Πέτρος Μαρτινίδης
Αναπληρωτής Καθηγητής της
Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΑΠΘ
σύναψις 12 [2009 – τόμος 05]
[παρουσίαση της θεατρικής παράστασης του έργου του Αρκά «Εχθροί εξ αίματος»]
Το μοναδικό πράγμα που μπορώ να γνωρίζω πραγματικά
είναι ότι ο θάνατος βρίσκεται εκεί, περιμένοντας
–τη μητέρα μου, την οικογένειά μου, εμένα τον ίδιο.
Ιονέσκο, Αποσπάσματα Ημερολογίου
Ο Ευγένιος Ιονέσκο χαρακτήριζε έργα του όπως Οι καρέκλες, Το μάθημα κ.ά., ως «τραγικές φάρσες» ή «κωμικά δράματα». Ο Αρκάς δεν έχει σχολιάσει ποτέ τα δικά του. Περιορίζεται να τα παράγει, με μια θαυμαστή γονιμότητα, και να μένει αφανής πίσω τους. Πώς θα χαρακτηρίζαμε λοιπόν, οι όποιοι φλύαροι κριτές του, το πρώτο του άμεσα θεατρικό έργο (μετά κάποιες μεταφορές των κόμικς του στο θέατρο), αφού ο ίδιος επιμένει να σωπαίνει; Εγκάρδια τραγωδία; Γκροτέσκο δράμα;
Με την καρδιά σε κύριο ρόλο, μολονότι απούσα από την παράσταση, το έργο αποτελεί και εγκάρδια και τραγωδία και δράμα και γκροτέσκο. Ολοφάνερα, μα θα επανέλθω. Ένας άλλος χαρακτηρισμός θα ήταν: σπλαχνικό μπουρλέσκ. «Σπλαχνικό» είναι σίγουρα_ λεπτό και παχύ έντερο πρωταγωνιστούν. «Μπουρλέσκ» οπωσδήποτε_ αφού, μεταξύ αυτονομημένων σωματικών οργάνων, κυριαρχεί ένα όργιο καγχασμών και οι ατάκες πόρρω απέχουν από τους «εσωτερικούς μονολόγους» του σοβαρού θεάτρου.
Αλλά αυτή ακριβώς η ιδέα –της αυτονόμησης των εσωτερικών οργάνων ενός σώματος– είναι, επίσης, τρομακτική. (Σκεφτείτε το στομάχι σας να κάνει πείσματα, τα πνευμόνια σας να προβαίνουν σε στάσεις εργασίας ή τον αμφιβληστροειδή σας να εκτελεί πλημμελώς τις μεταφορές προς το οπτικό νεύρο. Η αρρώστια και ο θάνατος κάπου εκεί αναδύονται, στην απουσία συνεργασίας των οργάνων μας, κι η ιδέα είναι αναμφίβολα τρομακτική.) Μόνο που ο «τρόμος», εν προκειμένω, δεν συνοδεύεται από έλεος και φόβο, κατά την αριστοτελική συνταγή, αλλά από γέλιο. Γέλιο συνεχές, ενώ πηγάζει από ένα κανονικό, κανονικότατο ψυχορράγημα.
Δεν θέλω βέβαια να αποκαλύψω το τέλος, έστω κι αν δεν πρόκειται για την Ποντικοπαγίδα της Άγκαθα Κρίστι! Ό,τι όμως παρακολουθούμε επί σκηνής είναι ένα επεισόδιο στην εντατική. Αυτό μπορώ να το πω_ φαίνεται άλλωστε, εξαρχής. Μα το παρακολουθούμε απολύτως εκ των ένδον –μέσα στο ίδιο το κορμί του πάσχοντος– και με αλλεπάλληλες αφορμές για ξεκαρδίσματα. Δηλαδή, ρέποντας στο γκροτέσκο! Διότι ένα ψυχορράγημα, όσο ιλαρές αντιδράσεις κι αν περιλαμβάνει, παραμένει φρικιαστικό. Το δε παιγνιώδες και ευτράπελο των αντιδράσεων, μοιραία, ανάγει το σύνολο σε γκροτέσκο.
