Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Ελένη Χριστοπούλου-Αλετρά
Επίκουρη Καθηγήτρια της Ιστορίας
της Ιατρικής στην Ιατρική Σχολή του ΑΠΘ

σύναψις 13 [2009 – τόμος 05]

Νόηση vs Συναίσθημα: Στα Δύσκολα Χρόνια του Charles Dickens

Μόρφωση είναι εκγύμναση και εξάσκηση του νου […]. Να εκπαιδεύεις έναν άνθρωπο, με όλη τη σημασία της λέξης, σημαίνει να τον εφοδιάσεις με τη δύναμη να ελέγχει τα αισθήματα, τη σκέψη και τις πράξεις του.

John Barlow: Man’s Power over Himself  
to Prevent or Control Insanity (1843

Δύο είναι τα βασικά θέματα που διατρέχουν το μυθιστόρημα Δύσκολα Χρόνια (Hard Times, 1848) του Ντίκενς: ο ορθολογισμός και η βιομηχανική επανάσταση που δεν αφήνουν ανέπαφο τον ψυχισμό των ηρώων: οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι μέσα σε έναν κόσμο που βρίσκεται στο απόγειο της ανάπτυξης και της επιτυχίας. «Μια πολιτεία τόσο αφιερωμένη στην πραγματικότητα, με τόσο θριαμβευτικές επιτυχίες στις επιδιώξεις της, θα περίμενε βέβαια κανείς πως ήταν ευτυχισμένη. Ε, λοιπόν όχι και τόσο. Όχι! Πώς είναι δυνατόν!» Έτσι αρχίζει ο Ντίκενς, για να τονίσει πως «το μόνο χρήσιμο πράγμα» –κατά τον ωφελιμισμό της εποχής– είναι η «πραγματικότητα» κι αυτή «θριαμβεύει» στο Κοκτάουν, την πόλη-σκηνικό του μυθιστορήματος που είναι «αμόλυντη από την φαντασία»_ όπως, άλλωστε, και οι δύο κεντρικοί ήρωες του έργου, οι κύριοι Γκραντγκράιντ (διευθυντής του σχολείου και μετέπειτα βουλευτής) και Μπαουντερμπάη (εργοστασιάρχης και τραπεζίτης). Η διαπίστωση εξηγεί και την έλλειψη ευτυχίας σ’ αυτή την πολιτεία: πώς όμως να είναι ευτυχισμένη όταν η εκπαίδευση «δολοφονεί»1 τα αθώα μικρά παιδιά. «Μονάχα την πραγματικότητα να διδάσκετε στα παιδιά!», λέει ο διευθυντής του σχολείου. «Τίποτε άλλο δεν χρειάζεται στη ζωή. Αυτή μονάχα να καλλιεργείτε κι όλα τ’ άλλα να τα ξεριζώνετε. Μόνο με την πραγματικότητα μπορείτε να διαπλάσετε το μυαλό του λογικού ζώου, όλα τ’ άλλα είναι άχρηστα». Άχρηστο το συναίσθημα, όπως στον φίλο του, τον Μπαουντερμπάη.

Τα παιδιά του Γκραντγκράιντ, «σχεδόν μόλις έμαθαν να τρέχουν μόνα τους, υποχρεώθηκαν να τρέξουν στην αίθουσα διδασκαλίας. Το πρώτο πράγμα που γνώρισαν, η πρώτη ανάμνησή τους ήταν ένας μεγάλος μαυροπίνακας και ένας φοβερός δράκος, που χάραζε με την κιμωλία κάτι φοβερά άσπρα σχήματα». Κανένα τους «δεν είχε δει ποτέ το φεγγάρι σαν ένα ανθρώπινο πρόσωπο. Πριν ακόμα μάθουν να μιλάν, ήξεραν τι ακριβώς ήταν το φεγγάρι». Ο πατέρας τους, «φιλόστοργος» και «εξόχως πρακτικός», τους έχει προσφέρει, όχι παιχνίδια, αλλά «διάφορες επιστημονικές συλλογές. Είχαν μια μικρή συλλογή κογχυλιολογίας, μια μικρή ορυκτολογική συλλογή και μια μικρή συλλογή μεταλλειολογίας κι όλα τα είδη ήταν τακτοποιημένα με την ετικέτα τους».

