Προκόπιος Ορφανός
Κοινωνιολόγος & κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στη
Γνωσιακή Επιστήμη του ΜΙΘΕ
του Πανεπιστημίου Αθηνών
σύναψις 12 [2009 – τόμος 05]
Είν’ όλα όσα βλέπουμε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο
Ένα όνειρο ατέλειωτο κρυμμένο μέσα στ’ άλλο;
Edgar Allan Poe, A dream within a dream
[Μετ. Κώστας Ουράνης, Edgar Allan Poe,
ποίηση και φαντασία, εκδ. Πλέθρον]
Εισαγωγή

Η προσπάθεια να μελετηθεί η τέχνη με όρους φυσιολογίας δεν είναι καινούρια. Η σχετική συζήτηση μας πηγαίνει πίσω στους δάσκαλους του Sigmund Freud, όταν στα τέλη του 19ου αιώνα οι Hermann von Helm-holtz και Ernst Brucke υποστήριξαν με βεβαιότητα το μετρήσιμο όλων των φαινομένων. O von Helmholtz, που είχε εφεύρει το οφθαλμοσκόπιο, μελέτησε την χρωματική όραση και την αίσθηση του τόνου. Επίσης, περιέλαβε μια διάλεξη του για την «Οπτική και την Ζωγραφική» στον τόμο Principes Scientifiques des Beaux-Arts. Στον ίδιο τόμο είχε δημοσιεύσει και ο Brucke το άρθρο του «Αποσπάσματα από τη θεωρία των Εικαστικών Τεχνών». Ο ίδιος είχε δείξει έντονο ενδιαφέρον για τη διαμόρφωση υλικών βάσεων στην τέχνη. Επιπλέον, τον απασχολούσε ο τρόπος σύλληψης της κίνησης μέσα από τις στατικές της απεικονίσεις. Στο βιβλίο του Το ανθρώπινο σώμα: η ομορφιά και οι ατέλειές του, επεχείρησε να βασίσει την καλλιτεχνική έκφραση στην ανατομική παρατήρηση [Fuller 1988, σ. 54-58].
Αντίστοιχα, μακριά στο χρόνο μας πηγαίνει και η συζήτηση για την ψυχολογία και την οπτική τέχνη. Οι ψυχολόγοι της gestalt μελέτησαν την όραση ως ενεργητική διεργασία, τα διάφορα οπτικά στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα και την ψευδαίσθηση. Η διαδικασία της αντιληπτικής οργάνωσης είναι γι’ αυτούς δυναμική και ακολουθεί έμφυτες αρχές, σε σχέση με το σχέδιο, το σχήμα, το χρώμα, την απόσταση και την κίνηση των αντικειμένων. Οι εικόνες εναλλάσσονται σε φόντο-κυρίως θέμα δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση που εκμεταλλεύτηκαν καλλιτέχνες όπως ο Escher. Οι οπτικές πλάνες, από την πλευρά της ψυχολογίας, αναδεικνύουν ορισμένους οργανωτικούς μηχανισμούς του οπτικού συστήματος όπως η επιλογή, η παραμόρφωση, η συμπλήρωση των οπτικών παραλείψεων [Kandel, Schwartz, Jessell 2003, σ. 410-414] και τέτοιες πλάνες χρησιμοποιήθηκαν ευρύτατα από τις οπτικές τέχνες.
Για τη νευροαισθητική (neuroaesthetics) του Semir Zeki και την γνωσιακή νευροεπιστημονική θεωρία της αισθητικής (cognitive neuroscience theory of aesthetics) του Robert Solso έχω αναφερθεί σε προηγούμενα τεύχη του περιοδικού.1 Όπως είδαμε, η έρευνα δεν ξεκινά από την διχοτομία νου-εγκεφάλου, αλλά πραγματοποιείται με όρους ανατομικής και εξελικτικής εξέτασης του οπτικού συστήματος και του εγκεφάλου. Από την πλευρά της νευροαισθητικής,2 η μελέτη του εγκεφάλου αναφέρεται ως προϊόν εξέλιξης. Πρόκειται για το κύριο όργανο που συνεισφέρει στην απόκτηση γνώσης για τον κόσμο. Ο εγκέφαλος συνεχίζει να εξελίσσεται δίνοντας ποικιλόμορφα παράγωγα, ένα από τα οποία είναι η τέχνη [Zeki 2001, p. 51]. Στην προσέγγιση του Robert Solso έχουμε αποδοχή του σχήματος της εξέλιξης στην πορεία για τη συγκρότηση εγκεφάλου με πολιτιστικές ικανότητες (κυρίως στο πιο πρόσφατο βιβλίο του The Psychology of Art and the Evolution of the Conscious Brain). Η μελέτη γίνεται και με νευροβιολογικούς όρους, ως προς τις εγκεφαλικές περιοχές που συμμετέχουν για κάθε ιδιότητα της οπτικής σκηνής, ενώ η παρουσίαση εμπλουτίζεται με παραδείγματα και αναλύσεις για έργα τέχνης από πολλές περιόδους. Η ανάλυση περιλαμβάνει ζητήματα προοπτικής, ψευδαίσθησης και ανώτερων νοητικών λειτουργιών για τις οποίες τα νευροβιολογικά δεδομένα παραμένουν ακόμη ανολοκλήρωτα. Επίσης, προσεγγίζεται η συνείδηση μέσα από το μοντέλο της επίΓΝΩΣΗΣ (AWAREness).
Αντί για δύο απομονωμένα πεδία, λοιπόν, έχουμε δύο μελέτες που αλληλεπιδρούν και προϋποθέτουν την ανάλυση γύρω από την εξέλιξη του εγκεφάλου, ως καθοριστική για τη δημιουργία και την κατανόηση της τέχνης. Έχουμε την ανάλυση των διαδικασιών αντίληψης – επεξεργασίας της οπτικής εικόνας, όπως δημιουργούνται στον εγκέφαλο. Δηλαδή, οι νοητικές διεργασίες είναι «φωλιασμένες» στις ηλεκτροχημικές του εγκεφάλου –με τις όποιες δυσκολίες του εγχειρήματος της αναγωγής, που θα εκφραστούν στο τελευταίο μέρος της παρούσας εργασίας. Ένα φώλιασμα αντίστοιχο με αυτό που συναντάμε στις τρεις ευρετικές (heuristics), σε πιο «σκληρά» νεοδαρβινικά σχήματα ανάγνωσης της νόησης: μέσω των διαδικασιών της εξέλιξης οδηγούμαστε από το γονίδιο στην ευφυΐα και από εκεί στον πολιτισμό με όρους συμβίωσης των οργανισμών. Ένα όνειρο μέσα σ’ ένα όνειρο, λοιπόν.
Η ίδια η τέχνη, αντιμετωπίζεται από τον Solso ως προϊόν της συνείδησης και, ταυτόχρονα, ως παρεμβαλλόμενη μεταβλητή ανάμεσα στην τελευταία και την πραγματικότητα. Η τέχνη βοηθά τον άνθρωπο στην απόκτηση μεγαλύτερης επίΓΝΩΣΗΣ για τον κόσμο. Για τον Zeki, οι καλλιτέχνες και οι πρακτικές τους παρεμβάλλονται στον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες αποκτούν γνώση για την πραγματικότητα. H τέχνη βοηθά στην κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος αποκτά γνώσεις για τον κόσμο. Και στις δύο περιπτώσεις, ένα όνειρο μέσα σε ένα όνειρο και πάλι.
