Ιωάννης Βαρτζόπουλος
Ψυχίατρος- Ψυχαναλυτής, Μέλος της
Ελληνικής Ψυχανλυτικής Εταιρείας και
συνεκδότης του περιοδικού Οιδίπους. Αθήνα.
σύναψις 12 [2009 – τόμος 05]
Η σύζευξη αυτή μας εισάγει στο βασικό επιχείρημα του κειμένου. Δεν είναι κάποια προσπάθεια αποκήρυξης μιας, ούτως ή άλλως, αρνητικής έννοιας, η οποία στις ακραίες της εκδηλώσεις έχει οδηγήσει, άτομα και κοινωνίες, σε απάνθρωπες καταστάσεις. Αντιθέτως, πρόκειται για προσπάθεια να αναδειχθεί η οικουμενικότητα του φαινομένου, να συνδεθεί με βασικές πλευρές της ανθρώπινης ψυχικής λειτουργίας και να διερευνηθούν οι όροι και οι συνθήκες υπό τις οποίες, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, έχουμε ακραίες και παθολογικές εκδηλώσεις του. Και για να οριοθετήσουμε το ένα άκρο του φάσματος αρχίζουμε με τη διερεύνηση της ερώτησης: Είναι δυνατόν να υπάρχει άνθρωπος χωρίς προκαταλήψεις;
Προκατάληψη είναι μια προσχηματισμένη, εν πολλοίς αυθαίρετη, από άποψη δικαίου απαξιωτική, επιλήψιμη άποψη ενός ανθρώπου για έναν άλλο, η οποία συνήθως δε στηρίζεται σε πράξεις και στοιχεία της προσωπικότητας, αλλά σε γενικότερα χαρακτηριστικά όπως χρώμα, φυλή, καταγωγή, οικονομική θέση κ.λπ. Είναι εμφανές ότι βασικό υποκείμενο στοιχείο της προκατάληψης είναι η άποψη ότι ο «έτερος» υπολείπεται σε βασικές ιδιότητες του κρίνοντος, είναι φορέας αρνητικών ιδεών και ιδιοτήτων. Η απόδοση αρνητικών χαρακτηρισμών στον έτερο, με την ηθική απαξία που τη συνοδεύει, χαρακτηρίζει ηθικά τον φορέα αυτών των απόψεων. Συνήθως θεωρούμε ότι το υποκείμενο έχει την υπευθυνότητα των απόψεών του, ότι οι απόψεις αυτές υπόκεινται ελεύθερα σε γνωστικές και ψυχολογικές μεθόδους προσέγγισης και μετατροπής τους και ότι, σε τελευταία ανάλυση, η απροθυμία του προκατειλημμένου ατόμου να τροποποιήσει τις απόψεις του είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησής του και απόρροια σοβαρού ελέγχου και προβληματισμού. Οπωσδήποτε διαμορφώνεται μια διαφορετική προσέγγιση αυτών των θεμάτων εάν η απόδοση αρνητικών ιδεών και ιδιοτήτων στον «έτερο» είναι απαραίτητο στοιχείο για τη συγκρότηση και διατήρηση της συνοχής και συνέχειας του εαυτού, του υποκειμένου δηλαδή που αποδίδει στον «έτερο» αυτές τις αρνητικές ιδέες και ιδιότητες. Και ακόμη περισσότερο, εάν αυτό υπερβαίνει τις γνωστικές και ψυχολογικές ιδιότητες του ανθρώπινου υποκειμένου, δηλαδή εάν το ανθρώπινο υποκείμενο ιδιοσυστασιακά είναι υποχρεωμένο, για να επιτύχει συνοχή και συνέχεια της υποκειμενικότητάς του, να αποδίδει αρνητικές ιδιότητες στο έτερο υποκείμενο, χωρίς αυτό να προκύπτει κατ’ ανάγκην από την πραγματικότητα της σχέσης τους, αλλά, αντίθετα, να προϋπάρχει και να επιβάλλεται στην πραγματικότητα της σχέσης τους.
