Αθηνά Στεφανάτου
Κλινική Ψυχολόγος.
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα
σύναψις 12 [2009 – τόμος 05]
Το επίπεδο και η φύση της συναισθηματικής δυσφορίας παιδιών με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή μελετήθηκε κατά την περίοδο που αυτά νοσηλεύονταν για κάποιο ήπιο τραυματισμό στο κεφάλι. Την ερευνητική ομάδα αποτέλεσαν 25 παιδιά (5-12 ετών) από τα οποία ζητήθηκε να εφαρμόσουν τη γνωστή δοκιμασία «Ζωγράφισε Έναν Άνθρωπο» (Draw-A-Person test). Τα σχέδιά τους αξιολογήθηκαν με την ανάλυση Koppitz. Τα πιο συχνά θέματα, βάσει των οποίων τα παιδιά εξηγούσαν την νοσηλεία τους, ήταν η τιμωρία και η καταδίωξη. Εν συνεχεία, αναλύθηκε η σχέση της εμπειρίας του παιδιού και του τρόπου αντιμετώπισής της από τους επαγγελματίες υγείας.
Για τον αυτισμό ή, καλύτερα, για την διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή και τα αυτιστικά συμπτώματα έχουμε μιλήσει πολύ. Ειδικά τα τελευταία χρόνια έχουμε ανησυχήσει για την αύξηση της διάγνωσης του αυτισμού, μια διάγνωση που φαίνεται να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως η αυξανόμενη τάση για θεραπεία μέσω φαρμάκων, αλλά και από μια πιο ενδελεχή αξιολόγηση παραγόντων ιδιοσυγκρασίας, όπως π.χ. η μειωμένη ουδός στον πόνο, που μπορεί να οδηγήσει στην διάγνωση με μεγαλύτερη ευκολία (Mandell et al, 2005a). Διακρίνουμε, επίσης, διαφορές στην έναρξη του συνδρόμου: π.χ. λέμε ότι η διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή εμφανίζεται λίγο αργότερα από τον αυτισμό (American Psychiatric Association, 2000, Bertrand et al, 2001). Περιγράφουμε καλά την κλινική του εικόνα: τα παιδιά αυτά εμφανίζουν διαταραγμένες κοινωνικές σχέσεις, ακατάλληλο για την περίσταση συναίσθημα, στερεοτυπίες και εμμονές, και ιδιόμορφο λόγο. (DiCicco-Bloom et al, 2006). Στην αρχή, μπορεί να μοιάζει λίγο με το σύνδρομο Tourette, την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή ή τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής. Μπορεί, επίσης, να παρατηρούμε περίεργες αντιδράσεις στο φως, το θόρυβο, την αφή ή τον πόνο (Nader et al, 2004 – Tordj-man et al, 1999) και προσκόλληση σε αντικείμενα και ρουτίνες (Tsai, 1999 -Wikstrom, 2005).

Χαρακτηρίζουμε την αυτιστική εικόνα ως αδιαπέραστη μεμβράνη γύρω από ένα κομμάτι της προσωπικότητας του ατόμου, μια μουγγή, αλλά αδυσώπητη αντίσταση στην αλλαγή, χωρίς πραγματική συναισθηματική επαφή με τους άλλους ή με τον ίδιο τον εαυτό. Η θεραπεία με τα αυτιστικά παιδιά, λέμε επίσης, αναδεικνύει έναν έντονο φόβο για τον πόνο, τον θάνατο, την αποχωρισμό ή την κατάρρευση (Haag et al, 1995).