Θυμάμαι μάλιστα μια συλλογή περιπετειών του Σέρλοκ Χολμς, με τον πολύ θεατρικό τίτλο: Η τελευταία υπόκλιση. Εκεί, η αφήγηση ξεκινά με τον ήρωα του Ντόυλ να αναρωτιέται αν «γκροτέσκο» σημαίνει μόνο «παράδοξο κι αξιοπρόσεκτο», για να καταλήξει πως σημαίνει, επίσης, «τρομακτικό και φρικιαστικό»! Κάτι τέτοιο είναι πράγματι, πέρα από διαπιστώσεις αστυνομικών διηγημάτων, η στάση όλων μας απέναντι στον θάνατο. Τρομακτικός και φρικιαστικός ο θάνατος, ιδίως ο επικείμενος. Παράδοξο κι αξιοπρόσεκτο, ωστόσο, πως πάντα κάτι βρίσκουμε ώστε να αρνιόμαστε την έλευσή του. Από κάπου καταφέρνουμε να πιαστούμε, για να κρυφτούμε από τη βεβαιότητά του. Κι είναι πραγματικά γουστόζικο το ότι η ετυμολογία του γκροτέσκου, μέσω της ιταλικής ονομασίας των σπηλαίων (grotta) και της ιδιότυπης ζωγραφικής τους, φτάνει ως την αρχαιοελληνική «κρύπτη».
Επιμένουμε να κρύβουμε από τους εαυτούς μας την αλήθεια του θανάτου, έστω κι αν αδυνατούμε να του κρυφτούμε οι ίδιοι. Οι σκιές που, σύμφωνα με τον μύθο ενός άλλου «σπηλαίου» –του πλατωνικού–, αντιλαμβανόμαστε ως κόσμο, μας επιτρέπουν την εποπτεία της απειρίας του χώρου και του χρόνου. Την ίδια στιγμή, όμως, μας αποκαλύπτουν τη βεβαιότητα του θανάτου. Μέσα σε σκιές κι αυτήν. Εξ ου το διαρκές «κρυφτό» με την αλήθεια. Εξ ου τα κατευναστικά παραμύθια. Τι άλλο συνιστούν, αν όχι κάτι σαν προαιώνια συνωμοσία, της οποίας γινόμαστε πρόθυμα θύματα, πιστεύοντας οτιδήποτε ευνοεί την εθελούσια τυφλότητα; Με την έφεση για εύκολη παρηγοριά να κυκλοφορεί στο αίμα μας, πλέον, γινόμαστε αξιολύπητοι και… οικτροί εξ αίματος!
Κάπου εκεί παίζει και το «γκροτέσκο δράμα» των Εχθρών εξ αίματος. Στο ψυχορράγημα του αλκοολικού, με κάποια όργανά του να ψάχνουν την ατομική τους επιβίωση και άλλα να ελπίζουν στην ανάρρωση, που θα τα ευνοήσει όλα, ομαδικά. Μέσα στον πανικό, πραγματικές συνωμοσίες ή συνωμοσιολογικά σενάρια ευνοούνται εξίσου.
Μπορεί, έτσι, να δει κανείς το έργο σαν ένα θρησκειολογικό σχόλιο. Μια παραβολή για την ανθρώπινη ανάγκη σε ελπίδες σωτηρίας, όποιος κι αν τις προσφέρει. Ο παπάς με «τόπους χλοερούς», όπου όλα ανασυντίθενται, ο υλιστής με «αστρικές σκόνες», στις οποίες όλοι αιωνίως μεταστοιχειωνόμαστε, ή, νωρίτερα, ο γιατρός, με προοπτικές ίασης και αναβολής του άμεσου κι απόλυτου αφανισμού. Αρκεί να μας δοθεί κάποιο τεκμήριο, οσοδήποτε σαθρό, που αναιρεί το ολοφάνερο. Αυτό, το τραβάει ο οργανισμός μας, το ζητάει το αίμα μας.
Μπορούμε όμως, εξίσου καλά, να δούμε το έργο και σαν πολιτική παραβολή. Ένα είδος «οργάνων-προλεταρίων», που πάντα θυσιάζονται ευκολότερα, απέναντι σε πιο προνομιούχα όργανα, που βρίσκουν τρόπους να διασωθούν. Προφανώς, αυτή είναι μια μάλλον εύκολη ερμηνεία. Ωστόσο έχει το ενδιαφέρον της.
Επί αιώνες, από την Αναγέννηση εάν όχι νωρίτερα, πρίγκιπες και άνθρωποι του λαού μεγάλωναν με την παραβολή του κράτους και των συνεργαζόμενων σε αυτό κοινωνικών ομάδων, ως οργάνων ενός σώματος. Όσο όλα βρίσκονται σε αρμονική σύγκλιση το σώμα υγιαίνει και χαίρεται τη ζωή. Το ίδιο και το κράτος, με ευπειθείς υπηκόους ή ευσυνείδητους πολίτες. Εάν αυτό προτείνει ο Αρκάς, εδώ, η αντιστροφή είναι πλήρης. Τα όργανα ενός σώματος, και η όποια συνεργασία τους, εμφανίζονται σαν κοινωνικές ομάδες ενός κράτους. Με παρακατιανούς και ανώτερους, με ηγεμόνες και πληβείους, με υπηρετικό προσωπικό και υψηλά στελέχη. Κάποιοι συνωμοτούν κι επωφελούνται από την ευζωία του σώματος-κράτους ή, οι ίδιοι πάλι, συνωμοτούν κι επωφελούνται ακόμη και στον εκφυλισμό του.
