Jean Garrabé
σύναψις 14 [2009 – τόμος 05]
μετάφραση
Αντώνης Λιόλιος
επιμέλεια
Θανάσης Καράβατος
Ο Jean Garrabé είναι επίτιμος Πρόεδρος της Évolution Psychiatrique, Πρόεδρος της Ένωσης για το Ίδρυμα Henri Ey και επίτιμο μέλος της Παγκόσμιας Ψυχιατρικής Εταιρείας
Η Παγκόσμια Ψυχιατρική Εταιρεία, ιδιαίτερα ο πρόεδρός της, καθηγητής Juan Mezzich, οργάνωσε μαζί με τους αντιπροσώπους της κάθε ζώνης (εκ των οποίων ο Michel Botbol ήταν ο αντιπρόσωπος της Δυτικής Ευρώπης) ένα συνέδριο με θέμα την Ψυχιατρική του Προσώπου, που διεξήχθη στο Παρίσι, στο Νοσοκομείο Sainte-Anne, από τις 6 έως τις 9 Φεβρουαρίου 2008. Το συνέδριο αυτό, όπου συμμετείχαν συνάδελφοι από πολλές χώρες, έδωσε την ευκαιρία να παρουσιαστούν όψεις της γαλλικής ψυχιατρικής και να μελετηθεί η ανάπτυξη πρακτικών που έχουν στόχο να δοθεί περισσότερος χώρος στις οικογένειες και το περιβάλλον των ασθενών. Το κοινωνικό πρόγραμμα περιλάμβανε επίσκεψη στο νοσοκομείο Salpêtrière με τον καθηγητή J-F Allilaire, έκθεση στο μουσείο Signer-Polignac της art-therapy του νοσοκομείου Sainte-Anne με τον καθηγητή Guelfi και τον γιατρό A-M Dubois, επίσκεψη στην κλινική Garches με το γιατρό Cléry Melin, στην ένωση SPASM του Παρισιού με το γιατρό Cacot και επίσκεψη στη βιβλιοθήκη Henri Ey στο νοσοκομείο Sainte-Anne. Στην έναρξη των εργασιών, ο Jean Garrabé, επίτιμος πρόεδρος της Évolution Psychiatrique, παρουσίασε το ακόλουθο κείμενο, όπου θυμίζει τις απαραίτητες ενέργειες της Παγκόσμιας Ψυχιατρικής Εταιρείας για τον σεβασμό του προσώπου κατά την άσκηση της Ψυχιατρικής.
Yves Thoret
Θέλω να ευχαριστήσω κατ’ αρχάς τον καθηγητή Juan Mezzich και τον Michel Botbol, οργανωτές αυτού του Συνεδρίου που είναι αφιερωμένο στην ψυχιατρική του προσώπου, για την πρόσκλησή τους να αναπτύξω την ιστορική πλευρά του εν λόγω προβληματισμού. Οφείλω αναμφίβολα αυτή την τιμή, όπως και το προνόμιο να μιλήσω στα γαλλικά, στο γεγονός ότι το 1ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχιατρικής, που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι το 1950, όπου γεννήθηκε η Παγκόσμια Εταιρεία μας, αποτέλεσε, όπως θα δούμε, ουσιαστικό βήμα για να πάρει η ψυχιατρική έναν ανθρωπολογικό προσανατολισμό.
Η ιστορία της ψυχιατρικής βρίθει επαναστατικών στιγμών κατά τις οποίες ένα άτομο –που θα γίνει ιστορικό πρόσωπο γι’ αυτό το λόγο– εξεγείρεται εναντίον του αναξιοπρεπούς τρόπου με τον οποίο η κοινωνία αντιμετωπίζει τους ψυχικά ασθενείς, επιβεβαιώνοντας έτσι πως, όποιες και να είναι οι διαταραχές από τις οποίες πάσχουν, είναι πάνω από όλα ανθρώπινα όντα που αξίζουν τον οφειλόμενο στο πρόσωπό τους σεβασμό.