Η επιστημονική κοινότητα έχει προτείνει πληθώρα θεραπειών: Κατά τους Green et al., (2006) η λογοθεραπεία προτιμάται πιο συχνά από τους γονείς, ακολουθούμενη από την εργοθεραπεία (με έμφαση στον έλεγχο της συμπεριφοράς), τη ρύθμιση διατροφικών παραγόντων και τη λήψη συμπληρωμάτων διατροφής. Η χρήση φαρμάκων εξαρτάται από το που εστιάζουμε τη θεραπευτική μας προσέγγιση: στις κοινωνικές και επικοινωνιακές δυσκολίες του αυτισμού ή στα προβλήματα συμπεριφοράς. Η προσπάθεια ανακάλυψης νέων φαρμάκων τις τελευταίες δεκαετίες που να ευνοούν τις κοινωνικές και επικοινωνιακές δυσκολίες του αυτισμού δεν έχει ευοδωθεί (Buitelaar, 2003). Η πιο φιλόδοξη προσπάθεια αφορούσε στην παρέμβαση στο οπιοειδές σύστημα (Tsai, 1999). Όμως, τα νεότερα αντιψυχωτικά φάρμακα (Aman et al, 1995), οι προσυναπτικοί νοραδρενεργικοί αναστολείς, όπως κλονιδίνη και γουανφασίνη, (Steingard et al, 1997 – Gillberg & Svennerholm, 1987 – Purdon et al, 1994) και οι επιλεκτικοί αναστολείς της σεροτονίνης (Potenza & McDugle, 1997) μπορούν να ελέγχουν τα συμπτώματα της έντονης συναισθηματικής αστάθειας, της υπερκινητικότητας, της ευερεθιστότητας, της απώλειας της συγκέντρωσης, της επιθετικότητας, των αυτοκαταστροφικών συμπεριφορών και των στερεοτυπιών (Volkmar, 2001).
*
Αν και τα παιδιά χρησιμοποιούν το νοσοκομείο με τη συχνότητα που το χρησιμοποιούν οι ενήλικες, συνήθως αντιμετωπίζονται ως «παθητικοί καταναλωτές υπηρεσιών». Τις απόψεις τους «εκπροσωπούν», αυθαίρετα ενδεχομένως, οι γονείς ή οι δάσκαλοί τους. Χωρίς να υπεισέλθουμε στην διένεξη των ερευνητών –«τα παιδιά είναι ικανά να μεταφράσουν τον κόσμο» ή «στα παιδιά λείπουν οι εμπειρίες, η αναπτυξιακή ωριμότητα και η επαρκής κοινωνικοποίηση για κάτι τέτοιο»–, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η επιστημονική κοινότητα δυσκολεύεται να αναζητήσει τη γνώμη του «περιθωρίου», π.χ. παιδιών με αναπτυξιακά προβλήματα ή χρόνια νόσο. Παρόλα αυτά, η μελέτη της επίδρασης της νοσοκομειακής περίθαλψης στα παιδιά προκαλούσε πάντα ενδιαφέρον (Jones et al, 1992, Sibille & Lewis 2006). Η καλή προσαρμογή στο περιβάλλον του νοσοκομείου σχετίσθηκε με πλήθος παραγόντων: τα στοιχεία προσωπικότητας, την απόδοση ελέγχου (εσωτερικό ή εξωτερικό σημείο ελέγχου) της ασθένειας, των στρατηγικών αντιμετώπισης του ατόμου (Max et al, 2006, Barry et al 2003), τη φύση της ασθένειας που οδήγησε στο νοσοκομείο, την έλλειψη προετοιμασίας για το νοσοκομείο, την απουσία των γονέων (Melnyk, 2004), κάποιες παλαιότερες αρνητικές εμπειρίες στο νοσοκομείο, την κακή εκπαίδευση του προσωπικού (Gabriel et al, 2000), τον αριθμό ημερών νοσηλείας (Rae et al, 1991). Όλοι αυτοί οι παράγοντες κρίθηκαν και κάποια στοιχεία τους ενοχοποιήθηκαν για τη δημιουργία ψυχολογικών προβλημάτων στο παιδί κατά την νοσηλεία. Και στους γονείς διαπιστώνονται παράγοντες κινδύνου για εμφάνιση ψυχικής νόσου, όπως π.χ. μετατραυματικό άγχος ή, έστω, ανάγκη για ψυχιατρική βοήθεια (Mel-nyk et al, 1997), άγχος και κατάθλιψη (Heiney et al, 1994).