Στο σημερινό άρθρο θα αναπτυχθούν κάποιες «αμφιβολίες» σχετικά με τις δύο αυτές προσεγγίσεις, αλλά και με το γενικότερο θέμα του αναγωγισμού και της δυσκολίας εφαρμογής του σε πεδία έρευνας που περιλαμβάνουν έμψυχες οντότητες, οι οποίες βιώνουν την αισθητική εμπειρία. Με τις «αδόκιμες σκέψεις» που ακολουθούν εκφράζεται ένα διπλό παιχνίδι με τη γραφή των ερευνητών, μέσα από την ανάγνωση και αποτίμηση των απόψεών τους, καθώς και μέσα από την εξέταση λεπτομερειών (και διχοτομιών) που μένουν πολλές φορές στην αφάνεια. Και [φυσικά] η ανάγνωση οφείλει πάντα να αποβλέπει σε μιαν ορισμένη, αθέατη για τον συγγραφέα σχέση ανάμεσα σε ό,τι κατευθύνει και σε ό,τι δεν κατευθύνει τα σχήματα της γλώσσας την οποία χρησιμοποιεί. Αυτή η σχέση δεν είναι κάποια ποσοτική κατανομή σκιάς και φωτός, αδυναμίας και δύναμης, αλλά μια σημαίνουσα δομή, την οποία πρέπει να παράγει η κριτική ανάγνωση. [Derrida Jacques 1990, σελ. 273]. Θα γίνει λοιπόν προσπάθεια να εντοπιστεί η σύνδεση αυτών που οι παραπάνω συγγραφείς βλέπουν με αυτά που δεν βλέπουν [Αριστείδης Μπαλτάς 1999, σελ.33]. Αυτή τη «μέθοδος ανάγνωσης» θα επιχειρήσουμε ευθύς αμέσως.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Ευχαριστώ το Ίδρυμα Προποντίς και ιδιαίτερα τον Διευθυντή του Γιάννη Μπαβέα, για την ηθική και οικονομική υποστήριξη των ακαδημαϊκών μου προσπαθειών.
1 Βλ. Ορφανός Π. Όραση και οπτική τέχνη: δύο όψεις του ίδιου εγκεφάλου; Σύναψις 2008, τχ 9, 80-87 & Ορφανός Π. Γνωσιακή νευροεπιστήμη και αισθητική: η περίπτωση του Robert Solso. Σύναψις 2008, 10, 76-85. Βλ επίσης Ζήκα Φ. Βιβλιοκρισία του βιβλίου του S. Zeki: Inner Vision. Νεύσις 12, 214-219.
2 Η πατρότητα του όρου και της έρευνας για θέματα αισθητικής και εγκεφάλου θα πρέπει να αναζητηθεί νωρίτερα στο Rentschler I, Herzberger B, Epstein D. Introduction στο Beauty and the Brain, Birkhauser Velag, Basel-Boston-Berlin 1988.
Αμφιβολίες [αδόκιμες σκέψεις]
Ι. Για τη νευροαισθητική
Η εμπειρική διαδικασία της διανοητικής γνώσης
δεν μπορεί να εξηγήσει πως γεννιέται
μια καλλιτεχνική εικόνα
Αντρέι Ταρκόφσκι
Από την πλευρά της νευροαισθητικής, η τέχνη προσεγγίζεται έτσι ώστε να ταιριάζει στα όρια της νευροανατομικής έρευνας του εγκεφάλου: «η τέχνη έχει μια γενική λειτουργία η οποία παρουσιάζει αξιοσημείωτη ομοιότητα με τη λειτουργία του οπτικού εγκεφάλου, είναι πράγματι προέκτασή του και υπακούει στενά στους νόμους που τον διέπουν» [Semir Zeki 2002, σελ. 13]. Αυτός ο τόσο λειτουργικός προσδιορισμός της τέχνης την περιορίζει και δεν επιτρέπει την εξέτασή της ως αυτόνομα δομημένου πεδίου με ιδιαιτερότητες. Αντίθετα, τη δεσμεύει σε σκοπούς που βρίσκονται έξω από αυτήν και επιβάλλει έλεγχο στην λειτουργία της.
Είναι δύσκολο να οριστούν αντικείμενα όπως η τέχνη. Τη δυσκολία αυτή τονίζει ο Richard Shusterman στην προσπάθειά του να δείξει ότι απόπειρες της φιλοσοφίας να ορίσουν την αισθητική καταλήγουν στην απομόνωση της τέχνης από την πραγματική ζωή. Σημείο αφετηρίας γι’ αυτόν, αποτελεί η σκέψη του Πλάτωνα και του ορισμού που δίνει στην τέχνη με βάση την έννοια της μίμησης, με σκοπό το διαχωρισμό των αντικειμένων που σχετίζονται με την αισθητική εμπειρία, από τα αντικείμενα της πραγματικής γνώσης. Μετά τον Πλάτωνα, η φιλοσοφία δεν διατήρησε έκδηλα αυτόν τον ορισμό που διαχώριζε την τέχνη από την πραγματικότητα. Παρόλα αυτά, επικύρωσε έμπρακτα την υποβάθμιση της αισθητικής. Κατά την φιλοσοφική παράδοση που ακολούθησε, ο ορισμός σήμαινε την τοποθέτηση της τέχνης σε ένα κουτί, περιορίζοντάς την και χαράζοντας διαχωριστικές γραμμές από την υπόλοιπη ζωή.3
Αντίστοιχα, κάποια προβλήματα φαίνεται να υπάρχουν και στην προσπάθεια ορισμού του Semir Zeki. Ενώ επιδιώκεται η μελέτη της τέχνης ως αντικείμενου της φυσικής πραγματικότητας, που διέπεται από τους ίδιους νόμους που διέπουν και τον εγκέφαλο, τελικά, η αισθητική εγκλωβίζεται στα ρηχά νερά τεχνοκρατικών επιστημονικών προοπτικών. Ταυτόχρονα, αποκλείονται άλλες προσεγγίσεις.
Παρά το γεγονός ότι η αναφορά του R. Shusterman σχετίζεται με τη δυσκολία να οριστεί φιλοσοφικά ένα αντικείμενο όπως η τέχνη, φαίνεται πως ούτε με την επιστημονική προσέγγιση της νευροαισθητικής ξεπερνιέται το πρόβλημα. Εξετάζεται ένα είδος τέχνης –η οπτική–, που περιλαμβάνει κάποια αντικείμενα (τα οποία βοηθούν τον εγκέφαλο στην απόκτηση γνώσης για τον κόσμο) και λειτουργεί με βάση τους νόμους που διέπουν τον οπτικό εγκέφαλο. Όμως, τέτοιοι ορισμοί απομονώνουν την τέχνη και είτε αποτυγχάνουν να συμπεριλάβουν περιοχές της είτε περιλαμβάνουν λάθος περιοχές. Έτσι κρίνονται είτε πολύ στενοί είτε πολύ γενικοί [Shusterman 2002, σ. 179].