Η μόνη «ραγισματιά»2 φάνηκε, όταν οι δύο μικροί Γκραντγκράιντ συλλαμβάνονται να κρυφοκοιτάζουν θαμπωμένοι το τσίρκο. Όταν τους μάλωσε ο πατέρας τους για το ατόπημα, η μεγάλη κόρη τόλμησε να πει: «Κουράστηκα πατέρα. Είμαι από πολύ καιρό κουρασμένη». Σαν τη μητέρα της: «Η κ. Γκραντγκράιντ, ένα μικρό, λεπτό, άσπρο δέμα από κεφαλόδεσμους, με μάτια λιλά, ένα σωστό πνευματικό και σωματικό εξουθένωμα –που έπαιρνε διαρκώς γιατρικά χωρίς κανένα αποτέλεσμα– και που, όταν πότε-πότε έδειχνε κανένα σύμπτωμα ζωντάνιας, ξανακυλούσε πάντα, χτυπημένη κατακέφαλα από κάποια βαριά πραγματικότητα». Την είχε επιλέξει ο σύζυγός της, διότι «πρώτον δεν υστερούσε καθόλου σε μετρητά και δεύτερον δεν είχε στο κεφάλι της κανενός είδους ανοησίες», δηλαδή «φαντασία».

«Μια πολιτεία μηχανών και ψηλών καμινάδων, που άφηναν ολοένα ατελείωτες σερπαντίνες καπνού, που δεν έπαυαν ποτέ να στριφογυρίζουν», ήταν το Κοκτάουν. «Είχε ένα μαύρο κανάλι κι ένα ποτάμι που έτρεχε νερό κόκκινο από βρόμικες μπογιές […]. Είχε κάμποσους μεγάλους δρόμους που έμοιαζαν πολύ ο ένας με τον άλλον και πολλούς μικρούς δρομάκους που έμοιαζαν ακόμα περισσότερο ο ένας με τον άλλον, κι οι άνθρωποι που κατοικούσαν σ’ αυτούς ήταν το ίδιο όμοιοι μεταξύ τους, έμπαιναν κι έβγαιναν όλοι τις ίδιες ακριβώς ώρες, αφήνοντας τους ίδιους πάντα ήχους, στα ίδια πεζοδρόμια, για να πάνε να κάνουν την ίδια δουλειά, και το κάθε τους σήμερα ήταν πανομοιότυπο του χθες και του αύριο κι ο κάθε τους χρόνος αντίγραφο του περσινού και του επόμενου χρόνου. Γενικά αυτές οι ιδιότητες του Κακτάουν ήταν αναπόσπαστες από τη βιομηχανία, που του ’δινε ζωή».

 