Θεολογικό, πολιτικό ή άλλο, το μήνυμα του έργου δεν βρίσκεται, πάντως, μακριά από σχήματα και σχέσεις που έχουν λειτουργήσει, εξαιρετικά, στα άλλα έργα του Αρκά.
Στον «σκληρότατο θάνατο του Πύραμου και της Θίσβης» –το θεατρικό έργο που παίζεται μέσα στο Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας– ο Σαίξπηρ επαναλαμβάνει, όπως επισημαίνουν διάφοροι θεατρολόγοι, το Ρωμαίος και Ιουλιέτα σε μορφή μπουρλέσκ. Κατά παρεμφερή τρόπο, εδώ, ο Αρκάς επαναλαμβάνει σε θεατρικούς διαλόγους τις αντιπαραθέσεις των ηρώων του από τις διάσημες σειρές του: Κόκκορας, Ισοβίτης κ.ά. Το καχύποπτο λεπτό έντερο, ως προς το αφελές παχύ και το κρυψίβουλο δεξί νεφρό, εμφανίζεται περίπου όπως το έμπειρο γουρούνι, ως προς τον παρορμητικό κόκορα και τις έξαλλες κότες· ή όπως ο εξοικειωμένος με τη φυλακή Μοντεχρήστος, ως προς τον ιδεαλιστή Ισοβίτη και τις ποικίλες συμπεριφορές των λοιπών καταδίκων· ή όπως το οξυδερκές σπουργίτι, ως προς τον εύπιστο πατέρα του και τα ανυποψίαστα πτηνά των Χαμηλών πτήσεων.
Ακόμα, μολονότι ερωτικοί συνειρμοί απουσιάζουν στο θεατρικό έργο, μαζί με κάθε αναφορά σε σχετικά όργανα, οι μεταξύ των τριών ρόλων σχέσεις έχουν σαφώς κάτι από τα πειράγματα της διορατικής Λουκρητίας προς τον νωχελικό Καστράτο και τη διπρόσωπη γιαγιά· ενώ ο απών ηγέτης –ο εγκέφαλος που έπεσε σε κώμα– θυμίζει τον άλλο απόντα αυτής της σειράς –τον νεκρό συνταγματάρχη. Μαζί, ο πανικός των οργάνων μπρος στο επικείμενο τέλος διατηρεί το χιούμορ της έξοχης «μεταφυσικής σε κόμικς», από τη σειρά: Η ζωή μετά. Σαν ένα «pre-quel» σε θεατρική μορφή.
Φυσικά, οι παραπάνω σχέσεις έχουν κάτι ακόμη κοινό. Το μόνιμα πικρόχολο γέλιο, στο οποίο μας έχουν μάθει οι υπερβολές των πάνσοφων ζώων και των αφελών ανθρώπων, που διαπρέπουν σε όλα τα κόμικς του Αρκά. Μα υπερβολή του κωμικού, στο θέατρο, σημαίνει «μπουρλέσκ». Συνεπώς, έχουμε ένα… σπλαχνικό μπουρλέσκ. Όχι μόνο γιατί οι ρόλοι παίζονται από σπλάχνα. Μα και γιατί στο τέλος της πλοκής, με σωζόμενους, καταποντισμένους, σκευωρίες για διάσωση των μεν ή εκδίκηση των δε κ.ο.κ., αντιλαμβανόμαστε ότι, στην αρμονία ή στη δυσαρμονία τους, σε ηρωισμούς ή σε μικρότητες, τα συστατικά του ανθρώπινου σώματος είναι ακριβώς αυτό που είναι και κάθε σύνολο: ανθρώπινα.
Ό,τι απομένει είναι να τα δεχτούμε, γελώντας ή κλαίγοντας, τέτοια που είναι· κι άρα να τα «σπλαχνιστούμε». Και η ευσπλαχνία, όπως η ευπιστία που μας καθιστά αξιολύπητους, στο αίμα μας είναι. Είμαστε, το επαναλαμβάνω, οικτροί εξ αίματος.
(Σεπτέμβριος 2008)
* Από το πρόγραμμα της παράστασης του Θεάτρου του Νέου Κόσμου που πρωτοανέβασε το έργο του Αρκά Εχθροί εξ αίματος στις 22 Οκτ. 2008, σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.