Οι προστάτες άγιοι των τρελών και του προσώπου τους

Φέρνω στο νου μου βέβαια τον Juan Ciudad (1495-1550), ο οποίος, αφού έζησε προσωπικά την βάναυση εμπειρία της υποβολής των τρελών σε βίαιες θεραπείες, άρχισε να κηρύττει υπέρ αυτών, γεγονός που οδήγησε στην ίδρυση του Τάγματος των Αδερφών του Jean de Dieu [1], όνομα με το οποίο αγιοποιήθηκε. Στην ιστορία της ιατρικής, το γεγονός αυτό συμπίπτει με την ανάπτυξη του ιατρικού ανθρωπισμού κατά την Αναγέννηση, ιδίως στην Ισπανία. Το 1601, η Μαρία των Μεδίκων (1573-1642) μετέφερε από τη Φλωρεντία στο Παρίσι μέλη του Τάγματος αυτού, όπου θεμελίωσαν το νοσοκομείο του Saint-Jean-Baptiste de La Charité στην οδό Saints-Péres, εκεί που βρίσκεται σήμερα η νέα Ιατρική Σχολή. Και αν φτάσατε ως εδώ μέσω της rue de la Santé, πρέπει να σας πω πως o δρόμος πήρε το όνομα αυτό επειδή εδώ ακριβώς που βρισκόμαστε, δημιουργήθηκε, κατ’ απαίτηση της Άννας της Αυστριακής (1601-1666), ένα Maison de Santé για να περιθάλπονται με αξιοπρέπεια οι άποροι άρρωστοι.
Στη Βόρεια και Κεντρική Ευρώπη, πριν από τον Saint Jean de Dieu, έζησε ο Άγιος Norbert (περίπου στα 1080-1134) που ίδρυσε, υπό την αιγίδα του Αγίου Αυγουστίνου (354-430), το τάγμα των Λευκών Κανόνων ή των «πρεμοντρέ»· το όνομα αυτό το πήρε από το Pré-montrés, τόπο κοντά στην πόλη του Laon, όπου υπήρχε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο και όπου ο Άγιος Norbert δέχτηκε τη θεία φώτιση κι άρχισε να φροντίζει και να περιθάλπει τους εγκαταλειμμένους αρρώστους ως αδερφούς.
Στη Γαλλία υπήρξαν ιδρύματα που ακολουθούσαν αυτές τις δύο παραδόσεις, του Βορρά και του Νότου. Σε όλο τον καθολικού κόσμο υπάρχουν πολυάριθμα ιδρύματα που ίδρυσαν τα μέλη του τάγματος του Jean de Dieu, κι ανάμεσά τους το σημερινό νοσοκομείο Esquirol στο Charenton, κοντά στο Παρίσι.
Τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη
Το όνομα του Esquirol μας φέρνει στο νου το όνομα του δασκάλου του Philippe Pinel (1745- 1826). Έχοντας διαπιστώσει το αίσιο αποτέλεσμα που προέκυψε στη Bicêtre όταν ο αρχινοσοκόμος Jean-Baptiste Pussin (1745-1811) αφαίρεσε τον Απρίλιο του 1798 τις σιδερένιες αλυσίδες των τρελών, τις αφαίρεσε κι αυτός το 1801 στη Salpêtrière με τη βοήθεια του Pussin και της συζύγου του Marguerite (το γένος Jublin, 1754-?), την οποία συχνά λησμονούμε. Είχε άλλωστε εκτιμήσει την ιδιαίτερα φιλεύσπλαχνη συμπεριφορά τους προς τους ασθενείς που τους είχε εμπιστευτεί στη φύλαξη και τη φροντίδα τους. Κατά συμβολικό τρόπο, αυτή η πράξη σημειώνει τη γέννηση της ψυχιατρικής, και, εδώ και κάποιους μήνες, στην είσοδο του μοντέρνου νοσοκομείου του Fukuyama, στο Kyushu, μας υποδέχεται μια γκραβούρα που παριστάνει τον πίνακα του Tony Robert Fleury (1837-1912), ο οποίος απεικονίζει εκείνη τη χειρονομία, μια γκραβούρα που άλλωστε στόλιζε και το γραφείο του Freud. Μόνο που αυτή η ενέργεια δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε το εύρος του έργου του Pinel, ιδίως έτσι όπως παρουσιάζεται στη δεύτερη έκδοση του Traité médico-philosophique sur l’aliénation mentale [2]. Διαβάζουμε στην αρχή της παραγράφου 191: «Οι παράφρονες, δεν είναι ένοχοι που πρέπει να τιμωρηθούν, είναι ασθενείς των οποίων η άθλια κατάσταση αξίζει όλο τον σεβασμό που οφείλουμε στους πάσχοντες, και στους οποίους οφείλουμε να αποκαταστήσουμε την χαμένη λογική τους με τους πιο απλούς τρόπους» [2]. Η ηθική θεραπεία βασιζόταν στην καταφυγή σε εκείνο το κομμάτι λογικής που διατηρείται ακόμα και στον πλέον παράφρονα, ο οποίος, παρά τον παραλογισμό του, δεν έχει χάσει την ιδιότητα του ανθρώπινου όντος.