*
Τα τελευταία χρόνια αναζητήσαμε και τη γνώμη των παιδιών. Παιδιά που υπέφεραν από διαφορετικά χρόνια νοσήματα –άσθμα (Gabriel et al, 2000), δρεπανοκυτταρική αναιμία (Stefanatou & Bowler, 1997), συναισθηματικές διαταραχές έπειτα από σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση (Peterson & Zamboni, 1998), έντονο πόνο ύστερα από ορθοπεδικές παρεμβάσεις (Villamira. & Occhiuto, 1984), ημικρανία (Stafstrom et al, 2002) και επιληπτικές κρίσεις (Stafstrom & Havlena, 2003)– έχουν κληθεί να ζωγραφίσουν τον εαυτό τους κατά την διάρκεια της κρίσης. Φαίνεται ότι αυτές οι ζωγραφιές μπορούν να μας δώσουν μια γρήγορη, αλλά αρκετά παραστατική εικόνα της συναισθηματικής κατάστασης τους, καθώς και της σωματικής εμπειρίας της ασθένειας και του πόνου. Εκτός από διαγνωστικό εργαλείο, η εναπόθεση στο χαρτί της εικόνας του σώματος γίνεται και θεραπευτικό εργαλείο. Ο Rae (1991) υποστήριξε ότι η χρήση της δοκιμασίας «Ζωγράφισε έναν Άνθρωπο» (Draw-A-Person Test) μπορεί να αξιολογήσει την αναπτυξιακή και συναισθηματική προσαρμογή του παιδιού σε διαφορετικά στάδια της νοσηλείας. Φαίνεται ότι τα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης μεθόδου είναι ότι: α) δεν στηρίζεται στην ανάπτυξη του λόγου, που μπορεί να αδικεί συγκεκριμένα παιδιά και β) είναι μια «φυσιολογική» διαδικασία μέσα στο «ρεπερτόριο» του παιδιού και δεν το απειλεί με κανένα τρόπο. Τα μειονεκτήματα της συγκεκριμένης μεθόδου είναι ότι δεν μπορούμε να έχουμε ποσοτική ή συστηματική καταμέτρηση της «ενόχλησης» ή του «πόνου» του παιδιού.
Με δεδομένη την τάση να «κατατεμαχίζουμε» την ανθρώπινη εμπειρία –αφού έτσι την μελετάμε καλύτερα–, ας θέσουμε ένα ερώτημα που δεν αφορά στη φύση της αναπτυξιακής πάθησης, αλλά στην επίδρασή της σε αυτή την εμπειρία. Πώς αντιδρούν τα παιδιά με τη διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή όταν μπουν στο νοσοκομείο για μια άλλη αιτία, π.χ. έναν τραυματισμό; Ποιες είναι οι ψυχολογικές διεργασίες και τα γνωστικά σχήματα αυτών των παιδιών; Η βιβλιογραφία εδώ είναι φτωχή. Παρόλα αυτά, γνωρίζουμε ότι τα παιδιά με αυτισμό έχουν υψηλότερο μέσο όρο επισκέψεων –από ό,τι τα παιδιά χωρίς αυτισμό– στο νοσοκομείο, στα επείγοντα, αλλά και στις προγραμματισμένες επισκέψεις (Gurney et al, 2006).
Υπόθεση
Σε μια πρόσφατη μελέτη δοκιμάσαμε την ανάλυση Koppitz σε 25 παιδιά με διάγνωση διάχυτης αναπτυξιακής διαταραχής (η διάγνωση είχε γίνει σε ηλικία 3 – 4,5 ετών), που βρίσκονταν στο νοσοκομείο για ήπιας μορφής τραυματισμό στο κεφάλι (Stefanatou, 2007). Η υπόθεση της μελέτης ήταν ότι υπάρχουν ενδείξεις στις ζωγραφιές των παιδιών [αριθμός συναισθηματικών δεικτών της ανάλυσης Koppitz (1968)] σχετικές με τη φύση της ψυχολογικής δυσφορίας που βιώνουν αυτά τα παιδιά στο νοσοκομείο.
