Παναγιώτης Πεφάνης
Φυσικός,
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας της Eπιστήμης του EMΠ.
Διδάσκει στο Eλληνικό Aνοικτό Παν/μιο της Πάτρας
σύναψις 13 [2009 – τόμος 05]
Α. Εισαγωγή
Η Βασισμένη σε Τεκμήρια Ιατρική [ΒΤΙ] είναι, όπως εύστοχα παρατηρεί ο E. Pellegrino [2002], το νεότερο όνομα για μια πολύ παλιά ιδέα. Από την Ιπποκρατική εποχή, στο Περί Αρχαίας Ιατρικής, περιγράφονται τρόποι που βοηθούν τους γιατρούς να αποφασίζουν ορθολογικά με βάση τα καλύτερα δυνατά τεκμήρια που προκύπτουν από την εμπειρική παρατήρηση. Από τους Ιπποκρατικούς στον Γαληνό, την Αραβική Ιατρική, τον κλινικό εμπειρισμό του Sydenham, τον Bichat, την κλινική σχολή του Παρισιού, τον C. Bernard, ως και την σύγχρονη βιοϊατρική, το αίτημα αυτό παραμένει το ίδιο: η καλύτερη δυνατή θεραπεία για τον ασθενή να αποφασίζεται με βάση την πιο αξιόπιστη σε κάθε περίσταση τεκμηρίωση.
Κι όμως, οι περισσότεροι αναλυτές, ανεξάρτητα αν τηρούν κριτική στάση ή στηρίζουν την ΒΤΙ, την εμφανίζουν ως ένα Νέο Παράδειγμα για την Ιατρική Πρακτική, το οποίο έρχεται σε αντίθεση –κατ’ άλλους σε ανοικτή σύγκρουση– με την παραδοσιακή υπόσταση της Ιατρικής ως θεραπευτικής τέχνης βασισμένης στην αυθεντία του έμπειρου κλινικού. Εμφανίζεται επίσης ως ανάχωμα στην αυθαιρεσία της αυθεντίας του κάθε κλινικού γιατρού, ο οποίος δοκιμάζει ανέλεγκτες μεθοδολογίες βασισμένος στην αμφιλεγόμενη εμπειρία του.

Είναι άραγε τα πράγματα τόσο απλά και ξεκάθαρα; Πιστεύω πως όχι και θα το στηρίξω αναφερόμενος σε τρία προβλήματα. Τον ορισμό της ΒΤΙ, την έννοια του τεκμηρίου και τη σχέση του τεκμηρίου με την τεκμηρίωση στο περιβάλλον μιας κλινικής πρακτικής.
Β. Τα βασικά επιστημολογικά προβλήματα
1. Το πρόβλημα του ορισμού
Το κίνημα της ΒΤΙ άρχισε να αναπτύσσεται έντονα στη Δύση ήδη από τις αρχές της Δεκαετίας του 1990, ως σύστημα αντίθετο στην αυθεντία της προκατειλημμένης ατομικής εμπειρίας. Το 1992, η αμερικανική ομάδα εργασίας για την ΒΤΙ την ορίζει ως «νέο Παράδειγμα για την Ιατρική» που δίνει «λιγότερη έμφαση στην διαίσθηση, την ασυστηματοποίητη κλινική εμπειρία […] και επικεντρώνει στην εξέταση των τεκμηρίων της κλινικής έρευνας», απαιτώντας «νέες ικανότητες από το γιατρό, όπως επαρκή έρευνα βιβλιογραφίας και εφαρμογή τυπικών κανόνων για την τεκμηριωμένη αξιολόγησή της».
Κατά τον πρωτοπόρο της προώθησής της, D. Sackett [Sackett et al., 2000], η ΒΤΙ ορίζεται ως «η συνειδητή, συνεπής και συνετή χρήση των καλύτερων τεκμηρίων της τρέχουσας έρευνας στην λήψη αποφάσεων για τον “ατομικό ασθενή” προσθέτοντας στις επιζητούμενες ικανότητες μια σειρά από “εξωτερικές αρετές”: την ευσυνειδησία, την σύνεση και τη σαφήνεια».
Κατά το Εγχειρίδιο του Πανεπιστημίου του Τορόντο [Sackett et al., 2000], η ΒΤΙ ορίζεται ως «ο ολοκληρωμένος συνδυασμός των καλύτερων τεκμηρίων της έρευνας με την κλινική πείρα και τις αξίες του ασθενούς».
Τις παραπάνω προσεγγίσεις θα τις χαρακτήριζα ως θεμελιωτιστικές, στο μέτρο που βασίζονται σε μια σειρά από ρητές ή άρρητες πεποιθήσεις με βαθιές ρίζες στη θετικιστική παράδοση, οι οποίες έχουν ως αφετηρία τη θέση πως η επιστημονική διαδικασία είναι μεθοδολογικά ενιαία και στοχεύει στην αντικειμενική αλήθεια.
Έναντι αυτής της οπτικής έχουν διαμορφωθεί δύο τουλάχιστον εναλλακτικές προσεγγίσεις:
2. Το πρόβλημα των τεκμηρίων
Όλες οι αναλύσεις τελικά διασταυρώνονται στην αντιπαράθεση σχετικά με το επιστημολογικό περιεχόμενο των εννοιών τεκμήριο και τεκμηρίωση μιας κλινικής απόφασης.
Ξεκινάμε από την πρώτη έννοια, από το τεκμήριο: Οι υποστηρικτές της θεμελιωτιστικής οπτικής, αλλά και ο «στοχαστικός ρεαλισμός» αποδίδουν το κύρος του ισχυρού τεκμηρίου στα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις λεγόμενες «τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές», τις μεταναλύσεις, τις πειραματικές έρευνες στις βασικές επιστήμες.
