Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Νίκος Τζιάκης, Λίνα Γκάτσου, Βαρβάρα Λαλιώτη

σύναψις 13 [2009 – τόμος 05]

Ψυχιατρική διαταραχή σε γονείς και επιπτώσεις στην ψυχική υγεία των παιδιών

Ο Νίκος Τζιάκης είναι παιδοψυχίατρος, Επιμελητής Α’ ΕΣΥ, Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων

Η Βαρβάρα Λαλιώτη εργάζεται ως παιδοψυχίατρος στην Τηλεφωνική Συμβουλευτική Γραμμή “Σύνδεσμος” 8018011177 της ΕΨΥΠΕ.

Η Λίνα Γκάτσου είναι Consultant Child and Adolescent Psychiatrist στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Νοσοκομείου του Lechester, UK

Εισαγωγή

Οι πιθανές επιπτώσεις των ψυχικών διαταραχών στις γονεϊκές λειτουργίες έχουν γίνει αντικείμενο πολλών ερευνητικών εργασιών τα τελευταία χρόνια. Μεγάλο ποσοστό ψυχικά διαταραγμένων νέων ενηλίκων δημιουργούν οικογένεια και μεγαλώνουν ένα ή περισσότερα παιδιά (Joseph et al., 1999). Ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, η αποϊδρυματοποίηση και η αποκατάσταση με βάση την κοινότητα, καθώς και τα προγράμματα υποστήριξης έχουν αυξήσει την πιθανότητα άτομα με σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές να γίνουν γονείς και να μεγαλώσουν οι ίδιοι τα παιδιά τους.

Η συναισθηματική συναλλαγή και η επικοινωνία των ψυχικά ασθενών γονέων με τα παιδιά τους φαίνεται να προκαλεί σε πολλές περιπτώσεις δυσμενείς επιδράσεις στην ποιότητα του δεσμού γονέα-παιδιού. Η ψυχιατρική διαταραχή των γονέων επίσης είναι προδιαθεσικός παράγοντας για την παρουσία σοβαρών ψυχοκοινωνικών και ενδοοικογενειακών προβλημάτων. Η αλληλεπίδραση βιολογικών παραγόντων, όπως η γενετική επιβάρυνση, με παράγοντες από το περιβάλλον όπου τα παιδιά αυτά μεγαλώνουν, αυξάνει τις πιθανότητες για εμφάνιση ψυχοπαθολογίας στα παιδιά και, κατά συνέπεια, επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής των ψυχικά ασθενών ενηλίκων.

Στο άρθρο αυτό, γίνεται επιλεγμένη ανασκόπηση της βιβλιογραφίας που αφορά στην επίδραση της σοβαρής ψυχιατρικής διαταραχής των γονέων στην ανάπτυξη των παιδιών. Μερικές από τις μελέτες ερευνούν την επίδραση συγκεκριμένων ψυχιατρικών διαταραχών (διαταραχές της διάθεσης, σχιζοφρένεια και λοιπές ψυχώσεις). Άλλες συμπεριλαμβάνουν ένα ευρύτερο φάσμα σοβαρών ψυχιατρικών διαταραχών χωρίς να εστιάζονται σε συγκεκριμένες διαγνώσεις. Πολλές εργασίες, τέλος, μελετούν τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά σε οικογένειες με γονείς που πάσχουν από σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή.

 

Διαταραχές της διάθεσης

Οι διαταραχές της διάθεσης των γονέων έχουν σοβαρό αντίκτυπο στις κοινωνικές και οικογενειακές τους σχέσεις καθώς προκαλούν μειωμένη επίγνωση των αναγκών των άλλων και δυσκολία στην κοινωνική συναλλαγή.

Οι επιβλαβείς επιδράσεις της μητρικής κατάθλιψης μπορούν να παρατηρηθούν από τον πρώτο χρόνο της ανάπτυξης του παιδιού. Οι μητέρες που πάσχουν από κατάθλιψη είναι λιγότερο πιθανό να αναπτύξουν συγχρονισμένες αλληλεπιδράσεις με τα βρέφη τους, οι οποίες να βοηθούν στην αναδυόμενη αίσθηση επάρκειας του παιδιού. Είναι πιθανότερο να έχουν παιδιά με αγχώδη δεσμό, παρόλο που διατηρούν εκτεταμένη σωματική επαφή με τα παιδιά τους. Οι μητέρες αυτές παρέχουν λιγότερο αποτελεσματική και λιγότερο υπεύθυνη γονεϊκή φροντίδα (Oyser-man et al., 2000).

Σε αρκετές μελέτες, γίνεται αναφορά στην επιλόχεια κατάθλιψη, καθώς και στην παροδική καταθλιπτική αντίδραση της μητέρας αμέσως μετά τη γέννα. Σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η παροδική καταθλιπτική αντίδραση της μητέρας μετά τη γέννα είναι πολύ έντονη, ο δεσμός της με το παιδί είναι αδύναμος και τα παιδιά παρουσιάζουν αγχώδεις αντιδράσεις. Παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν το δεσμό μητέρας-παιδιού είναι η ύπαρξη υποστηρικτικού δικτύου, η σχέση του ζευγαριού, η αντίδραση της μητέρας ή και του συζύγου στην τεκνοποίηση –ειδικότερα στην πρώτη τεκνοποίηση, η οποία συνοδεύεται από περισσότερο άγχος–, καθώς και λοιποί ψυχοκοινωνικοί παράγοντες (Nagata et al., 2000).

Βρέφη ηλικίας 3 μηνών, παρουσιάζουν «καταθλιπτικού τύπου» αντιδράσεις όσο οι μητέρες τους είναι καταθλιπτικές, ενώ όταν αυτές αναρρώνουν η συμπεριφορά αυτή παύει. Παρατηρήθηκε επίσης ότι οι καταθλιπτικές μητέρες παρουσιάζουν απέναντι στα παιδιά τους εχθρικότητα, μειωμένη ευαισθησία και ελλιπή συναισθηματική κάλυψη. Eίναι λιγότερο ικανές στην καθοδήγηση και ενθάρρυνση των παιδιών τους, καθώς και λιγότερο αποτελεσματικές στην οριοθέτηση και πειθαρχία τους. Οι πιο επιβλαβείς παράγοντες για την ομαλή ανάπτυξη των παιδιών είναι η εχθρικότητα του γονέα τους, συμπεριλαμβανομένης της συνεχόμενης κριτικής, σε συνδυασμό με την έλλειψη τρυφερότητας (Pound, 2000).

Όσον αφορά στη διπολική διαταραχή, οι περισσότερες μελέτες έχουν δείξει ότι οι επιδράσεις στις πρώιμες σχέσεις είναι λιγότερο έντονες σε σχέση με την καταθλιπτική διαταραχή της μητέρας (Pound, 2000). Άλλες μελέτες, ωστόσο, διαπιστώνουν σημαντική επιβάρυνση.

Μελέτη των Reichard και συν. έδειξε ότι η γονεϊκή ανατροφή σε οικογένειες διπολικών γονέων δεν είναι περισσότερο δυσλειτουργική σε σχέση με το γενικό πληθυσμό, όπως την αντιλαμβάνονταν τα παιδιά τους. Νέοι ενήλικες, που μεγάλωναν σε οικογένεια με έναν γονέα με διπολική διαταραχή, αντιλαμβάνονταν τις μητέρες τους ως λιγότερο απορριπτικές, πιο ζεστές συναισθηματικά και λιγότερο υπερπροστατευτικές, ενώ τους πατέρες τους ως λιγότερο ζεστούς συναισθηματικά και λιγότερο υπερπροστατευτικούς σε σχέση με νέους ενήλικες από το γενικό πληθυσμό. Η περιγραφή αισθημάτων απόρριψης των παιδιών από τους γονείς σχετίστηκε με την παρουσία ψυχοπαθολογίας στα παιδιά (Reichard et al., 2007).