Μέθοδος
Από τα παιδιά (5-12 ετών, 12 αγόρια, 13 κορίτσια, μέσης ηλικίας 8.46, με μέσο όρο νοσηλείας 2.32 μέρες και δείκτη απόκλισης 1.1) ζητήθηκε να ζωγραφίσουν με πολύχρωμα μολύβια έναν άνθρωπο. Όλες οι συνεντεύξεις έγιναν παρουσία ενός γονέα. Στο πλαίσιο της ποιοτικής ανάλυσης της ζωγραφιάς χρησιμοποιήθηκε η ανάλυση Koppitz ως ικανή να μας υποδείξει την φύση της συναισθηματικής διαταραχής του παιδιού στο νοσοκομείο (Tielsch & Allen, 2005).
Αποτελέσματα
Όλα τα παιδιά ζωγράφισαν τον εαυτό τους στο νοσοκομείο (και όχι γενικά έναν άνθρωπο). Τα θέματα της ζωγραφιάς αφορούσαν: α) το παιδί να δείχνει το σημείο του πόνου, β) το παιδί σε κάποια συναισθηματική κατάσταση, γ) το παιδί να κάνει κάτι για τον πόνο (π.χ. να βάζει ένα χαρτομάντιλο στο κεφάλι του), δ) το παιδί με ένα μέλος της οικογένειάς του (ζωγραφιές 1-4).
Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είχε η θεματολογία των ιστοριών της νοσηλείας:
Η χρήση του ονόματος στο τρίτο πρόσωπο ήταν συχνή (20%), οι περισσότερες ιστορίες όμως ήταν σε πρώτο πρόσωπο (80%). Κανένα παιδί δεν αναφέρθηκε σε «κάποιον άλλον». Οι πιο συχνοί συναισθηματικοί δείκτες (από δύο βαθμολογητές, με δείκτη συσχέτισης Cohen’s Kappa =.86, p<.05) (Cohen, 1960)) ήταν η σκίαση του σώματος και των άκρων (72%), η απουσία μύτης και στόματος (68%), η απουσία χεριών και ποδιών (64%) (Πίνακας 1). Υπήρχε σημαντική συσχέτιση μεταξύ της απουσίας των ματιών και της μύτης (r=0,84), όπως επίσης της απουσίας της μύτης και του στόματος (r=0,632) (Πίνακας 2). Η απεικόνιση, λοιπόν, του προσώπου είτε «υπάρχει» είτε «δεν υπάρχει». Το παιδί φαίνεται να ‘βλέπει’ είτε όλο το πρόσωπο είτε καθόλου πρόσωπο.
Ο αριθμός των συναισθηματικών δεικτών δεν διαφοροποιήθηκε στις μέρες της νοσηλείας (Pearson r=0,085), όπως επίσης δεν υπήρχε και σημαντική σχέση μεταξύ του αριθμού των συναισθηματικών δεικτών και της ηλικίας (r=-0,071), αλλά ούτε και διαφορά στα δύο φύλα (t=-2,174).

Συζήτηση
Ας δούμε τι έχουμε αποκαλύψει μέχρι τώρα και πώς μπορούμε να το συνδέσουμε με τις ήδη υπάρχουσες έρευνες για την διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή. Σκοπός μας ήταν να αναγνωρίσουμε και να διερευνήσουμε τα συναισθήματα των παιδιών με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή κατά την νοσηλεία τους στο νοσοκομείο. Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι όλα τα παιδιά βίωναν φόβο, άγχος, ανασφάλεια, επιθετικότητα και συναισθηματική αστάθεια. Οι απόψεις τους και οι πεποιθήσεις τους, όπως φαίνονται από το τεστ της Koppitz, δεν εξαρτώνται από την εμπειρία του πόνου από το ατύχημα, αλλά από την γενικότερη αντίληψή τους για τον κόσμο και τον εαυτό τους μέσα σε αυτόν. Τα σενάρια καταδίωξης και τιμωρίας είναι τα πιο συχνά γνωστικά σχήματα που χρησιμοποιούν αυτά τα παιδιά για να εξηγήσουν τον κόσμο.