Η συγκεκριμένη οριοθέτηση είναι πολύ γενική και ταυτόχρονα πολύ στενή για διαφορετικούς λόγους. Η ευρύτητα έγκειται στο γεγονός ότι τα έργα τέχνης δεν διακρίνονται από άλλα αντικείμενα του οπτικού πεδίου που βοηθούν τον εγκέφαλο να αποκτήσει γνώση για τον κόσμο, ούτε γίνεται αισθητή η μεταξύ τους σχέση. Την ίδια στιγμή η τέχνη περιορίζεται σε στόχους ορισμένους για έναν επιστημονικό κλάδο. H οπτική, που ακολουθείται στο εγχείρημα της νευροαισθητικής σχετικά με τους στόχους και τον ορισμό της λειτουργίας της τέχνης, είναι απλοϊκή. Η λειτουργία της τέχνης, που θα απηχούσε σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργία του εγκεφάλου, είναι η προσπάθεια: «να αναπαραστήσει τα σταθερά, διαρκή, ουσιώδη και παντοτινά χαρακτηριστικά των αντικειμένων, των επιφανειών, των προσώπων, των καταστάσεων και ούτω καθεξής και, επομένως, να μας επιτρέψει να αποκτήσουμε γνώση όχι μόνο για το συγκεκριμένο αντικείμενο, πρόσωπο ή την συγκεκριμένη κατάσταση που αναπαριστάνεται στον καμβά, αλλά να γενικεύσει και, συνεπώς, να αποκτήσει γνώση για μια μεγάλη κατηγορία αντικειμένων και προσώπων» [Zeki 2002, σ. 14].
Στους στόχους της τέχνης δεν περιλαμβάνεται μόνο η επιδίωξη της σύλληψης και αποθήκευσης σταθερών στοιχείων –η απεικόνιση της σταθερότητας, όπως αναφέρει ο S. Zeki–, αλλά και η ρήξη με την σταθερότητα, τη φόρμα και τη μορφή. Η προαναφερόμενη άποψη δεν είναι λανθασμένη, αλλά μονοδιάστατη. Υπάρχουν καλλιτέχνες που θα ασπάζονταν αυτήν την άποψη και άλλοι που θα διαφωνούσαν.4 Υπάρχουν όμως και έργα που δεν μπορούν να αναλυθούν βάσει της διχοτομίας σταθερότητα/ανατροπή. Αν μελετήσει κανείς τις διαφορετικές περιόδους στο έργο του Picasso, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στο βιβλίο του Timothy Hilton, θα μπορούσε να εντοπίσει τη ρήξη μέσα από τη μελέτη προηγούμενων τεχνοτροπιών, τη συνεχή και ξαφνική αλλαγή του ύφους του. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι όλες αυτές οι αλλαγές γίνονταν στην προσπάθειά του να αναζητήσει τα σταθερά χαρακτηριστικά των μορφών, αλλά και πάλι κάτι τέτοιο θα ήταν αμφίβολο. Μία τέτοια θέση για την αναζήτηση της σταθερότητας των πραγμάτων αποτυγχάνει, εκ προοιμίου, να εκτιμήσει την πραγματική οπτική που δίνει ο καλλιτέχνης, μέσα από το έργο του.
Αν γίνει αποδεκτή μία προσέγγιση της τέχνης στα όρια που αξιώνει ο S. Zeki, τότε θα είναι δύσκολη η συζήτηση γύρω από στοιχεία κλειδιά όπως η καλλιτεχνική αντίληψη, πρακτική [Ione 2000, p. 58] και δημιουργικότητα. Μέσα από το έργο τέχνης δημιουργείται πολλές φορές μια ιδιόμορφη αντίληψη για τα πράγματα, η οποία είναι δύσκολο να μελετηθεί αποκλειστικά με την έρευνα για τον εγκέφαλο. Ο Zeki δηλώνει ότι πολλοί καλλιτέχνες πιστεύουν λανθασμένα ότι δεν βλέπουμε με τον εγκέφαλο αλλά με το μάτι [Zeki 2002, σ. 19-20]. Από αυτή την πρόταση δεν προκύπτει ο τρόπος με τον οποίο ένας καλλιτέχνης χρησιμοποιεί τον όρο «μάτι» για διαισθητική επεξεργασία και οπτική κατανόηση [Ione 2000, p. 58]. Οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της όρασης πρακτικά, μέσα από το έργο τους. Στην πραγματικότητα, ο καλλιτέχνης δεν είναι νευροβιολόγος που μελετά τον εγκέφαλο με μοναδικές τεχνικές. Επιπλέον, το πώς ένας ζωγράφος βλέπει τον κόσμο δεν μπορεί να συλληφθεί με όρους τοπικής επεξεργασίας της εικόνας από τον οπτικό εγκέφαλο. Αναφέρεται ότι ο οργανισμός θα πρέπει να έρθει αυθόρμητα σε επαφή με οπτικά ερεθίσματα από τη γέννησή του και μετά. Έτσι, αναπτύσσεται η οπτική παιδεία και συσσωρεύονται πληροφορίες μέσα από την επαφή με τον κόσμο. Υποστηρίζεται ότι είναι λανθασμένη η άποψη των καλλιτεχνών να επιδιώκουν να δουν τον κόσμο με παιδικά μάτια, χωρίς προκαταλήψεις, γιατί η ανάπτυξη της όρασης ξεκινά νωρίς και συνεχίζεται αδιάκοπα. Με αυτόν τον τρόπο αναγνωρίζεται επαρκώς μία μορφή, βάσει προηγούμενων εμπειριών, μέσα από τη συσσώρευση γνώσης για την πραγματικότητα [Zeki 2002, σ. 119-122]. Όμως, η ιδέα της συσσωρεμένης μνήμης αποτυγχάνει να εξηγήσει πώς οι καλλιτέχνες δένονται με τα έργα τους κατά τη διαδικασία ολοκλήρωσής τους. Ενώ αναφέρεται ότι βλέπουμε με τον οπτικό εγκέφαλο, η στατική ανάλυση δεν φανερώνει τις αλληλεπιδράσεις της όρασης που χρησιμοποιούν οι καλλιτέχνες για να χτίσουν το λεξικό των εικόνων τους. Με ό,τι παρουσιάζεται δεν αναδεικνύεται τι είναι αυτό που αναζητούν οι καλλιτέχνες [Ione 2000, σ. 61 & σ. 68].
Εξετάζοντας την τέχνη με όρους οπτικού εγκεφάλου, όπως αναφέρεται στο εγχείρημα της νευροαισθητικής, προκύπτουν και άλλα ζητήματα σε σχέση με την όραση και την ανθρώπινη δραστηριότητα στην τέχνη. Εκτός του οπτικού και άλλα σημεία του εγκέφαλου θα πρέπει να ευθύνονται για την όραση.5 Ο καλλιτέχνης μπορεί να δραστηριοποιεί πολλές περιοχές στον εγκέφαλό του καθώς βλέπει και δημιουργεί [Ione 2000, σ. 58]. Επίσης, για την εκτέλεση ενός έργου τέχνης είναι σημαντικά και άλλα συστήματα ή μέρη του ανθρώπινου σώματος. Ο Picasso έλεγε ότι τελικά ένα έργο τέχνης δεν πραγματοποιείται με τις ιδέες, αλλά με τα χέρια [Picasso 2002, σ. 33].