Στο προαναφερθέν Εγχειρίδιο του Τορόντο [Sackett et al 2000], αναφέρεται καθαρά πως «το καλύτερο τεκμήριο είναι η κλινικά σχετική έρευνα από τις βασικές επιστήμες, ιδιαίτερα όμως οι επικεντρωμένες στον ασθενή κλινικές έρευνες [οι οποίες] αντικαθιστούν τις προηγούμενες με πιο ισχυρά, πιο ακριβή, πιο αποτελεσματικά και ασφαλή συμπεράσματα».
Για τον Sackett et al [2000], η ΒΤΙ απαιτεί ως προϋπόθεση την ύπαρξη «εξωτερικών τεκμηρίων» τα οποία προέρχονται από «στέρεο επιστημονικό» σχέδιο έρευνας και αξιολογούνται με το κριτήριο της ποσοτικοποίησης: όσο πιο ποσοτική είναι η μορφή τόσο πιο αξιόπιστο είναι το κριτήριο.
Οι Popay & Williams [1998], στο ίδιο κλίμα, θεωρούν πως τα τεκμήρια πρέπει απαραίτητα να είναι ποσοτικά θεμελιωμένα σε τυχαιοποιημένες κλινικές έρευνες και αντίστοιχες αναλύσεις καθώς «δεν υπάρχει αλήθεια θεμελιωμένη σε κοινωνικά πλαίσια».
Σε αυτές τις τελευταίες φράσεις βρίσκεται η επιστημολογική βάση όλων αυτών των απόψεων. Τα τεκμήρια πρέπει πάντα να θεμελιώνονται σε απροκατάληπτη και «εξωτερική», ως προς τα υποκείμενα, γνώση, που προκύπτει από μια αντίστοιχη διαδικασία που στοχεύει εύλογα σε μια υπαρκτή και προσβάσιμη αντικειμενική αλήθεια.
Οι κριτικές επικεντρώνονται σε αυτή τη θέση και κυρίως σε δύο συνιστώσες της:
Πιστεύω πως αυτές οι κριτικές αναδεικνύουν το κύριο πρόβλημα της ΒΤΙ, την αντίφασή της με την επιστημολογική υπόσταση του κλινικού εγχειρήματος. Σε αυτό θα επανέλθω παρακάτω. Ας δούμε προς το παρόν τις εναλλακτικές απόψεις.
Η μόνη γνωστή σε μένα εναλλακτική στο θεμελιωτισμό προσέγγιση, που βλέπει το τεκμήριο ως έννοια αυτόνομη, επιστημολογικά εξωτερική στο κλινικό εγχείρημα, είναι αυτή του Parker [2002]. Εντάσσοντας το τεκμήριο στον «στοχαστικό ρεαλισμό» του, o Parker αναζητά το πιθανοκρατικό ποσοτικό τεκμήριο με πηγές τόσο στη βασική επιστήμη όσο και στην κλινική έρευνα. Η ΒΤΙ στοχεύει σε ακρίβεια και κατευθυντικότητα και με αυτή την στόχευση δεν βασίζεται στο μύθο του μέσου ασθενούς, αλλά σε ιδιαίτερους ασθενείς, στους οποίους εφαρμόζεται ένας στοχαστικός ποσοτικός νόμος της επιστήμης που προσεγγίζει σε διαφορετικό για τον καθένα βαθμό την περίπτωσή τους. Δεν χρειάζεται, κατά τον Parker, εμμονή στην εξάλειψη ατομικών διαφορών και προτιμήσεων, απλά η συνειδητή παραδοχή πως στην εφαρμογή των τεκμηρίων σε κάθε άτομο μπορούν να βρεθούν –εκτός από διαφορές– και κοινά στοιχεία στα οποία θα βασιστεί η αποτελεσματικότητα.
3. Το πρόβλημα της τεκμηρίωσης.
Η επιχειρηματολογία στον κλινικό διάλογο.
Οι πλαισιακές προσεγγίσεις, στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια, εντάσσουν το τεκμήριο ως αναπόσπαστο εσωτερικό μέρος στην διαδικασία της επιχειρηματολογίας, όπως αυτή εξελίσσεται σε κάθε πλαίσιο κλινικής πρακτικής, και επικεντρώνονται στο πώς αυτή η διαδικασία επιδρά στο ίδιο του το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα της εφαρμογής.
Σύμφωνα με τους Zarkovich-Upshur-Collak [2002], το τεκμήριο συλλαμβάνεται σε δύο πλαίσια, το επιστημονικό και το κοινωνικό-προσωπικό και αποτελεί απλά το μέσο για την αξιολόγηση υποθέσεων με επίγνωση της αβεβαιότητας που περικλείει. Κάτι που εγγυάται και τεκμηριώνει σε ένα πλαίσιο, μπορεί να μην εγγυάται και να μην τεκμηριώνει σε ένα άλλο. Δεν υπάρχει καθολικό πλαίσιο δικαιολόγησης για την επάρκεια των τεκμηρίων.