Αντίθετα, σε μια 18μηνη follow up μελέτη, που συνέκρινε μητέρες με διπολική διαταραχή με μη διαγνωσμένες μητέρες από την ομάδα ελέγχου, οι Davenport και συν. βρήκαν στοιχεία για διαταραχές στη γονεϊκότητα. Συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι οι μητέρες με διπολική διαταραχή ήταν αποδιοργανωμένες, ασυνεπείς, αναποτελεσματικές, άκαμπτες, λιγότερο χαρούμενες και λιγότερο δραστήριες στις αλληλεπιδράσεις με τα βρέφη τους (Davenport et al., 1984).

Άλλη μελέτη (Gaensbauer et al., 1984) αντιπαρέβαλε διπολικές μητέρες με μητέρες χωρίς ψυχιατρική διαταραχή από την ομάδα ελέγχου, χρησιμοποιώντας ένα μικρό δείγμα βρεφών (Ν=7) ηλικίας 12, 15 και 18 μηνών. Τα βρέφη των μητέρων με διπολική διαταραχή διαπιστώθηκε ότι είναι πιο πιθανό να παρουσιάσουν «μη ασφαλή» δεσμό σε σχέση με τα βρέφη των μητέρων της ομάδας ελέγχου.

 

Ψυχοπαθολογία στα παιδιά καταθλιπτικών γονέων

Τα παιδιά γονέων με καταθλιπτική διαταραχή υπάρχει υψηλός κίνδυνος να αναπτύξουν ένα ευρύ φάσμα από ψυχιατρικές διαταραχές, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι διαταραχές της διάθεσης. Τα κορίτσια διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να παρουσιάσουν «εσωτερικευόμενες» διαταραχές (όπως αγχώδη και καταθλιπτική διαταραχή), ενώ τα αγόρια παρουσιάζουν κυρίως «εξωτερικευόμενες» διαταραχές (όπως προβλήματα στο σχολείο και διαταραχές διαγωγής). Επίσης, διαπιστώθηκε ότι τα παιδιών γονέων με καταθλιπτική διαταραχή καθυστερούν στην ανάπτυξη των γνωστικών λειτουργιών (Carter et al., 2001).

Παιδιά που έχουν παραμεληθεί ή κακοποιηθεί παρατηρήθηκε ότι εμφανίζουν συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται από έντονες αντιφάσεις και αμφιθυμία και που γίνονται περισσότερο εμφανείς σε συνθήκες αποχωρισμών και επανεύρεσης. Η συναισθηματική διαταραχή στις καταστάσεις αυτές εκδηλώνεται με έλλειψη συναισθηματικής ανταπόκρισης, απόσυρση ή επιθετικότητα, φοβία ή υπερκινητικότητα (Βορριά, Παπαληγούρα, 1999).

Οι Klimes-Dougan και συν., σε έρευνά τους, συνέκριναν παιδιά καταθλιπτικών και υγιών μητέρων σχετικά με τον αυτοκτονικό ιδεασμό και τις πιθανές απόπειρές τους. Τα αποτελέσματά τους δείχνουν ότι τα παιδιά των καταθλιπτικών μητέρων διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο αυτοκτονικού ιδεασμού. Από το δείγμα των παιδιών που είχαν αυτοκτονικό ιδεασμό, το 1/5 αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Επίσης, τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν υπομανιακά, μανιακά και ιδιαιτέρως κυκλοθυμικά συμπτώματα, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε απόπειρα αυτοκτονίας (Klimes-Dougan et al., 1999).

 

Ψυχοπαθολογία σε παιδιά γονέων με διπολική διαταραχή

Οι επιπτώσεις της διπολικής διαταραχής των γονέων στα παιδιά δεν έχουν μελετηθεί τόσο καλά όσο της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής, παρότι τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν υψηλό κίνδυνο εμφάνισης ψυχοπαθολογίας τόσο στην παιδική ηλικία όσο και στην ενήλικη ζωή.

Τα παιδιά γονιών με διπολική διαταραχή εμφανίζουν σε μεγαλύτερο ποσοστό συναισθηματικές διαταραχές (κυρίως καταθλιπτική διαταραχή), αγχώδεις διαταραχές και υπερκινητικό σύνδρομο από ό,τι τα παιδιά του γενικού πληθυσμού. Η διπολική διαταραχή συχνά πρωτοεκδηλώνεται ως κατάθλιψη στην παιδική ηλικία. Οι αναφορές δείχνουν ότι 20% με 30% των παιδιών με μείζονα κατάθλιψη εμφανίζει στη συνέχεια διπολική πο-ρεία. Ο κίνδυνος εμφάνισης διπολικής διαταραχής είναι σημαντικά υψηλότερος από το γενικό πληθυσμό, με μέτρια αύξηση κατά την παιδική και εφηβική ηλικία και μεγαλύτερη στη νεαρή ενήλικη ζωή (Lapalme et al., 1997, Preisig, 2002). Σε δείγμα 37 παιδιών διπολικών γονέων έναντι 29 παιδιών από την ομάδα ελέγχου, οι Singh και συν. παρατήρησαν ότι 16% του δείγματος (Ν=6) πληροί τα κριτήρια του DSM-IV για Διπολική-Ι Διαταραχή έναντι μηδενικού ποσοστού από την ομάδα ελέγχου (Singh et al., 2007).

Σε ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, οι DelBello και Geller βρήκαν ότι τα ποσοστά συναισθηματικής διαταραχής σε παιδιά και εφήβους που έχουν γονείς με διπολική διαταραχή κυμαίνονταν από 5% έως 67%, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά σε παιδιά εθελοντών χωρίς ψυχοπαθολογία κυμαίνονταν από 0% έως 38%. Τα ποσοστά ψυχοπαθολογίας χωρίς διαταραχή του συναισθήματος κυμαίνονταν από 5% έως 52% στα παιδιά διπολικών γονέων και από 0% έως 25% στα παιδιά των εθελοντών. Τα ποσοστά ψυχιατρικής θεραπείας και φοίτησης σε τάξεις ειδικής εκπαίδευσης είναι επίσης υψηλότερα (DelBello and Geller, 2001).

Διαταραχές που παρουσίασαν αυξημένη συχνότητα και είχαν συνήθως έναρξη στην πρώιμη και μέση παιδική ηλικία ήταν οι Διαταραχές Διασπαστικής Συμπεριφοράς, η Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού, η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, η Κοινωνική Φοβία και η Κατάθλιψη, ενώ η Διπολική Διαταραχή, η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, η Διαταραχή Πανικού και η Διαταραχή Χρήσης Ουσιών είχαν συνήθως έναρξη στην εφηβεία (Henin et al., 2005).

Οι Hirshfeld-Becker και συν. συνέκριναν δείγμα 34 παιδιών γονέων με διπολική διαταραχή, μέσης ηλικίας 6,8 ετών, με μια ομάδα 179 παιδιών γονέων με Διαταραχή Πανικού ή Μείζονα Κατάθλιψη και με μια ομάδα 95 παιδιών με γονείς χωρίς συναισθηματική ή αγχώδη διαταραχή. Τα παιδιά αξιολογήθηκαν τυφλά αναφορικά με τη διάγνωση των γονέων τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά των διπολικών γονέων είχαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά διασπαστικής συμπεριφοράς και αγχωδών διαταραχών σε σχέση με τα παιδιά από τις δύο ομάδες σύγκρισης (Hirshfeld-Becker et al., 2006).

Σε σχέση με το οικογενειακό περιβάλλον διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά που έχουν γονείς με διπολική διαταραχή ζουν συχνά μέσα σε χαοτικές οικογένειες, με μειωμένη φροντίδα του σπιτιού και χωρίς τακτικά γεύματα. Τα παιδιά αυτά παρουσιάζουν μεγαλύτερη δυσκολία αποχωρισμού από τις οικογένειές τους, καθώς επίσης πολλά ψυχοσωματικά συμπτώματα και τάση για μεγαλομανία (Pound, 2000). Οι Romero και συν. (2005) παρατήρησαν ότι οι οικογένειες με έναν τουλάχιστον γονέα με διπολική διαταραχή είχαν χαμηλότερες τιμές στους τομείς της συνοχής (cohesion) και της εκφραστικότητας (expressiveness) σε σχέση με υγιείς οικογένειες και συμπέραναν ότι τα μέλη τους μπορεί να αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες στη μεταξύ τους επικοινωνία.