Αυτή την εποχή μπορούμε να επισκεφτούμε μια έκθεση στο μουσείο Carnavalet, αφιερωμένη στα ταξίδια του Benjamin Franklin (1706-1790) στο Παρίσι, που αναδεικνύει τις συζητήσεις μεταξύ επιστημόνων και φιλοσόφων, οι οποίοι, στο τέλος της βασιλείας του Λουδοβίκου του 16ου, σε σαλόνια σαν κι αυτό της Madame Helvetius ή στην Ακαδημία των Επιστημών –και τα δύο με θαμώνες τον Franklin και γιατρούς, όπως ο Cabanis (1757-1808), ο Pinel ή ο Vicq d’Azur (1748-1794)– θα έφταναν σε μια νέα θεώρηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου που να βασίζεται στην επιστήμη [3]. Καθότι, η φιλοσοφική σημασία των ιδεών αυτών των φιλανθρώπων ήταν πως οι παράφρονες, παρά το διαταραγμένο πνεύμα τους, παραμένουν πολίτες με δικαιώματα ίδια με αυτά των άλλων.
Αυτή η ιδρυτική πράξη της ψυχιατρικής ακολουθούσε από πολύ κοντά τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη που εγκρίθηκε από την θερμιδωριανή Συνέλευση τον Αύγουστο του 1795 και η οποία ανακήρυσσε ως πρώτο δικαίωμα την ελευθερία.
Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εγκρίθηκε από τον ΟΗΕ την 10η Δεκεμβρίου του 1948, παρά την αντίθεση της ΕΣΣΔ, πέντε λαϊκών δημοκρατιών, της Νότιας Αφρικής και της Σαουδικής Αραβίας. Να σημειώσουμε ότι οι Ψυχιατρικές Εταιρείες κάποιων από τα κράτη αυτά κατηγορήθηκαν το 1977, στο 6ο Παγκόσμιο Συνέδριο στη Χονολουλού, για τη βάναυση και καταχρηστική χρήση της ψυχιατρικής με σκοπούς πολιτικής καταστολής. Αυτό οδήγησε στη Διακήρυξη της Χαβάης που έθεσε κανόνες ηθικής στην άσκηση της ψυχιατρικής από τους γιατρούς όλου του κόσμου ή, τουλάχιστον, των κρατών που αντιπροσωπεύονται με τις εθνικές τους εταιρείες στην Παγκόσμια Εταιρεία. Από τη διακήρυξη αυτή γεννήθηκε, στο πλαίσιο του 10ου Παγκόσμιου Συνεδρίου, η Διακήρυξη της Μαδρίτης.
Δεν είναι άσκοπο να θυμηθούμε τα γεγονότα αυτά στην αρχή του 21ου αιώνα, όπου τα δικαιώματα του ανθρώπου απέχουν πολύ από το να γίνονται σεβαστά σε όλες τις χώρες, ακόμα και στα μέλη του ΟΗΕ και, κατ’ επέκταση, να θεωρούνται πρόσωπα οι ψυχικά ασθενείς.
Το πρώτο παγκόσμιο συνέδριο του Παρισιού
Το 1ο Παγκόσμιο Συνέδριο Ψυχιατρικής οργανώθηκε το 1950 στο Παρίσι με τη σκέψη να συνεχιστούν σε διεθνές επίπεδο, τόσο οι επιστημονικές αλλαγές τις οποίες είχε διακόψει ο πόλεμος, όσο και ο προβληματισμός πάνω στην ιατρική ηθική που είχε ξεκινήσει πριν από αυτόν.
