδας ηθοποιού, της Μπριζίτ Μπαρντό. Η ατάλαντος, πλην όμως τρομερή κούκλα, Μπριζίτ Μπαρντό, θα αναστατώσει τη γαλλική και διεθνή κοινωνία με τις ανέμελες και προκλητικές της εμφανίσεις. Τι έγινε και αυτή; Απ’ ό,τι θα ξέρετε, φιλόζωος και οπαδός της άκρας δεξιάς στη Γαλλία. Ενδιάμεσα ασχήμυνε και στην ψυχή και στο σώμα.
Αλλά, ας έρθουμε στην ουσία. Άντε πάλι το φθινοπωρινό του Πωλ Βερλαίν:
Λυγμολαλιά / λες τα βιολιά / του φθινοπώρου σπέρνουν/
και στην καρδιά / βαρυθυμιά / μονότονη μου φέρνουν.
Μ’ όψη σβηστή / φωνή πνιχτή / σημαίνει η ώρα λέω /
και πάει ο νους μου / σ’ αλλοτινούς / χρυσούς καιρούς και κλαίω
Και προχωρώ / με σπρώχνει ωχρό / τ’ αγέρι τ’ οργισμένο/
εδώ κι εκεί / πάνω στη γη / σα φύλλο μαραμένο
Είναι περίπου την ίδια εποχή, που διαβάζω τις μεταφράσεις της γαλλικής ανθολογίας του Γιώργη Σημηριώτη,2 που ο Θεοδωράκης μελοποιεί και βγάζει σε δίσκο τον Επιτάφιο του Γιάννη Ρίτσου. Δε διαθέταμε πικάπ εκείνη την εποχή. Μαζευτήκαμε λοιπόν η παρέα κοντά στα κτήρια της Ιατρικής στο Γουδί, όπου μία συμφοιτήτρια διέθετε πικάπ. Πάμε με λαχτάρα να ακούσουμε τη μουσική και, παρόλη την κακή ποιότητα αναπαραγωγής του δίσκου, εμείς εντυπωσιαζόμαστε. Στο τρίτο, τέταρτο κομμάτι η μητέρα της συμφοιτήτριάς μας, χήρα και έχοντας χάσει κι έναν γιο, βγαίνει από την κουζίνα με την ποδιά της κλαίγοντας και λέγοντας: «δεν ξέρω τι λένε αυτά τα τραγούδια, μόνο προς θεού σταματήστε τα, γιατί δεν αντέχω πια».
Πολύ σχηματικά, αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο Επιτάφιος του Θεοδωράκη ή ακόμη και τα Τραγούδια για τα νεκρά παιδιά του Γκούσταβ Μάλερ, έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα. Δεν είναι παθολογικό συναίσθημα, είναι μια διεργασία πένθους και δημιουργικότητας.
Ήρθε το 1965 που επήγαμε στο Παρίσι, χωρίς ποτέ κανένας να ξέρει το πόσο καιρό θα μέναμε, τρία, πέντε ή δεκατρία χρόνια. Το περιβάλλον ήταν δύσθυμο και οι δυσκολίες προσαρμογής μεγάλες. Δούλευα τότε στο νοσοκομείο της Σαλπετριέρ. Από μια έμπνευση, δεν ξέρω πώς, είχα πάρει μαζί μου την ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Ρίλκε, Τα σημειωματάρια του Μάλτε Λάουριντζ Μπρίγκε. Συμβαίνουν στο Παρίσι και μάλιστα ο συγγραφέας πηγαίνει και στα εξωτερικά ιατρεία της Σαλπετριέρ, θλιμμένος και αδύναμος. Και εγώ προσπαθώ να τα βγάλω πέρα, καθήμενος σε καφενεία του Καρτιέ Λατέν, προσπαθώντας να καταγράψω τα συναισθήματά μου. Εις μάτην, παρόλες τις παροτρύνσεις του φίλου μου, του Γιώργου Χειμωνά, που αυτός ήταν συγγραφέας και ζωγράφος, ήταν και χαριτωμένος άνθρωπος, και τη θλίψη του την έγραφε βιβλία· τότε που ήμασταν μαζί έγραψε το Ιατρός Ινεότης.
Δεν ξέρω αν ο Γιώργος Χειμωνάς τα έβγαλε καλύτερα πέρα με τις δυσκολίες της ζωής, ξέρω πως δημιούργησε, έστω και αν πέθανε πρόωρα και υπό συνθήκες φαίνεται δυσάρεστες. Ο Χειμωνάς, όπως είπα, ήταν συγγραφέας, κλινικός, ζωγράφος, χαριτωμένος άνθρωπος, πολυτάλεντος θα το λέγανε κάποιοι, ενώ άλλοι θα λέγανε ότι έπασχε από τη συνοσηρότητα των πολλών καλών τεχνών. Και μιας και λέμε περί συνοσηρότητας των καλών τεχνών, σημειώστε ένα χαριτωμένο. Ο γνωστός σήμερα γάλλος ζωγράφος Ένγκρ, σπουδαίος όπως απεδείχθη στην πινελιά και στα πορτρέτα, είχε έναν καημό. Θα ήθελε να ήταν σπουδαίος βιολονίστας, εξ ου και η γαλλική έκφραση για το βιολί του Ενγκρ, δηλαδή το πάρεργο και το χόμπι.
Τα παραδείγματα για την επίδραση των συναισθηματικών καταστάσεων στην καλλιτεχνική δημιουργικότητα είναι πολλά και πρέπει να ομολογήσω ότι δεν τα κατέχω επαρκώς. Παρόλα αυτά, θα προσπαθήσω να κάνω μια συστηματοποίηση εν κατακλείδι. Η τέχνη, όπως το Καλημέρα Θλίψη, μπορεί να αποτελεί την πύλη εισόδου σε μια μείζονα ψυχοπαθολογία, αλλά η τέχνη του Βερλαίν, του Μποντλέρ, του Καρυωτάκη, κ.λπ., κ.λπ., είναι η πύλη εξόδου από το αδιέξοδο των αρνητικών συναισθημάτων. Εις μεν την πρώτη περίπτωση, δεν αποκλείεται κάποια SSRI’s να μπορούσαν να κάνουν καλό και να βοηθήσουν να υπερβεί κανένας τις δυσκολίες και το βάρος της ύπαρξης. Μόνο στη δεύτερη περίπτωση, προς θεού ψυχίατροι, κάτω τα χέρια από τους δημιουργούς. Όχι μόνο θα καταστρέψετε τη δημιουργία τους, αλλά θα αναιρέσετε και τη θεραπευτική αξία της τέχνης τους.
1 Έχω υπόψη μου για αυτή την εργασία την έκδοση Καλημέρα Θλίψη (μτφρ. Μ.Π.) Αθήναι, χωρίς εκδότη, ούτε ημερομηνία.
2 Γιώργη Σημηριώτη (1954). Γαλλική ανθολογία (πρόλογος Παύλου Νιρβάνα). Αθήναι: Εκδόσεις Χρυσής Δάφνης.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.