Όσον αφορά στην ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα και εξέλιξη των παιδιών γονέων με διπολική διαταραχή, σύμφωνα με έρευνα των Reichart και συν. δεν βρέθηκαν διαφορές σε σχέση με το γενικό πληθυσμό για τις ηλικίες 11 έως 18 ετών, ενώ διαπιστώθηκε ήπια επιβάρυνση σε νέους ενήλικες 18 έως 26 ετών (Reichart et al., 2007). Παρόμοια αποτελέσματα έδωσε έρευνα των Anderson και συν., στην οποία έγινε σύγκριση της ψυχοκοινωνικής λειτουργικότητας μεταξύ παιδιών μητέρων με μονοπολική, διπολική διαταραχή, σωματικά νοσήματα και γυναικών χωρίς ψυχοπαθολογία, τα οποία μελετήθηκαν για 2 χρόνια. Σημαντικά ελλείμματα στην ψυχοκοινωνική λειτουργικότητα παρουσίασαν τα παιδιά μητέρων με μονοπολική διαταραχή. Αυτά τα παιδιά ήταν λιγότερο ενεργά κοινωνικά, με προβληματική συμπεριφορά στο σχολείο και χειρότερη σχολική επίδοση, προβλήματα τα οποία συνέχισαν να υπάρχουν κατά τη διάρκεια των επόμενων δύο χρόνων, αποκτώντας χαρακτήρα χρονιότητας. Τα παιδιά των μητέρων με διπολική διαταραχή δεν παρουσίασαν σημαντική διαφορά από τα παιδιά των ψυχιατρικά υγιών γυναικών (Anderson et al., 1993).

 

Σχιζοφρένεια και άλλες ψυχώσεις

Οι περισσότερες μελέτες που αφορούν στην επίδραση ψυχωτικής διαταραχής των γονέων στην ανάπτυξη των παιδιών επικεντρώνονται στη γονεϊκότητα των μητέρων στα πρώτα χρόνια της ανάπτυξης, τη μελέτη νευροψυχολογικών παραγόντων, την επίδραση γενετικών παραγόντων και την επίδραση του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου αυτών των οικογενειών.

Η σημασία της γονεϊκής σχέσης για την ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του παιδιού σε περιπτώσεις που ο ένας ή και οι δύο γονείς πάσχουν από σχιζοφρένεια και άλλες ψυχώσεις έχει απασχολήσει σημαντικό αριθμό μελετητών τα τελευταία χρόνια (Oyserman et al., 2000, Higgins et al., 1997, Minde, 1996, Naslünd et al., 1984, Strauss et al., 1979).

Σε σχετική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας, οι Oyserman και συν. (2000) επεσήμαναν διαφορές στη γονεϊκότητα μητέρων με διάγνωση σχιζοφρένειας ή άλλης ψυχωτικής διαταραχής με την αντίστοιχη μητέρων που δεν έχουν ψυχιατρική διάγνωση. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν σουηδικές μελέτες, που πραγματοποιήθηκαν από το 1983 έως το 1988 και αφορούν μητέρες με παιδιά βρεφικής ηλικίας. Παρακολουθήθηκαν μητέρες μαζί με τα βρέφη τους, από την τρίτη μέρα μετά τη γέννηση μέχρι τη συμπλήρωση του 12ου μήνα. Μητέρες που αργότερα εισήχθησαν στο νοσοκομείο για μη οργανική ψυχωτική διαταραχή συγκρίθηκαν με μητέρες που δε νοσηλεύθηκαν ποτέ. Παρατηρήθηκε ότι οι μητέρες με ψυχιατρική διάγνωση ήταν πιο αβέβαιες για τις ανάγκες των βρεφών τους, παρείχαν λιγότερη κοινωνική επικοινωνία, εμπλέκονταν λιγότερο και ήταν λιγότερο ικανές να δημιουργήσουν θετικό συναισθηματικό κλίμα. Αυτές οι διαφορές ήταν ιδιαίτερα σαφείς κατά τις πρώτες 6 εβδομάδες, ενώ αμβλύνονταν στη συνέχεια. Αναφορικά με τη διάγνωση, οι μητέρες με σχιζοσυναισθηματική διαταραχή διέφεραν περισσότερο σε σχέση με τις μητέρες της ομάδας σύγκρισης, ακολουθούμενες από εκείνες που είχαν διαγνωστεί για σχιζοφρένεια (Oyserman et al., 2000).

Παρόμοια συμπεράσματα προέκυψαν από μελέτη των Sameroff και συν. (1983), οι οποίοι παρατήρησαν σε δείγμα αμερικανίδων μητέρων διαφορές στην ομάδα με σχιζοφρένεια κυρίως κατά τους πρώτους 4 μήνες. Τους μήνες αυτούς, οι μητέρες με σχιζοφρένεια παρουσίαζαν/παρουσίασαν μικρότερη συναλλαγή με τα βρέφη τους, συγκρινόμενες με μητέρες που έπασχαν από κατάθλιψη. Τα παιδιά των σχιζοφρενών μητέρων βρίσκονταν σε μεγαλύτερο κίνδυνο στον τομέα της γνωστικής εξέλιξης. Σε μεταγενέστερη μελέτη, οι Goodman και Bramley βρήκαν ότι οι μητέρες με σχιζοφρένεια είχαν τη χαμηλότερη ποιότητα στο γονεϊκό ρόλο συγκρινόμενες με μητέρες που έπασχαν από κατάθλιψη και με μητέρες χωρίς ψυχιατρική διαταραχή (Oyserman et al., 2000).

Ανώνυμος. Πίνακας του εικαστικού εργαστηρίου που λειτουργεί στο Θεραπευτηριο Ν Σπινάρη [Κοζάνη]
Ανώνυμος. Πίνακας του εικαστικού εργαστηρίου που λειτουργεί στο Θεραπευτηριο Ν Σπινάρη [Κοζάνη]

Οι Naslünd και συν. (1984), σε μια προοπτική μελέτη, ερεύνησαν την ποιότητα του δεσμού σε δείγμα 46 βρεφών, που είχαν μητέρες με ιστορικό μη οργανικής ψύχωσης και ομάδα ελέγχου 80 δημογραφικά όμοιων βρεφών, που κανένας από τους γονείς τους δεν είχε ιστορικό ψύχωσης. Ο δεσμός μελετήθηκε κατ’ οίκον με τροποποιημένη μέθοδο της «Άγνωστης Κατάστασης» (Strange Situation) της Ainsworth (Ainsworth, 1978). Δε βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στον τύπο δεσμού μεταξύ του συνόλου του δείγματος και της ομάδας ελέγχου, όμως ειδικά για τα βρέφη των σχιζοφρενικών μητέρων παρατηρήθηκε σημαντικά αυξημένο ποσοστό αγχώδους δεσμού. Τα βρέφη των μητέρων με «κυκλική» ή «συναισθηματική ψύχωση» παρουσίασαν είτε παρόμοια είτε ελαφρώς χαμηλότερα ποσοστά αγχώδους δεσμού σε σύγκριση με τα βρέφη της ομάδας ελέγχου (Naslünd et al., 1984).

Σε άλλη τους εργασία, οι Naslünd και συν. (1984) μελέτησαν τον συνδυασμό τριών παραμέτρων αξιολόγησης της σχέσης μητέρας-βρέφους:

  • της ποιότητας του δεσμού,
  • της συμπεριφοράς εξερεύνησης και
  • του φόβου των ξένων.