Η οριοθέτηση του εγώ
Η ανάδυση του Εγώ, η διαμόρφωση συνοχής, συνέχειας και λειτουργικότητας στο ανθρώπινο υποκείμενο χαρακτηρίζεται από μακρά προπαρασκευαστική περίοδο. Το οργανικό υπόβαθρο του Εγώ ευρίσκεται υπό διαμόρφωση κατά τη γέννηση, η ανάπτυξη των στοιχειωδών αισθήσεων και ο συντονισμός μεταξύ τους απαιτεί σημαντικό χρόνο για να ολοκληρωθεί. Το ανθρώπινο νεογνό δεν είναι καν σε θέση να μετακινηθεί για να αναζητήσει και να διασφαλίσει τρόπους επιβίωσης. Η επιβίωσή του εξαρτάται από την ύπαρξη μιας επαρκώς αφοσιωμένης τροφού που θα διαθέτει τον εαυτό της για την κάλυψη των βιολογικών και ψυχολογικών αναγκών του νεογνού. Η ύπαρξη του «ετέρου» είναι sine qua non για το ανθρώπινο νεογνό. Αυτό δε σημαίνει ότι το ανθρώπινο νεογνό είναι σε θέση να αντιληφθεί και να εκτιμήσει ευθύς εξ αρχής το ρόλο του ετέρου. Κατ’ αρχήν, δεν υπάρχει μια ομοφωνία μεταξύ των ειδικών εάν το νεογνό είναι σε θέση να διακρίνει ανάμεσα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ανάμεσα στην ενδοψυχική και την εξωτερική πραγματικότητα. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι το νεογνό εμφορείται από μια συμπαντική κατάσταση. Αυτό που του συμβαίνει, αυτό που αισθάνεται είναι ο κόσμος όλος. Δε γνωρίζει τίποτα πέραν αυτού, δεν υπάρχει τίποτα πέραν αυτού. Χωρίς να είναι ακόμη σε θέση να ελέγχει, π.χ. βουλητικά, τις κινήσεις των μελών του, δεν είναι δυνατόν να διακρίνει εάν το απτικό ερέθισμα σε ένα σημείο του σώματός του προέρχεται από δικές του κινήσεις ή από κινήσεις της τροφού. Υπό την έννοια αυτή, τα δικά του μέλη δε διακρίνονται ουσιαστικά από τα μέλη της τροφού, εφ’ όσον το νεογνό είναι έκθετο και στα δυο και για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα δεν ασκεί βουλητικό έλεγχο σε κανένα. Δεν υπάρχει διαχωρισμός εσωτερικής και εξωτερικής πραγματικότητας, δεν υπάρχουν όρια του Εγώ.
Ερευνητές υποστηρίζουν και την αντίθετη άποψη. Ότι είναι σε θέση το νεογνό να έχει μια αρχική αίσθηση ετερότητας, μια αρχική διαφοροποίηση εσωτερικού και εξωτερικού. Υπό την έννοια αυτή, υπάρχει ένα στοιχειώδες Εγώ ευθύς εξ αρχής σε λειτουργία. Το νεογνό κυριαρχείται μεν από έλλειψη συντονισμού και ολοκλήρωσης των επί μέρους αισθήσεων που δεν του επιτρέπει να διαμορφώσει ένα αρχικό Εγώ, αλλά ο χρονικός π.χ. συντονισμός των ιδιοδεκτικών αισθήσεων από το κινούμενο μέλος του που θα προσκρούσει στο σώμα του και του αισθητηριακού αποτελέσματος της πρόσκρουσης δημιουργεί μια διαφορετική κατηγορία αντιλήψεων από εκείνη που προκύπτει όταν ένα αισθητηριακό ερέθισμα προέρχεται από την τροφό. Στην περίπτωση αυτή το νεογνό προχωρεί στην ταξινόμηση δύο κατηγοριών αντιλήψεων, επικουρούμενο από ανάλογες διεργασίες ικανοποίησης βασικών αναγκών όπως η λήψη τροφής, η ανακούφιση της πείνας, η ανακούφιση από τον πόνο κ.λπ. Διαμορφώνεται μια στοιχειώδης διαφοροποίηση δυο κατηγοριών ερεθισμάτων που αντιστοιχούν σε μια αρχική διαφοροποίηση εσωτερικού – εξωτερικού.
Μια τρίτη άποψη που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως από εμπειρίες στις περιοχές του αυτισμού και των ψυχώσεων, υποστηρίζει τη συνύπαρξη και εναλλαγή των δυο ανωτέρω καταστάσεων. Μια αδιαφοροποίητη, συμπαντική κατάσταση που αντιστοιχεί σε περιόδους ομοιόστασης και ηρεμίας και μια κατάσταση ανάγκης, διερευνητικής αναμονής, με διέγερση των αισθητηρίων, που αντιστοιχεί σε μια προσμονή, επιθυμία του αρχικού Εγώ για ανακούφιση που θα προέλθει από το μη-Εγώ, την τροφό.
