Παναγιώτης Πεφάνης
Φυσικός,
διδάκτωρ Φιλοσοφίας της Eπιστήμης του EMΠ.
Διδάσκει στο Eλληνικό Aνοικτό Παν/μιο της Πάτρας
σύναψις 12 [2009 – τόμος 05]
Μετάφραση, επιμέλεια, επίμετρο: Γιώργος Φουρτούνης
Εισαγωγή: Μισέλ Φουκό
Εκδόσεις Νήσος / Γνώμονες 5
Αθήνα 2007, σελ 430
H μετάφραση στα ελληνικά του βιβλίου Το Κανονικό και το Παθολογικό, του G. Canguil-hem, έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό. Ιδιαίτερη σημασία πρέπει να αποδοθεί στο γεγονός ότι το ελληνικό κοινό αποκτά μια όσο το δυνατόν πληρέστερη εικόνα των δυνατοτήτων που έχουν οι μελετητές της ιστορίας και της φιλοσοφίας των επιστημών να συμβάλουν στον προβληματισμό για τη διαπλοκή των διαφόρων πεδίων των λεγόμενων φυσικών επιστημών μεταξύ τους και τις σχέσεις που το κάθε πεδίο ξεχωριστά, αλλά και όλα μαζί, αναπτύσσουν με τη δυναμική των κοινωνιών στην ιστορική τους εξέλιξη. Αποκαθίσταται, συνάμα, και μια ιστορική αδικία. Όπως θα καταδειχθεί, πρόκειται για τη ρητή και κυρίως την άρρητη παραγνώριση του έργου ενός ολόκληρου ρεύματος διανοητών που, με το εύρος και κυρίως με την εμβρίθεια της προβληματικής του, συνέβαλε –και θα μπορούσε να συμβάλει πολύ περισσότερο– στη διαμόρφωση της θεματικής στη μεταθεωρητική διερεύνηση των επιστημών. Για του λόγου το αληθές, ας δούμε τα πράγματα στην ιστορική τους διαδρομή.
Από τη δεκαετία του 1920 και μετά, στη φιλοσοφία της επιστήμης κυριάρχησε η αγγλοσαξονική αναλυτική παράδοση, όπως εκφράστηκε στο ειδικότερο πλαίσιό της με το ρεύμα του λογικού θετικισμού. Το ρεύμα αυτό δίνει έμφαση στη λογική δομή του επιστημονικού λόγου και τη νοηματική του σχέση με την εμπειρία, αδιαφορώντας για την διερεύνηση των συνθηκών εκφοράς του. Θεωρεί, επίσης, πως η επιστήμη έχει ως κοινό διακύβευμα μια ενιαία ορθολογικότητα, της οποίας βάση αποτελούν η τυπική λογική και η αναφορά σε αντικειμενικά και θεωρητικά ουδέτερα δεδομένα της εμπειρίας.
Από τα μέσα δεκαετίας του 1930, και στο ευρύτερο πλαίσιο της ηπειρωτικής παράδοσης, ξεκίνησε, με επίκεντρο τη Γαλλία, μια προσπάθεια ανάλυσης της επιστήμης η οποία, σε πρώτη ανάγνωση, μπορεί να θεωρηθεί ως εναλλακτική στο κυρίαρχο τότε θετικιστικό ρεύμα. Αποδίδεται αρκετά περιεκτικά με τον όρο ιστορική επιστημολογία, καθώς όλοι σχεδόν οι διανοητές που εντάσσονται σε αυτή, παρά τις σαφείς και διακριτές μεταξύ τους διαφορές, διερευνούν τη σχέση ανάμεσα στη δυνατότητα ύπαρξης διεπιστημονικού πλαισίου ορθολογικότητας για τα διάφορα επιστημονικά πεδία και τις συνθήκες συγκρότησης του πλαισίου αυτού. Αναζητούν πιο συγκεκριμένα τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο ιστορικό πλαίσιο και το περιεχόμενο του επιστημονικού λόγου. Ο καθένας από αυτούς, αντιλαμβάνεται έως ένα βαθμό την ορθολογικότητα, όχι ως μια οιονεί απρόσιτη στατική δομή-στόχο, αλλά ως διαδικασία σε διαρκή αναθεώρηση, η οποία συναρτάται όχι μόνο με τις γενικές ιστορικές συνθήκες κάθε περιόδου, αλλά και με τις ιδιαιτερότητες του πεδίου εφαρμογής της.