Στο βιβλίο του Η νέα διαλεκτική: Διαλογικά πλαίσια του επιχειρήματος, o Walton [1998] εκτιμά πως τα ερευνητικά τεκμήρια δεν είναι ούτε αναγκαία ούτε ικανά στην διαδικασία λήψης κλινικών αποφάσεων. Οι κρίσεις και οι αποφάσεις στο πλαίσιο κλινικής πρακτικής προκύπτουν από πρακτικούς προθετικούς συλλογισμούς και εκφέρονται με επίγνωση του γεγονότος πως τα κλινικά τεκμήρια και οι ισχυρισμοί που βασίζονται σε αυτά είναι πλαισιακά εξαρτημένοι, ήτοι έχουν περιορισμένο χρόνο ζωής, στοχαστικό χαρακτήρα και εγγενή επαληθευσιμότητα. Για να στηρίξει μεθοδολογικά την πλαισιακότητα της εφαρμογής των τεκμηρίων, ο Walton προχωρά σε μια σχηματική, κατά τη γνώμη μου, αλλά μεθοδολογικά χρήσιμη διάκριση έξι πλαισίων διαλόγου1 ανάμεσα στους εμπλεκόμενους στην κλινική πρακτική. Είναι ακόμη σημαντική η άποψή του πως, εντός των πλαισίων αυτών, η κλινική διαλεκτική περιγράφεται καλύτερα με σύνθεση μορφών άτυπης λογικής που βασίζονται στην φυσική γλώσσα και συνδυάζουν κλινική εμπειρία, αξίες και τεκμήρια ερευνών σε ισότιμη βάση. Κατά την γνώμη μου, όμως, το σημαντικότερο στην ανάλυση του Walton είναι πως αναδεικνύει μια καίρια επιστημολογική αντίφαση: ενώ η κλινική διαδικασία ως συνδυασμός των έξι πλαισίων είναι διαλεκτική, δυναμική και πλαισιακή, με το ρόλο του τεκμηρίου διαφορετικό σε κάθε πλαίσιο, η κυρίαρχη σήμερα οπτική της ΒΤΙ την αντιλαμβάνεται ως ανεξάρτητη του πλαισίου, κατευθυνόμενη στην αποκάλυψη μιας ενιαίας αλήθειας, αυστηρά προσηλωμένη στην επιστημονική εγκυρότητα όπως αυτή κρίνεται με θεμελιωτιστικά κριτήρια.
Υπάρχει μια όψη της κλινικής πραγματικότητας που, ενώ υπόρρητα περιέχεται στις διάφορες πλαισιακές προσεγγίσεις, δεν αναδεικνύεται με σαφήνεια. Αυτή αφορά τον ρόλο της επικοινωνίας των εμπλεκομένων στη διαδικασία της κλινικής τεκμηρίωσης. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση του ρόλου αυτού είναι αυτή του Widder [2004]. Έχοντας, όπως προαναφέρθηκε, θέσει το πρόβλημα της γνώσης της υποκειμενικής εμπειρίας ενός ασθενούς, ο Widder υποστηρίζει τη σαφή επιστημολογική προτεραιότητα της αρρώστιας έναντι του νοσήματος, θεωρώντας πως το δεύτερο προκύπτει εννοιολογικά από την πρώτη.
Ο δρόμος που προτείνει για την γνώση της υποκειμενικής εμπειρίας της αρρώστιας, είναι η εμπαθής διαπροσωπική επικοινωνία, καθώς μόνο μέσω αυτής μπορούμε να επιτύχουμε δύο αλληλένδετους στόχους: Πρώτον, αλληλοκατανόηση αξιών και επιθυμιών. Δεύτερον, κατανόηση του τι μετατρέπει μια αντικειμενική κατάσταση βιολογικής διακύμανσης σε προσωπικά βιούμενη παθολογική διεργασία. Εκτιμά, βεβαίως, πως είναι αδύνατο να είναι πλήρης η επίτευξη και των δύο αυτών στόχων. Η κατανόηση της υποκειμενικής εμπειρίας του άλλου δεν είναι ποτέ πλήρης και αυτό δεν αίρεται στο φως οποιωνδήποτε τεκμηρίων. Όμως, η εμπαθής επικοινωνία αποκαλύπτει τους λόγους που καθιστούν ένα συγκεκριμένο άνθρωπο άρρωστο και όχι απλά τις βιολογικές αιτίες του νοσήματός του. Αναλύονται ακόμη οι εμπειρίες απειλής της ζωτικότητας και αυτό οδηγεί σε προσωπικής φύσης επιλογές αντιμετώπισης των συγκεκριμένων προβλημάτων που τις προκαλούν. Κατά συνέπεια, η επικοινωνία αποτελεί αναπόσπαστο επιστημολογικό μέρος της διαδικασίας τεκμηρίωσης. Είναι μέθοδος ουσιαστική, στο μέτρο που υλοποιείται με την συναίσθηση της αβεβαιότητας, αλλά και την επίγνωση πως χωρίς αυτή μόνο τυχαία μπορεί κάποιος να προσεγγίσει με πληρότητα το συγκεκριμένο πρόβλημα ενός ασθενούς.
4. Σύνοψη του διαλόγου – Οι θεμελιωτιστικές προκαταλήψεις και η πλαισιακή απάντηση
Συνοψίζοντας τον διάλογο για την υπόσταση και τη διαδικασία της ΒΤΙ, διαπιστώνω πως οι διαφωνίες έχουν ως υπόβαθρο αντιπαραθέσεις επιστημολογικών πεποιθήσεων – προκαταλήψεων. Για παράδειγμα στις θεμελιωτιστικές προσεγγίσεις κυριαρχούν πεποιθήσεις όπως ότι:
Η βαθιά προκατάληψη, που διακατέχει το θεμελιωτισμό και βρίσκεται στη βάση όλων αυτών των πεποιθήσεων, συνδέεται με την αντίληψη περί υπεροχής της επιστήμης ως τρόπου σκέψης και δράσης, με τις δικές του ιδιαίτερες, καθολικά αποδεκτές κανονιστικές αρχές, αλλά και υπονοεί την παραδοχή πως υπάρχει ένα ιδιαίτερο πλαίσιο αξιών, προτύπων ζωής και σχέσεων που περιχαρακώνει την επιστήμη ως ιδιαίτερη κοινωνική δραστηριότητα.