Τα βρέφη της ομάδας μελέτης παρουσίασαν σημαντικά συχνότερα συνδυασμό αποκλίσεων σε δύο ή τρεις από τις παραμέτρους σε σχέση με τα βρέφη της ομάδας ελέγχου. Η ομάδα που παρουσίασε τη μεγαλύτερη απόκλιση σε όλους τους συνδυασμούς ήταν τα βρέφη των σχιζοφρενών μητέρων. Για παράδειγμα, απόκλιση σε τουλάχιστον δύο παραμέτρους χαρακτήριζε 60% των βρεφών των σχιζοφρενών μητέρων έναντι 15,4% της ομάδας που είχαν μητέρες με συναισθηματική διαταραχή και 5,3% των βρεφών της ομάδας ελέγχου (Naslünd et al., 1984).

Οι Strauss και συν. (1979) διερεύνησαν την ύπαρξη συγκεκριμένων τύπων γνωστικής και αντιληπτικής λειτουργίας στα παιδιά γονέων με ιστορικό ψυχωτικής διαταραχής, που θα μπορούσαν να αποτελούν ενδείξεις ευπάθειας για ψυχική διαταραχή. Σύμφωνα με τους συγγραφείς, παραμορφώσεις στην αντίληψη της πραγματικότητας από τον ψυχωτικό γονέα καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Τα παιδιά των ψυχωτικών γονέων παρουσιάζουν σε μεγάλο ποσοστό εγωκεντρικό τρόπο σκέψης και αποτυγχάνουν να αναγνωρίζουν και να λαμβάνουν υπόψη τους γνώμες και αντιλήψεις διαφορετικές από τις δικές τους. Σε μια προοπτική μελέτη, εξέτασαν 60 ζεύγη γονέων – παιδιών, από οικογένειες όπου ένας τουλάχιστον από τους γονείς είχε ιστορικό νοσηλείας για ψύχωση. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η βαρύτητα των ψυχωτικών συμπτωμάτων του γονέα ήταν ο πιο σοβαρός προγνωστικός παράγοντας για την παρουσία εγωκεντρικού τρόπου σκέψης στο παιδί. Τα σημαντικότερα συμ-πτώματα των γονέων που σχετίστηκαν με τον εγωκεντρισμό των παιδιών ήταν τα λεγόμενα «θετικά» συμπτώματα, όπως ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες, σε αντίθεση με «αρνητικά» συμπτώματα, όπως η απάθεια και η απόσυρση.

Μητέρα και παιδί των Sally Ryan (α) και Gerome Gittings (β) . Από την Garman Ryan Collection
Μητέρα και παιδί των Sally Ryan (α) και Gerome Gittings (β) . Από την Garman Ryan Collection

Όσον αφορά στις επιδράσεις της ανατροφής παιδιών όταν αυτά μεγαλώνουν μαζί με μια μητέρα με σχιζοφρένεια, ενδιαφέροντα συμπεράσματα προκύπτουν από μια follow-up μελέτη, διάρκειας 25 ετών, που έγινε στη Δανία. Από το συνολικό δείγμα, τα μισά παιδιά είχαν μεγαλώσει μαζί με τις μητέρες τους, ενώ τα άλλα μισά την είχαν αποχωριστεί νωρίς στη ζωή τους και μεγάλωσαν σε περιβάλλον χωρίς ιστορικό ψυχιατρικής διαταραχής. Βρέθηκε μεγαλύτερο (αν και όχι στατιστικά σημαντικό) ποσοστό ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων στα άτομα που μεγάλωσαν χωριστά από τις μητέρες τους (επίπτωση 72%) παρά σ’ εκείνα που μεγάλωσαν μαζί τους (επίπτωση 52%). Τα άτομα που μεγάλωσαν μαζί με τις μητέρες τους ήταν πιο πιθανό να έχουν φτάσει μέχρι την ανώτερη εκπαίδευση (college education): 53% έναντι 31% και να έχουν παντρευτεί: 75% έναντι 38%. Το ελαφρώς υψηλότερο ποσοστό ψυχοπαθολογίας στα παιδιά που μεγάλωσαν χωριστά αποδόθηκε σε δύο κύριους παράγοντες: α) δυσμενέστερες περιβαλλοντικές επιδράσεις (40% των παιδιών που μεγάλωσαν χωριστά από τις μητέρες τους είχαν ανατραφεί για κάποιο χρόνο σε ίδρυμα) και β) μεγαλύτερη γενετική προδιάθεση για ψυχική νόσο (Higgins et al., 1997).

 

Νευροψυχολογικές διαταραχές σε παιδιά ασθενών με σχιζοφρένεια

Οι διαταραχές της προσοχής είναι έκδηλες στους σχιζοφρενείς ασθενείς, ανεξάρτητα από την κλινική τους κατάσταση, ανιχνεύονται πριν από την έναρξη της νόσου και θεωρούνται κληρονομήσιμες, ειδικές (ως προς τον τύπο) για τη σχιζοφρένεια και προγνωστικές για μετέπειτα συμπεριφορικές διαταραχές σε ευπαθή άτομα. Έρευνα σε υγιείς ή ελαφρά συμπτωματικούς συγγενείς ασθενών με σχιζοφρένεια έχει δείξει ότι οι διαταραχές της προσοχής είναι ένας πολλά υποσχόμενος δείκτης βιολογικής προδιάθεσης για σχιζοφρένεια (Cornblatt & Keilp, 1994).

Σύμφωνα με τους Kremen και συν., οι ισχυρότερες ενδείξεις νευροψυχολογικής διαταραχής σε παιδιά σχιζοφρενών γονέων αφορούσαν στην καθήλωση της προσοχής (sustained attention), την αντιληπτική και εκτελεστική ταχύτητα (perceptual-motor speed) και τη συνθετική και αφαιρετική ικανότητα (concept formation and abstraction). Τα ευρήματα αυτά ήταν ενδεικτικά δυσλειτουργίας στο προμετωπιαίο και κροταφικό μεταιχμιακό σύστημα, καθώς και στα συστήματα που ενέχονται στη λειτουργία της προσοχής και αντιστοιχούσαν στα νευροψυχολογικά, όπως επίσης και στα δομικά και λειτουργικά απεικονιστικά ευρήματα των σχιζοφρενών ασθενών. Τα ελλείμματα που βρέθηκαν στα παιδιά ήταν λιγότερο επίμονα και περισσότερο ανεπαίσθητα από αυτά που βρέθηκαν σε σχιζοφρενείς ασθενείς (Kre-men et al., 1994).