Η σκίαση του σώματος και των άκρων ήταν ο πιο συχνός συναισθηματικός δείκτης (72%). Αυτός ο δείκτης σχετίζεται με άγχος για το σώμα και ψυχοσωματικές διαταραχές (Tielsch & Allen, 2005). Είναι γεγονός ότι στο αυτιστικό παιδί τα πρώτα στάδια της ψυχικής ανάπτυξης και επίγνωσης του σώματος είναι διαταραγμένα από την αγωνία της «πτώσης» και της «ρευστοποίησης», όπως περιγράφει ο Haag και οι συνεργάτες του. Αυτού του τύπου το άγχος συνδέεται με την ευάλωτη ανάπτυξή του και την σχετική χωροχρονική οργάνωση.
Η απουσία της μύτης (68%) σχετίζεται με την ενοχή του αυνανισμού και το σωματικό άγχος (Tielsch & Allen, 2005). Στην ίδια μελέτη, αλλά και σύμφωνα με την Koppitz (1968), η απουσία των ματιών (68%) σχετίσθηκε με την κοινωνική απομόνωση, την τάση για άρνηση της ύπαρξης προβλημάτων, καθώς και με την άρνηση να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα και την τάση για φυγή στην φαντασία. Το ίδιο εύρημα συναντάμε και στον Bauminger (2003): τα παιδιά με αυτισμό βιώνουν περισσότερη μοναχικότητα από τους συνομηλίκους τους, αλλά και χαμηλότερη επίγνωση της σχέσης μεταξύ κοινωνικής συναλλαγής και μοναχικότητας, γεγονός που επιδεικνύει τη φτωχή ικανότητα κατανόησης της σχέσης μεταξύ μοναχικότητας και κοινωνικών επαφών. Είναι ενδιαφέρον ότι, ενώ είναι συχνή η ύπαρξη ομάδων ανάπτυξης κοινωνικών δεξιοτήτων σε έξω-νοσοκομειακές μονάδες, υπάρχουν πολύ λίγες μελέτες που να αξιολογούν την επιτυχία τους (Barry et al, 2003).

Η απουσία του στόματος (64%) εμφανίζεται σε νοσηλευόμενους ασθενείς, παιδιά που χρίζουν ειδικής αγωγής, κακούς μαθητές και παιδιά με ψυχοσωματικά προβλήματα, κατάθλιψη ή τελειομανία (Koppitz, 1968). Υποδηλώνει την ανικανότητα του παιδιού να εκφραστεί ή την άρνησή του να επικοινωνήσει με τους άλλους. Η συν-νοσηρότητα με πνευματική καθυστέρηση, επιληψία, καταστροφικές συμπεριφορές και μαθησιακές δυσκολίες είναι συχνή στα παιδιά με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή (Karande, 2006). Οι ενδείξεις του άγχους και της κατάθλιψης στις ζωγραφιές αυτών των παιδιών θα μπορούσαν να συνδυαστούν με τις μελέτες που υποδεικνύουν υψηλά ποσοστά σεροτονίνης στα παιδιά με διαταραχές αυτισμού (Burgess et al, 2006, Albertini et al, 2006), άρα και την ανάγκη περαιτέρω μελέτης της φαρμακοθεραπείας για τον αυτισμό. Πιθανόν, η χρήση του «Ζωγράφισε έναν Άνθρωπο» εκτός νοσοκομείου να αποδειχθεί χρήσιμη στη διάγνωση των επιπέδων της κατάθλιψης και του άγχους του αυτιστικού παιδιού, αλλά και να λειτουργήσει ως θεραπευτικό εργαλείο για τη μείωση αυτών των εκφάνσεων.
Ο επόμενος πιο συχνός συναισθηματικός δείκτης ήταν η «απουσία χεριών» και η «απουσία ποδιών» (64%). Οι συγκεκριμένοι δείκτες σχετίζονται με συναισθήματα ανεπάρκειας, ανασφάλειας, αδυναμίας ή ενοχής για μια αποτυχία ή ακόμα και ενοχή για τη μη-πράξη (Tielsch & Allen, 2005) – θα έλεγε κανείς ότι όλα αυτά προσομοιάζουν με την κατάσταση του νοσοκομείου όπου το παιδί πρέπει να μείνει ακίνητο.