Κοινό στοιχείο αυτών των τριών εκδοχών είναι η βαθμιαία διαφοροποίηση ενός Εγώ υπό τη συνέργεια μιας εσωτερικής κίνησης εξέλιξης και ωρίμανσης και εξωτερικής παροχής των αναγκαίων βιολογικών και ψυχολογικών μέσων για να ολοκληρωθεί. Η εναλλαγή καταστάσεων ηρεμίας και ικανοποίησης, όταν οι πιεστικές ανάγκες έχουν επαρκώς ικανοποιηθεί, με καταστάσεις έντασης, δυσφορίας και πόνου, όταν δεν ικανοποιούνται λόγω ισχυρής εσωτερικής έντασης ή αδυναμίας της τροφού, χαρακτηρίζουν την αρχική αυτή προσπάθεια διαφοροποίησης του Εγώ. Όσο πιο ισχυρή και με μεγαλύτερη συχνότητα βιώνεται αυτή η εναλλαγή τόσο περισσότερο παρεμποδίζεται η δημιουργία μιας ευσταθούς και προβλέψιμης κατάστασης, που θα στηρίξει την οριοθέτηση του πρώιμου Εγώ. Η πρόβλεψη της ικανοποίησης των αναγκών, η πεποίθηση ότι η ένταση θα υποχωρήσει έπειτα από ανάλογες εμπειρίες, πριν αυτή προσλάβει εξουθενωτικές για το πρώιμο Εγώ διαστάσεις, είναι το ευνοϊκό, προπαρασκευαστικό πεδίο για τη διαμόρφωση και σταθεροποίηση του Εγώ. Ακόμη και στις ευτυχέστερες των καταστάσεων αυτό δε συμβαίνει. Η πρόβλεψη της ικανοποίησης δεν επαληθεύεται, οι εντάσεις συχνά υπερβαίνουν τα όρια αντοχής του αναδυόμενου Εγώ. Στο σημείο αυτό δεχόμεθα ότι λαμβάνει χώρα μια σημαντική κίνηση που έχει καταστατική αξία για το αναδυόμενο Εγώ. Το σύνολο των εμπειριών ταξινομείται σε δυο βασικές κατηγορίες, τις ικανοποιητικές και τις δυσάρεστες, αυτές που ευοδώνουν τη διαφοροποίηση ενός Εγώ και αυτές που λόγω της έντασης των δυσφορικών συναισθημάτων δεν επιτρέπουν τη σταθεροποίησή του. Χρειάζεται σταθερότητα και πρόβλεψη για τη σταθεροποίηση του Εγώ και ο διαλυτικός ρόλος των αρνητικών φορτίσεων αντιμετωπίζεται με την περιχαράκωσή τους σ’ ένα χώρο του μη-Εγώ. Αυτός ο διαχωρισμός έχει την αξία μιας καταστατικής διακήρυξης για το αναδυόμενο Εγώ. Ορίζει ως δικό του αυτό που ευνοεί την ύπαρξή του και ως «έτερο» αυτό που απειλεί την ύπαρξή του. Δημιουργεί το αναδυόμενο Εγώ μια εσωτερική και εξωτερική πραγματικότητα στον ίδιο βαθμό που δημιουργείται από αυτήν. Αυτές οι δυο κινήσεις, της καταστατικής διακήρυξης του Εγώ, που δημιουργεί μια πραγματικότητα, και της αντικειμενικής πραγματικότητας, που άλλοτε παρακολουθεί και άλλοτε διαχωρίζεται από τη δημιουργία του Εγώ, διατηρούνται καθ’ όλη τη ζωή του ανθρώπου και η μοίρα τους καθορίζει σε μεγάλο βαθμό και την προσωπικότητα του υποκειμένου.