Ψυχοκοινωνική επιβάρυνση σε οικογένειες ασθενών με σχιζοφρένεια

Το ψυχοκοινωνικό περιβάλλον στις οικογένειες γονέων που πάσχουν από ψυχωτικές διαταραχές είναι συνήθως έντονα επιβαρημένο. Μια σειρά από μελέτες έχουν δείξει πως οι γυναίκες με διαταραχές του φάσματος της σχιζοφρένειας έχουν πολύ συχνά ιστορικό σεξουαλικής κακοποίησης ή πορνείας, περισσότερες μη προγραμματισμένες κυήσεις και λιγότερο σταθερές σχέσεις απ’ ό,τι οι γυναίκες χωρίς ψυχοπαθολογία. Οι Miller και Finnerty (1996) μελέτησαν, με χορήγηση ημιδομημένης συνέντευξης, 46 γυναίκες που πληρούσαν τα διαγνωστικά κριτήρια για σχιζοφρένεια ή σχιζοσυναισθηματική διαταραχή και 50 γυναίκες χωρίς μείζονα ψυχιατρική διαταραχή, τις οποίες σύγκριναν ως προς τη σεξουαλικότητα, την εγκυμοσύνη και την ανατροφή των παιδιών. Βρέθηκε ότι οι γυναίκες με διαταραχές στο σχιζοφρενικό φάσμα είχαν μεγαλύτερο αριθμό σεξουαλικών συντρόφων κατά τη διάρκεια της ζωής τους, ήταν λιγότερο πιθανό να έχουν έναν σταθερό σύντροφο και περισσότερο πιθανό να έχουν βιαστεί ή να έχουν εμπλακεί σε πορνεία. Παρά το ότι διέτρεχαν μεγαλύτερο κίνδυνο, ήταν λιγότερο πιθανό να έχουν εξεταστεί για λοίμωξη από HIV. Ήταν λιγότερο πιθανό να έχουν λάβει προγενετική φροντίδα κατά τη διάρκεια της τελευταίας κύησης. Είχαν λιγότερες προγραμματισμένες κυήσεις και περισσότερες ανεπιθύμητες. Ήταν πολύ πιο πιθανό να έχουν υποβληθεί σε έκτρωση. Συχνά είχαν υποστεί σωματική βία κατά τη διάρκεια της κύησης. Συνήθως δεν υπήρχε κάποιο πρόσωπο που θα μπορούσε να τις βοηθά στη φροντίδα του παιδιού και η πλειοψηφία αυτών των γυναικών ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στις βασικές ανάγκες των παιδιών τους. Τέλος, ήταν πολύ πιο πιθανό η φροντίδα των παιδιών τους να ανατεθεί σε άλλο πρόσωπο είτε επίσημα, με άρση της επιμέλειας, είτε με ανεπίσημο διακανονισμό. Το ίδιο εύρημα προκύπτει και από τη μελέτη δείγματος 80 γυναικών με ψυχωτικές διαταραχές (Coverdale and Aruffo, 1989), στην οποία φαίνεται ότι ποσοστό 60% των παιδιών τους μεγάλωνε μαζί με άλλα πρόσωπα (συνηθέστερα με πατέρα του παιδιού ή σε θετή οικογένεια).

Οι Joseph και συν. (1999) μελέτησαν γυναίκες με ψύχωση, φιλοξενούμενες σε κοινοτικό ξενώνα. Από τις 52 γυναίκες του δείγματος, 32 ήταν μητέρες (δηλαδή 61,5%) και ανέφεραν πως είχαν τουλάχιστον ένα παιδί. Οι σημαντικότερες δυσκολίες που ανέφεραν οι μητέρες σε σχέση με τη φροντίδα των παιδιών τους ήταν οι ακόλουθες:

  • Μόνο 22% από τις ψυχικά ασθενείς μητέρες είχαν δει τα παιδιά τους κατά τη διάρκεια της προηγούμενης από την εξέταση εβδομάδας.
  • 38% από αυτές δεν είχαν δει τα παιδιά τους για περισσότερο από 2 χρόνια ή δεν μπορούσαν να θυμηθούν πότε ήταν η τελευταία φορά που τα είδαν.
  • Μόνο 21% των μητέρων διατηρούσαν την πλήρη επιμέλεια των παιδιών τους, ενώ το 33% περιέγραφαν διαφορετικά πλαίσια επιμέλειας που διέφεραν μεταξύ των παιδιών που είχαν ή που άλλαξαν για το ίδιο παιδί στη διάρκεια του χρόνου.
  • Μόνο 3 γυναίκες από τις 25, για τις οποίες υπήρχαν στοιχεία για την ευθύνη ανατροφής των παιδιών τους, ανέφεραν πως οι ίδιες είναι το κύριο πρόσωπο φροντίδας. Η πλειοψηφία των μητέρων είτε βοηθούσαν κάποιον άλλο στη φροντίδα του παιδιού (44%) είτε τα παιδιά τους είχαν ανατραφεί από άλλους (44%). Ωστόσο, είναι αξιοσημείωτο πως καμία από τις μητέρες δεν πίστευε πως η συνέχιση της εκτέλεσης του μητρικού τους ρόλου ήταν ασήμαντη. Αντίθετα, όλες οι μητέρες που είχαν παιδιά ανήλικα σημείωσαν πως ήταν πολύ σημαντικό γι’ αυτές να συνεχίσουν να βοηθούν στη φροντίδα των παιδιών τους.
  • Όσον αφορά στις ανάγκες που εξέφραζαν, αυτές είχαν να κάνουν με το αίτημά τους για βοήθεια ώστε να χειριστούν τη θλίψη που βίωναν για τα παιδιά τους (50%). Ένας επίσης σημαντικός αριθμός γυναικών χρειαζόταν βοήθεια για να επανακτήσει την επιμέλεια των παιδιών (43,8%), να μάθουν πώς να είναι μητέρες ή πώς να αποφεύγουν να χτυπούν τα παιδιά τους (Joseph et al., 1999).

Οι Louise και συν. μελέτησαν τα ψυχοκοινωνικά χαρακτηριστικά και τις ανάγκες ενός επιδημιολογικά αντιπροσωπευτικού δείγματος γυναικών με ψυχωτική διαταραχή. 63% των γυναικών του δείγματος είχαν παιδιά. Οι περισσότερες από αυτές είχαν τουλάχιστον δύο παιδιά. Συγκρινόμενες με τις γυναίκες χωρίς παιδιά, οι γυναίκες αυτές δεν παρουσίαζαν σημαντικές κλινικές διαφορές. 22% των γυναικών ανέφερε ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα με τη φροντίδα του παιδιού. Άλλες αναφερόμενες δυσκολίες ήταν: Στέγαση (31%), διατροφή (26%), ημερήσιες δραστηριότητες (39%), σωματικά προβλήματα (37%), ψυχωτικά συμπτώματα (65%), πληροφόρηση (29%), ψυχολογική κατάπτωση (41%), συντροφιά (37%), φιλικές σχέσεις (29%), μεταφορές (70%), επιδόματα (32%). Οι γυναίκες με παιδιά ανέφεραν σημαντικά μεγαλύτερες δυσκολίες στον τομέα των φιλικών σχέσεων και ήταν πιθανότερο να έχουν μεγαλύτερη ηλικία και μη υποστηρικτικό περιβάλλον. Οι ανάγκες των μητέρων που δεν μεγάλωναν οι ίδιες το παιδί τους δεν ήταν σημαντικά διαφορετικές, εκτός από τις δυσκολίες στην παροχή φροντίδας και βασικής εκπαίδευσης. Παράγοντες που σχετίζονταν με το ιστορικό απομάκρυνσης του παιδιού από τη μητέρα ήταν η ψυχιατρική νοσηλεία της μητέρας, η έναρξη της νόσου σε νεαρή ηλικία, η διάρκεια της νόσου, η εμπλοκή με το νόμο και η φυλάκιση, η οικογενειακή κατάσταση των γυναικών [γυναίκες μόνες] και η καταγωγή τους [από την Αφρική ή μετανάστριες] (Louise et al., 2001).

Φαίνεται, επομένως, ότι τα παιδιά γονέων με σχιζοφρένεια βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν διαταραχές στην ψυχοσυναισθηματική και γνωστική τους ανάπτυξη, που είναι εμφανείς από τα πρώτα χρόνια της ζωής τους και θεωρούνται σημαντικές για τη δημιουργία ευπάθειας σε ψύχωση. Δεν έχει αποδειχτεί ότι η ανατροφή των παιδιών από σχιζοφρενείς μητέρες μπορεί από μόνη της να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισης ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων στα παιδιά. Οι επιπτώσεις της ψυχωτικής διαταραχής της μητέρας στα παιδιά εξαρτώνται από την αλληλεπίδραση και άλλων παραγόντων, όπως η βιολογική προδιάθεση και η επίδραση του ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου.

Το ποσοστό των γυναικών που πάσχουν από ψυχωτικού τύπου διαταραχές και είναι μητέρες με ένα ή περισσότερα παιδιά είναι αρκετά υψηλό και φθάνει περίπου τα δύο τρίτα (63%) όπως φαίνεται από τις σχετικές μελέτες. Οι γυναίκες αυτές εκφράζουν την ανάγκη ουσιαστικής ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου υπάρχει σοβαρή λειτουργική επιβάρυνση και έλλειψη υποστηρικτικού οικογενειακού και κοινωνικού πλαισίου, ώστε να είναι ικανές να παρέχουν επαρκή φροντίδα και εκπαίδευση στα παιδιά τους. Τονίζεται επίσης η αναγκαιότητα για προγενετική φροντίδα και οικογενειακό προγραμματισμό.

