Πέτρος Πετρίκης
Γιώργος Μαρτινίδης
σύναψις 13 [2009 – τόμος 05]
Ο Πέτρος Πετρίκης είναι Λέκτορας Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
Ο Γιώργος Μαρτινίδης σπουδάζει στο Τμήμα Ψυχολογίας του ΑΠΘ
Η Felida X.
Ο Eugène Azam (1822-1899) ήταν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας του Bordeaux, γιατρός, αρχαιολόγος, συλλέκτης και ένας από τους πρώτους γάλλους που παρακολούθησε την διδασκαλία του σκωτσέζου γιατρού James Braid σχετικά με την ύπνωση. Το 1858, ενώ υπηρετούσε ως βοηθός ιατρός στο άσυλο του Bordeaux, εκλήθη να θεραπεύσει μια «νεαρή κοπέλα του λαού», την Felida, που παρουσίαζε καταληψία, αναισθησίες και υπεραισθησίες και «μια ενδιαφέρουσα διαταραχή της μνήμης». Το 1859 ανακοίνωσε τα συμπεράσματά του από τον υπνωτισμό της ασθενούς στη Société Médico-Psychologique και την επόμενη χρονιά τα δημοσίευσε στα Archives Générales de Médicine, όπου παρατηρούσε πως η άρρωστή του εισερχόταν αυτόματα σε κατάσταση ύπνωσης. Ο Azam δεν ασχολήθηκε ξανά με την ύπνωση, απαρνήθηκε την ψυχιατρική και έγινε χειρουργός. Το 1875, όμως, ξανασυνάντησε την «ασθενή με τις διαταραχές μνήμης» και τον επόμενο χρόνο ανακοίνωσε εκ νέου την περίπτωσή της στον Ιατρικό Σύλλογο του Bordeaux, δημοσιεύοντάς την σε δυο σημαντικά περιοδικά της εποχής: Revue Scientifique και Annales Médico-Psychologiques. Ανατρέχοντας στις παλιές του σημειώσεις αναφερόταν στην ιστορία της ασθενούς, που στο εξής ονομάζει Felida X., περιγράφοντας τον «αναδιπλασιασμό της ζωής της», δηλαδή την εναλλαγή δύο συνειδησιακών καταστάσεων. Στην πρώτη ή φυσιολογική (État normal, premier), η ασθενής είναι σοβαρή, θλιμμένη, αμίλητη, αλλά έχει αμνησία μιας δεύτερης κατάστασης (État second) που ακολουθεί και στην οποία είναι χαρούμενη, γεμάτη πάθη, αλλά με επίγνωση της πρώτης κατάστασης. Το 1877 συγκέντρωσε τις μέχρι τότε δημοσιεύσεις του στο βιβλίο «Ύπνωση, διπλή συνείδηση και εναλλαγή προσωπικότητας», που προλόγισε ο Charcot. Θα επανέρχεται στο θέμα αυτό για τα επόμενα 14 χρόνια, με 12 δημοσιεύσεις [4, 6, 8, 14, 15].