Είναι πολύ δύσκολο να προσδιορίσουμε τα σημεία της συνεχώς μεταβαλλόμενης καλλιτεχνικής πρακτικής μέσα από τέτοιου είδους εμπειρικές μελέτες. Η καλλιτεχνική δραστηριότητα, που είναι μονίμως ανοιχτή σε αλλαγές, δυσκολεύει τα συμπεράσματα μέσω αναγωγών. Η προσπάθεια αναγωγής στον εγκέφαλο είναι υπαρκτή [Zeki 2002, σελ. 4], παρά την άρνηση του εμπνευστή της.6 Η προσέγγιση της καλλιτεχνικής δημιουργίας μέσα από την έρευνα για τον εγκέφαλο και το οπτικό σύστημα, εκτός του ότι αδικεί τα υπόλοιπα αισθητηριακά συστήματα, αδικεί και την ίδια. Αποφεύγονται όροι που θα μπορούσαν να της προσδώσουν τα χαρακτηριστικά της υπέρβασης, αφού για να δημιουργήσει κανείς θα πρέπει να υπερβεί τα τετριμμένα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Έτσι, με τη συγκεκριμένη νευροβιολογική οπτική δεν μένει ανοιχτό και υπό διερεύνηση το θέμα της δημιουργικότητας. Η τελευταία «καλουπώνεται» και τελικά εγκλωβίζεται σε ένα στενό ορισμό και μια περιορισμένη μεθοδολογία. Επιπλέον, η ποικιλομορφία στην εξελικτική θεωρία είναι διαφορετική έννοια (και συνδέεται με διαφορετικές διαδικασίες) από την «ποικιλομορφία» στη δημιουργία και εκτίμηση της τέχνης παρά την προσπάθεια να συσχετιστούν [Zeki 2001b, p. 51].
Όμως, υπάρχουν και άλλα αμφίβολα σημεία στην προσέγγιση της νευροαισθητικής. Επιδιώκεται η ανάδειξη απόψεων του Hegel και του Πλάτωνα, με μία επιφανειακή ενασχόληση με την Ιδέα (ως αποθηκευμένο αρχείο αναπαραστάσεων), η οποία στο πλατωνικό έργο δεν βρίσκεται στον εγκέφαλο. Όπως γίνεται αποδεκτό από τον συγγραφέα, κανένας από τους φιλοσόφους, στων οποίων τις απόψεις αναφέρεται, δεν μιλά για τον εγκέφαλο. Αυτό, όμως, δεν εμποδίζει τη διατύπωση της άποψης ότι «στα γραπτά τους υπονοείται η πίστη τους για την ύπαρξη αποθηκευμένων αναπαραστάσεων στον εγκέφαλο» [Zeki 2002, σ. 59-60].
Δεν εξετάζονται εμπειρικά άλλα είδη τέχνης, παρά μόνο αυτά που έχουν να κάνουν με την όραση. Πρόκειται για προσπάθεια που αφορά κυρίως την οπτική τέχνη και όχι ένα γενικότερο προβληματισμό για την αισθητική και τον εγκέφαλο (νεύρο-αισθητική). Επιπλέον, στην προαναφερόμενη προσέγγιση δεν εξετάζεται οποιοδήποτε είδος μη δυτικής τέχνης.7
Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η πρόσληψη της τέχνης γίνεται και από τον εγκέφαλο. Όμως αυτό το γεγονός από μόνο του δεν φτάνει για να αγνοηθεί η κοινωνική και πολιτιστική διάσταση της τέχνης. Βλέποντας κανείς την ιστορία της αισθητικής και της τέχνης, είναι δύσκολο να πιστέψει ότι υπάρχει μόνο η μελέτη του εγκεφάλου στον κόσμο της τέχνης. Η προσέγγιση της τέχνης μέσα από τη νευροαισθητική δεν επαρκεί για να παραβλέψουμε ολόκληρα κινήματα και θεωρητικές αναλύσεις στο χώρο της αισθητικής, επειδή δεν συμβαδίζουν ή δεν συμμορφώνονται με την έρευνα για τον εγκέφαλο. Το πεδίο της τέχνης δεν διέπεται πάντα και εξ ολοκλήρου από «συμπαγείς» επιστημονικές εξηγήσεις, όπως αυτή που προσπαθεί να του προσδώσει (έστω και μελλοντικά) με εκλαϊκευτικό τρόπο η νευροαισθητική.8
Οι νευροβιολογικές μελέτες είναι ιδιαίτερα χρήσιμες για την μελέτη της όρασης, αλλά στην περίπτωση προσέγγισης της αισθητικής, θα πρέπει να σχηματίζονται πιο προσεκτικές κινήσεις σε σχέση με το πώς συγκρίνονται δεδομένα καλλιτεχνών – μη καλλιτεχνών, πώς κατανοείται το έργο καλλιτεχνών για τους οποίους δεν υπάρχουν εμπειρικά δεδομένα από νευροαπεικονιστικές μεθόδους [Ione 2000, σ. 70], 3) και πώς γίνεται η εξαγωγή συμπερασμάτων και η αναγωγή.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΕΙΣ
3 Richard Shusterman, Surface and Depth, σ. 178-9. Για τον Shusterman, η τέχνη είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την καθημερινή πρακτική και εμπειρία. Όμως, τόσο στον Zeki όσο και στον Πλάτωνα, η τέχνη περιορίζεται σε στενό κλοιό. Στον πρώτο δεν υπάρχει η πρόθεση να συμβεί κάτι τέτοιο, ενώ στον δεύτερο είναι γνωστή η θέση που επιφύλασσε για την τέχνη στην Πολιτεία του, καθώς και η άποψή του για την αδυναμία του καλλιτέχνη να αποκτήσει και να αναπαραστήσει την πραγματική όψη των αντικειμένων. Αν και σε άλλα σημεία ο Πλάτων φαίνεται να πιστεύει ότι η έλλειψη λογικότητας στον ποιητή μπορεί να βρίσκεται όχι χαμηλότερα, αλλά ψηλότερα από το λογικό [αναφέρεται στο Monroe C. Beardsley, Ιστορία των Αισθητικών Θεωριών, σελ. 33].
4 Όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Zeki, εν μέρει, μέσα από το παράδειγμα του Rene Magritte [Semir Zeki, Art and the Brain, σ. 8].
5 Ενδεικτικά αναφέρεται …περίπου το ήμισυ και πλέον, της συνολικής έκτασης του φλοιού. Στο E. Kandel, J. Schwartz, T. Jessell, Νευροεπιστήμη και Συμπεριφορά, σ. 415.
6 Semir Zeki, Closet Reductionists, σ. 45. Ο S. Zeki αναφέρει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένη θεωρία για την αισθητική αν δεν βασίζεται στην έρευνα για τον εγκέφαλο. Επίσης, ανασκευάζει απόψεις ζωγράφων και φιλοσόφων και τις εκφράζει με όρους οπτικού εγκεφάλου. Τελικά, στον επίλογο του βιβλίου του Εσωτερική Όραση, παραδέχεται ότι επί του παρόντος …πειράματα, με αυστηρά επιστημονικά κριτήρια δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στο πρόβλημα της αισθητικής.
7 Cynthia Freeland, Teaching Cognitive Science and the Arts I.
8 Ίσως και για λόγους εντυπωσιασμού, ο Semir Zeki υπεραπλουστεύει έννοιες της αισθητικής και της φιλοσοφίας για να χωρέσουν στον κόσμο του εγκεφάλου. Πιθανώς να επιθυμεί να ξαφνιάσει το ευρύ κοινό, από την αντίθετη πλευρά από αυτήν που σημείωνε ο Πέτρος Αποστολίδης (Παύλος Νιρβάνας) «το έργον αυτών των εκλαϊκευτών της επιστήμης, οίτινες φέρουσιν εις την ημιμάθειαν του κοινού τα ράκη της επιστημονικής αλήθειας, επιζητούντες και προσφέροντες ό,τι καταπλήσσει, εξαφνίζει και συγκινεί αλογίστως». Φυσιολογική Αισθητική, Τέχνη και Φρενοπάθεια, Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, τεύχος στ΄, Φεβρουάριος 1905, σ. 181-185 [Βλ και Σύναψις, 2005, 1, 81-85].