 

Παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση ψυχοπαθολογίας στα παιδιά

Γενετική επίδραση

Τόσο σε οικογενειακές μελέτες όσο και σε μελέτες διδύμων και υιοθετημένων παιδιών φαίνεται η γενετική σύνδεση της ψυχοπαθολογίας γονέα και παιδιού. Τονίζεται, παράλληλα, ο ρόλος του περιβάλλοντος για την εμφάνιση ή μη ψυχοπαθολογίας στα παιδιά με κληρονομική επιβάρυνση (Beardslee, 1998).

Η πρώιμη ηλικία έναρξης Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής έχει ερμηνευτεί ως ένδειξη γενετικής προδιάθεσης (Radke-Yarrow, 1998). Έρευνες σε παιδιά γονέων με διπολική διαταραχή δείχνουν ότι ένα ιστορικό πρώιμης έναρξης της νόσου αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης διπολικής διαταραχής στους απογόνους (Chang et al., 2000).

Σε μια από τις ελάχιστες μελέτες που περιλαμβάνουν δείγμα τριών γενιών σε σχέση με τον κίνδυνο εμφάνισης Κατάθλιψης βρέθηκε ότι τα παιδιά με επιβάρυνση κλινικής Κατάθλιψης δύο γενιών (γονέας και πρόγονος) παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης αγχωδών διαταραχών στην παιδική ηλικία, οι οποίες αργότερα αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης καταθλιπτικής διαταραχής στην εφηβεία. Οι διασπαστικές (dis-ruptive) διαταραχές του παιδιού, όπως το υπερκινητικό σύνδρομο, φαίνεται ότι συνδέονται με την Κατάθλιψη του γονέα και όχι με την διαταραχή του προγόνου. Διαπιστώθηκε ότι οι διαταραχές αυτές δεν μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, αντιθέτως με την Καταθλιπτική διαταραχή, για την οποία υπάρχει οικογενειακό ιστορικό (Warner et al., 1999).

Σε μελέτες περιπτώσεων υιοθετημένων παιδιών με σχιζοφρένεια παρατηρήθηκε ότι οι βιολογικοί γονείς τους είχαν αυξημένη συχνότητα της νόσου, ενώ δε συνέβαινε το ίδιο με τους θετούς γονείς. Παιδιά των οποίων ο ένας γονέας είχε σχιζοφρένεια παρουσιάζουν δέκα φορές μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου από το γενικό πληθυσμό, ενώ ο κίνδυνος αυξάνεται δεκαέξι φορές σε περιπτώσεις ασθένειας αδελφού και σαράντα φορές σε περιπτώσεις που και οι δύο γονείς νοσούν. Σημαντικά μεγαλύτερη συχνότητα της νόσου έχει βρεθεί σε μονοζυγωτικούς διδύμους, έναντι των διζυγωτικών και σε υιοθετημένα παιδιά που οι φυσικοί τους γονείς είχαν σχιζοφρένεια (16%), έναντι της ομάδας ελέγχου υιοθετημένων παιδιών (1,8%) (Τσιάντης, 2001).

 

Συζυγικές δυσκολίες

Πολύ συχνά η παρουσία ψυχιατρικής διαταραχής σε ένα μέλος του ζευγαριού έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη δυσκολιών στις συζυγικές σχέσεις, παράγοντας που επιβαρύνει την ψυχιατρική διαταραχή ενός εκ των δύο συντρόφων. Δεν είναι σπάνιο άτομα με ψυχιατρική διαταραχή να επιλέγουν για σύντροφό τους άτομα με κάποιας μορφής ψυχοπαθολογία, με συνέπεια να προκαλείται ακόμα μεγαλύτερη επιβάρυνση. Οι συζυγικές δυσκολίες επηρεάζουν γενικά τα οικογενειακά δυναμικά και έχουν άμεση επίδραση στην γονεϊκή ικανότητα των συντρόφων.

 

Γονεϊκή ανεπάρκεια

Η σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή μπορεί να έχει μεγάλη επιρροή στην ικανότητα του γονέα για επίβλεψη, υποστήριξη και φροντίδα του παιδιού του τόσο κατά την διάρκεια των σημαντικών εξελικτικών φάσεων όσο και με τις καθημερινές δυσκολίες και τα σημαντικά γεγονότα της ζωής του.

 

Χρονιότητα και βαρύτητα

Τα παιδιά που μεγάλωσαν με γονέα με χρόνια διαταραχή και μεγάλη βαρύτητα, παρουσιάζουν υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης δικής τους ψυχοπαθολογίας. Αυτός ο παράγοντας είναι ακόμα εντονότερος σε περιπτώσεις ψυχιατρικής διαταραχής και των δύο γονέων. Ωστόσο, τα παιδιά γονέων με σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή αναπτύσσουν μηχανισμούς διαχείρισης και αντιμετώπισης, οι οποίοι τα βοηθούν στην καλύτερη κοινωνική ενσωμάτωση και αντιμετώπιση των δυσκολιών της ζωής (Beardslee, 1998).

 

Η παρουσία συννοσηρότητας στην παθολογία του γονέα

Στις περιπτώσεις συννοσηρότητας της καταθλιπτικής διαταραχής με κάποια άλλη διαταραχή (κυρίως διαταραχή προσωπικότητας), ο δεσμός και η εξέλιξη του παιδιού επηρεάζονται αρνητικά πολύ περισσότερο σε σύγκριση με τις περιπτώσεις στις οποίες οι μητέρες νοσούν μόνο από κλινική κατάθλιψη (Carter et al., 2001).

Παιδιά γονέων με διπολική διαταραχή αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών διαγωγής όταν οι γονείς κάνουν παράλληλα χρήση αλκοόλ ή παρουσιάζουν διαταραχές προσωπικότητας, όπως οριακή και αντικοινωνική διαταραχή (Lapalme et al., 1997).

 

Η ψυχοκοινωνική επιβάρυνση

Το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά γονέων με σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή μπορεί να επηρεάσει με ποικίλους τρόπους την ανάπτυξή τους. Παιδιά, που μεγαλώνουν μαζί με τους ψυχικά διαταραγμένους γονείς τους, αντιμετωπίζουν συχνά ιδιαίτερα δυσμενείς συνθήκες ανατροφής και σοβαρή ψυχοκοινωνική αποστέρηση.

Κάθε παράγοντας από μόνος του αποτελεί επιβάρυνση για την εμφάνιση ψυχοπαθολογίας του παιδιού. Ο συνδυασμός, ωστόσο, περισσότερων του ενός παραγόντων φαίνεται να λειτουργεί πολλαπλασιαστικά στην επιβάρυνση αυτή (Beardslee, 1998).

Στη μεταβίβαση της παθολογίας στα παιδιά μεγαλύτερη σημασία έχουν οι τρέχοντες στρεσσογόνοι παράγοντες, η λειτουργικότητα της μητέρας, καθώς επίσης και η παροχή κοινωνικής υποστήριξης παρά η διάγνωση (Anderson et al., 1993).

 

Προστατευτικοί παράγοντες για την εμφάνιση διαταραχής στα παιδιά

Σημαντικό ποσοστό των παιδιών, που οι γονείς τους πάσχουν από σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή, παρουσιάζουν υψηλό βαθμό ανθεκτικότητας, που φαίνεται να σχετίζεται με την παρουσία προστατευτικών παραγόντων στο ίδιο το παιδί, την οικογένεια και το περιβάλλον. Τα παιδιά αυτά χαρακτηρίζονται από ευκαμψία, ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα. Σε σχετική μελέτη (Beardslee, 1998) διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά αυτά είναι ενεργητικά, έχουν έντονη ενασχόληση με σχολικές και εξωσχολικές δραστηριότητες και μεγάλη αφοσίωση στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

Η ιδιοσυγκρασία του παιδιού, η ικανότητά του να αντιμετωπίζει το στρες, η νοημοσύνη, η αυτοεκτίμησή του και η ύπαρξη υποστηρικτικών σχέσεων στη ζωή του είναι παράγοντες που συμβάλλουν θετικά στην αντοχή του σε δυσμενείς συνθήκες ανατροφής (Σταύρου, 2007).