Προ της υπάρξεως του παραδείγματος της εναλλασσόμενης συνειδησιακής κατάστασης, το μόνο που μπορούσε να ερμηνεύσει την εμπειρία μιας ξένης συνείδησης ήταν η δαιμονοκατοχή, η «εκ των έξω κατοχή». Με την αντίληψη ότι μια δεύτερη συνείδηση μπορούσε να είναι «εσωτερική», μια νέα γλώσσα για την έκφραση του συμπτώματος έγινε δυνατή. Έτσι, όπως τονίζει ο Ian Hacking [14], η περίπτωση της Felida θα περάσει πρώτα από τον επιστημονικό λόγο της ύπνωσης κι ύστερα από τον περί μνήμης ανερχόμενο επιστημονικό λόγο. Στο εξής, η «ψυχή» και το «εγώ» θα ορίζονται με όρους όπως μνήμη και λήθη. Ο Pierre Janet θα χρησιμοποιήσει την λήθη, οι Breuer και Freud την υπερμνησία του υπνωτισμένου στην αναζήτηση της αλήθειας του παρελθόντος. Οι σχετικοί προβληματισμοί θα διαπλακούν με τη διαμάχη σχετικά με την «έννοια και την ενότητα του εγώ»: κάποιοι θα υποστηρίξουν πως «τα φαινόμενα της διπλής προσωπικότητας δεν θίγουν την έννοια της ενότητας του εγώ», κάποιοι άλλοι θα αμφισβητήσουν την έννοια του «αναδιπλασιασμού της προσωπικότητας». Τέλος, ο Pierre Jannet, μαθητής του Charcot, φιλόσοφος, ψυχολόγος και γιατρός, θα εμπλακεί στη φιλοσοφική διαμάχη σχετικά με την «ενότητα του εγώ», έννοια προσφιλή στους κύκλους των σπιριτουαλιστών φιλοσόφων, που αμφισβητείται έντονα από τους υποστηρικτές της καθιέρωσης μιας επιστημονικής ψυχολογίας, όπως ο Taine και ο Ribot. Με αφορμή τη μελέτη του φαινομένου της εναλλαγής των προσωπικοτήτων στη Léonie και τη Lucie, ο Janet θα περιγράψει, το 1889, στο βιβλίο του Ψυχολογικός Αυτοματισμός, το «νόμο της αποσύνδεσης»: οι υστερικές εμφανίζουν στένωση του συνειδησιακού πεδίου που οφείλεται στην αδυναμία ψυχικής σύνθεσης σε ανώτερο επίπεδο· κατά συνέπεια, τα εκτός συνειδήσεως φαινόμενα τείνουν να οργανώνονται σε συνθέσεις χαμηλοτέρου επιπέδου που οδηγούν στην εμφάνιση των εναλλασσόμενων προσωπικοτήτων [6, 7].
Στο πλαίσιο της διαμάχης αυτής, ο Taine υποστηρίζει ότι «ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα θέατρο όπου παίζονται πολλές παραστάσεις ταυτόχρονα εκ των οποίων μια μόνο φωτίζεται», ενώ ο Ribot θα προσθέσει ότι «η ανθρώπινη προσωπικότητα είναι η συνισταμένη πολλών και σύνθετων συνιστωσών». Στο κλίμα της εποχής, ο εικονοκλάστης Rimbeaud θα γράψει στο δάσκαλο του Isambard τη φράση «je est un autre», συμπυκνώνοντας τις εκφράσεις «είμαι ένας άλλος» και «είναι ένας άλλος» σε μία, κονιορτοποιώντας έτσι τόσο την έννοια της προσωπικότητας όσο και τα πρόσωπα της γραμματικής –τη φράση αυτή θα χρησιμοποιήσει ο Lacan για να ασκήσει κριτική στην ψυχολογία του εγώ, όταν πια ο απόηχος της διαμάχης που την γέννησε θα έχει σβήσει [6].
Αξιοσημείωτο είναι το μυθιστόρημα Dr. Jekyll και Mr. Hyde, που εξέδωσε το 1886 ο R. L. Stevenson, παλαιό μέλος της Πνευματιστικής Εταιρίας του Εδιμβούργου. Σύμφωνα με την Carroy [5], τα δύο αυτά ονόματα ενός προσώπου θα διαχωρίσουν «τον άγγελο και τον δαίμονα που μάχονται μέσα στον καθένα» διότι «ο άνθρωπος δεν είναι στην πραγματικότητα ένας αλλά δύο». Η πρωτοτυπία του μυθιστορήματος του Stevenson έγκειται στο ότι ο ήρωας του δεν πάσχει από υστερία ή νευροπάθεια, όπως συνέβαινε στα περισσότερα φιλολογικά και ψυχιατρικά γραπτά που πραγματεύονταν το θέμα της διπλής προσωπικότητας, αλλά είναι γιατρός και ταυτόχρονα ασθενής, ο οποίος βιογραφεί και ταυτόχρονα αυτοβιογραφείται.