Η κίνηση αυτή είναι κεφαλαιώδους σημασίας. Η βιολογική ανωριμότητα δεν επιτρέπει μια πλημμυρίδα ερεθισμάτων, εσωτερικών και εξωτερικών, του έμβιου και του φυσικού κόσμου να ταξινομηθούν μ’ έναν τρόπο που να επιτρέπει την ανάδυση, σε σπερματική έστω μορφή, της βούλησης του υποκειμένου, απόδειξης ενός πρώτου οργανωμένου πυρήνα του Εγώ. Η εναλλαγή ικανοποίησης- δυσαρέσκειας, ηρεμίας – έντασης, πόνου – ανακούφισης δημιουργεί ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο εσωτερικό τοπίο. Στην κατάσταση αυτή το αίτιο και το αιτιατό, η έννοια του χώρου, όσον αφορά την εντόπιση των ερεθισμάτων, η έννοια του χρόνου, όσον αφορά τι προηγείται και τι έπεται, ο καθορισμός της προέλευσης ενός ερεθίσματος, όσον αφορά τον έμβιο ή τον φυσικό κόσμο, εάν προέρχεται από το δικό του σώμα π.χ. σπασμός του εντέρου ή πρόκειται για επίδραση που προκαλεί ένα άλλο σώμα που χειρίζεται το δικό του, δεν είναι δυνατός. Έως ότου η βιολογική ωρίμανση επιβάλλει τις δικές της κανονικότητες με την οργάνωση που επιτρέπουν οι αισθήσεις, δεχόμεθα ότι το νεογνό οργανώνει έναν αρχικό πυρήνα του Εγώ στη βάση της ακολουθίας καταστάσεων ευχαρίστησης και ηρεμίας. Αυτό όχι μόνο διότι θα αντιστοιχούσε στο οικουμενικώς παρόν ένστικτο επιβίωσης, αλλά και διότι θα ήταν εντελώς παράδοξο να δεχθούμε ότι θα ελκυόταν περισσότερο από καταστάσεις έντασης, πόνου και όχι ηρεμίας, χαλάρωσης, εξισορρόπησης.
Το Εγώ είναι κατ’ αρχήν οι στιγμές και οι περιβάλλουσες καταστάσεις ηρεμίας, χαλάρωσης, ικανοποίησης. Οι άλλες στιγμές, οι άλλες καταστάσεις είναι μη-Εγώ. Η ψυχαναλυτική κλινική, αλλά και η παρατήρηση των βρεφών μας δείχνει ότι θα χρειασθεί ένα μακρό διάστημα ετών έως ότου η ευνοϊκή αλληλεπίδραση της βιολογικής ωρίμανσης και του επαρκώς δοτικού και προσαρμόσιμου περιβάλλοντος συμβάλλουν στη δημιουργία ενός ώριμου Εγώ με αντίληψη της πραγματικότητας του φυσικού κόσμου και της πραγματικότητας των άλλων. Στη λογική αυτή, ό,τι προκαλεί δυσαρέσκεια, πόνο κ.λπ. τοποθετείται εκτός του Εγώ και αυτή η κίνηση, αυτή η διάταξη πραγμάτων είναι απαραίτητη για τη δημιουργία μιας αρχικής αίσθησης του Εγώ. Το δυσάρεστο, αυτό που προκαλεί δυσφορία και πόνο ανήκει στο μη-Εγώ, αλλιώς δεν υπάρχει Εγώ.
Κλινικά δεδομένα της ψυχανάλυσης όπως ο μαζοχισμός, η αρνητική θεραπευτική αντίδραση, η αυτόκλητη επιθετικότητα σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο έχουν αναγκάσει τους ψυχαναλυτές να σχετικοποιήσουν την άποψη ενός αμιγώς ηδονιστικού Εγώ, ως πρωταρχική συνθήκη ύπαρξης ενός Εγώ. Με την έννοια του μαζοχισμού, η ηδονή συνδέεται με τον πόνο και η διαπλοκή αυτή μάλιστα ισχυροποιεί το διαχωρισμό του Εγώ από το μη-Εγώ, όπως μας δείχνει η κλινική των διαστροφών. Η διαπίστωση αυτή οδήγησε στην έννοια του πρωτογενούς μαζοχισμού.
Ο πρωτογενής μαζοχισμός θεωρείται σήμερα ως ευοδωτικό της συγκρότησης του Εγώ στοιχείο. Λειτουργεί μέσω του μηχανισμού «πονώ, άρα υπάρχω» κατ’ αναλογίαν με το «σκέπτομαι, άρα υπάρχω». Αν τον υπαγάγουμε στην πρώτη κατηγορία, της συγκρότησης του Εγώ γύρω από πυρήνες ευχαρίστησης, θα λέγαμε ότι ο μαζοχισμός ακολουθεί αυτήν την κατεύθυνση προσφέροντας ικανοποίηση στο βαθμό που συμβάλλει στη συγκρότηση του Εγώ και προσφέρει την ικανοποίηση της συνοχής, της οργάνωσης έναντι της αποσύνθεσης και της αποδιοργάνωσης. Μια ικανοποίηση, βέβαια. για την οποία καταβάλλεται συχνά πολύ ακριβό τίμημα. Και στην περίπτωση αυτή, το Εγώ οργανώνεται στη βάση εκείνης της μορφής της δυσαρέσκειας ή του πόνου που ευνοεί τη συγκρότησή του και θεωρεί ως μη-Εγώ τη δυσαρέσκεια και τον πόνο που λειτουργούν αποδιοργανωτικά. Χωρίς μια τέτοια κίνηση διαχωρισμού, η βιολογική ανωριμότητα και το πολυσχιδές των ερεθισμάτων δεν θα επέτρεπαν την ανάδυση ενός πρώιμου Εγώ. Η συγκρότηση του Εγώ λοιπόν, η εξασφάλιση της συνοχής και της συνέχειάς του χρειάζεται έναν «έτερο» χώρο στον οποίο αποθέτει το δυσάρεστο, το απειλητικό, το αποδιοργανωτικό, το κακό. Με τον τρόπο αυτόν, τόσο κατά τη διαδικασία γέννησής του όσο και σε περιόδους κρίσης, διατηρεί τα όρια και τη λειτουργικότητά του. Η προκατάληψη φαίνεται να εξυπηρετεί μεταξύ των άλλων και αυτόν τον σκοπό.