Στη διάρκεια του μεσοπολέμου είχε προκύψει μια ανησυχητική εξέλιξη στην ψυχιατρική, όπως αυτή εφαρμόζονταν όχι μόνον στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, αλλά και στα δημοκρατικά κράτη, πολύ περισσότερο που αυτή η εξέλιξη γινόταν στο όνομα της επιστήμης ή θεωριών που παρουσιάζονταν ως «επιστημονικές» και οι οποίες παραγνώριζαν ότι ο ψυχικά ασθενής είναι κατ’ αρχάς ένα πρόσωπο. Η θεωρία του εκφυλισμού ως αιτία της «ψυχικής αλλοτρίωσης», που διατυπώθηκε τον 19ο αιώνα από τον Benedict-Augustin Morel (1809-1873) και –σε δεύτερο χρόνο, στην προοπτική του εξελικτικισμού– από τον Valentin Magnan (1835-1916), είχε ως αποτέλεσμα την αναγνώριση του κληρονομικού χαρακτήρα ορισμένων ψυχικών παθήσεων, ιδίως της σχιζοφρένειας, αν και ο Eugen Bleuler (1857-1939) δεν είχε πει τίποτα επ’ αυτού όταν περιέγραφε την ομάδα των ψυχώσεων, ασθενειών δηλαδή που θεωρούνταν από τότε ανίατες. Ήταν η αφετηρία για την νομοθεσία του ευγονισμού που κυμαινόταν από την στείρωση των ασθενών αυτών στις δημοκρατικές χώρες έως την «ενεργητική ευθανασία» τους στη Γερμανία, καθώς θεωρήθηκαν ως όντα που δεν τους άξιζε η ζωή. Το πρόγραμμα, όμως, Aktion T4 –που διατάχθηκε από τον Χίτλερ τον Οκτώβριο του 1939 για την εξαφάνιση των ανίατων ασθενών– είχε ανασταλεί μετά την λειτουργία που πραγματοποίησε στον καθεδρικό του Saint-Lambert στο Munster ο πρόσφατα οσιοποιημένος επίσκοπος Clemens-August von Galen (1878-1946). Την ιστορία αυτής της εξόντωσης καταγράφει η Alice Platen-Hallermund στο Die Totung Geisterkranken in Deutschland (η δολοφονία των ψυχικά αρρώστων στη Γερμανία) [4].
Κι όμως, πριν τον πόλεμο, μπορούσε να διαβάσει κανείς από τη γραφίδα ενός συγγραφέα με κύρος, όπως ο Robert Gaupp (1870-1953), ότι αυτή η εγκληματική νομοθεσία (και δεν αναφερόταν παρά μόνο στις υποχρεωτικές στειρώσεις, σύμφωνα με το νόμο για «την πρόληψη των γεννήσεων με κληρονομικές παθήσεις» της 18ης Ιουλίου 1933, μιας και το πρόγραμμα Τ4 κρατούνταν μυστικό) επιβεβαίωνε την υπεροχή της ψυχιατρικής επιστήμης στη Γερμανία, ιδίως στον τομέα της «φυλετικής υγιεινής», παραθέτοντας τις εργασίες πάνω στην κληρονομικότητα του Ernst Rudin (1874-1962) και του Carl Schneider (1891-1946). Εκπλήσσομαι που ακόμα βλέπω να αναφέρονται στις μέρες μας αυτοί οι δύο συγγραφείς, χωρίς να σημειώνεται πως απέφυγαν το Διεθνές Δικαστήριο για τα εγκλήματα πολέμου στη Νυρεμβέργη λόγω της ελβετικής υπηκοότητας του ενός και της αυτοκτονίας του άλλου. Ένα υψηλόβαθμο μέλος της Unidad de Bioetica de la Organizacion Panamericana de Salud (Μονάδας Βιοηθικής της Παναμερικανικής Οργάνωσης για την Υγεία) με διαβεβαίωσε πάλι πως το πορτρέτο του Schneider βρίσκεται εκ νέου μεταξύ των καθηγητών, των οποίων οι εργασίες τιμούν το Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Ο Eugene Minkowski (1895-1972), εισηγητής της φαινομενολογικής ψυχοπαθολογίας στη Γαλλία και ένας από τους πλέον εξέχοντες συμμετέχοντες στο συνέδριο του Παρισιού, αποδοκίμασε την εγκατάλειψη της αναφοράς στην ηθική σε αυτή την ψυχιατρική που παρίστανε την επιστημονική από τα προπολεμικά χρόνια.