Από την Ευρώπη στην Αμερική
Όπως είδαμε η «πολλαπλή προσωπικότητα» αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στον αστερισμό της à la Charcot υστερίας που, μετά το θάνατό του και μέχρι το 1910, θα υποχωρήσει και θα χάσει την εξέχουσα θέση που είχε στη γαλλική ψυχιατρική. Μαζί της φθίνουν και οι διπλές προσωπικότητες. Στο βαθμό που κάποια υστερικά συμπτώματα παραμένουν, διασπείρονται σε άλλες νοσολογίες [14]. Στο γύρισμα από τον 19ο στον 20ο αιώνα θα ξαναβρούμε τις «διπλές προσωπικότητες» στη Βοστώνη, όπου τις μετέφερε ο Morton-Prince (1854-1923), αναπτύσσοντας υπό την αιγίδα του μια σχολή ψυχιατρικής που ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την αποσύνδεση και γνώρισε εξαιρετική ανάπτυξη κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Η πιο διάσημη ασθενής του υπήρξε η Miss Beauchamp, η οποία εμφάνιζε πέρα από την «κανονική» της προσωπικότητα και άλλες δύο, εκ των οποίων η μία αυτοαποκαλούνταν Sally και μόνο αυτή κατείχε και τη γαλλική γλώσσα. Τη θεραπεία της, η οποία διήρκεσε από το 1898 ως το 1904, περιγράφει ο Morton-Prince στο βιβλίο του The dissociation of personality, που απηχεί τις θέσεις του Janet σχετικά με την αποσύνδεση των ψυχικών λειτουργιών [9]. Το 1906, o Morton-Prince ίδρυσε το περιοδικό Journal of Abnormal Psychology που εκδίδεται ακόμα και σήμερα και μέσω του οποίου έγιναν ευρύτερα γνωστές πολλές περιπτώσεις «πολλαπλής προσωπικότητας».
Σε λίγα χρόνια, όμως, η διάγνωση της πολλαπλής προσωπικότητας θα εκλείψει παντελώς. Στις Η.Π.Α., η «πολλαπλότητα» βρέθηκε μεταξύ δύο ισχυρών αντίπαλων πόλων: της ψυχανάλυσης, που αντιτίθετο σθεναρά στον Morton-Prince, και της σχιζοφρένιας του Bleuler, που ενσωμάτωσε εν τέλει την πολλαπλή προσωπικότητα. O Freud και ο Bleuler κέρδισαν την μάχη, αλλά όχι και τον πόλεμο. Κατά τη δεκαετία του 1980, πολλοί ένθερμοι υποστηριχτές της πολλαπλής προσωπικότητας διεκδίκησαν και προσωρινά κέρδισαν το χαμένο από τη σχιζοφρένια έδαφος [14]. Έτσι, όμως, αρχίζει μια άλλη ιστορία. Η ιστορία της νοσολογικής κατηγορίας που εντάχθηκε στο DSM-III ως Διαταραχή Πολλαπλής Προσωπικότητας.
Η Sybil
Όλοι οι σχολιαστές συμφωνούν ότι η επανεμφάνιση των Πολλαπλών Προσωπικοτήτων στην ψυχιατρική νοσολογική σκηνή έγινε –και μάλιστα θορυβωδώς– το 1973, με την έκδοση του βιβλίου Sybil: η πραγματική και εξαιρετική ιστορία μιας γυναίκας με 16 διαφορετικές προσωπικότητες, γραμμένο από μια δημοσιογράφο, την Flora Rheta Schreiber, σε συνεργασία με την ίδια την ασθενή και την ψυχίατρό της, Cornelia Wilbur. Είχε προηγηθεί η έκδοση του βιβλίου The Three Faces of Eve (1957), που έγινε best-seller και κατόπιν σενάριο ταινίας. Επρόκειτο για έργο δύο ψυχιάτρων, του Thigpen και του Cleckley, οι οποίοι είχαν δημοσιεύσει, τρία χρόνια πριν, στο Journal of Abnormal Psychology, την περίπτωση της Chris Costner Sizemore που «εμφάνιζε» πολλαπλή προσωπικότητα. Τότε όμως, σε εποχή δηλαδή που η παιδική κακοποίηση δεν είχε καταστεί, όπως αργότερα, μείζον θέμα στις Η.Π.Α., δεν «προώθησε», όπως αργότερα, την «υπόθεση της πολλαπλότητας» [3].