Σύστημα αυτοεκτίμησης
Η αυτοεκτίμηση αντιμετωπίζεται κατά βάση ως μια ψυχολογική κατηγορία με πεδίο αναφοράς τις διαπροσωπικές σχέσεις. Η ρύθμιση της αυτοεκτίμησης γίνεται, κατά βάση, σε σχέση με τον έτερο, ως προς τον οποίο σταθμίζεται. Είναι βέβαια ιδιαίτερα ελκυστική η άποψη μιας βιολογικής βάσης της αυτοεκτίμησης. Η δύναμη του ορμέμφυτου, η συνεχής τροφοδότηση που προσφέρει στην ψυχική ζωή, ο επανερχόμενος χαρακτήρας του ευνοούν την εγκατάσταση μιας αυταξίας, ενός αισθήματος αυτοεκτίμησης. Όπως και να έχει όμως, η αυτοεκτίμηση είναι κυρίως ένα διαπροσωπικό φαινόμενο. Η γνώμη του άλλου, το βλέμμα του άλλου είναι καθοριστικά για την εγκαθίδρυσή της. Στην κατάσταση της ολικής εξάρτησης, η αξία ρυθμίζεται, κατά κύριο λόγο, από τον άλλο. Μόνο το μέρος εκείνο που τροφοδοτείται από τον πρωτογενή ναρκισσισμό, ένα σύστημα αυτορύθμισης στο οποίο δεν περικλείεται ο έτερος, η αυτοεκτίμηση δεν εξαρτάται από τον άλλο. Η διαμόρφωση συνθηκών αυτονομίας του Εγώ τροποποιεί τα δεδομένα. Η αυτονομία προϋποθέτει την αναγνώριση των ορίων του Εγώ από το μη-Εγώ, την αναγνώριση της αυτόνομης υπόστασης του άλλου. Η αυτονομία σ’ ένα σημαντικό βαθμό χορηγείται. Όταν η βιολογική ωρίμανση το επιτρέψει, το βάρος της μακράς περιόδου εξάρτησης του ανθρώπινου όντος έχει αφήσει πίσω ανεξίτηλα τα ίχνη του. Η βιολογική ωρίμανση χρειάζεται την ψυχική αυτονομία και η ψυχική αυτονομία χρειάζεται την ευοδωτική δράση του άλλου. Ο μηχανισμός είναι: «δεν είσαι πλέον εξαρτημένος από μένα, οδηγείσαι από τα ιδανικά σου, οδηγείσαι από την ηθική». Το ιδανικό, η ηθική αναλαμβάνουν σε συνθήκες ψυχικής αυτονομίας το ρόλο του άλλου, η σχέση με το ιδανικό ή την ηθική αντικαθιστούν τη σχέση με τον άλλον. Και αν η αξία του υποκειμένου μέχρι τότε καθοριζόταν από τον άλλον, τώρα καθορίζεται από το ιδανικό ή την ηθική. Αντιλαμβανόμαστε ότι η δυνατότητα του υποκειμένου να τρέφει αρνητική γνώμη για τον έτερο, να εκτιμά τον εαυτό του περισσότερο από αυτόν, να μεταφέρει τη ρύθμιση της αυτοεκτίμησης από τη σχεδόν αποκλειστική κυριότητα του έτερου τουλάχιστον σ’ ένα βαθμό και στον εαυτό του, φαίνεται να είναι αναγκαία ρύθμιση ώστε να μην εξελίσσονται τα πράγματα σε καθεστώς πλήρους εξάρτησης.