ΙΙ. Για την γνωσιακή νευροεπιστημονική θεωρία της αισθητικής
Φαίνεται, όσο κανείς γερνάει,
Πως το παρελθόν έχει ένα άλλο σχέδιο, και παύει να είναι μια απλή συνέχεια-
Ή ακόμα εξέλιξη: η τελευταία μια πλάνη προκατάληψης
Ενθαρρυμένη από επιφανειακές ιδέες εξέλιξης,
Που γίνεται, στο κοινό μυαλό, ένας τρόπος να μην ορίζεις πια το παρελθόν.
T.S. Eliot, Four Quartets, The Dry Salvages.
Μετάφραση: Έφη Αθανασίου, Ίκαρος 2002.
Στην περίπτωση της προσέγγισης του Robert Solso, η απόπειρα ορισμού που αφορά την τέχνη έχει άμεση σχέση με τη συνείδηση και αποτελεί αντανάκλαση της περίφημης επίΓΝΩΣΗΣ (AWAREness). Η τέχνη είναι αντίληψη που βιώνεται συνειδητά και ορίζεται από τους ανθρώπους ως αισθητική. Η τέχνη υπάρχει στη φύση, αλλά θα πρέπει να βιωθεί από τους ανθρώπους ως αναπαραστασιακή ή συμβολική [Solso 2003, σ. 15].

O Richard Shusterman (και πάλι), στην προσπάθειά του να δείξει πόσο δύσκολο είναι να δοθούν ορισμοί για την τέχνη, στην κριτική που κάνει στον Arthur Danto αναφέρει ότι η προσέγγιση του τελευταίου, βάσει της ιστορίας και της ιστορίας της τέχνης, καταλήγει με τρόπο που περιθωριοποιεί την τέχνη, τοποθετώντας την σε δεύτερη μοίρα. Έτσι, στην προσπάθεια του ο Danto να ορίσει την τέχνη, χρησιμοποιεί την ιστορία και καταλήγει σε μία … μίμηση της μίμησης … σε μία αναπαράσταση της ιστορίας της τέχνης που αναπαριστά την τέχνη. Ορίζει λοιπόν την τέχνη ως διπλή αντανάκλαση [Shusterman 2002, σ. 181-182].
Αντίστοιχα, ο Solso προτείνει ότι τα ανθρώπινα νοητικά κατασκευάσματα αναδύονται μέσα από την εξέλιξη του εγκεφάλου και την συγκρότηση της επίΓΝΩΣΗΣ, από τα βάθη της ανθρώπινης προϊστορίας μέχρι σήμερα. Γι’ αυτό καταλήγει στην εξέταση της τέχνης ως αντανάκλαση μιας αντανάκλασης, με διαφορετικούς όρους βέβαια από ό,τι πριν ο Danto.
Η επίΓΝΩΣΗ, που ξεπήδησε από την εξέλιξη του εγκεφάλου, φαίνεται να είναι υπεύθυνη για όλα τα διανοητικά δημιουργήματα του ανθρώπου, όπως η επιστήμη, η τεχνολογία και η τέχνη, χωρίς να αναδεικνύονται οι ιδιαιτερότητες των πεδίων και οι μεταξύ τους σχέσεις. Αναφέρεται απλώς ότι τέχνη και επιστήμη μεσολαβούν μεταξύ του νου και του κόσμου, ως συνδετική γέφυρα [Solso 2003, σ. 258]. Εδώ, ενώ φαίνεται μία εμπειρική χροιά που πιθανόν συνδέει την τέχνη με την πραγματικότητα, η χρήση προϋπαρχόντων, για άλλους λόγους, εργαλείων και η προσπάθεια αναγωγής των περισσότερων διαδικασιών στην εξέλιξη του εγκεφάλου, εμποδίζει την εξέταση ιδιαιτεροτήτων της τέχνης, όπως η ιδιόμορφη αντίληψη που εκφράζεται μέσω αυτής για την πραγματικότητα και η δημιουργικότητα. Επιπλέον, η συζήτηση για την τέχνη ως προϊόν της νοημοσύνης, δεν μπορεί να περιοριστεί σε σχήματα του τύπου: εξέλιξη του εγκεφάλου –> επίΓΝΩΣΗ –> νοητικά επιτεύγματα (τέχνη) ή, ακόμη καλύτερα: γονίδιο –> εγκέφαλος –> πολιτισμός (μιμίδιο;). Η τέχνη, ακόμη και αν παρουσιαστεί ως παράγωγο των παραπάνω διαδικασιών, εμπλέκει και άλλους παράγοντες που θα ήταν δύσκολο να τους αναγάγουμε αποκλειστικά στη βιολογική εξέλιξη.
Η αδυναμία να ενταχθεί η πολιτιστική γνώση και η κοινωνική ευφυΐα στο εξελικτικό σχήμα των τριών ευρετικών (heuristics) είναι φανερή στην περίπτωση της επινόησης του πολιτισμικού μιμιδίου. Το τελευταίο, παρόλο που υπάρχει η φιλοδοξία να διαδραματίσει το ρόλο που παίζει το γονίδιο στην πρωτογενή ευρετική,9 φαίνεται να διαφέρει πολύ από το γονίδιο τόσο σε δομή όσο και σε λειτουργία. Το μιμίδιο είναι δύσκολο να οριστεί και τοποθετείται περίπου ως «πεποίθηση» με «μια σχετικά σταθερή πυρηνική σημασία, ανθεκτική σε μικροαλλαγές των ασαφών ορίων της» [Plotkin 1996, σ. 286]. Πρόκειται για έναν πολιτισμικό αντιγραφέα που ισοδυναμεί με τις ιδέες ή τις αναπαραστάσεις, δηλαδή το εσωτερικό σκέλος της γνωσιακής σχέσης [Plotkin 1996, σ.284].
Σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά που δίνει ο Dawkins στους αντιγραφείς, το μιμίδιο δεν διαθέτει τη μακροβιότητα του γονιδίου, η πιστότητα δεν συναντάται παρά μόνο σε απλά μιμίδια και η γονιμότητα διαφέρει από άτομο σε άτομο λόγω διαφορών στις γνωστικές ικανότητες που ακόμη δεν γνωρίζουμε [Plotkin 1996, σ. 291-292]. Όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί η πολιτισμική «εξέλιξη» διαθέτει ορισμένα χαρακτηριστικά, που απουσιάζουν από τη βιολογική εξέλιξη.
Ο Solso υποστηρίζει ότι η πληροφορία στον ανθρώπινο νου κατηγοριοποιείται μέσω προτύπων. Πρέπει να επισημανθεί ότι δεν έχουν όλες οι έννοιες χαρακτηριστικά που να συμφωνούν με την κατηγοριοποίηση αυτή. Ο Hampton (1981) έδειξε ότι μόνο μερικές αφαιρετικές έννοιες επιδεικνύουν δομή προτύπου. Αυτό συμβαίνει λόγω μιας ατελείωτης ευελιξίας των μελών μερικών αφαιρετικών κατηγοριών, σε αντίθεση με τις συμπαγείς κατηγορίες. Επιπλέον, η οπτική του προτύπου είναι ημιτελής ως μία θεώρηση του είδους της γνώσης που έχουν οι άνθρωποι για τις έννοιες. Οι άνθρωποι δεν φαίνεται να γνωρίζουν τις σχέσεις μεταξύ χαρακτηριστικών, παρά μόνο τα χαρακτηριστικά. Αυτές οι σχέσεις είναι πληροφορίες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην κατηγοριοποίηση. Τα πρότυπα δεν παρέχουν πλήρη θεώρηση για το τι κάνει τις κατηγορίες φυσικές και συνεκτικές. Μία απάντηση εδώ θα ήταν η ομοιότητα, ομοιότητα δηλαδή χαρακτηριστικών, μεταξύ των μελών μιας κατηγορίας. Αυτή όμως δεν είναι εύστοχη απάντηση, αφού οι άνθρωποι μπορούν να σχηματίσουν κατηγορίες ad hoc, πράγμα που από την οπτική της προτυπικής θεωρίας δυσκολεύει την κατανόηση του πώς τέτοιες κατηγορίες έχουν συνοχή, αν υπάρχει έλλειψη ομοιότητας μεταξύ των χαρακτηριστικών των μελών μιας κατηγορίας αντικειμένων [Eysenck & Keane 2000, σ. 291].