Στην ελληνική βιβλιογραφία υπάρχουν ήδη μελέτες και άρθρα1 για τον δάσκαλο του Canguilhem, τον G. Bachelard, καθώς και για το κύριο έργο του Το νέο επιστημονικό πνεύμα.2 Εκεί πραγματεύεται θέματα σχετικά με τις λεγόμενες, κατά τη θετικιστική ορολογία, ακριβείς φυσικές επιστήμες. Στο έργο αυτό αναπτύσσεται η προβληματική της επιστημολογίας των ρήξεων: ανασυγκροτούνται οι πρακτικές των φυσικών επιστημών ως δυναμικά πλαίσια ορθολογικότητας, στην εξέλιξη των οποίων συνεχώς επερωτώνται μέθοδοι, έννοιες και γνωσιακές δομές. Η αέναη αυτή διαδικασία αναπλαισίωσης εξελίσσεται ως διαλεκτική ρήξεων με τα προδιαμορφωμένα σφάλματα της καθημερινής εμπειρίας, με τα προηγούμενα πλαίσια ορθολογικότητας και τις συναφείς πρακτικές που νοούνται ως επιστημολογικά εμπόδια. Σε κάθε ρήξη, εγκαινιάζεται ένα νέο πλαίσιο ορθολογικότητας για το οποίο, σύμφωνα με μια επιτυχή έκφραση που δανείζομαι από τον επιμελητή και μεταφραστή της ανά χείρας έκδοσης Γ. Φουρτούνη,3 η ίδια η ρήξη συνιστά εναρκτήρια πράξη.
Η προβληματική αυτή, όντας για δεκαετίες στο περιθώριο της αγγλοσαξονικής ακαδημαϊκής κοινότητας, απέκτησε νέα δυναμική από τη δεκαετία του 1960 και μετά, όταν συνδυάστηκε με την ιστορικιστική στροφή στη φιλοσοφία της Επιστήμης. Στη στροφή αυτή θεωρείται πλέον πως συνέβαλαν αποφασιστικά οι παραπάνω ιδέες καθώς, είτε αυτό αναφέρεται ρητά είτε υπονοείται, επέδρασαν στην προσέγγιση κύριων εκπροσώπων της στροφής αυτής, όπως ο Kuhn και ο Lakatos, με ιδέες όπως η ασυνεχής, και όχι αναγκαστικά ευθύγραμμα προοδευτική, εξέλιξη της επιστήμης στη διαδοχή των ιστορικών περιόδων.
Σε επάλληλη με τον δάσκαλο του πορεία, το έργο του G. Canguilhem έρχεται να επεκτείνει και να αναπτύξει κριτικά αυτή την προβληματική σε πεδία όχι τόσο ιδιαίτερα μελετημένα όσο αυτά των επιστημών της ζωής. Είναι και αυτό ένα έργο όχι ιδιαίτερα γνωστό, στο μέτρο που επικεντρώνεται σε ένα πεδίο το οποίο δεν συγκεντρώνει, ιδιαίτερα την περίοδο που εξελίσσεται, την προσοχή των διανοητών, ειδικά μάλιστα προς την κατεύθυνση που ο ίδιος επιλέγει να στρέψει το ενδιαφέρον. Αυτό συμβαίνει γιατί, ενώ ο Canguilhem κατορθώνει με το σύνολο του έργου του να συγκεράσει με τον αρμονικότερο τρόπο τις δύο ιδιότητες του ιστορικού και του φιλοσόφου της επιστήμης και να αναδειχθεί σε έναν από τους κύριους εκφραστές της γαλλικής «ιστορικής επιστημολογίας», στο ειδικό πεδίο των επιστημών της ζωής –όπως εύστοχα σημειώνει ο Γ. Φουρτούνης στον πρόλογό του4–, δεν μπόρεσε, ως πολύ πρόσφατα, να αναγνωριστεί στην αγγλοσαξονική κοινότητα, καθώς θεωρήθηκε πως η λεπτομερής και αυστηρή μελετητική του προσέγγιση ανέδυε την εικόνα ενός απομονωμένου και αποκομμένου σχολαστικού. Έτσι, ένα εξαιρετικά πρωτότυπο έργο σε ένα τόσο δύσκολο πεδίο, με πλούτο συνθετικών ιδεών που επεκτείνουν τον προβληματισμό σε ευρύτερη θεματική, παρέμεινε στο περιθώριο και δεν επιτράπηκε να έχει τα γόνιμα αποτελέσματα που οι δυνατότητές του επιβάλλουν.