Στις ίδιες περίπου πεποιθήσεις στηρίζεται και ο στοχαστικός ρεαλισμός του Parker [2002]. Όμως η έμφαση που δίνει στην πιθανοκρατική φύση των τεκμηρίων συνδυάζεται με μια ενδιαφέρουσα πρόταση για την εξατομίκευση της εφαρμογής της BTI με επίγνωση της αβεβαιότητας που πηγάζει από την στοχαστικότητα της κλινικής διαδικασίας.
Οι πλησιέστερες στην προσωπική μου επιστημολογική ματιά προσεγγίσεις είναι οι πλαισιακές. Παρά το σχηματικό χαρακτήρα που πιστεύω πως έχουν τα διαλογικά πλαίσιά του, ο Walton αναδεικνύει μια δυναμική, πλαισιακά εξαρτημένη, αξιακά φορτισμένη επιστημολογική υπόσταση για το κλινικό εγχείρημα. Από την άλλη, ο Widder εμφανίζεται να κάνει μια διχοτομική επιστημολογική διάκριση με την οποία δεν συμφωνώ πλήρως: σκληρά πειραματικά τεκμήρια –αποκαλύπτουν μόνο τη βιολογική διαταραχή και τις αιτίες της, έναντι τεκμηρίων επικοινωνίας– αποκαλύπτουν μόνο την προσωπικά βιούμενη αρρώστια και τους λόγους της. Όμως είναι σημαντικό επιστημολογικά το όριο που θέτει και του οποίου θεωρεί πως πρέπει να έχει επίγνωση κάθε εμπλεκόμενος: δεν είναι δυνατό να κατανοήσει κάποιος πλήρως το υποκειμενικό βίωμα του άλλου. Η δυναμική διαδικασία εμπαθούς επικοινωνίας που προτείνει αποτελεί σίγουρα μια αναπόσπαστη συνιστώσα της κλινικής πρακτικής με ιδιαίτερα σημαντικό καταδεικτικό και αποφασιστικό βάρος.
Γ. Ορισμένες θέσεις για μια πλαισιακή περιγραφή της κλινικής πρακτικής2
Με όσα θα ακολουθήσουν προτείνονται κάποιες παράμετροι που κατατείνουν, στο μέτρο του δυνατού, στη διαμόρφωση της προοπτικής για μια πλαισιακή περιγραφή της κλινικής πραγματικότητας και το ρόλο της ΒΤΙ σε αυτή.
1. Η απάντηση στους διχοτομικούς διαχωρισμούς: διάκριση λειτουργική με διαπλοκή και αλληλεπίδραση
Η άποψη που επιχειρείται να συγκροτηθεί εδώ έρχεται σε αντίθεση με οποιαδήποτε εκδοχή κάθετης διχοτομικής επιστημολογικής διάκρισης ανάμεσα σε έννοιες, διαδικασίες και πρακτικές όπως:
Μια διχοτομική διάκριση των παραπάνω υπονοεί πως οι έννοιες, ορισμοί, θεωρίες ή κανονιστικές παραδοχές της κλινικής Ιατρικής μπορούν να έχουν σαφή:
Αυτές οι προϋποθέσεις δεν μπορούν να ισχύσουν στο βαθμό που κατά την διαδικασία διαμόρφωσης, ελέγχου και εφαρμογής των όποιων γενικεύσεων υπεισέρχονται οι αυθόρμητες φιλοσοφικές προκαταλήψεις του κάθε ανθρώπου που εμπλέκεται σε αυτή με οποιοδήποτε ρόλο. Κατά συνέπεια στο περιεχόμενό τους υπάρχει και κυμαινόμενη ασάφεια και διαπλοκή.
2. Εγγενής αβεβαιότητα
Η αβεβαιότητα υπεισέρχεται σε κάθε πτυχή της κλινικής δραστηριότητας ως εγγενής συνιστώσα που προκύπτει από το συνδυασμό τριών αλληλένδετων μεταξύ τους αστάθμητων παραγόντων:
Στο βαθμό που ένας μελετητής έχει ενσυνείδητα παραδεχθεί την εγγενή φύση της αβεβαιότητας, ο περιορισμός της αποτελεί μια εύλογη στόχευση σε συνδυασμό με συνεχή προσπάθεια διαχείρισής της στις συνθήκες που επιβάλλονται από τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης συγκυρίας.
3. Μια απάντηση στο δίλημμα θεμελιωτισμός ή σχετικισμός: Πλαισιακή ορθολογικότητα
Έχω την γνώμη πως, ιδιαίτερα στο περιβάλλον της καθημερινής κλινικής πρακτικής με τα χαρακτηριστικά που περιγράφηκαν προηγούμενα, δεν υπάρχει, ούτε είναι δυνατό να διαμορφωθεί, ενιαίο διαχρονικό και καθολικής αποδοχής σώμα κριτηρίων, σύμφωνα με το οποίο να μπορεί να κριθεί η ορθολογικότητα μιας πρακτικής, μιας μεθόδου, ενός συλλογισμού ή μιας γενίκευσης. Η ορθολογικότητα αυτή μπορεί να κριθεί μόνο πλαισιακά, δηλαδή μέσα στα όρια του συγκεκριμένου πλαισίου κλινικής πρακτικής. Οι βεβαιότητες, οι συναφείς αλήθειες, με άλλα λόγια οι οντολογικές και μεθοδολογικές παραδοχές, εμποτισμένες με το πλέγμα αξιών που επιβάλλεται στις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης, συγκροτούν ένα πλαισιακά καθορισμένο σώμα κριτηρίων με το οποίο κρίνεται η ορθολογικότητα. Κατά συνέπεια, η δομή και το περιεχόμενο των κριτηρίων καθορίζονται με βάση τις προδιαγραφές που διαμορφώνουν οι ιδιαίτερες εκφάνσεις των διαφόρων στοιχείων του κανόνα εντός του πλαισίου της συγκεκριμένης πρακτικής.