Τα παραπάνω έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο πώς κατηγοριοποιούνται τα είδη τέχνης. Εφόσον μόνο μερικές αφαιρετικές έννοιες συμφωνούν με την κατηγοριοποίηση αυτή, δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τα πρότυπα για την κατάταξη όλων των μορφών τέχνης. Επιπλέον, το γεγονός ότι η θεωρία προτύπων είναι ημιτελής και δεν περιλαμβάνει τις σχέσεις των χαρακτηριστικών μεταξύ των μελών μιας ομάδας, μπορεί να είναι σημαντικός παράγοντας, από τη στιγμή που στην τέχνη τα χαρακτηριστικά μπορεί να μην είναι σαφή σε μία κατηγορία και να χρειάζονται άλλου είδους συσχετίσεις για την «εξαγωγή συμπερασμάτων». Η ομοιότητα χαρακτηριστικών δεν μπορεί να είναι το μοναδικό κριτήριο ομαδοποίησης έργων τέχνης.
Στην προσέγγισή του, ο Solso αναφέρεται στα νευρωνικά δίκτυα για την προσομοίωση γνωστικών λειτουργιών σε σχέση με την τέχνη. Όπως περιγράφεται στο κεφάλαιο «συνδέσεις» (Connections: Canonic Repre-sentations, Memory and the Cognition of Art), στα τεχνητά νευρωνικά δίκτυα κάποια συμπεράσματα-έξοδοι είναι πιο ευχάριστα από άλλα, γιατί στα πρώτα έχει γίνει εκπαίδευση στους κόμβους, ενώ στα άλλα αυτή η εκπαίδευση έχει ανασταλεί ή δεν έχει πραγματοποιηθεί [Solso 1994, σ. 261]. Σε αυτήν την περίπτωση περιορίζεται η απόλαυση που αντλείται από ένα αντικείμενο τέχνης, σε μια μαθημένη συμπεριφορά, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η έκπληξη, το καινούριο, η καινοτομία, σημεία που χαρακτηρίζουν την αισθητική εμπειρία.
Θα ήταν λίγο δύσκολο και αμφιβόλου σκοπιμότητας εγχείρημα να αναλυθεί η πρόσληψη της τέχνης μέσα από ένα δίκτυο, που στη μία μεριά θα υπάρχει το έργο τέχνης (ή στοιχεία του) κι ύστερα θα ακολουθούν κάποιοι κρυμμένοι κόμβοι που οδηγούν στη έξοδο, την απόλαυση! Στα νευρωνικά δίκτυα, στόχος είναι η πρόβλεψη της μελλοντικής συμπεριφοράς μετά την εκπαίδευση. Μια τέτοια πρόβλεψη της αισθητικής απόλαυσης, θα ήταν δύσκολο να πραγματοποιείται για όλα τα ρεύματα του μεταβαλλόμενου κόσμου της τέχνης και ιδίως για έργα σύγχρονης (μη αναπαραστασιακής) τέχνης.10
Από την πλευρά της γνωσιακής νευροεπιστημονικής θεωρίας της τέχνης, γίνεται μια πιο συνολική προσπάθεια, όμως τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την ανάλυση δεν είναι πάντα κατάλληλα, ιδίως αυτά που συνδέονται με τις ανώτερες νοητικές λειτουργίες. Παρουσιάζεται ένα ανομοιογενές σύνολο γνωσιοεπιστημονικών θεωρήσεων. Όπου τα νευροβιολογικά δεδομένα παραμένουν ελλιπή ή μη ευέλικτα, γίνεται χρήση εννοιών ή εργαλείων από την πλευρά της ψυχολογίας. Μέσα από την εφαρμογή αυτών των εργαλείων ανάλυσης, απλώς καταγράφεται (ελλιπέστατα) η αισθητική πραγματικότητα και περιορίζεται στα όριά τους, μην δίνοντας την δυνατότητα προσέγγισης των ανατροπών που επιφέρει συνήθως αυτή.
Καμία από τις παραπάνω προσεγγίσεις δεν φαίνεται να εξετάζει την πραγματικότητα του καλλιτέχνη και της δημιουργίας, ερμηνείας και τομής που συνεισφέρει στον κόσμο. Οι καλλιτέχνες περνούν μεγάλο διάστημα εξερεύνησης των ορίων τους, των εργαλείων που χρησιμοποιούν και των υπαρχουσών δυσκολιών. Ό,τι κάνει την τέχνη πιο ενδιαφέρουσα, είναι ότι προσφέρει λύσεις οι οποίες δεν είναι απομνημονευμένες σε μοντέλα μνήμης που έχει επεξεργαστεί ο εγκέφαλός μας [ Ione 2000, σ. 61 ].
9 Bull Larry, Holland Owen & Blackmore Susan, On meme-gene coevoloution.
ΙΙΙ. Για την αναγωγή ποιοτήτων αισθητικής εμπειρίας στην εγκεφαλική δραστηριότητα
Anything may go
But nothing actually does
Στο πεδίο της τέχνης φαίνεται να έχει γίνει εφαρμογή της πρότασης όλα επιτρέπονται (ή τίποτα δεν αποκλείεται), πρακτικά και θεωρητικά. Αν κοιτάξει κανείς τη μακρόχρονη ιστορία της αισθητικής θα διαπιστώσει το μεγάλο εύρος των «ειδικοτήτων» των ανθρώπων που ασχολήθηκαν με την ιστορία και θεωρία της τέχνης, καθώς και το πλήθος των προσεγγίσεων που έχουν αναπτυχθεί. Χρειάζεται προσοχή στον τρόπο που γίνεται ο ορισμός, η κατηγοριοποίηση και η ανάλυση για την τέχνη, καθώς υπάρχει φόβος το anything goes να αντιστραφεί.
Σε αυτόν τον χώρο δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τον κύριο λόγο είχε, έχει και θα έχει ο καλλιτέχνης (μέσα από το έργο του), ο οποίος πολλές φορές δεν ενδιαφέρεται για την θεωρία ή την επιστήμη, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που θα ήθελαν οι «αναλυτές». Οι αναλύσεις και οι αναγωγές χρειάζονται περισσότερη συζήτηση.
Η αναγωγή είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό εργαλείο για την επιστημονική σκέψη. Ο φιλόσοφος Ernest Nagel (1961) προσπάθησε να ορίσει την αναγωγή ως την ενοποίηση δύο ξεχωριστών πεδίων συστηματικής έρευνας. Η αρχική επιστήμη έχει μεγαλύτερο εύρος εφαρμογής και γενικότερα μία πιο κομψή και διανοητικά ικανοποιητικότερη δομή. Κατά τον Nagel, ο αναγωγισμός αποτελεί την έκφραση των νόμων μιας επιστήμης δεύτερης τάξης, σε όρους μιας επιστήμης πρώτης τάξης. Έτσι, στην φυσική η θερμοδυναμική φαίνεται να εκφράζεται σε όρους εννοιών και νόμων της πιο πρωταρχικής νευτώνειας μηχανικής [Harth 2004, σ. 112-113].