Πριν από την έκδοση του βιβλίου για την Sybil, η ψυχίατρός της, Wilbur, επιχείρησε να δημοσιεύσει την περίπτωσή της σε ιατρικά περιοδικά, πλην όμως την απέρριπταν συστηματικά, θέτοντας εν αμφιβόλω την ύπαρξη πολλαπλής προσωπικότητας. Σχετικές, μάλιστα, ανακοινώσεις της, στην ετήσια συνεδρίαση της American Academy of Psycho-analysis, συνοδεύτηκαν από σφοδρές αποδοκιμασίες. Η Wilbur στράφηκε τότε στο ευρύτερο κοινό: παίρνοντας αφορμή από μια συνέντευξή της στην Schreiber στο περιοδικό Cosmopolitan, της πρότεινε να αναλάβει τη συγγραφή της βιογραφίας της Sybil. H Schreiber δέχτηκε με την προϋπόθεση ότι η συγγραφή θα ολοκληρωνόταν μετά την αποθεραπεία της ασθενούς: «ένα βιβλίο χωρίς happy end είναι καταδικασμένο να μην κάνει καλές πωλήσεις», φέρεται να είπε. Η ψυχοθεραπεία της Sybil απαίτησε 2354 ώρες, γιατί, όπως επεσήμανε η Wilbur, στη δεκαετία του ’60, οι γνώσεις σχετικά με την πολλαπλή προσωπικότητα ήταν ελάχιστες. Για τη συγγραφή του βιβλίου της, η Schreiber βασίστηκε σε απομαγνητοφωνημένες συνεδρίες, προσωπικά ημερολόγια και την αλληλογραφία της Sybil, όπως και σε ιατρικά αρχεία των νοσοκομείων που είχε επισκεφτεί ήδη από την παιδική της ηλικία [3].
*
Η Sybil γεννήθηκε το 1923 σε ένα μικρό χωριό των Η.Π.Α. και, σύμφωνα με το αφήγημα της Schreiber, έζησε σε οικογενειακό περιβάλλον με αυστηρές χριστιανικές, πουριτανικές αρχές, σε σημείο που της απαγόρευαν να διαβάζει μυθιστορήματα ή να πηγαίνει στον κινηματογράφο. Παράλληλα, όμως, η Sybil υφίστατο συστηματική σεξουαλική κακοποίηση από τη μητέρα της που έπασχε από σχιζοφρένια. Εγκαταλειμμένη από όλους, κατέφευγε στην «αποσύνδεση» έπειτα από κάθε σοβαρό ψυχικό τραυματισμό, εμφανίζοντας πολλές προσωπικότητες, πολλές φορές ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Η ζωή της ήταν χαoτική, διάσπαρτη από μνημονικά κενά. Στα 22 της χρόνια συνάντησε την Cornelia Wilbur σε Νοσοκομείο της Nebraska. Η ανάλυσή της άρχισε μια δεκαετία αργότερα (1954) στη Νέα Υόρκη, όπου είχε εγκατασταθεί η Wilbur, στο γραφείο της οποίας έκαναν την εμφάνισή τους η Vicky, η Mary, o Mike, ο Sid και οι άλλες προσωπικότητες.
Η Sybil έγινε ταχύτατα best seller παγκοσμίως, με πωλήσεις 11 εκατομμυρίων ανατύπων σε 17 γλώσσες. Αξίζει να σημειωθεί ότι το συμβόλαιο για την τηλεταινία που ακολούθησε υπογράφτηκε πριν ακόμη εκδοθεί το βιβλίο. Πρωταγωνίστριες, η Sally Field ως Sybil, και η Joanne Woodward ως Wilbur. Ας σημειωθεί επίσης, ότι αμέσως μετά την έκδοση του βιβλίου, η Schreiber δέχτηκε πλήθος επιστολών αναγνωστών που την ευχαριστούσαν γιατί έδωσε επιτέλους όνομα στην πάθηση από την οποία έπασχαν. Ήδη τον Φεβρουάριο του 1974, η Schreiber αναφέρει 6 «αυτοδιαγνωσθείσες περιπτώσεις» [3]. Η μόδα των «πολύ-αυτοβιογραφιών», όπως τις αποκαλεί ο Hacking (1998), είχε ήδη αρχίσει: The five of me (1977), Tell me who I am before I die (1978), Michelle Remembers (1981), The Minds of Billy Milligan (1981), κ.ά.