 

Πρόληψη

Στόχος της πρόληψης στις περιπτώσεις παιδιών γονέων με σοβαρή ψυχιατρική διαταραχή είναι η λήψη μέτρων ώστε να σπάσει ο φαύλος κύκλος λόγω της ψυχολογικής επιβάρυνσης των παιδιών από την ψυχική νόσο των γονέων και τις δυσμενείς ψυχοκοινωνικές καταστάσεις που αυτή συνεπάγεται.

Είναι απαραίτητος ο σχεδιασμός προγραμμάτων πρόληψης, που θα αρχίζουν από την προγεννητική ακόμα περίοδο, με στόχο την κατάλληλη πλαισίωση των οικογενειών με έναν ψυχικά ασθενή γονέα και την πρόληψη του αυξημένου κινδύνου εμφάνισης επιπλοκών κατά τον τοκετό και των μεγάλων ποσοστών θνησιμότητας που παρουσιάζουν αυτά τα παιδιά.

Θα πρέπει να δοθεί βαρύτητα στην πρόληψη της παθολογίας του παιδιού μέσα από την ενίσχυση των χαρακτηριστικών ανθεκτικότητας (resilient traits), τη βελτίωση της επικοινωνίας της οικογένειας σε σχέση με τη νόσο, τη μείωση των ενοχών των γονέων για τη νόσο τους και την καλύτερη κατανόηση της παθολογίας του γονέα από τα παιδιά.

Οι γονείς που πάσχουν από συναισθηματική διαταραχή μπορούν να ζητήσουν βοήθεια στο θέμα της υποστήριξης της συναισθηματικής αντοχής των παιδιών τους. Με την κατάλληλη υποστήριξη, μέσω ατομικών ή οικογενειακών συναντήσεων, οι γονείς μπορούν να ενθαρρύνουν την έκφραση των συναισθημάτων των παιδιών τους, που απορρέουν από την συμβίωση μαζί τους (Focht-Birkets, 2000).

Παράγοντες που έχουν μελετηθεί ως παράγοντες κινδύνου, π.χ. η δυσπροσαρμοστική γονεϊκή συμπεριφορά, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον σχεδιασμό προγραμμάτων πρόληψης. Η ενημέρωση των γονιών για τους τύπους δυσπροσαρμοστικής συμπεριφοράς, που συνδέθηκαν με την ανάπτυξη τέτοιων διαταραχών, και η παροχή βοήθειας ώστε να αλλάξουν τέτοιου είδους συμπεριφορές, όπου αυτές ήδη υφίστανται, είναι μείζονος σημασίας.

Η αξιολόγηση του βαθμού εναισθησίας μπορεί να είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο για τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας του παιδιού όσον αφορά στην εκτίμηση της γονεϊκής καταλληλότητας (επάρκειας) γονέων με συναισθηματική ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή.

Η προσωρινή απομάκρυνση του παιδιού από την οικογένεια και η φιλοξενία του σε κατάλληλο υποστηρικτικό περιβάλλον μπορεί να λειτουργήσει ανακουφιστικά τόσο για το ίδιο το παιδί όσο και για το γονέα για όσο διάστημα δεν είναι σε θέση να το φροντίζει λόγω της ψυχικής του διαταραχής. Στην Αθήνα, λειτουργεί πιλοτικά, από το 2006, ο ξενώνας «Μελία» της ΕΨΥΠΕ, ο οποίος φιλοξενεί μικρό αριθμό παιδιών, ηλικίας 5 έως 12 ετών, των οποίων οι γονείς δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο γονεϊκό ρόλο εξαιτίας προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζουν.

Οι περισσότερες μελέτες εστιάζουν την προσοχή τους αποκλειστικά στις ψυχικά ασθενείς μητέρες, ενώ ελάχιστες είναι οι μελέτες που συμπεριλαμβάνουν την ψυχική νόσο του πατέρα και την επίπτωσή της στα παιδιά. Η μεγάλη σημασία του ρόλου του πατέρα στη φυσιολογική ανάπτυξη των παιδιών καταδεικνύει την ανάγκη να δοθεί περισσότερη έμφαση στη μελέτη των επιπτώσεων στις περιπτώσεις εκείνες που ο πατέρας πάσχει από σοβαρή ψυχική διαταραχή

Στο χώρο της Ψυχικής Υγείας χρειάζεται να γίνει σύγκλιση των υπηρεσιών που ασχολούνται με ενήλικες και παιδιά, ώστε η διαγνωστική εκτίμηση να εκτείνεται και στα παιδιά, με στόχο την έγκαιρη παρέμβαση στα πιθανά συμπτώματα και την κατανόηση, τόσο από τους γονείς και τα παιδιά όσο και από τους ειδικούς που ασχολούνται με τις οικογένειες αυτές, του νοήματος της ψυχικής διαταραχής των γονέων, των επιπτώσεων της στην ψυχική υγεία των παιδιών, αλλά και της επίδρασης της γονεϊκότητας (θετική ή αρνητική) στην ψυχική υγεία του πάσχοντος γονέα. Χρειάζεται επίσης να αναγνωριστούν οι ιδιαίτερες ψυχοκοινωνικές ανάγκες αυτών των οικογενειών και να ληφθούν μέτρα για την αντιμετώπισή τους.

Είναι σημαντική η ενημέρωση και η ευαισθητοποίηση των άλλων ιατρικών ειδικοτήτων (παιδίατροι, γυναικολόγοι), με στόχο την πρώιμη ανίχνευση αυτών των οικογενειών υψηλού ψυχιατρικού κινδύνου και την παραπομπή τους στις κατάλληλες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, ώστε να υπάρξει πρώιμη πρόληψη και απαραίτητη επαγγελματική βοήθεια και παρέμβαση όπου αυτές ήδη χρειάζονται.

Στο χώρο της Εκπαίδευσης χρειάζεται να γίνουν προληπτικές παρεμβάσεις (ενημέρωση -ευαισθητοποίηση γονέων και εκπαιδευτικών), ώστε να εντοπίζονται οι οικογένειες με ψυχικά ασθενή μέλη και να παραπέμπονται στις αντίστοιχες ψυχιατρικές υπηρεσίες της κοινότητας.

Αποφασιστική σημασία, τέλος, για την επίτευξη των παραπάνω στόχων έχει η οργάνωση των Ψυχιατρικών και Παιδοψυχιατρικών Υπηρεσιών σε ολόκληρη τη χώρα και η στελέχωσή τους με επιστημονικό προσωπικό, η οποία θα συμβάλλει στην εφαρμογή προγραμμάτων πρόληψης, τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών, την έρευνα και την αλλαγή της κοινωνικής στάσης απέναντι στην ψυχική νόσο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ainsworth MDS, Blehar MC, Waters E, Wall S, Patterns of attachment: A psychological study of the strange situation. Hillsdale, New Jersey: Lawrence Earlbaum Associates, 1978.

Akiskal HS. Developmental pathways to bipolarity: Are juvenile-onset depressions pre-bipolar? J Am Acad Child Adolesc Psychiatry 1995, 34, 6, 754-763.

American Psychiatric Association: Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, 4th Ed. (DSM IV) Washington DC, 1994.

Anderson CA, Hammen CL. Psychosocial outcomes of children of unipolar depressed, bipolar, medically ill, and normal women: a longitudinal study. J Consult Clin Psychol 1993, 61, 3, 448-54.