Ακούω θα πει υπακούω

«Αγαπητή μου Λουίζα», είπε ο πατέρας της, […] «έχεις εκπαιδευτεί τόσο καλά και, το λέω με χαρά μου, στάθηκες τόσο συνεπής στη μόρφωσή σου, που έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση σου. Δεν έχεις συναισθηματισμούς, δεν είσαι ρομαντική, συνήθισες να βλέπεις το κάθε τι με τα μάτια της στέρεης λογικής και του ψυχρού υπολογισμού. Ξέρω λοιπόν πως έτσι θα ιδείς και θα κρίνεις αυτό που πρόκειται να σου πω […]. Αγαπητή μου Λουίζα, μού ’γινε μια πρόταση γάμου για σένα […] ο κ. Μπαουντερμπάη μού ’κανε τη σχετική πρόταση και με παρακάλεσε να στο αναγγείλω και να σου εκφράσω την ελπίδα του ότι θα τη δεχτείς ευχαρίστως […]». Κι όταν εκείνη πρόβαλλε την έλλειψη αγάπης, άκουσε τον πατέρα της να λέει: Ο κ. Μπαουντερμπάη δε θ’ αδικούσε ποτέ τον εαυτό του και σένα βάζοντας σ’ αυτά τα πράγματα ρομαντικές φαντασιοπληξίες, ή (για να χρησιμοποιήσω μια συνώνυμη λέξη) αισθηματικότητες […]. Οι αγράμματοι κι οι φαντασιοκόποι μπορούν να μπερδεύουν αυτά τα πράγματα με ρομαντισμούς κι άλλες τέτοιες μάταιες ανοησίες […] αλλά δε θα ’ταν φιλοφρόνημα για σένα αν σού ’λεγα πως εσύ δε μπορείς ποτέ να κάμεις τέτοια λάθη. […] Υπάρχει βέβαια δυσαναλογία στην ηλικία σας [20 και 50 ετών], αλλά στην περιουσιακή σας κατάσταση και στην κοινωνική σας θέση δεν υπάρχει καμιά, ίσα-ίσα μάλιστα υπάρχει απόλυτη αρμονία. Προβάλλει λοιπόν το ερώτημα: φτάνει μονάχα αυτή η δυσαναλογία για να εμποδίσει έναν τέτοιο γάμο; Πάνω σ’ αυτό, δεν θα ’ταν άσκοπο να λάβουμε υπόψη μας τις στατιστικές των γάμων που έγιναν ως τώρα στην Αγγλία και στην Ουαλία. Βλέπουμε, λοιπόν, πως ένα μεγάλο ποσοστό απ’ αυτούς τους γάμους έγιναν ανάμεσα σε πρόσωπα που είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας και ότι, στα τρία τέταρτα αυτών των περιπτώσεων, ο πιο ηλικιωμένος ήταν ο σύζυγος. Είναι αξιοσημείωτο, γιατί δείχνει πόσο γενικός είναι αυτός ο νόμος, ότι οι καλύτερες στατιστικές, που έχουμε από ταξιδιώτες, για τους ιθαγενείς των βρετανικών κτήσεων στις Ινδίες, για ένα μεγάλο τμήμα της Κίνας και για τους Καλμούχους της Ταρταρίας, παρουσιάζουν το ίδιο αποτέλεσμα. Έτσι λοιπόν η δυσαναλογία που είπα πρωτύτερα, σχεδόν παύει να είναι δυσαναλογία και (ουσιαστικά) εξαφανίζεται […]». Η Λουΐζα ενδίδει.

 

Πραγματικότητες

Οι εργάτες εξακολουθούν να παλεύουν «το ίδιο σκληρά από την κούνια ως τον τάφο» και να τους λογαριάζουν «σα μια άψυχη δύναμη, σα νούμερα ή σα μηχανές, ανίκανους να ’χουν αγάπες, συμπάθειες, αναμνήσεις και προτιμήσεις». Οι άνθρωποι της δουλειάς είναι «κάτι που ρυθμίζεται αλάθευτα από τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης […] που μεγαλώνει τόσο τα εκατό το χρόνο, και τροφοδοτεί κατά ένα τόσο ποσοστό το έγκλημα και κατά ένα τόσο ποσοστό τη ζητιανιά […], που χρησιμεύει για να φτιάχνονται τεράστιες περιουσίες, που καμιά φορά ξεσηκώνεται, σα φουρτουνιασμένη θάλασσα, και κάνει μερικές καταστροφές και ζημιές (πιο πολύ στον ίδιο τον εαυτό του) κι ύστερα πάλι ξαναπέφτει».