To 1995, o ψυχίατρος Herbert Spiegel, που γνώρισε τη Sybil στις αρχές του 1960 και την υποστήριξε ψυχοθεραπευτικά κατά τις απουσίες της Wilbur, εκμυστηρεύτηκε τις αναμνήσεις του σε μαγνητόφωνο κι έτσι μισάνοιξε το «μαύρο κουτί», όπως θα ονομάσει, πολύ αργότερα, την όλη υπόθεση ο Borch-Jacobsen [3]. Κατά τον Spiegel, η Sybil ήταν μια εξαιρετικά υποβόλιμη και υπνωτίσιμη υστερική, οι δε «προσωπικότητές» της, μακράν του να είναι αυθόρμητες εκδηλώσεις, ήταν περισσότερο ένα artefact της ψυχοθεραπείας με τη Wilbur. Το είχε, άλλωστε, δηλώσει στους Wilbur και Schreiber, όταν του ζητήθηκε να συνεργαστεί στη συγγραφή του βιβλίου, για να λάβει την «αποστομωτική» απάντηση της Schreiber: «μα αν δεν την ονομάζαμε ΔΠΠ δεν θα είχε υπάρξει το βιβλίο». Ούτως ή άλλως, ο Spiegel σε συνέντευξή του στον Borch-Jacobsen, δήλωνε, το 1997, πως το βιβλίο αυτό προώθησε «μια καινούργια λατρεία, ένα νέο κύμα υστερίας, κάτι που θα μείνει στην ιστορία ως ένα αμήχανο κεφάλαιο της αμερικανικής ψυχιατρικής» [2]. Παραφράζοντας μια γνωστή ρήση του Μαρξ, ο Borch-Jacobsen θα προσθέσει αργότερα: «από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 ένα κακό πλανάται πάνω από την βορειοαμερικανική ήπειρο» [3]. Επρόκειτο, βέβαια, για το φαινόμενο της «πολλαπλής προσωπικότητας». Άντρες και κυρίως γυναίκες, που βρίσκονταν σε ψυχοθεραπεία άρχισαν να «αναγνωρίζουν» ότι η προσωπικότητά τους είναι πολλαπλή, πίσω δηλαδή από την μάσκα της κυρίαρχης προσωπικότητας κρυβόταν ένας μεγάλος πληθυσμός άγνωστων μέχρι τότε σ’ αυτούς προσωπικοτήτων.
Οι «πολλαπλές προσωπικότητες» στο DSM-III – Οι «ψευδείς αναμνήσεις» και το «σύνδρομο του κακοποιημένου παιδιού»
Όταν η ΔΠΠ εισήχθη το 1980 στο DSM-ΙΙΙ, οι κλινικοί άρχισαν να αναφέρουν κάποιες σποραδικές περιπτώσεις που διαγιγνώσκονταν στη διάρκεια της ψυχοθεραπείας. Σε λίγο, ο αριθμός των ασθενών αυξήθηκε τόσο που μόνο οι στατιστικές αναλύσεις μπορούσαν να αποτυπώσουν την εικόνα του φαινομένου και, το 1982, οι ψυχίατροι στις Η.Π.Α. αναφέρονται πλέον σε «επιδημία πολλαπλών προσωπικοτήτων» [3].
Την ίδια εποχή, ο Georges Greaves [13], από τους πρώτους ψυχιάτρους που εμβάθυνε στην ΔΠΠ, επεσήμανε 37 περιπτώσεις κατά τη δεκαετία 70-80, ενώ το 1982, ο Richard Κluft έκανε λόγο για 130 περιπτώσεις, εκ των οποίων οι 70 ήταν δικοί του ασθενείς [3]. Δυο χρόνια μετά, αναφέρονται 1000 περιστατικά σε θεραπεία. Θα γίνουν 4000 το 1989. Για την δεκαετία του ’90, οι αριθμοί είναι της τάξης των 30-50 χιλιάδων ασθενών. Παράλληλα με τον αριθμό των πασχόντων, αυξάνει και ο αριθμός των «προσωπικοτήτων». Ενώ στις κλασικές περιγραφές του τέλους του 19ου αιώνα ο αριθμός των προσωπικοτήτων σπάνια ξεπερνούσε τις 2 ή 3, στη δεκαετία ’80 ο μέσος όρος ξεπερνούσε τις 10, ενώ το 1990 έφτασαν τις 25. Δεν άργησαν οι ειδήμονες περί την ΔΠΠ να αποφανθούν ότι μπορούσαν να εμφανιστούν πολλές δεκάδες ή και εκατοντάδες προσωπικότητες σε ένα άτομο [14].