Η «ασυμμετρία στα άκρα» (44%), που εμφανίζεται σε παιδιά με βλάβες στον εγκέφαλο, υποδεικνύει φτωχό συντονισμό και παρορμητικότητα. Θα μπορούσε να σχετιστεί με τα ευρήματα των Trevarthen & Daniel (2005), οι οποίοι μίλησαν για φτωχές ρυθμικές ώσεις των κινητικών, αντιληπτικών και επικοινωνιακών λειτουργιών στην ανάπτυξη του βρεφικού εγκεφάλου των παιδιών με αυτισμό.
H «απουσία του λαιμού» (40%) σχετίζεται με ανωριμότητα και δυσκολία για αυτοέλεγχο (Koppitz, 1968). Πρόκειται για εξαιρετικά ενδιαφέρον εύρημα από αναπτυξιακής πλευράς. Έχει ήδη καταδειχθεί (Fischer et al, 1997) ότι, παρά την πεποίθηση ότι η ψυχοπαθολογία προέρχεται από αναπτυξιακή ανωριμότητα (καθυστέρηση, εμμονή, παλινδρόμηση), στην πραγματικότητα ενήλικες με διάγνωση ψυχικής νόσου μπορεί να αναπτύξουν γνωστικές οδούς άσχετες με το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκονται. Αυτές οι οδοί δεν ταιριάζουν με τα καθιερωμένα αναπτυξιακά στάδια, αλλά είναι ικανές να δομήσουν πολύπλοκες και προηγμένες δεξιότητες (αποτέλεσμα, ενδεχομένως, της ρύθμισης της γνωστικής-συναισθηματικής αντίληψης). Από τις ιστορίες των παιδιών για την νοσηλεία τους φαίνεται να υπάρχει μία σταθερή δομή, ένα γνωστικό σχήμα, πολύ συχνά η καταδίωξη, που μπορεί να μην ταιριάζει με το αναπτυξιακό επίπεδο του παιδιού (ειδικά στα μεγαλύτερα παιδιά 9-12 ετών) (Ντάβου & Χρηστάκης, 1994), που όμως παρέχει στο παιδί τη δυνατότητα μιας πολύ καλής «εξήγησης» για τον κόσμο και πώς λειτουργεί. Τα παιδιά με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή χρειάζονται αυτήν την «πολλή καλή εξήγηση» αφού το περιβάλλον του νοσοκομείου θίγει τις ρουτίνες προσαρμογής τους, κατάσταση απειλητική και αγχωτική από μόνη της. Ας μην ξεχνάμε ότι ο αριθμός των συναισθηματικών δεικτών δεν άλλαξε με τις μέρες της νοσηλείας (θα περιμέναμε π.χ. να μειωθεί προς το τέλος της νοσηλείας): το παιδί είναι τόσο επηρεασμένο από την εμπειρία του νοσοκομείου και του ανοίκειου, απρόβλεπτου, εκτός ρουτίνας, που δεν διαφοροποιεί αυτό που βιώνει σύμφωνα με την αρχή της εξοικείωσης (Sarafino, 1998).