Στην σημαντικότερη μελέτη του, το καταστάλαγμα της οποίας αποτυπώνεται στο ανά χείρας βιβλίο, σηματοδοτείται η πρώτη συστηματική και σε βάθος αντιπαράθεση στο επιστημολογικό πλαίσιο που κυριάρχησε στις βιοϊατρικές επιστήμες, από τα μέσα του 19ου αιώνα, και το οποίο βασίζονταν κυρίως στο έργο του Claude Bernard και τις προκείμενες που ο ίδιος άντλησε από το συνδυασμό των ιδεών των Comte και Laplace.5 Πιο συγκεκριμένα, με την πεποίθηση ότι οι βασικοί νόμοι που κυβερνούν τους ζωντανούς οργανισμούς είναι ίδιοι με αυτούς που ισχύουν για τον υπόλοιπο φυσικό κόσμο, ο Bernard αναζητούσε να θεμελιώσει αιτιοκρατικά μια «γνήσια ορθολογική» πειραματική φυσιολογία, απαλλαγμένη από ατομικές οπτικές και, σε ένα βαθμό, ποσοτική. Γι’ αυτόν, κάθε νόσημα έχει μια αντίστοιχη κανονική λειτουργία της οποίας είναι μόνο η ποσοτικά διαταραγμένη έκφραση. Η υγεία και η ασθένεια δεν συνιστούν ουσιωδώς διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης, αλλά η διαφορά τους είναι καθαρά θέμα βαθμού στο πλαίσιο μιας συνεχούς κλίμακας. Η φυσιολογία ως επιστήμη των κανονικών λειτουργιών και τρόπου ζωής και η παθολογία ως αντίστοιχη επιστήμη των νοσηρών-παθολογικών τους εκφράσεων είναι ταυτόσημες ως προς την οντολογική και μεθοδολογική τους βάση. Σε αυτές ακριβώς τις έννοιες επικέντρωσε στο βιβλίο την κριτική του ανάλυση ο Canguilhem, θέτοντας το καθοριστικό ερώτημα αν η διαφορά στην αξία, που καθιερώνει μια ζωντανή ύπαρξη ανάμεσα στη φυσιολογική και την παθολογική της ζωή, είναι εικόνα απατηλή την οποία ο επιστήμονας νομιμοποιείται να αγνοήσει.6
Η απάντησή του είναι αρνητική. Θα τη στοιχειοθετήσει διερευνώντας κυρίως την ποιοτική συνιστώσα του παθολογικού, που εκφράζεται ως σφάλμα στην εφαρμογή ενός συνόλου κανόνων και την αρνητική αξία που περικλείεται σ’ αυτήν. Στόχος του είναι να δείξει την ανεπάρκεια ή, ορθότερα, την ακαταλληλότητα της άποψης πως η παθολογική κατάσταση μιας ζωντανής ύπαρξης ανάγεται σε απλή ποσοτική διαταραχή δεικτών που προσδιορίζουν την «κανονική» κατάσταση.