*
Η συσχέτιση της σεξουαλικής κακοποίησης κατά την παιδική ηλικία με την εκδήλωση ΔΠΠ δεν ήταν τυχαία. Συνέβη σε μια χρονική στιγμή, κατά την οποία στην Β. Αμερική η πραγματικότητα και ο κοινωνικός αντίκτυπος της σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών εντός της οικογένειάς τους αποτέλεσε ζήτημα συζητήσεων και αντιπαραθέσεων μεταξύ των επαγγελματιών υγείας, αλλά και του ευρύτερου κοινού [17].
Το 1962 είχε δημοσιευτεί μελέτη αμερικανών παιδιάτρων που αποδείκνυε ότι ορισμένες σωματικές κακώσεις που εμφάνιζαν τα παιδιά κατά την διάρκεια της επίσκεψής τους στο Νοσοκομείο οφείλονταν σε κακοποιήσεις που είχαν υποστεί από τους γονείς ή τους κηδεμόνες τους. Σύμφωνα με τους συγγραφείς του άρθρου, μια αποτελεσματική αντιμετώπιση αυτού που ονομάστηκε battered child syndrome θα έπρεπε να συνδυάζει, πέρα από την ιατρική, και την αστυνομική και νομική παρέμβαση [16]. Από τις αρχές της επόμενης δεκαετίας, μια άλλη κατηγορία προβλημάτων, όπως η αιμομιξία και η σεξουαλική κακοποίηση γυναικών και παιδιών, προβλήθηκε ιδιαίτερα από το φεμινιστικό κίνημα στην εναντίωσή του προς την ασκούμενη ανδρική εξουσία_ απόδειξη, οι στατιστικές της American Human Society που έδειχναν πως το 97% των δραστών σεξουαλικών εγκληματιών ήταν άνδρες και το 90% των θυμάτων γυναίκες και παιδιά. Προστρέχοντας σε δικαστικά έγγραφα, απεδείκνυαν ακόμα ότι την πραγματικότητα της σεξουαλικής κακοποίησης αμφισβητούσαν συστηματικά, τόσο στην κλινική πράξη όσο και στη δικαιοσύνη, οι ψυχίατροι-ψυχαναλυτές που αντιμετώπιζαν τα θύματα ως υστερικά και τις μαρτυρίες τους ως φαντασιώσεις. Μέσα από τις προσπάθειες των φεμινιστριών και με την συνδρομή των media, η σεξουαλική βία αντικατέστησε σύντομα την σωματική στην πρώτη θέση των ενδιαφερόντων του κοινού για την δημόσια υγεία. Βεβαίως, πολλές δικαστικές προσφυγές με στόχο την τιμωρία των φερομένων ως ενόχων απέβησαν άκαρπες είτε λόγω παραγραφής είτε λόγω ελλείψεως στοιχείων, καθώς η σεξουαλική κακοποίηση είναι ένα «ιδιωτικό» έγκλημα που σπάνια αφήνει ίχνη. Δεδομένου, όμως, του κοινωνικού πλαισίου, οι «άλλοι», που εμφανίζονταν κατά τις ψυχοθεραπείες, θεωρήθηκε ότι αποκάλυπταν το παρελθόν του ασθενούς με αξιόπιστο τρόπο και ότι τα λεγόμενα τους μπορούσαν να αξιοποιηθούν νομικά. Tο μοναδικό κοινωνικό status, που αποδόθηκε στις ασθενείς αυτές, επέτρεψε σε ψυχιάτρους και ψυχοθεραπευτές, που προσπαθούσαν να απαλλαγούν από το στίγμα της συγκάλυψης των δραστών σεξουαλικών εγκλημάτων, να καταστούν οι εγγυητές της εμπειρίας των κακοποιημένων γυναικών. Έτσι, η ΔΠΠ μετατράπηκε σε μέρος του κοινωνικού κινήματος εναντίον της σεξουαλικής κακοποίησης [17].