Η προκατάληψη φαίνεται να έχει το ρόλο μιας ασφαλιστικής δικλείδας. Η ύπαρξή της εξασφαλίζει τη διατήρηση της αυτοεκτίμησης, ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες, τις πιο απορριπτικές στιγμές για την αυτοεκτίμηση του υποκειμένου. Η ύπαρξη του αντικειμένου της προκατάληψης, του αμόρφωτου, του ακαλλιέργητου, του υπάνθρωπου, ούτως ή άλλως, προσφέρει ένα μόνιμο σημείο αναφοράς στο οποίο η αυτοεκτίμηση του υποκειμένου δύναται να προσφεύγει σε καταστάσεις κρίσης. Η προκατάληψη είναι ένα μόνιμο σημείο αναφοράς, ένας χώρος διαφυγής που εξασφαλίζει ότι η αυτοεκτίμηση θα έχει πάντα ένα ελάχιστο υποστηρικτικό επίπεδο.
Η προκατάληψη ως φαινόμενο της ομάδας
Η κοινωνική ζωή, ο σχηματισμός ομάδων είναι σύμφυτος με την έννοια του ανθρώπου. Ακόμη και στους προϊστορικούς χρόνους, ο άνθρωπος φαίνεται πως συνευρισκόταν σε ομάδες για λόγους που ανταποκρίνονταν στην αυτοσυντήρηση και την αναπαραγωγή του. Η αναγωγή στα ορμέμφυτα δεν εξαντλεί την τάση του ανθρώπου να συγκροτεί ομάδες. Και όταν αναζητούμε την εξέλιξη των βασικών ορμεμφύτων στις ποικίλες εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής, δηλαδή την ορμεμφυτική υπόσταση πιο σύνθετων κοινωνικών φαινομένων, οδηγούμεθα είτε στη διαπίστωση ότι η συγκρότηση κοινωνικών ομάδων είναι μια ορμεμφυτική πλευρά του ανθρωπίνου είδους είτε ότι η συγκρότηση κοινωνικών ομάδων προσφέρει δυνατότητες στο άτομο, που μια μονήρης πορεία δε θα προσέφερε. Επιβαλλόμενη από την ορμεμφυτική ζωή ή επικουρούμενη από τα πλεονεκτήματα της συνύπαρξης, η κοινωνική ζωή των ανθρώπων έχει αναπτύξει ένα σύνολο κανόνων που διασφαλίζουν τη δομή της και την εξέλιξή της. Ο τρόπος που μια κοινωνία διαχειρίζεται τη γέννηση, το θάνατο, την αποδοχή νέων μελών ή την εκδίωξη παλαιότερων, τα περιθώρια που αφήνει για αλλαγές και η αναπαραγωγή του όμοιου μέσα στο διαφορετικό πιστοποιούν μεταξύ των άλλων και την αναφορά σε μια αυτοφυή, ορμεμφυτική βάση, αλλά και την ύπαρξη κανόνων, συμπεριφορών, ιδιοτήτων που γεννώνται μετά τη συγκρότηση ενός κοινωνικού σχηματισμού.
Σε κανένα στάδιο της κοινωνικής του ζωής ο άνθρωπος δε συνυπήρξε με τους ομοίους του σε καθεστώς ισότητας. Ακόμη και η στοιχειώδης κοινωνική ομάδα, η οικογένεια, έχει ιεραρχική δομή, ρόλους, απαγορεύσεις, δοκιμασίες, στόχους κ.λπ. Η ανάγκη για συνύπαρξη βαίνει παράλληλα με την επισήμανση της ετερότητας από τις βιολογικές διαφορές, όπως νέος-ηλικιωμένος, έως θέματα εξουσίας, όπως πατέρας-γιος. Επιστήμες όπως η ανθρωπολογία, η εθνολογία και η κοινωνική ψυχολογία μας δείχνουν τρόπους δημιουργίας και διευθέτησης των διαφορών μεταξύ των υποκειμένων μιας ομάδας.