4. Η κλινική Ιατρική ως σχέση
Η κλινική Ιατρική με τις παραπάνω προκείμενες, θεωρώ πως έχει το δικό της αυτόνομο ρόλο ως επιστημονικό πεδίο με τα δικά του ειδικά χαρακτηριστικά, τα οποία διαμορφώνουν την ιδιαίτερη υπόστασή του, κατ’ αρχάς ως σιωπηρές κανονιστικές παραδοχές,3 σε ορισμένες όμως περιστάσεις ως ρητοί κανόνες. Αυτές οι ιδιαιτερότητες μπορούν σε αδρές γραμμές να ταξινομηθούν σε τρεις αλληλένδετες ομάδες:
Σε ατομικό επίπεδο, η μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου ως πολυσύνθετης ενιαίας οντότητας, στο μέτρο που εκδηλώνεται,
Όλοι αυτοί οι λόγοι συμβάλουν, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, ως επιχειρήματα στην ενίσχυση της θέσης για την ενδεικτικότητα της κλινικής γνώσης. Όπως και αλλού έχει αναφερθεί, η γνώση αυτή συνιστά ένα υβρίδιο που συγκροτείται από ένα μίγμα γνωσιακών, οι οποίες καλύπτουν ένα συνεχές φάσμα από την τυπικά επιστημονική και απρόσωπη γνώση εννοιών και οντοτήτων (γνώση τρίτου προσώπου) ως την καθαρά βιωματική προσωπική γνώση σχέσεων, αξιών, ιδιαιτέρων πρακτικών και δεσμεύσεων (γνώση πρώτου προσώπου).4
Στην καθημερινή του πρακτική, ο κλινικός γιατρός αντιμετωπίζει καταστάσεις στις οποίες η μοναδικότητα και το αναντικατάστατο των δεδομένων έχουν αποφασιστική σημασία και έντονη αξιακή φόρτιση, στο μέτρο που καθορίζουν, συχνά με μη αναστρέψιμο τρόπο, την πορεία της ζωής ανθρώπινων υπάρξεων. Σε παρόμοιες καταστάσεις αναδύονται, σύμφωνα με τον Ginzburg, «μορφές γνώσης που ρέπουν προς τη σιωπή –με την έννοια ότι […] οι κανόνες τους δεν επιδέχονται τυποποίηση, ούτε καν λεκτική διατύπωση. Κανείς δεν μαθαίνει το επάγγελμα του εμπειρογνώμονα ή της τέχνης της διάγνωσης απλά και μόνο βάζοντας σε πράξη κάποιους προϋπάρχοντες κανόνες. Σε αυτό τον τύπο γνώσης μπαίνουν στο παιχνίδι […] αστάθμητα στοιχεία: η μύτη, το μάτι, η διαίσθηση5 ( Ginzburg 1996).
Οι παραπάνω ιδέες του Ginsburg συμβάλλουν στην προβολή μιας όψης της κλινικής πρακτικής, η οποία είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτη σε ασαφείς ή οριακές περιπτώσεις, στις οποίες εκφράζεται εντονότερα ο ενδεικτικός χαρακτήρας της κλινικής γνώσης και αναδεικνύεται η διάγνωση ως τέχνη της εξατομίκευσης. Πρόκειται για τις συχνές εκείνες περιστάσεις στις οποίες ο γιατρός νοιώθει πως τα δεδομένα δεν επαρκούν, οι δείκτες είναι στο όριο, η εξέλιξη δείχνει απρόβλεπτη. Τότε πρέπει να λειτουργήσει περισσότερο ως ανιχνευτής: (α) αναζητά το ίχνος, την ασήμαντη ένδειξη, το νήμα που θα τον οδηγήσει στη διέξοδο, (β) δεν ακολουθεί, στις περισσότερες περιστάσεις, κανόνες με σαφή διατύπωση και αναφορά, επομένως, (γ) συχνά δεν είναι σε θέση να δικαιολογήσει την κρίση του με επάρκεια.