Η εμπειρία του πόνου μπορεί να είναι μια εξαιρετικά ενοχλητική εμπειρία και μπορεί να σχετίζεται με τις ιστορίες καταδίωξης στο νοσοκομείο. Στην διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή, η δυνατότητα έκφρασης του πόνου σχετίζεται με τις δυσκολίες στην επικοινωνία, την δυσκολία στην απεικόνιση του σώματος και με συγκεκριμένες γνωστικές διαταραχές, όπως οι μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα στην επίγνωση αισθήσεων και συναισθημάτων, προβλήματα στην καθιέρωση σχέσεων αιτίας-αποτελέσματος (Tordj-man et al, 1999, Mandell et al, 2005b). Η διαφορετική ουδός στον πόνο και στα απτικά ερεθίσματα και η ευαισθησία στον θόρυβο μπορεί να οδηγήσουν σε αγχωτική αντίδραση, αφού το παιδί αξιολογεί διαφορετικά τα συνηθισμένα ερεθίσματα του περιβάλλοντος του νοσοκομείου. Η συσσώρευση άγχους υπερφορτώνει το σύστημα ρύθμισης του παιδιού (Bolick, 2004). Η αύξηση του επιπέδου της κορτιζόλης φαίνεται να είναι το αποτέλεσμα αυτής της ιδιοσυγκρασιακής απάντησης στο καινούριο και απειλητικό γεγονός (Corbett et al, 2006). Στην προσπάθεια του να ανταπεξέλθει στο επίπεδο της εγρήγορσης, της δράσης, της προσοχής και του συναισθήματος, το παιδί ευαισθητοποιείται στο εισερχόμενο ερέθισμα και προκαλεί μια αντίδραση «φυγή ή πόλεμος» ή μια αντίδραση «καταρράκωσης» (melt down). Η αύξηση του άγχους μπορεί να είναι υπεύθυνη για την αύξηση μιας πληθώρας συμπτωμάτων κατά την διάρκεια ή μετά το τέλος της νοσηλείας. Oι Kolevzon et al., (2006) συζητούν τον κίνδυνο εμφάνισης κατάθλιψης κατά την προσπάθεια αντιμετώπισης δύσκολων συνθηκών στην ζωή του ατόμου, εξαιτίας των διαφοροποιημένων επιπέδων των μεταφορέων της σεροτονίνης σε όλη την διάρκεια της ανάπτυξης. Η εικόνα της επίκτητης αίσθησης αδυναμίας είναι συχνή στα παιδιά με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή (Koegel & Mentis, 1986 – Wikstrom, 2005). Εξαιτίας του φόβου του θανάτου και του πιθανού «ακρωτηριασμού», τα παιδιά μπορεί να εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από τους γονείς, να αποφεύγουν τις προκλήσεις της καθημερινότητας, να φοβούνται την ιατρική αγωγή, με αποτέλεσμα να γίνονται δυσμεταχείριστα και στο σπίτι και στο σχολείο. Αυτά τα παιδιά αποσύρονται στον εαυτό τους, με μεγάλο φόβο για τον πόνο και την σωματική δυσφορία. Οι αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές (Elchaar et al, 2006), μια παράμετρος που δεν εξετάστηκε σε αυτή τη μελέτη, θα μπορούσαν να αναλυθούν ξεχωριστά, ώστε να προσθέσουν στην κατανόηση της εμπειρίας του έντονου άγχους των παιδιών με αυτισμό.

Σε αυτή τη μελέτη, γνωστικές δομές, όπως τα σενάρια καταδίωξης και τιμωρίας, παρουσιάζονται ως πιθανοί στόχοι στην θεραπεία παιδιών με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή. Η χρήση του «Ζωγράφισε έναν Άνθρωπο» μπορεί να μας δώσει πολύτιμες ενδείξεις για τη σχέση μεταξύ νευρολογικών και ψυχολογικών παρατηρήσεων. Η ερμηνεία της ζωγραφιάς ήταν αμιγώς ψυχαναλυτική, γεγονός που μας καθιστά προσεκτικούς στις γενικεύσεις. Ούτως ή άλλως, για να εξάγουμε οποιαδήποτε συμπέρασμα για το παιδί απαιτείται ένα πλήρες ιστορικό. Τα περισσότερα παιδιά με διάχυτη αναπτυξιακή διαταραχή –είτε βρίσκονται εντός νοσοκομείου είτε όχι– χρήζουν φροντίδας πολλών επαγγελματιών υγείας (Robins & Dumont-Mathieu, 2006). Η αναζήτηση του βαθμού λειτουργικότητας του παιδιού στα διαφορετικά στάδια της εξέλιξής του είναι η πρόκληση στην οποία καλούνται να απαντήσουν οι επαγγελματίες υγείας ώστε να προωθήσουν την έγκαιρη αντιμετώπιση (Aman, 2005). Τα παιδιά μπόρεσαν να μας περιγράψουν την εμπειρία τους, προσπαθήσαμε να την ερμηνεύσουμε με συγκεκριμένη μέθοδο, ίσως, υιοθετώντας κοινές αρχές στην επιλογή των ψυχομετρικών μεθόδων, να είχαμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των ικανοτήτων και των προβλημάτων αυτών των παιδιών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.