Έγκλημα κατά της ανθρωπότητας ήταν η θεώρηση αυτών των αρρώστων όχι ως πρόσωπα, αλλά ως απλά αντικείμενα, πάνω στα οποία θα μπορούσαν να γίνουν πειράματα, στο όνομα της επιστήμης [5]. Κι είναι τρομακτικό να διαπιστώνει κανείς ότι ορισμένοι από αυτούς τους εγκληματίες γιατρούς ήταν επιστήμονες υψηλού επιπέδου.
Οι ετυμηγορίες της Δίκης της Νυρεμβέργης έθεσαν τις βάσεις των νομικών κειμένων σχετικά με την ιατρική ηθική και δεοντολογία, τομέας ο οποίος ως τότε βασιζόταν στην ανθρωπιστική παράδοση του όρκου του Ιπποκράτη. Ας σημειώσουμε εξάλλου πως σε πολλές χώρες οι γιατροί δεν απαγγέλουν αυτόν τον όρκο, αλλά δηλώνουν την πίστη τους στην Πολιτεία, όποια και να είναι η φύση του καθεστώτος.
Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ένας αυξημένος αριθμός έγκλειστων ψυχασθενών πέθανε από ασιτία στις κατακτημένες χώρες (φοβάμαι ότι ισχύει το ίδιο στις μέρες μας στα διάφορα σημεία του πλανήτη που βρίσκονται σε πόλεμο). Στη Γαλλία, όπου οι ιστορικοί υπολογίζουν ότι ο αριθμός αυτών των θυμάτων κυμαίνεται μεταξύ 30 και 40 χιλιάδων, δεν επρόκειτο –όπως έχουν δείξει οι εργασίες της Isabelle Von Bueltzingsloewen [6]– για εσκεμμένη πολιτική εξόντωσης, αλλά για αμέλεια· και δεν είναι πρόσχημα ή δικαιολογία των αρχών για την τύχη αυτών των ασθενών πως η εφαρμογή του νόμου της 30ης Ιουνίου 1838 σχεδιάστηκε εξ αρχής για να τους εξασφαλίσει μια κάποια προστασία, καθώς τους οδήγησε σε ρήξη με κάθε κοινωνικό δεσμό, στην πλήρη αποξένωση του προσώπου τους από το ανθρώπινό τους περιβάλλον.
Η φιλοσοφική και η ιατρική ανθρωπολογία
Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, πολλοί ευρωπαίοι φιλόσοφοι, που φαίνεται να είχαν προαισθανθεί και φοβηθεί την επερχόμενη απογύμνωση των ψυχικά ασθενών από κάθε ανθρώπινο στοιχείο, αναρωτήθηκαν εκ νέου σχετικά με την έννοια του «προσώπου». Η έννοια αυτή, που ανήκε στο νομικό-πολιτικό πλαίσιο της αρχαίας Ρώμης, για παράδειγμα στον Κικέρωνα (106-43 π.Χ.), οριζόταν από τον Thomas Hobbes (1588-1679) ως εξής: «Ένα πρόσωπο είναι αυτό που οι λόγοι ή οι πράξεις του θεωρούνται είτε ότι του ανήκουν (φυσικό πρόσωπο), είτε ότι αντιπροσωπεύουν τις πράξεις ή τους λόγους ενός άλλου (υποθετικό πρόσωπο) ή μιας άλλης πραγματικότητας, στην οποία τα αποδίδουν με αληθή ή φανταστικό τρόπο ανάθεσης».
Το 1928, ο Max Scheler (1874-1928), στην Στάση των ανθρώπων στον Κόσμο (Die Stellung der Menschen in Kosmos), ορίζει το πρόσωπο ως «το κέντρο από το οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη πραγματοποιεί τις ενέργειες, μέσα από τις οποίες αντικειμενοποιεί τον κόσμο, το ίδιο του το σώμα και το ίδιο του το πνεύμα» [7]. Σε αυτόν τον ορισμό στηρίζεται ο Jakob Wyrsch (1892-1980) στη μελέτη του για Το πρόσωπο του σχιζοφρενούς (La personne du schizophrène) που σηματοδοτεί τη γέννηση της ψυχιατρικής του προσώπου.