Δύο είναι τα κύρια επιχειρήματά του. Πρώτον, στο μέτρο που η παθολογική κατάσταση κατανοείται ως απλό άθροισμα ποσοτήτων, χωρίς βιολογική αξία, τότε καθίσταται απλό γεγονός ή σύνολο από φυσικά και χημικά γεγονότα χωρίς ζωτική ποιότητα. Το κανονικό και το παθολογικό, λέει χαρακτηριστικά, «δεν έχουν κανένα νόημα στο επίπεδο όπου το βιολογικό αντικείμενο αποσυντίθεται σε ισορροπίες κολλοειδών και σε ιονισμένα διαλύματα».7 Η βιολογική αξία εννοείται εδώ συνυφασμένη με την ιστορικά θεμελιωμένη διαπίστωση πως το κανονικό και η συνυφασμένη με αυτό έννοια της υγείας είναι φορτισμένα με θετική αξία, ενώ το παθολογικό και η αρρώστια με αρνητική. Οι αξίες αυτές αποκλείουν τη διατύπωση προτάσεων για τις έννοιες αυτές με «ουδέτερο», «καθαρά επιστημονικό» (με τη θετικιστική σημασία του όρου) περιεχόμενο. Δεύτερον, ακόμη και αν αγνοηθούν τα παραπάνω και θεωρήσουμε προς στιγμή πως είναι δυνατό να δεχθούμε ένα καθαρά ποσοτικό ορισμό του κανονικού, τότε αυτός θα τίθεται συνεχώς υπό αμφισβήτηση –υπονομεύοντας την όποια ορθολογικότητα επιχειρείται να κατοχυρωθεί μέσα από αυτόν για την κλινική πράξη–, στο μέτρο που στην καθαρά ποσοτική αυτή έννοια του κανονικού, υπάρχει αμφισημία. Ο ορισμός αυτός ταλαντεύεται για κάθε είδος έμβιου και για κάθε λειτουργία, ανάμεσα σε αυτό που είναι συνηθισμένο –τη μέση τιμή– και σε αυτό που πρέπει να είναι το ιδεώδες πρότυπο.8 Δεν μπορεί λοιπόν και πάλι να υπάρξει καθαρά επιστημονικός (με τη θετικιστική έννοια) ορισμός του κανονικού χωρίς να παίρνει υπ’ όψη του αυτή την αμφιβολία, κάτι το οποίο σημαίνει πως ο ορισμός της υγείας ως ποσοτικά προσδιορισμένης κανονικότητας είναι αδύνατος.
Ο Canguilhem οδηγείται σε κανονιστική προσέγγιση των εννοιών του κανονικού, του παθολογικού και της σχέσης ανάμεσά τους. Αναγνωρίζει βέβαια στη βιολογία την αναγκαιότητα να προσδιορίζει κανονικότητες για τα διάφορα όντα. Αυτές όμως, στο μέτρο που αναφέρονται σε ζωντανές υπάρξεις, είναι αναπόδραστα αξιακά φορτισμένες. Ειδικά μάλιστα όταν αφορούν ανθρώπους, δεν έχουν καθαρά βιολογικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούν αντανάκλαση τρόπου ζωής και έκφραση των ανθρώπινων πολιτιστικών και κοινωνικών προτύπων. Στο βαθμό που είναι αλήθεια πως το ανθρώπινο σώμα είναι κατά μια έννοια προϊόν κοινωνικής δραστηριότητας, δεν είναι ανόητο να υποθέσουμε πως η σταθερότητα ορισμένων χαρακτηριστικών, που αποκαλύπτεται από ένα μέσο όρο, εξαρτάται από την συνειδητή ή ασυνείδητη εμπιστοσύνη σε κάποιους κανόνες ζωής. Συνεπώς, στο ανθρώπινο είδος, η στατιστική συχνότητα εκφράζει όχι μόνο ζωτική, αλλά και κοινωνική κανονικότητα. Ένα ανθρώπινο χαρακτηριστικό μπορεί να μην είναι κανονικό επειδή είναι συχνό, αλλά να είναι συχνό επειδή είναι κανονικό, που σημαίνει κανονιστικό για ένα ορισμένο είδος ζωής.