Ενδιαφέρον για το θέμα του κειμένου αυτού έχουν τα φαινόμενα που εμφανίζονται στις ομαδικές θεραπείες ψυχαναλυτικής έμπνευσης. Εκεί έχουμε συγκρότηση μιας ομάδας με βασικό κριτήριο επιλογής την επιθυμία των ανθρώπων να συμμετάσχουν σ’ αυτήν την ομάδα ώστε να διαπιστώσουν τη θέση τους σ’ αυτήν, τις σχέσεις τους με τους άλλους, τους τρόπους που καθορίζονται από τους άλλους και τους καθορίζουν, τις συνειδητές και ασυνείδητες πλευρές τους που συμμετέχουν στις διαδικασίες αυτές. Η αναγνώριση του ηγετικού ρόλου του θεραπευτή, των μεσσιανικών του ιδιοτήτων, η παρανοϊκή αμφισβήτησή του, η δημιουργία συμμαχιών και αντιπαραθέσεων, ο συνασπισμός των συμμετεχόντων έναντι κάποιου αποδιοπομπαίου συναδέλφου τους ή η απόδοση ηγετικού ρόλου σε κάποιον είναι φαινόμενα που εμφανίζονται και αλληλοδιαδέχονται το ένα το άλλο με μια κανονικότητα ανεξάρτητα από τη μορφωτική, κοινωνική, πολιτιστική προέλευση των μελών της ομάδας. Όπως και να έχει συγκροτηθεί μια ομάδα, οποιασδήποτε προέλευσης κι αν είναι τα μέλη της, τα φαινόμενα αυτά εμφανίζονται με κανονικότητα και επαναληπτικότητα. Κάθε ομάδα θα διέλθει από ανάλογα στάδια στη διάρκεια της ζωής της. Τα φαινόμενα αυτά της ψυχαναλυτικής ομάδας πιστοποιούν την εγγενή τάση των ανθρώπων να δημιουργούν διαφορές, εντάσεις, καταστάσεις ετερότητας, οι οποίες διαπλέκονται, εναλλάσσονται, αποδιαρθρώνονται και επανεμφανίζονται, αλλά πάντως υπάρχουν και καμιά ομάδα δεν έχει κατορθώσει να τις αποφύγει.
Ανάλογα φαινόμενα εμφανίζονται και στη σχέση της ομάδας αυτής με άλλες ομάδες της ίδιας ή διαφορετικής προέλευσης. Η ιστορία των ανθρώπων αποκαλύπτει ότι σχέσεις γειτνίασης μεταξύ ομάδων για πολύ μικρά διαλείμματα μόνο χαρακτηρίζονται από ισοτιμία και αμοιβαία αναγνώριση. Ο ανταγωνισμός, οι έριδες, η αλληλοεξόντωση, το προαιώνιο μίσος, οι αγεφύρωτες διαφορές αποτελούν κοινό φαινόμενο στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Και ενώ συνήθως αντιμετωπίζονται ως ένα φαινόμενο που προκύπτει από τη γειτνίασή τους, δε λαμβάνεται υπ’ όψιν ότι τα φαινόμενα αυτά συμβάλλουν αποφασιστικά και στη συγκρότησή τους ως ομάδα. «Έχουμε έναν ισχυρό δεσμό στο βαθμό που έχουμε κοινό αντίπαλο, μας ενώνει το κοινό μίσος για έναν τρίτο» είναι ένας μηχανισμός, μεταξύ άλλων βέβαια όπως η γλώσσα και η θρησκεία, που συμβάλλουν στη δημιουργία και στη διατήρηση της συνοχής των ομάδων. Την κατεύθυνση αυτή ακολουθούν και οι προκαταλήψεις μιας ομάδας ανθρώπων για μια άλλη. Προκαταλήψεις που αφορούν το χρώμα, τη φυλή, τη θρησκεία, την καταγωγή, την ιδεολογία κ.λπ. και στηρίζονται εν πολλοίς στη γενίκευση και στην απλούστευση των φαινομένων. Είναι πράγματι εκπληκτικό όταν κανείς διαπιστώνει το βαθμό και τη συχνότητα που οι άνθρωποι επαναλαμβάνουν αυτή τη στάση, καθώς και το γεγονός ότι οι ίδιοι κάνουν χρήση της προκατάληψης που αποδίδουν στους άλλους. Σε τελευταία ανάλυση δεν υπάρχει ιδεολογία, κοινωνική αλλαγή, θρησκεία που να μην εμπεριέχει στοιχεία προκατάληψης γι’ αυτό που είναι «έτερο» ως προς αυτήν. Είναι αμφίβολο εάν μια ιδεολογία ή πολιτική θα ήταν δυνατόν να συγκροτηθεί ως τέτοια χωρίς να δομηθεί γύρω από εστίες προκατάληψης ως προς το «έτερο».