Σε αντικείμενα έρευνας που εξετάζουν άψυχες οντότητες, οι ιδιότητες των μορίων μπορούν να καθορίσουν τι συμβαίνει σε μεγάλη κλίμακα. Η δομή του σώματος και η χημική λειτουργία του καθορίζεται από τη μικροδομή του DNA. Ο έλεγχος είναι εκλεπτυσμένος και εκτείνεται και σε άλλες διαδικασίες σε μεγάλες κλίμακες. Αλλά σε αντικείμενα που ερευνούν έμψυχες οντότητες, το πρόβλημα του περάσματος των αιτιωδών γεγονότων από την μεγάλη κλίμακα στη μικρή είναι ιδιαίτερα δυναμικό και συνεχώς παρόν. Ο Bertrand Russell τονίζει ότι κανένα μέρος μιας έμψυχης οντότητας και καμία λειτουργία μιας ιδιαίτερα πολύπλοκης οργανικής ενότητας δεν μπορούν να γίνουν πλήρως κατανοητά σε απομόνωση από τη δομή και τις δραστηριότητες ενός οργανισμού ως όλου. Δηλαδή, «είναι συνήθως ψεύδος ότι τα μέρη είναι ίσα με το όλον» [Edgar Allan Poe 2006, σ. 112].
Υπάρχει δυσκολία να αποδοθεί στον εγκέφαλο αυτό που αποκαλείται ανώτερες νοητικές λειτουργίες. Υπάρχει ιδιαίτερη δυσκολία να συσχετιστεί η εκτίμηση της ομορφιάς με ηλεκτρικά σήματα που συμβαίνουν μεταξύ των κυττάρων. Όμως, όπως έχει φανεί τις τελευταίες δεκαετίες, αυτό το ήσυχο όργανο είναι ένα από τα πιο θαυμαστά συστήματα που λειτουργούν στο σύμπαν και συμμετέχει στην επιτέλεση εξαιρετικά λεπτών λειτουργιών.
Πολλές νοητικές λειτουργίες μπορούν να συσχετιστούν άμεσα με νευρικές δραστηριότητες. Η όραση στον ανθρώπινο εγκέφαλο είναι ένα σύστημα βρόχων και επαναλαμβανόμενων μονοπατιών που ενώνουν περιφερειακές εικόνες και κεντρικά σύμβολα, το γενικό και το ειδικό, την αίσθηση και τη γνώση. Όμως, υπάρχουν πολλές ελλείψεις σε σχέση με το πως ολοκληρώνονται οι εντυπώσεις. Οι νευρικοί μηχανισμοί που σχετίζονται με τις περισσότερες νοητικές διεργασίες (συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας και εκτίμησης της τέχνης) πολλές φορές περιλαμβάνουν σήματα που διασχίζουν όλο τον εγκέφαλο. Κάτι τέτοιο απαιτεί την ενδυνάμωση αντανακλαστικών δραστηριοτήτων που συνδέονται με τις αποθηκευμένες πληροφορίες και ελευθερώνει έναν πλούτο συσχετίσεων, μνημών και συναισθημάτων. Ο εγκέφαλος δεν επηρεάζεται μόνο από τα γονίδια, αλλά και από πάνω προς τα κάτω (top down) διαδικασίες που αναφέρονται ως πολιτισμός. Έτσι, τα γεγονότα ασκούν επιρροή στον εγκέφαλο και με βάση την ήδη υπάρχουσα πληροφορία που έχει αποθηκευτεί, αλλά και με βάση άλλες σύνθετες διεργασίες.
Για να φτάσουμε στην κατανόηση ενός φαινομένου, ειδικά όταν αυτό σχετίζεται με ανώτερες νοητικές λειτουργίες, είναι πολλές φορές αναγκαίο να πάμε πέρα από έναν ατομικό αναγωγισμό και να λάβουμε υπόψη και μία από πάνω προς τα κάτω αιτιότητα. Μία ικανοποιητική εξήγηση μπορεί να εμπλέκει μη φυσικαλιστικούς παράγοντες. Γεγονότα απλά δηλωμένα στο νου μπορεί να έχουν ένα επίπεδο πρωταρχικής επιστημονικής οντότητας. Ο J. W. Brown (1999) αναφέρει ότι μπορεί τέτοια γεγονότα να είναι κομμάτι ενός διανοητικά ικανοποιητικού πλαισίου εργασίας. Αυτό δεν σημαίνει την ανυπαρξία σύνδεσης των γεγονότων με φυσικαλιστικές αιτίες, αλλά ίσως οι λεπτομέρειες τέτοιων εξηγήσεων μπορεί να είναι μη προσβάσιμες ή και μη ενδιαφέρουσες, ιδίως στην περίπτωση της τέχνης.
Η εκτίμηση της τέχνης είναι ένα πολύπλοκο ζήτημα που δεν μπορεί να μελετηθεί αποκλειστικά στον μικρόκοσμο των νευρικών μηχανισμών, αγνοώντας πολυπλοκότητες που υπάρχουν λόγω κουλτούρας. Προσπάθειες που έχουν επίκεντρο τη νευροβιολογία προσφέρουν λίγες ελπίδες για επαρκή προσέγγιση του φαινομένου και γίνονται αντικείμενο εύκολης κριτικής στη διαδικασία αναγωγής. Όπως αναφέρει ο Nagel, για τη χρήση της αναγωγής ως εργαλείου προαπαιτείται ότι τα αξιώματα, οι ειδικές υποθέσεις και οι υπό έρευνα νόμοι των δύο πεδίων είναι σαφώς διατυπωμένες προτάσεις, των οποίων οι συνισταμένες βασίζονται σε κωδικοποιημένους κανόνες που δεν θα επιτρέπουν αμφισημίες ή οι θεμελιώδεις διαδικασίες τους είναι κατάλληλες για κάθε μία πειθαρχία [Harth 2004, σ. 113]. Ενδεχομένως, το μέρος της νευροβιολογίας να πληροί τις προϋποθέσεις για να ενταχθεί σε μια τέτοια διαδικασία. Όμως, από την πλευρά της, η τέχνη δεν θα μπορούσε να συμμετέχει, από τη στιγμή που δεν βασίζεται σε αξιώματα, αλλά αρκετές φορές επιδιώκει την κατάργησή τους, δεν έχει πάντα σαφώς διατυπωμένες προτάσεις, οι κωδικοποιήσεις της είναι ανοιχτές σε αμφισημίες και πολλαπλές ερμηνείες, ενώ οι θεμελιώδεις διαδικασίες της δεν είναι πάντα συμβατές με κάποιες επιστημονικές θεωρήσεις, αλλά ούτε και διέπονται από σταθερότητα.
Δεν είναι άσχετη η γνώση για τον εγκέφαλο με την αισθητική εκτίμηση. Ο Semir Zeki όμως υπερεκτιμά τις δυνατότητες της έρευνάς του για τον οπτικό εγκέφαλο, λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει ολοκληρωμένη θεωρία για την αισθητική, εκτός εάν βασιστεί στην κατανόηση των λειτουργιών του εγκεφάλου [Harth 2004, σ. 115]. Είναι χρήσιμο να αναρωτηθούμε αν σε τέτοιες έρευνες, που επικεντρώνονται στο πώς αντιπροσωπεύονται οι νοητικές λειτουργίες στον εγκέφαλο, έχουμε αντιστοίχηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς με την εγκεφαλική λειτουργία. Χρειάζεται προσοχή στο πώς εξετάζονται τα ερευνητικά δεδομένα, γιατί υπάρχει ο φόβος να καταλήξουν οι νευροαπεικονιστικές μέθοδοι μια πιο σύγχρονη και ασυνήθιστα δαπανηρή έκδοση της φρενολογίας του 19ου αιώνα [Marcus E. Raichle 2003, σ. 3959]. Σε αυτήν την περίπτωση, θα ήταν κρίμα να δαγκώνει κανείς το φλούδι, νομίζοντας ότι γεύεται τον καρπό.