Σε αυτή τη θέση αποτυπώνεται η αντίληψη του Canguilhem πως η ατομική οντότητα παρεμβαίνει κανονιστικά στη ροή της δικής της ζωής, όχι μόνο διορθώνοντας τις προσωρινές παρεκκλίσεις-σφάλματα, αλλά και διαμορφώνοντας και αναδιαμορφώνοντας στο διηνεκές τους ιδιαίτερους κανόνες, με βάση τους οποίους αυτές χαρακτηρίζονται ως τέτοιες. Αυτή ακριβώς η κανονιστική λειτουργία είναι το κύριο στοιχείο που ενσωματώνει την πολωτική διάκριση ανάμεσα στην τυπική κανονικότητα και την ανθρώπινη ατομική αίσθηση φυσιολογικής ισορροπίας. Κατά συνέπεια, ο ορισμός της υγείας πρέπει να είναι τέτοιος ώστε να έχει νόημα στο επίπεδο του ατόμου και να είναι σε πλήρη συμφωνία με την αντίληψη της εγγενούς πολικότητας που είναι συνυφασμένη με τη ζωή. Διατυπώνοντας με αυτές τις προδιαγραφές τον δικό του ορισμό για την υγεία, ο Canguilhem αισθάνεται πως πρέπει να του αποδώσει τον δυναμικό –και μάλιστα πολωτικό– χαρακτήρα της σχέσης κάθε ανθρώπου με το περιβάλλον του:
Διακρίνει, επίσης, τη φυσιολογική κατάσταση από τη στατική κανονικότητα, ως μια δυναμικού χαρακτήρα υγιή ισορροπία η οποία επιτρέπει μετάβαση σε νέους κανόνες. Ο άνθρωπος είναι υγιής στο βαθμό που είναι κανονιστικός σε σχέση με τις διακυμάνσεις του περιβάλλοντός του. Αντίστοιχα, την παθολογική κατάσταση υποκαθορίζει ένας κατώτερος, περισσότερο συντηρητικός κανόνας, στο πλαίσιο του οποίου η δυνατότητα του ατόμου να είναι κανονιστικό μειώνεται ή και εξαλείφεται. Επομένως, η ασθένεια δεν συνιστά μια απλή διαταραχή εντοπισμένη σε όργανο ή λειτουργία, αλλά μια αίσθηση νέας κανονικότητας, η οποία βιώνεται από το άτομο σε όλη του την ύπαρξη ως νέος, αλλά κατώτερος ατομικός κανόνας. Με την έννοια αυτή το παθολογικό και η ασθένεια είναι και αυτές κανονικές καταστάσεις και διακρίνονται από τις υγιείς με βάση την ιδιότητα των δεύτερων να είναι κανονιστικές.
Στη σκέψη του Canguilhem είναι σαφής η πρωταρχικότητα του παθολογικού με επίκεντρο, μάλιστα, την έννοια αυτή της κανονιστικότητας. Η υγεία ως κανονιστικότητα γίνεται αντιληπτή από το άτομο μόνο όταν παραβιάζεται ο κανόνας ύπαρξής της, ο εγγενής και εμμενής ατομικός κανόνας που το ίδιο το άτομο έχει προσδιορίσει υπό την προοπτική των δικών του αξιών. Στην περίπτωση αυτή, η ζωή ως πολικότητα, ως κανονιστική δραστηριότητα, εμπεριέχει την αντίδραση, την άμυνα με την οποία το άτομο επιχειρεί να υπερβεί την παραβίαση και να εγκαθιδρύσει νέο κανόνα με νέες αξίες.
Συνεπώς, σε επιστημολογικό επίπεδο, η παθολογία είναι το πρωτεύον, καθώς η βιολογική κανονιστικότητα, ως μεταθεωρητικός κανόνας διάκρισης ανάμεσα στο υγιές και το παθολογικό, αναδύεται με την αρνητική αξιακή κρίση που πηγάζει από το δεύτερο. Όπως τονίζει στο επίμετρο ο Γ. Φουρτούνης, «στην επικράτεια της εξατομικευμένης βιολογικής κανονιστικότητας, η παραβίαση, η παράβαση, η εξαίρεση του κανόνα έχουν προτεραιότητα επί του ίδιου του κανόνα, με την έννοια ότι η παραβίαση του κανόνα θεσπίζει τον κανόνα: ο κανόνας πρώτα παραβιάζεται και μετά υπάρχει».10 Το έμβιο, με βάση τον δικό του ατομικό κανόνα –έκφραση των ιδιαίτερων αξιών, προτύπων και σχέσεων με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον– αξιολογεί αρνητικά μια κατάσταση ως παθολογική και προσδιορίζει τις προδιαγραφές της θεραπευτικής παρέμβασης σε αυτή με βάση τις ζωτικές προτεραιότητές του.