Ο Ginsburg επικαλείται και χρησιμοποιεί τη διαίσθηση ως έννοια η οποία καλύπτει το υπόβαθρο νοητικών διεργασιών που συντελούνται στην πορεία της ανίχνευσης. Θεωρεί όμως απαραίτητη τη διάκριση δύο επιπέδων έκφρασής της:
Εκφράζουμε επιφύλαξη για το περιεχόμενο που αποδίδεται στην χαμηλή διαίσθηση, καθώς υπονοεί δυνατότητα προσφυγής σε υπερβατικά, μυστικιστικά πρότυπα εξήγησης τα οποία απορρίπτουμε από θέση αρχής. Ακόμη, θεωρούμε την παραπάνω διάκριση έντονα σχηματική, καθώς δεν μπορούν να διαμορφωθούν σαφή και κοινά αποδεκτά κριτήρια για τα όρια του κάθε επιπέδου. Το σημείο στο οποίο συμφωνούμε με τον Ginsburg, σε σχέση με την ερμηνεία της διαίσθησης, έχει να κάνει με την ύπαρξη μηχανισμών που είναι κοινοί σε κάθε άνθρωπο, οι οποίοι ενεργοποιούνται σε κάθε περίπτωση που γίνεται ορατή μια απειλή για την ύπαρξη. Η ενεργοποίησή τους μπορεί να προκαλέσει την έναρξη ή να συμβάλει αποφασιστικά στην επιτάχυνση ή την αύξηση της αποτελεσματικότητας, νοητικών διεργασιών που συνδέονται με τις διαδικασίες διάγνωσης και αντιμετώπισης προβλημάτων που απειλούν, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, την ανθρώπινη ύπαρξη. Οι ιδιαίτερες σε κάθε άνθρωπο εκφάνσεις των μηχανισμών αυτών διαπλέκονται με άλλα στοιχεία και συγκροτούν ένα ιδιαίτερο σύμπλεγμα δυνατοτήτων, την αίσθηση πρακτικής του:
Στο πεδίο της καθημερινής κλινικής πράξης ως συνέπεια της δυναμικής διαπλοκής αυτών των αισθήσεων πρακτικής, εξελίσσονται διαδικασίες διαρκούς αναδιαμόρφωσης της σχέσης του γιατρού με τον ασθενή του_ σε όλες τις φάσεις συντελείται μια πολυεπίπεδη διαπραγμάτευση ανάμεσα στους εμπλεκόμενους, αντικείμενο της οποίας είναι η αξιολόγηση, ιεράρχηση και σύγκριση των διαφόρων εκδοχών, ώστε να προκύψει μια ερμηνεία για τα δεδομένα, η οποία αποτελεί το καταστάλαγμα της αίσθησης πρακτικής που διαμορφώνεται εντός του πλαισίου της διαπραγμάτευσης αυτής. Στην πορεία της διαπραγμάτευσης, οι ρόλοι των διαφόρων παραγόντων μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Τα κριτήρια, που υιοθετούνται σε κάθε ιδιαίτερη πρακτική, αποτελούν και τα ίδια αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Τελικά, επιλέγεται η εκδοχή η οποία εμφανίζεται περισσότερο πιθανοφανής και εξυπηρετεί καλύτερα τους στόχους που τίθενται από το πλαίσιο της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στη διαδικασία της επιλογής, είναι νοητό να χρησιμοποιηθούν στατιστικές μέθοδοι, μοντέλα ανάλυσης απόφασης, που να επιδιώκουν τη μέγιστη ωφελιμότητα, ακόμη και μέθοδοι αξιολόγησης, που βασίζονται σε πρότυπα που προκύπτουν από ποιοτικού χαρακτήρα μελέτες διαδικασιών κλινικής κρίσης με χρήση παραλλαγών αναλογικού συλλογισμού. Με όποιο τρόπο και αν διαμορφωθούν, τα κριτήρια έχουν τοπική εμβέλεια και εγγενή διαποτισμό από αξίες, πολιτιστικά πρότυπα και κοινωνικά στερεότυπα.
Με αυτά τα δεδομένα η ΒΤΙ μπορεί να συμβάλλει ως εργαλείο ώστε η αναδιαμόρφωση αυτή να κινείται προς κατευθύνσεις αποτελεσματικότερης αντιμετώπισης του συγκεκριμένου προβλήματος της κάθε κλινικής πρακτικής. Καλείται μάλλον να υποβοηθήσει αποφάσεις, να ενισχύσει επιλογές που γίνονται όχι πάντα με τα σαφή και καθαρά κριτήρια τα οποία θέλει η κυρίαρχη βιοϊατρική αντίληψη και η οποία διακατέχει τους εμπνευστές της. Έχω τη γνώμη πως η εφαρμογή της πρέπει να γίνεται, και γίνεται σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό, με την επίγνωση των επιστημολογικών περιορισμών που υπαγορεύονται από: (α) την ενδεχομενικότητα, την τοπικότητα, την χρονικότητα των τεκμηρίων, (β) την ιστορικότητα του γνωσιακού υπόβαθρου και (γ) τις αξιακές- πολιτιστικές δεσμεύσεις που υπεισέρχονται σε κάθε πλαίσιο κλινικής πρακτικής.
Από όλα αυτά πηγάζει η πλαισιακή εξάρτηση της εξατομικευμένης εφαρμογής, η οποία δεν αίρει την όποια δυνατότητα της ΒΤΙ να λειτουργήσει ως εργαλείο, ούτε όμως της επιτρέπει να αντικαθιστά την αυθαίρετη αυθεντία των έμπειρων κλινικών γιατρών με μια εξίσου, αν όχι περισσότερο, αυθαίρετη αυθεντία της ουτοπίας, που θέλει τις κλινικές αποφάσεις να λαμβάνονται με βάση καθολικές μεθοδολογικές και οντολογικές προκείμενες, ουδέτερα ερευνητικά τεκμήρια και με διεργασίες που στηρίζονται σε μια ενιαία, πλαισιακά ανεξάρτητη αντίληψη για την ορθολογικότητα.