 

Η «πτώση»3

Στην εξέλιξη του μυθιστορήματος θα δούμε την «απιστία» της Λουΐζας, το «ξέσπασμά» της μπροστά στο πατέρα της, τον «αθόρυβο θάνατο» της μητέρας της, τη «συντριβή» του πατέρα της και τη «γελοιοποίηση» του άνδρα της.

Από την εικονογράφηση του Harry French στο βιβλίο του Ντίκενς [British Household Edition - 1870]
Από την εικονογράφηση του Harry French στο βιβλίο του Ντίκενς [British Household Edition – 1870]

Θα ακούσουμε, φυσικά, και την προτροπή του Ντίκενς την οποία «εκφωνεί» ως αφηγητής μέσα στη ροή της διήγησης. Πρόκειται για ένα αμάλγαμα φιλοσοφικών, κοινωνικών και ψυχολογικών αντιλήψεων: «Ωφελιμιστές οικονομολόγοι, δασκαλικά σκέλεθρα, κομισάριοι της πραγματικότητας, άπιστοι κομψοί και βαριεστημένοι, όλοι εσείς που πρεσβεύετε και διακηρύσσετε πλήθος σκουριασμένες ιδέες, μην ξεχνάτε πως θα ’χετε πάντα κοντά σας φτωχούς ανθρώπους. Καλλιεργείστε λοιπόν μέσα τους, όσο είναι ακόμα καιρός, τη χαρά της φαντασίας και του αισθήματος, για να στολίσουν μ’ αυτά τη ζωή τους, που έχει ανάγκη από διακόσμηση γιατί αλλιώς, την ημέρα του θριάμβου σας, όταν θα έχει χαθεί κάθε ρομαντισμός από την ψυχή τους και θα ζουν μια αποστεγνωμένη ζωή, η πραγματικότητα μπορεί να πάρει μορφή λύκου και να σας καταπιεί!»

 

Σχόλια

Το μυθιστόρημα του Ντίκενς Δύσκολα Χρόνια ανήκει στα λεγόμενα «βιομηχανικά μυθιστορήματα», εκείνα δηλαδή που γράφηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα για να αποδώσουν την ταραγμένη εποχή της βιομηχανικής κοινωνίας. Περισσότερο σαν σύμπτωμα σύγχυσης της ίδιας της βιομηχανικής κοινωνίας, παρά μια κατανόησή της, το χαρακτηρίζει ο Williams (1971). Ο Haberman (1977) πιστεύει πως τα Δύσκολα Χρόνια καταγγέλλουν μια κοινωνία που βρίσκεται σε γρήγορη βιομηχανική ανάπτυξη, μια οργανωμένη κοινωνία που καθιερώνεται και συντηρείται από τη φιλοσοφία του ωφελιμισμού, την οποία ο Dickens θεωρούσε απεχθή. Πράγματι, αυτή η απόλυτη πρόσφυση στο Λογικό, που αποκλείει το συναίσθημα, οδηγεί αναπότρεπτα στην καταστροφή κάθε ανθρώπινης σχέσης. Οι ορίζοντες άρχισαν να διευρύνονται χάρη στον Coleridge και στον Wordsworth, που γνώρισαν στο βρετανικό κοινό τη γερμανική λογοτεχνία, κυρίως, όμως, χάρη στον Thomas Carlyle που, έχοντας εγκαταλείψει τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού υπό την επίδραση του γερμανικού ιδεαλισμού, πρόβαλε τη συμβολή του ατόμου και περιόριζε την κυριαρχούσα τότε θεωρία του H. Taine για την καθοριστική δράση του περιβάλλοντος. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η παρατήρηση των Windelband και Heimsoeth (1976), ότι η φιλοσοφία του 19ου αιώνα εμφάνισε πλούσια ανάπτυξη στις οριακές της περιοχές, εκεί όπου εφάπτονταν με τις εμπειρικές επιστήμες, την ψυχολογία, την ανθρωπολογία, τη φιλοσοφία της ιστορίας, τη φιλοσοφία του δικαίου και τη φιλοσοφία της θρησκείας και ότι το κύριο γνώρισμα που αναδεικνυόταν μέσα σ’ αυτή την κίνηση ήταν «η σχέση του ατόμου με την κοινωνία». Υποταγή ή εξέγερση του ατόμου; Αισιοδοξία ή απαισιοδοξία; Μέσα σ’ αυτό το κλίμα άνθισε ο ωφελιμισμός, ο νατουραλισμός και ο υλισμός. Τέτοια κινήματα, σημειώνουν οι Windelband και Heimsoeth, «αποτελούν εξίσου παθολογικά φαινόμενα –ιδιαίτερα με τη μορφή που παρουσιάζονται στη λογοτεχνία». Έτσι κι αλλιώς, η διπλή όψη της βιομηχανικής επανάστασης είναι ορατή: πρόοδος και άγρια εκμετάλλευση.