Σε αυτές τις θέσεις συνοψίζεται ο ιδιότυπος βιταλισμός του Canguilhem. Αναδεικνύοντας την ζωτική αξιακή φόρτιση που συνυφαίνεται με κάθε έννοια, που συνδέεται με τη ζωή ως έκφραση της πολικότητας που πηγάζει από αυτή, προσδιορίζει το μη αναγώγιμο στοιχείο της ιδιαιτερότητας των επιστημών της ζωής. Ο κανόνας είναι ατομική έκφραση πολικότητας ζωτικών αξιών, εμπειρία κανονικοποίησης και γίνεται σαφής με την παραβίασή του. Έτσι, οδηγεί σε ριζική ανατροπή της θετικιστικής αντίληψης των βιοϊατρικών επιστημών, στο πλαίσιο της οποίας η προτεραιότητα του κανονικού, του υγιούς και της φυσικής τάξης συμβαδίζει με την πρωτοκαθεδρία των λειτουργιών τους επί των αντιστοίχων παθολογικών λειτουργιών, τις οποίες εκλαμβάνουν ως αξιακά ουδέτερα αντικείμενα μελέτης και διορθωτικής παρέμβασης. Η κλινική σχέση βασίζεται πλέον στις ζωτικές κανονιστικές προτεραιότητες –έκφραση των αρνητικών αξιών του ασθενούς–, ο οποίος, με βάση τον ατομικό του κανόνα, που συμπυκνώνει μια αδιαίρετη ολότητα ατομικής συμπεριφοράς, έχει την πρωτοκαθεδρία έναντι των λειτουργιών που καλούνται να τον βοηθήσουν.
Ο προβληματισμός μπορεί να επεκταθεί με γέφυρα ακριβώς αυτή την αντίληψη για μια δυναμική σχέση διαπλοκής ανάμεσα στον ατομικό κανόνα και την πραγματικότητα, η οποία διαμορφώνει μια κανονιστική προοπτική για τη ζωή, μια προοπτική που διαμορφώνει και αναδιαμορφώνει μια σειρά από ατομικούς κανόνες, μια ιστορία. Η εγγενής αμφισημία του κανονικού, η πολικότητα της ζωής και η δυναμική ατομική ιστορικότητα μπορούν να διαμορφώσουν το πλαίσιο για μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην επιστήμη και την ιστορία της, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στο δίπολο επιστημολογική ιστορία – ιστορική επιστημολογία. Η πρώτη είναι η ιστορία ενός επιστημονικού πεδίου, η οποία, με αφετηρία την προσωρινή αλήθεια του παρόντος και τον κανόνα που διαμορφώνει για το πεδίο, αποτιμά επιλεκτικά, ως ουσιαστικό στοιχείο του πεδίου που ιστορεί, τα γεγονότα του παρελθόντος του. Η δεύτερη περιγράφει μια μη αντιστρέψιμη διαδοχή κανόνων ορθολογικότητας, που ο καθένας αναδύεται από τη ρήξη με τα επιστημολογικά εμπόδια της έκφρασής του. Αναζητά και αναδεικνύει ένα μετα-κανόνα ορθολογικής κανονιστικότητας, στον οποίο βασίζεται αυτή η διαδοχή και οι ρήξεις που την ωθούν.