Η προκατάληψη
Ο Κ. Lorenz, στο έργο του «Η επιθετικότητα», το ούτως επονομαζόμενο «κακό» αναφέρεται στον θετικό, αναπόσπαστο για την εξέλιξη των πραγμάτων ρόλο της επιθετικότητας στον έμβιο κόσμο. Η επιθετικότητα εξασφαλίζει την επιβίωση, προσφέρει το σφρίγος, το δυναμισμό για την εξέλιξη των πραγμάτων. Οι ανελέητες καταστροφές που επιφέρει οφείλουν να μην αποσπούν την προσοχή μας από τον ουσιαστικό ρόλο της στη δόμηση και εξέλιξη των πραγμάτων. Κατ’ ανάλογο τρόπο και η προκατάληψη, «το ούτως επονομαζόμενο κακό», υποκείμενη αιτία των πιο σκοτεινών πλευρών της ανθρώπινης ύπαρξης και ειδεχθών στιγμών της ανθρώπινης ιστορίας, δεν παύει να έχει ένα δομικό ρόλο στη γέννηση και συγκρότηση του ατόμου και των κοινωνιών. Η προσέγγιση αυτή δεν αποσκοπεί στη μείωση της ανάγκης αντιπαράθεσης κάθε ανθρώπου που εμπνέεται από τις παραδόσεις του διαφωτισμού με το σκοτεινό και καταστροφικό ρόλο της προκατάληψης. Αλλά θέλει να δείξει ότι ο άνθρωπος έχει να αντιπαρατεθεί στην προσπάθεια αυτή μ’ ένα εσωτερικό εμπόδιο, καταστατικής αξίας για τη δική του ταυτότητα και την ταυτότητα της ομάδας όπου ανήκει. Η δυνατότητα του ανθρώπου να υπερβεί τις προκαταλήψεις του είναι γι’ αυτόν το λόγο οριακή. Ακόμη και ο πιο σοφός και καλλιεργημένος άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να υπερβεί εντελώς τις προκαταλήψεις του για τους προκατειλημμένους ανθρώπους. Η κοινωνική ψυχολογία μας έχει δείξει το θετικό, αλλά μερικό ρόλο της διαφώτισης, στην υπερνίκηση των προκαταλήψεων. Όσο πείθονται οι άνθρωποι για την ομοιότητα και αναλογία τους με το «έτερο» τόσο πιεστικά τίθεται η ανάγκη ετερότητας του «ετέρου».
Ένα πολύ ενδιαφέρον ερώτημα θα ήταν η δυνατότητα μιας ψυχαναλυτικής θεραπείας να διασαφηνίζει το περιεχόμενο και το ρόλο των προκαταλήψεων. Είναι αλήθεια ότι η ψυχαναλυτική θεραπεία εντάσσεται στις διάφορες εκδοχές του ανθρώπινου διαλόγου και συνιστά μια ιδιαίτερα έντονη προσπάθεια διερεύνησης τόσο σε ατομικό επίπεδο, το επίπεδο του ψυχαναλυόμενου, όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο, το επίπεδο της σχέσης ψυχαναλυτού και ψυχαναλυόμενου, της δυνατότητας του ανθρώπου να επηρεάσει τη ζωή του μέσω του διαλόγου που αναπτύσσει με τον εαυτό του και με τον αναλυτή. Ο ελεύθερος συνειρμός, του οποίου ο αναλυόμενος είναι συγχρόνως υποκείμενο και αντικείμενο διαμεσολαβεί τη σχέση του αναλυόμενου με μη προσιτές έως τότε πλευρές του εαυτού του, καθώς και με μη ορατές αρχικά πλευρές της σχέσης του με τον αναλυτή. Ο αναλυόμενος προσεγγίζει, από θεωρητικής πλευράς τουλάχιστον, ένα ζηλευτό επίπεδο αυτογνωσίας και διαχείρισης των ενορμήσεων και της αυτοεκτίμησής του. Θα προσδοκούσε κανείς, τουλάχιστον στην εσωτερική ζωή των ψυχαναλυτικών ινστιτούτων, απουσία προκαταλήψεων και ανάπτυξη ενός ανοικτού και εποικοδομητικού διαλόγου. Παρότι αυτό ισχύει σε αρκετές περιπτώσεις, υπάρχει και πληθώρα παραδειγμάτων όπου ο διάλογος είναι δεσμευμένος από προσχηματισμένες απόψεις και υπάρχει αδυναμία και απροθυμία του ενός να κατανοήσει τη θέση του άλλου.
Η κατάσταση αυτή της μη περαιτέρω μειούμενης προκατάληψης δια οιασδήποτε μεθόδου οφείλει να μην επηρεάσει την ασίγαστη προσπάθεια πρόκλησης, έκθεσης, καταπολέμησης κάθε μορφής προκατάληψης. Έστω κι αν η προκατάληψη δεν είναι προσπελάσιμη στο βάθος της και στις διάφορες εκδοχές της, η συνεχής αντιπαράθεση με τις δικές μας προκαταλήψεις και τις προκαταλήψεις των άλλων είναι ο μόνος τρόπος να προλάβει κανείς τις πολύμορφες μεταμφιέσεις τους και να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής τους.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.