1 Τα πλαίσια αυτά είναι: (α) το μαιευτικό, όπου με μια διαδικασία που μοιάζει με σωκρατική μαιευτική, η αντιπαράθεση αξιών στο έδαφος των ερευνητικών ευρημάτων οδηγεί σε αποσαφήνιση των ανταγωνιστικών προοπτικών των διαφόρων πλευρών και των επακόλουθών τους, (β) το ερευνητικό, όντας έκφραση της συλλογικής προσπάθειας τεκμηρίωσης καθαρών λύσεων σε κλινικά προβλήματα και ιδιαίτερα αγαπητό στο πλαίσιο της ΒΤΙ, (γ) το διαπραγματευτικό, όπου ζυγίζονται τα τεκμήρια μαζί με επιθυμίες, πρότυπα, επιτυχίες ή αποτυχίες στους προηγούμενους στόχους, με στόχευση σε μια δίκαια και λειτουργική λύση, (δ) της πληροφόρησης, καθώς ο ασθενής έχει ανάγκη πληροφόρησης για να στηρίξει μια απόφαση χωρίς να ενδιαφέρεται για την αλήθεια – ένα εγγενώς ασύμμετρο πλαίσιο σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των εμπλεκομένων, (ε) της διαβούλευσης, όπου ο γιατρός προτείνει μια λύση, ένα σχέδιο δράσης και επιχειρεί μια συμφωνία του ασθενούς, βασισμένος σε διάλογο πειθούς με ερμηνεία τεκμηρίων και αντιπαράθεση των εκδοχών, (στ) το εριστικό, όπου αποκαλύπτεται ανοιχτά μια βαθύτερη αντιπαράθεση προσωπικών αξιών και προκαταλήψεων, η οποία επιλύεται με επιβολή της αυθεντίας του.
2 Για όσα ακολουθούν βλ. αναλυτικά Πεφάνης 2000, 2002
3 Οι παραδοχές αυτές περιγράφονται από τον L. Wittgenstein ως απρόσιτες στη γλωσσική διατύπωση βεβαιότητες που λειτουργούν κανονιστικά στο πλαίσιο ενός ιδιαίτερου γλωσσικού παιγνιδιού, διαμορφώνοντας έναν κανόνα ή μάλλον ένα σύνολο κανόνων που «μου υποδείχνει πώς πρέπει να προχωρήσω. Πάει να πει: καθώς το μάτι μου προχωρεί ακολουθώντας τη γραμμή, μια εσωτερική φωνή μου λέει: “Έτσι”» (Wittgenstein 1977). Ανάλυση της δομής και του περιεχομένου των παραδοχών αυτών θα γίνει στο τελευταίο κεφάλαιο ως μέρος του επιχειρήματος της παρούσας μελέτης.
4 Οι συγκεκριμένες διατυπώσεις εκφράζουν μια κατ’ αρχήν συμφωνία με ανάλογες θέσεις που έχει διατυπώσει ο Toulmin (1976). Η λεγόμενη γνώση πρώτου προσώπου αναφέρεται σε βιώματα του κλινικού γιατρού που προκύπτουν από τη διαπροσωπική σχέση με τον ασθενή και δεν συνδέεται με την βιωματική γνώση του προβλήματος του ασθενούς. Η γνώση αυτή, όπως είπαμε, είναι νοητή μόνο για τον ασθενή.
5 Κατά τον Ginsburg (1996), από τα τέλη του περασμένου αιώνα αρχίζει να διαμορφώνεται στις λεγόμενες ανθρωπιστικές επιστήμες μια νέα τάση προσέγγισης της γνώσης, η οποία αντιπαρατίθεται στο γαλιλαιϊκό αντιανθρωποκεντρικό δρόμο. Η νέα αυτή τάση έχει τις βάσεις της σε γνωσιακές διεργασίες που αναπτύχθηκαν στα αρχαϊκά στάδια εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού, οπότε ο άνθρωπος: (α) αναζητούσε το θήραμα ως κυνηγός, βασισμένος σε φαινομενικά ασήμαντα ίχνη, (β) προσπαθούσε να προβλέψει το μέλλον ως προφήτης ή μάντης, βασισμένος σε σημάδια που άφηναν οι υπερφυσικής προέλευσης κοσμικές διαδικασίες, όπως οι αστραπές, οι κεραυνοί, αλλά και σε ενδείξεις που εκμαιεύονταν από ιερές τελετές, όπως οι θυσίες κάθε είδους. Κύριες αφετηρίες αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος για την κοινή συνισταμένη των παραπάνω, την ενδεικτική γνώση, αποτέλεσαν οι πρωτοποριακές μεθοδολογικές προτάσεις τριών ερευνητών: (α) Moreli (τεχνοκριτικός, εκτιμητής έργων τέχνης) – μέθοδοι διαπίστωσης της γνησιότητας έργων τέχνης, (β) Doyle (συγγραφέας, δημιουργός του Σέρλοκ Χολμς) – ερευνητικές μέθοδοι σε περιπτώσεις ανεξιχνίαστων εγκλημάτων, (γ) Freud (πατέρας της ψυχανάλυσης) – μέθοδοι διερεύνησης ψυχοπαθολογικών φαινομένων. Ο Ginsburg διακρίνει και στους τρεις παραπάνω ερευνητές, τρία κοινά χαρακτηριστικά: (α) οι δύο τελευταίοι γνώριζαν τις εργασίες του Morelli και επηρεάστηκαν καθοριστικά απ’ αυτές_ γνώριζαν ακόμη ο ένας τη δουλειά του άλλου, (β) και οι τρεις είχαν ιατρική παιδεία (ο Moreli και ο Freud ήταν γιατροί, ο Doyle σπούδασε γιατρός πριν στραφεί στη λογοτεχνία, (γ) αναζητούσαν την αλήθεια στο ασήμαντο, το σκάρτο, σε αυτό που είναι για πέταμα, σε αυτό που σε πρώτη ανάγνωση ξεφεύγει εύκολα από τον έλεγχο της συνείδησης. Ο Ginsburg εκτιμά πως η ενδεικτική γνώση αναδεικνύεται προοδευτικά σε Παράδειγμα, το οποίο φιλοδοξεί να αντικαταστήσει το γαλιλαιϊκό μοντέλο, το οποίο αποδεικνύεται όλο και περισσότερο αδύναμο να προωθήσει