Έτσι, ο G. Canguilhem, κατά τεκμήριο ιστορικός των επιστημών της ζωής, αναδεικνύεται με αυτήν την αναζήτηση εν πολλοίς κυρίως φιλόσοφος των επιστημών, καθώς έρχεται να αναδείξει με το έργο του τα στοιχεία της σύζευξης ανάμεσα στις δύο αυτές ιδιότητες. Η σύζευξη αυτή είναι η έκφραση μιας επιστημολογικής κανονιστικότητας, η οποία στοχεύει να αναδείξει μιαν απάντηση στο θεμελιακό ερώτημα του διαφωτισμού, το οποίο, κατά τον Foucault, διαπερνά το σύνολο του έργου του και αφορά το περιεχόμενο της έννοιας της ορθολογικότητας ως επιστημολογικής κατηγορίας. Η απάντησή του καθιστά την ορθολογικότητα επίδικη, ριζωμένη στο σφάλμα επιστημολογική κατηγορία, για την οποία δεν είναι δυνατό να διαμορφωθεί ενιαίο, καθολικό και διαχρονικό σώμα κριτηρίων. Η δομή και το περιεχόμενο των κριτηρίων καθορίζεται με βάση τις προδιαγραφές που διαμορφώνουν οι ιδιαίτερες εκφάνσεις των διαφόρων στοιχείων του κανόνα εντός του πλαισίου της συγκεκριμένης πρακτικής. Όποιο κι αν είναι αυτό το περιεχόμενο είναι ιστορικά εντοπισμένο και διαθέτει διαχρονικότητα. Είναι ακριβώς η ιστορικότητά του και η προοπτική της ανατροπής του, η οποία διέπεται, κατά τον Γ. Φουρτούνη, από τις δεσμεύσεις του κανονιστικού πλαισίου, που διαμορφώνει μια ορθολογικότητα των ορθολογικοτήτων.11 Μια ορθολογικότητα που διαμορφώνει και αναδιαμορφώνει κανόνες γι’ αυτή τη δυναμική προοπτική ρήξης και αναπλαισίωσης που διέπει την εξέλιξη των πρακτικών σε επιστημονικό πεδίο, μια προοπτική που συνιστά στοιχείο συγκρότησης της επιστημονικής του υπόστασης.
Ο πλούτος αυτός των ιδεών του Can-guilhem αποδίδεται, πιστεύω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, από την σοβαρή και προσεκτική επιμέλεια και μετάφραση του Γιώργου Φουρτούνη, για την οποία τα σχόλια που θα ήθελα να κάνω αφορούν κυρίως τη ματιά του κριτικού αναγνώστη, που αναζητά σε αυτό το βιβλίο ενημέρωση, αλλά και υλικό για να μελετήσει σε βάθος τις ιδέες και τη μέθοδο ανάλυσης του γάλλου στοχαστή.
Θεωρώ πως η επιμέλεια είναι εξαιρετική δομικά και ουσιαστικά: Ένας πρόλογος, που αποδίδει με ιστορική ευαισθησία, από τη μεριά του επιμελητή, την προσωπικότητα του Canguilhem όπως αυτή εξελίσσεται παράλληλα με μια πολύπλοκη ιστορική συγκυρία, προδιαθέτει ευνοϊκά τον αναγνώστη στην συνέχιση της μελέτης του.
Η ροή του κειμένου ωθεί τον αναγνώστη αβίαστα στην παρακολούθηση των επιχειρημάτων και οι πλείστες των μεταφραστικών επιλογών σε ένα, ομολογουμένως, δύσκολο κείμενο είναι εξαιρετικές στην απόδοση του νοήματός του. Θα ήθελα απλά να κάνω δύο παρατηρήσεις που αφορούν την απόδοση στα ελληνικά ορισμένων ονομάτων. Πρώτον, το μικρό όνομα του Κόντ, August αποδίνεται ως Ογκίστ. Θα προτιμούσα να αποδοθεί ως Αύγουστος, δεδομένου ότι παρακάτω στη συντομογραφική εκδοχή καταγράφεται ως Α. Κοντ (σελ. 67, 89). Δεύτερον, το όνομα του Virchow αποδίδεται ως Βίρτσοου, διαβάζεται δηλαδή αγγλικά, ενώ πρόκειται για Γερμανό που λεγόταν Βίρχοφ.