Πίστη στο απόλυτο του λογικού και πίστη στην ταχεία εκβιομηχάνιση πορεύονται παράλληλα και κάπου κάπου διαπλέκονται. Τα Δύσκολα Χρόνια ερευνούν τις επιδράσεις αυτών των αντιλήψεων. Ο Haberman (1977) διατυπώνει επιγραμματικά τη συνολική του εκτίμηση: «Αν και δε μπορεί να πει κανείς ότι το Κακτάουν είναι ολοκληρωτικό, οδηγεί τελικά στον ολοκληρωτισμό που, αν και στοχεύει στην ανάδειξη της ατομικότητας, απορροφά την ιδιωτική ζωή, αποδυναμώνει το άτομο, το οδηγεί στον αλκοολισμό». Η άποψη αυτή υπενθυμίζει το ολοκληρωτικό Άσυλο που αρχίζει να διαμορφώνεται την ίδια εποχή. Στοιχεία του είναι άλλωστε, όπως έχει δείξει ο Goffman (1961), η απόλυτη ομοιοστασία και η σύνθλιψη των διαφορών. Η αρχική πρόθεση ήταν βέβαια η προστασία και η θεραπευτική προσπάθεια.

Στην ίδια γραμμή φαίνεται να βρίσκεται και η γραφειοκρατική παιδαγωγική αντίληψη που κριτικάρει ο Ντίκενς. Το κύριο θέμα των Δύσκολων Χρόνων, και πάλι κατά τον Haberman, είναι η «τυραννία» ή ένα «είδος τυραννίας» του λογικού στη διαμόρφωση χαρακτήρων για να υπηρετήσουν το συγκεκριμένο σύστημα οικονομικής ανάπτυξης στη συγκεκριμένη εποχή. Οι οικονομικοί στόχοι επιτυγχάνονται, στο μεταξύ όμως έχει ήδη καταβληθεί το κόστος των επιπτώσεων που καταβάλλουν το περιβάλλον και τα άτομα. Ο Ντίκενς διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον Dr John Conolly και είχε επισκεφθεί Άσυλα της Αγγλίας και των ΗΠΑ (Beveridge & Renvoize, 1988b).