Μια ανεπίσημη έρευνα του 1986 ανέφερε ότι το 25% των ασθενών με ΔΠΠ ενθυμούνταν κατά την ψυχοθεραπεία ότι είχαν αναγκαστεί από τους γονείς τους να συμμετάσχουν σε αιματηρές τελετές με όργια, βιασμούς, ανθρωποθυσίες και πράξεις κανιβαλισμού. Όταν οι αφηγήσεις αυτές ήρθαν στο φως της δημοσιότητας ήταν φυσικό να τραβήξουν την προσοχή των δικαστικών και αστυνομικών αρχών. Εγκληματικές δραστηριότητες τόσο σοβαρές οπωσδήποτε θα είχαν αφήσει ίχνη. Όταν οι αστυνομικές έρευνες απέτυχαν να εντοπίσουν στοιχεία που να επαληθεύουν τις αφηγήσεις των ασθενών, δικαστικοί και κοινωνιολόγοι υποστήριξαν ότι οι ψυχοθεραπευτές εξώθησαν υποβόλιμα άτομα στην παραγωγή ψευδών αναμνήσεων για να κατηγορηθούν εν συνεχεία από τους ψυχιάτρους ότι προστρέχουν σε βοήθεια παιδεραστών και εγκληματιών. Η διαμάχη αυτή, περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80, μεταφέρθηκε στα τηλεοπτικά μέσα, όπου οι «άλλοι» αφηγούνταν σατανιστικές τελετές και θυσίες βρεφών [11].
Τον Μάρτιο του 1992, οι κατηγορούμενοι γονείς ίδρυσαν στη Φιλαδέλφεια το False Memory Syndrome Foundation με σκοπό την υπεράσπισή τους. Επρόκειτο, κατά την γνώμη τους, για ψευδείς αναμνήσεις που οφείλονταν στη θεραπεία και ήταν εξίσου αναληθοφανείς με τις απαγωγές από εξωγήινους –που επίσης αναφέρονταν από τους «πολλαπλούς» [14].
Κατά την δεκαετία του 1980, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας στις Η.Π.Α. πέτυχαν να επαναπροσδιορίσουν με όρους ψυχοπαθολογίας το ζήτημα της αιμομιξίας, που είχε τεθεί με πολιτικούς όρους από το φεμινιστικό κίνημα. Περνώντας όμως το ζήτημα της σεξουαλικής κακοποίησης μέσα από το φίλτρο της ψυχοθεραπείας προκλήθηκε μια σοβαρή διαστρέβλωση με επιπτώσεις στα θύματα, τα φερόμενα ως θύματα, τους συγγενείς και εν τέλει τους θεραπευτές [17].
Από το 1993, μπροστά στα πανταχού παρόντα media, οι «πολλαπλοί», οι γονείς και οι θεραπευτές τους άρχισαν να προστρέχουν στη δικαιοσύνη. Κανείς δεν γλίτωσε από αυτήν την «δικαστική βουλιμία» [17]. Οι «πολλαπλοί» υπέβαλαν μηνύσεις εναντίον των γονιών τους για σεξουαλική κακοποίηση, οι γονείς εναντίον των θεραπευτών για «εμφύτευση» ψευδών αναμνήσεων, ενώ το 1994 και ο πρόεδρος της Διεθνούς Επιτροπής για την Μελέτη της Πολλαπλής Προσωπικότητας και της Αποσύνδεσης (ISSMIR & D) έγραψε ότι σκόπευε να υποβάλει μηνύσεις στους ασθενείς για υπόκριση ΠΠ και «κατασκευή» ψευδών αναμνήσεων κατά την θεραπεία τους [18]. Η διεκδίκηση οικονομικής αποζημίωσης φαίνεται πως υποκαθιστούσε στις πολιτισμένες κοινωνίες τις καταδίκες στην πυρά: «πώς να ερμηνεύσει κανείς τα ιατροδικαστικά αυτά φαινόμενα χωρίς να επικαλεστεί τις αντιμεταβιβαστικές μεταθέσεις του θεραπευτή και την αναζήτηση δευτερογενούς οφέλους εκ μέρους του θεραπευόμενου» διερωτάται ο Girandon [11].