Το επίμετρο αποτελεί ένα ιδιαίτερα βαθύ κείμενο προβληματισμού, που καταδεικνύει την διαπλοκή των ιδεών του Canguilhem με το ευρύτερο διανοητικό περιβάλλον όχι μόνο στη φιλοσοφία των επιστημών της ζωής, αλλά στο σύνολο του πεδίου της φιλοσοφίας και της ιστορίας της επιστήμης. Γραμμένο ταυτόχρονα σε μια εύληπτη γλώσσα, κατανοητή ακόμη και από τον μη ειδικό αναγνώστη, χωρίς να αφήνει κενά επιχειρηματολογίας και τεκμηρίωσης, ολοκληρώνει με τον καλύτερο τρόπο την εξαιρετική αυτή προσπάθεια. Στο μέτρο που, όπως ανεπιφύλακτα συνιστούμε, οι αναγνώστες που θα την τιμήσουν, θα αποκτήσουν πολύ περισσότερα κίνητρα να προωθήσουν τον προβληματισμό τους για την προοπτική των επιστημών και τη σχέση τους με το άτομο και την κοινωνία, και αυτό θεωρώ, εκτός από την απόλαυση της ανάγνωσης, πως θα είναι το μεγαλύτερο όφελος που θα έχουν από τη μελέτη αυτή.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1Για παράδειγμα βλ. Bachelard G. (1993) H μόρφωση του επιστημονικού πνεύματος, στο Κουζέλης [επ.] «Επιστημολογικά» Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα 1993.
2 Bachelard G. (2000) To νέο επιστημονικό πνεύμα Μετάφραση, σημειώσεις Γ. Φαράκλας, επ. Αριστείδης Μπαλτάς, Εκδόσεις Π.Ε.Κ., Ηράκλειο.
3 σ. 425
4 σ. 15
5 Κατά τον Canguilhem, υπάρχουν δύο σημαντικές επιρροές στη σκέψη του Claude Bernard, οι οποίες επέδρασαν καθοριστικά στην διαμόρφωση του σκεπτικού του:
α. Από τον A. Comte, ο οποίος αξιώνει την ύπαρξη μιας ομοιογενούς πραγματικότητας με συνεχή αρμονική εξέλιξη και με ενιαία δομή για την κοινωνία, την επιστήμη, τον οργανισμό. Η δομή αυτή λειτουργεί κανονικά, όταν οι διακυμάνσεις στο πλαίσιο της κυμαίνονται εντός ορισμένων ορίων. Όταν αυτά τα ποσοτικά όρια παραβιάζονται, τότε, με επιστημονικές μεθόδους, επαναφέρεται η ουσιαστική σταθερή τάξη, η οποία ουδέποτε διαταράσσεται ποιοτικά στο πλαίσιο ενός σταθερού συστήματος.
β. Από τον Laplace, ο οποίος, μέσα στο νευτώνειο πλαίσιο, διαμόρφωσε τη θεωρία της κλειστής αιτιοκρατίας, την οποία ο Claude Bernard συνέλαβε ως αναγωγή της ποιότητας στην ποσότητα η οποία συνεπάγεται ουσιαστική ταύτιση φυσιολογίας και παθολογίας.
6 σ.105
7 σ.146
8 O Canguilhem αναφέρεται σε αυτό το σημείο σε μια διαμάχη που σοβεί από την αρχαιότητα σε σχέση με το περιεχόμενο της έννοιας της υγείας, ανάμεσα στην αντίληψη της θετικής υγείας και την προσέγγιση του μέσου όρου: Σύμφωνα με την πρώτη, η υγεία είναι ένα ιδανικό πλήρους ευκρασίας, δομικής και λειτουργικής τελειότητας, το οποίο πρέπει να επιδιώκεται συνεχώς. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η υγεία συνάδει με τη συμμόρφωση σε ένα στατιστικά προσδιοριζόμενο κανόνα, ο οποίος αφορά τον πληθυσμό του είδους στο οποίο ανήκει το άτομο που κρίνεται. Όπως διαφαίνεται στο βιβλίο, η προσέγγιση του Canguilhem αποτελεί με μια έννοια υπέρβαση του διλήμματος που τίθεται σε αυτή τη διαμάχη.
9 σ. 243-245
10 σ. 398
11 σ.428
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.