Η Skultan (1975) επισημαίνει ότι, κατά τον 19ο αιώνα διαμορφώθηκαν στην Αγγλία δύο ρεύματα σκέψης για την τρέλα, εξέλιξη των παλαιοτέρων απόψεων του Hobbes και του Locke: (α) η τρέλα δεν είναι παρά μια υπερβολική εκδήλωση πάθους, (β) η τρέλα δεν είναι παρά η απώλεια της λογικής ικανότητας. Όσο για την «ηθική θεραπεία» του Tuke αυτή δεν ήταν παρά μια παιδαγωγική μέθοδος για τη λογική καθοδήγηση των παθών. Στην υπερβολή της, η παιδαγωγική τακτική, που εξορίζει τα πάθη και προβάλλει την απόλυτη κυριαρχία του λογικού, υποκαθιστά τα συναισθήματα με τη βούληση. Η Skultan (1975) τονίζει ότι η βουλησιαρχία είχε φτάσει στο απόγειό της στη δεκαετία του 1850, μέρος ενός γενικότερου πολιτισμικού κλίματος που το καθόριζαν οι έννοιες της οικονομικής ανάπτυξης, των αλλαγών και του ατομικισμού. Έτσι, δόθηκε μεγάλη έμφαση στην ηθική εκπαίδευση ως μέσο προφύλαξης από την τρέλα, αλλά και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα. H θεραπεία του τρελού και η διάπλαση των νέων είχαν πολλές ομοιότητες και αυτό αποτελούσε κοινό τόπο αντιλήψεων των γιατρών, εκπαιδευτικών και λογοτεχνών, συμπεραίνει η Skultan για να καταλήξει στην επισήμανση ότι η έννοια «χαρακτήρας» αλλάζει περιεχόμενο στα όψιμα βικτωριανά χρόνια, όταν θεωρείται πλέον ότι περιέχει ένα σχετικά μη μεταβαλλόμενο σύνολο ιδιοτήτων που επιβάλλουν καθορισμένους περιορισμούς στη συμπεριφορά.

Στη μεσοβικτωριανή πάντως εποχή ο «ηθικός κώδικας» παρέχεται αφειδώς από το καταπιεστικό περιβάλλον που περιγράφεται στα μυθιστορήματα του Ντίκενς. Το 1843, ο John Barlow θα εξισώσει τη μόρφωση με τον έλεγχο των αισθημάτων, των σκέψεων και των πράξεων και θα εξοβελίσει το συναίσθημα που ψάχνει ματαίως η κ. Γκραντγκράιντ. Έτσι, θα βεβαιώσει πως «όλοι όσοι τρελάθηκαν από την άσκηση του πνεύματος, το λιγότερο εκατό από αυτούς, τρελάθηκαν από υπέρμετρη παράδοσή τους στα αισθήματά τους». Τίποτε δεν είναι πιο σπάνιο από έναν τρελό μαθηματικό, λέει, «διότι, καθώς καμιά άλλη μελέτη δεν απαιτεί περισσότερη προσοχή απ’ όση τα μαθηματικά, η μελέτη αυτή διαφυλάσσει τον σπουδαστή, κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του, από το να επανέρχεται σε αισθήματα, που πάντα είναι κυριαρχικά σε αυτούς που είναι λιγότερο απασχολημένοι» (το παράθεμα από την Skultan, 1975).

Τα παραθέματα του μυθιστορήματος είναι από την ελληνική του απόδοση(Εκδ. Γράμματα 1979)

1 Η δολοφονία των αθώων είναι o τίτλος του 2ου κεφαλαίου.

2 Τίτλος του 3ου κεφαλαίου.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Beveridge AW, Renvoize EB (1988). The Presentation of Madness in the Victorian Novel, Bulletin of the Royal College of Psychiatry, Vol.12, 411-413.

Goffman E (1961). Asylums. Essays on the Social Situation of Mental Patients and other Inmates, Harmondsorth.

Haberman M (1977). The Courtship of the Void, The World of Hard Times, στο, J. H. Bukley (ed). The Worlds of Victorian Fiction, Harvard University Press.

Skultan V (1975). Madness and Morals: Ideas on Insanity in the Nineteenth Century, Routledge and Kegan Paul, London & Boston.

Williams R (1971). The Industrial Novel, στο, Watt I (ed). The Victorian Novel. Modern Essays in Criticism, Oxford University Press, U.S.A.

Windelband W, Heimsoeth H (1976, ελλην. έκδ. 1985). Εγχειρίδιο ιστορίας της φιλοσοφίας, Τόμος Γ’. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.