Οι απεικονιστικές μέθοδοι των λειτουργιών του εγκεφάλου θα πρέπει να αναζητήσουν πολύπλοκες νοητικές δραστηριότητες σε ένα δίκτυο περιοχών και στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους [Marcus E. Raichle 2003, σ. 3960]. Όσο για τις δραστηριότητες που έχουν να κάνουν με την αισθητική εμπειρία, πιθανώς να έγινε αισθητό το πόσο σύνθετα και ιδιόμορφα είναι τα θέματα που σχετίζονται με αυτές· προβληματισμοί που ίσως μερικές φορές πηγαίνουν πέρα από τη μελέτη της όρασης και των νοητικών λειτουργιών· πέρα από μια ενδεχόμενη διχοτομία επιστημονικού/ μη επιστημονικού.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
10 Σε αυτήν την περίπτωση, ίσως θα είχε ενδιαφέρον η εξέταση ενός παλίνδρομου δικτύου (και όχι ενός δικτύου απλής στοιβάδας ή ενός στιβαδωτού δικτύου με κρυμμένες μονάδες, στα οποία αναφέρεται ο Solso). Σε αυτού του τύπου το δίκτυο, γίνεται ανάδραση μεταξύ των στοιχείων εισόδου, εξόδου, ενώ η σταθερή κατάσταση του δικτύου δεν είναι εξασφαλισμένη [αναφέρεται στο E. Kandel, J. Schwartz, T. Jessell, Νευροεπιστήμη και Συμπεριφορά, σ. 382].
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αποστολίδου Πέτρου [Παύλου Νιρβάνα] (1905), Φυσιολογική αισθητική, τέχνη και φρενοπάθεια, Ψυχιατρική και Νευρολογική Επιθεώρησις, τεύχος στ΄, σελ. 181-185 (αναδημοσιεύεται στο περιοδικό Σύναψις, στα τεύχη τχ 1, 2, 3 & 4 (2005- 2006).
Beardsley MC (1989). Ιστορία των αισθητικών θεωριών, Αθήνα, Νεφέλη.
Bhattacharya J, Petsche H (2002). Shadows of artistry: cortical synchrony during perception and imagery of visual art, Cognitive Brain Research, 13, 2, 179-186.
Blackmore S (1998). Imitation and the definition of a meme, Journal of Memetics – Evolutionary Models of Information Transmission, 2.
Bull L, Holland O, Blackmore S (2000). On meme-gene coevolution. Artificial Life, 6, 227-235
Byrne R (1995). The thinking ape: evolutionary origins of intelligence, Oxford University Press.
Danto AC (1986). The philosophical disenfranchisement of art, New York, Columbia University Press.
Derrida Jacques (1990), Περί γραμματολογίας, Αθήνα, Εκδόσεις Γνώση.
Eliot TS (2002). Τέσσερα κουαρτέτα, ένα μήνυμα για το μέλλον της ανθρωπότητας, Αθήνα, Ίκαρος.
Εσερ ΜΚ (2005). Τα χαρακτικά, Koln, Taschen.
Espinel CH (1998). Art and neuroscience: How the brain sees Vermeer’s “woman holding a balance”, The Lancet, 352, December 19/26.
Eysenk MW, Keane MT, (2000). Cognitive Psychology, East Sussex, Psychology Press LTD.
Feyerabend P (1982). Ενάντια στη μέθοδο, Αθήνα, Εκδόσεις Σύγχρονα Θέματα.
Ζήκα Φωτεινή (2003), Βιβλιοκρισία του βιβλίου του S. Zeki: Inner Vision, Νεύσις, 12, σ. 214-9.
Freeland C, Teaching cognitive science and the arts I, www.aesthetics-online.org/ideas/ freeland.html.
Fuller P. (1988). Τέχνη και ψυχανάλυση, Αθήνα, Νεφέλη.
Gombrich EH (1994). Το χρονικό της τέχνης, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.
Harth E (2004). Art and reductionism, Journal of Consciousness Studies, 11, 3-4, 111-116.
Hilton T (1982). Picasso, Αθήνα, Εκδόσεις Yποδομή.
Ione A (2000). An inquiry into Paul Cezanne, Journal of Consciousness Studies, 7, 8-9, 57-74.
Joyce J (1990). Οδυσσέας, Αθήνα, Κέδρος.
Kandel ER, Schwartz JH, Jessel TM (2003). Νευροεπιστήμη και Συμπεριφορά, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Κοζάκου-Τσιάρα Ό (1997). Εισαγωγή στην εικαστική γλώσσα, Αθήνα, Gutenberg.
Leder H, Belke B, Oeberst A, Augustin D (2004). A model of aesthetic appreciation and aesthetic judgments, The British Journal of Psychology, 95, 4, 489-508.
Μπαλτάς Α (1994). Σημειώσεις του μαθήματος δομισμός-μεταδομισμός, Αθήνα.
Μπαλτάς Α (1999). Φιλοξενώντας τον Ντεριντά: στο περιθώριο επιστήμης και πολιτικής, Αθήνα, Εκκρεμές.
Pevsner J (2002). Leonardo Da Vinci’s contributions to neuroscience, Trends in Neurosciences, 25, 4, 217-220.
Picasso P (2002). Σκέψεις για την τέχνη, Αθήνα, Printa/στις πηγές της γνώσης.
Plotkin H (1996). Η φύση της γνώσης, Αθήνα, Κάτοπτρο.
Poe E-A (1991). Ποιήματα, Αθήνα, Σελίδες.
Poe E-A (2006). Ο χρυσός σκαραβαίος, Αθήνα, Ελευθεροτυπία.
Πλάτων (1992). Πολιτεία, Αθήνα, Κάκτος.
Raichle ME (2003). Functional brain imaging and human brain function, The Journal of Neuroscience, 23, 10, 3959-3962.
Ramachandran VS. & Hirstein W (1999). The science of art, a neurological theory of aesthetic experience, Journal of Consciousness Studies, 6, 6-7, 15-51.
Ριβέλης Π (2000). Μονόλογος για τη φωτογραφία, Αθήνα, Εκδόσεις φωτοχώρος.
Shusterman R (2002). Surface and depth, New York, Cornell University Press.
Solso R (1994). Cognition and the visual arts, Cambridge, MA, M.I.T. Press.
Solso R (2001). Brain activities in a skilled versus a novice artist: an fMRI study, Leonardo, 34, 1, 31-34.
Solso R (2003). The Psychology of Art and the Evolution of the Conscious Brain, Cambridge, MA, MIT Press.
Zeki S, Lamb M (1994). The neurology of kinetic art, Brain, 117, 607-636.
Zeki S (2002a). Εσωτερική όραση, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης.
Zeki S (2002b). Neural concept formation and art, Journal of consciousness studies, 9, 3, 53-76.
Zeki S (2001a). Closet reductionists, Trends in Cognitive Sciences, 5, 2.
Zeki S (2001b). Artistic creativity and the brain, Science, 293.
Zeki S (1998). Art and the brain, Daedalus, 127, 2, 71-103.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.