Όπως εύστοχα παρατήρησε το 1994 η φεμινίστρια Louise Armstrong «ο φόβος από τις φήμες για σατανιστικά εγκλήματα μαίνεται παντού. Και η πιο θεαματική διαταραχή που παρήγαγαν η κακοποίηση και η αιμομιξία –η ΔΠΠ– επευφημείται σε κάθε γωνιά του δρόμου ως η βασίλισσα του καρναβαλιού» [1].
To 1994, η επιφορτισμένη με τις αποσυνδετικές διαταραχές ομάδα εργασίας του DSM αποδέχτηκε ότι η περιγραφή των συμπτωμάτων της ΔΠΠ προκάλεσε σύγχυση, στο βαθμό που είχε δοθεί υπερβολική έμφαση στις εναλλασσόμενες προσωπικότητες. Έτσι, η ΔΠΠ στο DSM-IV μετονομάστηκε σε «αποσυνδετική διαταραχή της ταυτότητας» [ενδιαμέσως, στο DSM-III-R, γινόταν λόγος για «κατάσταση προσωπικότητας»], ενώ τονίστηκε ότι πρόκειται για άτομα εξαιρετικά υποβόλιμα και, επομένως, οι αναμνήσεις που προκύπτουν κατά την ψυχοθεραπεία είναι αμφισβητήσιμες. Το DSM φαινόταν να επιστρέφει στην έννοια της αποσύνδεσης του Janet, χωρίς αυτό να αναφέρεται ρητά. Ο Girandon [11], μάλιστα, θα παρατηρήσει ότι η απόδοση του φαινομένου της αποσύνδεσης στο DSM, ως συνέπεια της σεξουαλικής κακοποίησης, παρουσιάζει την εμφάνιση των πολλαπλών προσωπικοτήτων κατά τρόπο «μετατραυματικό», δηλαδή μονοδιάστατα. Αποσυνδέοντας, όμως, τις πολλαπλές προσωπικότητες από την υστερία –που είχε πάψει να υφίσταται ως διαγνωστική κατηγορία και έχει διαμελιστεί σε άλλες επιμέρους νοσολογικές κατηγορίες–, φτώχυνε την ψυχοπαθολογική τους θεώρηση. Η «αποσύνδεση» λειτουργεί στο DSM ως «τραγική μάσκα» [11].
Στην πενταετία που ακολούθησε, κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, νοσηλευτές και οικογενειακοί σύμβουλοι βρέθηκαν κατηγορούμενοι για ανεπάρκεια, τσαρλατανισμό και εξαπάτηση των πελατών τους. Παράλληλα, στα εξειδικευμένα περιοδικά, οι ερευνητές, που πριν από μια 20ετία είχαν αφαιρέσει το λόγο από τις μαχητικές φεμινίστριες, άνοιξαν το διάλογο για την επαναφορά της υστερίας ως διαγνωστικής κατηγορίας. Οι «πολλαπλοί» συνέχισαν να συχνάζουν σε talk-shows, «αλλά οι ιστορίες που αφηγούνταν προκαλούσαν γέλιο παρά ρίγος. Το θέαμα, όμως, ήταν απεχθές για όσα πραγματικά θύματα σεξουαλικής κακοποίησης τολμούσαν ακόμα να μιλούν» [17].
Επίλογος στην ιστορία της Sybil
Η Wilbur πέθανε το 1992 καταλείποντας στην Sybil μεγάλο μέρος της περιουσίας της και το μερίδιό της από τα δικαιώματα του βιβλίου. H Sybil –της οποίας το πραγματικό όνομα ήταν Shirley Ardell Mason, όπως αποκαλύφθηκε από έρευνα των Peter Swales και Mikkel Borch-Jacobsen στα αρχεία της Schreiber– πέθανε το 1998 αφήνοντας το σύνολο της περιουσίας της στον τηλεοπτικό σταθμό της Αντβεντιστικής Εκκλησίας της 7ης ημέρας. Ειρωνεία της τύχης, ο σταθμός αυτός κατέχει σήμερα τα δικαιώματα ενός βιβλίου εξαιτίας του οποίου η Shirley-Sybil «κυριεύτηκε από τα δαιμόνια της ψυχιατρικής» [3].
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.