Beardslee WR, Versage EM, Giadstone Tracy RG. Children of affectively ill parents: a review of the past 10 years. J Am Acad Child Adolesc Psychiatry, 1998, 37, 11, 1134-1141.

Βορριά Π, Παπαληγούρα Ζ. Η Θεωρία του Δεσμού. Παιδί και έφηβος, Τόμος 1, Τεύχος 2, 27-40. 1999.

Carter AS, Garrity-Rokous FE, Chazan-Cohen R, Little Ch, Briggs-Gowan MJ: Maternal Depression and Comorbidity: Predicting Early Parenting, Attachment Security, and Toddler Social – Emotional Problems and Competencies; J Am Acad Child Adolesc. Psychiatry, 2001, 40, 1, 18-26.

Chang KD, Blasey CM, Ketter TA, Steiner H, Temperament characteristics of child and adolescents bipolar offspring. J Affect Disord 2003, 77, 1, 11-9.

Conrad M. and Hammen C. Protective and resource factors in high- and low-risk children: a comparison of children with unipolar, bipolar, medically ill, and normal mothers. Development and Psychopathology, 1993, 5, 593-607.

Cornblatt B., Keilp J.G. Impaired attention, genetics and the pathophysiology of schizophrenia. Schizophrenia Bulletin, 1994, 20, 1, 31-46.

Coverdale JH, Aruffo JA. Family planning needs of female chronic psychiatric outpatients American Journal of Psychiatry 1989, 146, 11, 1489-1491.

Davenport Y, Zahn-Waxler C, Adland M, Mayfield A. Early child rearing practices in families with a manic – depressive parent. American Journal of Psychiatry, 1984, 141, 230-235.

DelBello MP, Geller B. Review of studies of child and adolescent offspring of bipolar parents. Bipolar Disord. 2001, 3, 6, 325 -34.

Focht-Birkerts L. A child’s experience of parental depression: encouraging relational resilience in families with affective illness. Family Process 2000, 39, 417-434.

Gaensbauer T, Harmon R, Cytryn R, Mc Knew D. Social and affective development in infants with a manic – depressive parent. American Journal of Psychiatry, 1984, 141, 223 -229.

Henin A, Biederman J, Mick E, Sachs GS, Hirshfeld-Becker DR, Siegel RS, McMurrich S, Grandin L, Nierenberg AA. Psychopathology in the offspring of parents with bipolar disorder: a controlled study. Biol Psychiatry 2005, 58, 7, 554 -61.

Higgins J, Gore R,Gutkind D, MednicK SA,Parnas J, Schulsinger F, Cannon TD. Effects of child-rearing by schizophrenic mothers: a 25-year follow-up. Acta Psychiatr Scand 1997, 96, 402-404.

Hirshfeld-Becker DR, Biederman J, Henin A, Faraone SV, Dowd ST, De Petillo LA, Marcowitz SA, Rosenbaum JF. Psychopathology in the young offspring of parents with bipolar disorder: a controlled pilot study. Psychiatry Res 2006, 145, (2-3), 155 -67.

Joseph PG, Joshi SV, Lewin AB, Abrams M. Characteristics and perceived needs of mothers with serious mental illness. Psychiatr Serv 1999, 50, 10, 1357-9.

Klimes-Dougan B, Free K, Ronsaville D, Stilwell J, Welsh CJ, Radke-Yarrow M. Suicidal ideation and attempts: a longitudinal investigation of children of depressed and well mothers. J Am Acad Child Adolesc Psychiatry, 1999, 38, 6, 651-659.

Kremen WS, Seidman LJ, Pepple JR, Lyons MJ, Tsuang MT, Faraone SV. Neuropsychological risk indicators for schizophrenia: A review of family studies. Schizophrenia Bulletin, 1994, 20, 1, 103-118.

Lapalme M, Hodgins S, LaRoche C. Children of parents with bipolar disorder: a metaanalysis of risk for mental disorders. Can J Psychiatry, 1997, 42, 623-631.

Lieb R, Isensee B, Hofler M, Pfister H, Wittchen H-U. Parental major depression and the risk of depression and other mental disorders in offspring. Arch Gen Psychiatry, 2002, 59, 365-374.

Miller LJ., Finnerty M. Sexuality, pregnancy, and childrearing among women with schizophrenia-spectrum disorders. Psychiatric Services 1996, 47, 5, 502-506.

Minde K. Εffect of disordered parenting on the development of children. In Lewis M. (ed). Child and Adolescent psychiatry, Williams & Wilkins, 1996, 398-410.

Mullick M. Miller L, Jacobsen T. Insight into mental illness and child maltreatment risk among mothers with major psychiatric disorders. Psychiatr Serv 2001, 52, 4, 488-92.

Nagata M, Nagai Y., Sobajima H., Ando T., Nishide Y., Honjo S.; Maternity blues and attachment to children in mothers of full-term normal infants. Acta Psychiatr Scand, 2000, 101, 209-217.

Näslund B, Persson-Blennow I, Mc Neil T, Kaij L, Malmquist-Larson A. Offspring of women with nonorganic psychosis: infant attachment to the mother at one year of age. Acta Psychiatr Scand. 1984, 69, 231-241.

Näslund B, Persson-Blennow I, McΝeil T, Kaij L, Malmquist-Larson A. Deviations on exploration, attachment and fear of strangers in high-risk and control infants at one year of age. American Journal of Orthopsychiatry 1984, 54, 4, 569-577.

Oyserman D, Mowbray CT, Allen Meares P, Firminger K. (2000) Parenting Among Mothers with a Serious Mental Illness. American Journal of Orthopsychiatry, 2000 70, 3, 296-315.

Preisig M. Offspring of parents with mood disorders. Acta Psychiatr Scand Suppl 2002, 411, 105, 11-12.

Radke Yarrow M. Children of Depressed Mothers. Cambridge University Press, 1998.

Reichart CG, van der Ende J, Wals M, Hillegers MH, Nolen WA, Ormel J, Verhulst FC. Social functioning of bipolar offspring. J Affect Disord 2007, 98, 3, 207-13.

Reichart CG, van der Ende J, Hillegers MH, Wals M, Bongers LI, Nolen WA, Ormel J, Verhulst FC. Perceived parental rearing of bipolar offspring Acta Psychiatr Scand. 2007, 115, 1, 21-8.

Romero S, DelBello MP, Soultullo CA, Stanford K, Strakowski SM. Family environment in families with versus families without parental bipolar disorder: a preliminary comparison study. Bipolar Disord 2005, 7, 6, 617-22.

Sameroff A.J, Seifer R, Barocas R. Impact of parental psychopathology: Diagnosis, severity, or social status effects? Infant Mental Health Journal, 1983, 4, 236-249.

Singh MK, DelBello MP, Stanford K , Soultullo CA, McDonought-Ryan P, McElroy SL, Strakowski SM. Psychopathology in children of bipolar parents. J Affect Disord 2007, 102, 1-3, 131-6.

Strauss JS, Harder DW, Chandler M. Egocentrism in children of parents with a history of psychotic disorder. Arch Gen.Psychiatry 1979, 36, 191-196.

Σταύρου Ε. Η αλληλεπιδραστική σχέση γονέα-παιδιού ως κεντρικός μοχλός στην ανάπτυξη του παιδιού και στην πρόληψη της εμφάνισης ψυχοπαθολογίας. Στο: Θέματα Ψυχοδυναμικής και Ψυχοκοινωνικής Παιδοψυχιατρικής. Εκδόσεις Καστανιώτη 2007.

Τσιάντης Γ, Χαντζαρά Β. Παιδικές Ψυχώσεις. Τσιάντης Γ. (επιμ.) Εισαγωγή στην Παιδοψυχιατρική, Εκδ. Καστανιώτη 2001, 209-241.

Warner V, Weissman M, Mufson L, Wichramaratne P. Grandparents, Parents, and Grandchildren at High Risk for Depression: A Three Generation Study; J Am Acad Child Adolesc. Psychiatry 1999, 38, 3, 289-296.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.