εξελίξεις στις ανθρωπιστικές επιστήμες, ανάμεσα στις οποίες ο Ginsburg περιλαμβάνει και την Ιατρική. Οι ιδέες του αποτελούν μια από τις πηγές έμπνευσης για τη διαμόρφωση των επιχειρημάτων της παρούσας μελέτης. Η σκέψη του Ginsburg έχει, άλλωστε, όπως θα δούμε παρακάτω, πολλά κοινά στοιχεία με αυτή των αδελφών Dreyfus, όσον αφορά τη σχέση της κλινικής αυθεντίας με τον κανόνα, αλλά και με την αντίληψη του Wittgenstein για το περιεχόμενο των σιωπηρών παραδοχών και το ρόλο τους στη γνωσιακή διαδικασία. Παρ’ όλα αυτά, διατηρούμε ορισμένες επιφυλάξεις για τη δυνατότητα της ενδεικτικής γνώσης να αναγορευτεί σε Κουνιανού τύπου παράδειγμα, το οποίο να καλύπτει γνωσιακές διαδικασίες στο σύνολο των πρακτικών που διαμορφώνονται στις επιστήμες. Οι επιφυλάξεις αυτές συνδέονται με το γεγονός πως δεν ξεκαθαρίζεται η φύση των νοητικών διεργασιών με τις οποίες μπορεί να εξηγηθούν τα επονομαζόμενα αστάθμητα στοιχεία. Δεν υπάρχει επίσης καμιά συνθετική αναφορά σε ένα ολοκληρωμένο σύνολο θεωρήσεων για την ορθολογικότητα.
6 O Ginsburg αναφέρεται σε αυτό το σημείο στις εργασίες του Ηerschel για το πλαίσιο ανακάλυψης, στις οποίες προτείνονται ευρετικά σχήματα ανακάλυψης τα οποία μπορεί να έχουν ως αφετηρία τολμηρές εικασίες (Βλ. σχετικά, την ενότητα 2 και ιδιαίτερα Losee [1980] 1991, σελ. 166-172). Κατά τον Ginsburg, ο τρόπος σκέψης των Βεγγαλέζων αποτέλεσε πηγή έμπνευσης του Herschel για τη συγκρότηση των σχημάτων αυτών.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Dickenson D & Vineis P, (2002). Evidence – Based Medicine and Quality of Care, Helth Care Analysis 10, 243-259.
Evidence Based Medicine Working Group, (1992). Evidence Based Medicine. A New Approach Teaching the Practice of Medicine, Journal of the American Medical Association 268, 2420-2425.
Ginzburg C, (1996). Σημάδια ενός ενδεικτικού Παραδείγματος, στο Π. Πούλος (επιμ) Περί Κατασκευής, Εκδ. Νήσος Αθήνα, 55- 88.
Κουζέλης Γ, (επιμ) (1993). Επιστημολογία, Εκδόσεις Νήσος Αθήνα, 435.
Losee J, (1991). Φιλοσοφία της Επιστήμης. Μια ιστορική εισαγωγή [1980]. Μτφ ΘΜ Χριστίδης, Εκδ. Βάνιας Θεσσαλονίκη.
Meulen R & Dickenson D, (2002). Into the Hidden World Behind Evidence- Based Medicine. Helth Care Analysis 10, 231-241.
Nunes R, (2003). Evidence – Based Medicine: A new tool for recource allocation? Medicine, Health Care and Philosophy 6, 297-301.
Parker M, (2002). Whither our art? Clinical wisdom and evidence – based Medicine. Medicine, Health Care and Philosophy 5, 273-280.
Pellegrino ED, (2002). Medical Evidence and Virtue Ethics: A Commentary on Zarkovich and Upshur. Theoretical Medicine 23, 397-402.
Pellegrino ED & Thomasma DC, (1981). A Philosophical Basis of Medical Practice. Toward a Philosophy and Ethic of the Healing Professions. Oxford University Press, New York.
Πεφάνης Π. (2000). O Διαγνωστικός συλλογισμός ως Επιστημονική Ανακάλυψη” Διδακτορική Διατριβή ΕΜΠ.
Pefanis P, (2002). Relation between Diagnosis and Scientific Discovery: The Sense of Practice from Ontology, Knowledge Role, and Patient Context». Scipolicy: The Journal of Science and Healh Policy No 1 /2002. On-line: www.Scipolicy.net
Popay J & Williams G, (1998). Qualitative research and evidence – based medicine. Journal R. Social Medicine, 91 (Suppl. 35), 32-37.
Sackett D, Strauss D, Richardson W, (2000). Evidence Based Medicine. London Churchill Livingstone
Toulmin S, (1976). On the Nature of the Physician’s Under-standing. Journal of Medicine and Philosophy 1, 32-50.
Upshur R. & Colak E, (2003). Argumentation and evidence. Theoretical Medicine 24, 283-299.
Walton D, (1998). The New Dialectic: Conventional Contexts of Argument. Toronto, University of Toronto Press
Walton D, (2000). Argumentation and Theory of Evidence. New Trends in Criminal Investigation and Evindence Vol. Ii, 711-732.
Widder J, (2004). The Origins of medical evidence: Communication and experimentation. Medicine, Health Care and Philosophy 7, 99-104.
Wittgenstein L, (1977). Φιλοσοφικές Έρευνες. Μτφ Π Χριστοδουλίδη. Εκδ. Παπαζήση Αθήνα
Zarkovich E & Upshur R, (2002). The virtues of evidence. Theoretical Medicine 23, 403-412.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.