Πρέπει επίσης να παραθέσουμε τον Günther Stern (1902-1992), που είναι γνωστός στην εποχή μας κυρίως ως ο πρώτος σύζυγος της Hannah Arendt (1906-1975) τον καιρό της κοινής τους εξορίας στο Παρίσι. Σε αυτήν την πόλη, θα εκδώσει, το 1934, υπό το ψευδώνυμο Anders, μεταφρασμένα στα γαλλικά: (α) Το πρόβλημα της ελευθερίας στο ζώο και στον άνθρωπο (Le problème de la liberté chez l’animal et chez l’homme) και (β) την Παθολογία της ελευθερίας. Δοκίμιο για τη μη-ταυτοποίηση (La pathologie de la liberté. Essai sur la non-identification) [8]. Στο δεύτερο βιβλίο θα αναφερθεί ο Ey στον δεύτερο τόμο των Ψυχιατρικών Μελετών του (Études Psychi-atriques) [9], που εκδόθηκε το 1950, έτος του 1ου Συνεδρίου του Παρισιού, που ήταν και η αρχή του ορισμού της ψυχικής παθολογίας ως παθολογίας της ελευθερίας που είχε δώσει. Για τον Günther Stern, «εάν ο άνθρωπος [αντίθετα προς το ζώο] “έρχεται στον κόσμο” αυτό γίνεται επειδή είναι αρχικά αποκλεισμένος από αυτόν. Δεν είναι ενσωματωμένος ούτε ισορροπημένος μέσα σε αυτόν, δεν είναι κομμένος στα μέτρα του κόσμου… Πρέπει να αδράξει τον κόσμο που, από δω και πέρα, βρίσκεται μπροστά του… Ο άνθρωπος γνωρίζει μέχρις ενός σημείου να εξισορροπεί την εξωτερικότητα ως προς τον κόσμο: δημιουργεί σχέσεις μαζί του που, τιθασεύουν τα πράγματα, χωρίς να τον σκλαβώνουν».
Στη Γαλλία, αυτό το φιλοσοφικό κίνημα αντιπροσωπεύτηκε στο μεσοπόλεμο από τον Emmanuel Mounier (1905-1950), που με τον περσοναλισμό του επιχείρησε να συνθέσει τον χριστιανισμό με τον σοσιαλισμό. Το 1932, ίδρυσε το περιοδικό Esprit που εξέδωσε πολλά τεύχη αφιερωμένα στην ψυχιατρική, ιδίως ένα τεύχος του 1952, με τον τίτλο Η αθλιότητα της ψυχιατρικής (La misère de la psychiatrie) όπου κατήγγειλε τις αντιλήψεις της κοινωνίας για τους ψυχικά ασθενείς. Στο άρθρο του Η ανθρωπολογία του ψυχικά ασθενούς (L’anthropologie du malade mental), ο Henri Ey έγραφε: «Η άγνοια του ψυχικά αρρώστου προέρχεται αναπόφευκτα από την μεγάλη έλλειψη διαφοροποίησης των προσώπων και των αξιών σε μία κοινωνία […]. Είναι πολύ πιθανόν πως σε μια σύγχρονη ή μελλοντική κοινωνία, όπου δεν θα κυκλοφορεί αρκετή ελευθερία ή πρόνοια για τις πνευματικές αξίες του προσώπου, ο ψυχικά άρρωστος θα είναι, όπως υπήρξε, απαρατήρητος και συμπιεσμένος» [10].
Ο όρος περσοναλισμός δημιουργήθηκε το 1799 από τον Friedrich Schleirmecher (1768-1834), χρησιμοποιήθηκε στην Αγγλία από τον Grote το 1865 και από τον Pierre Janet στη Γαλλία το 1883, πριν από τη χρήση του στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον B.P. Brown το 1908. Θα ήταν ενδιαφέρον να αναλυθεί η εξέλιξη της σημασίας του στις διάφορες χώρες, για μια περίοδο μεγαλύτερης του αιώνα, συγκρίνοντάς την με αυτή του προσώπου, κατά το μάλλον ή ήττον παράλληλες μεταξύ τους.
Το πρόσωπο του σχιζοφρενούς
Η πλήρης ανάπτυξη της ψυχιατρικής του προσώπου ήρθε με τη μελέτη Die Person des Schizophrenen. Studien zur Klinik, Psychologie, Daseinswiese, που δημοσίευσε ο Jakob Wyrsch το 1949 [11]. Στο έργο αυτό αναπτύσσεται η θέση πως η σχιζοφρένεια είναι μια ολική νόσος του προσώπου, που δεν μπορούμε να την ανάγουμε μόνο στα επιμέρους στοιχεία τα οποία την αποτελούν· πως δεν υπάρχει καμία άλλη ασθένεια στην οποία να παρατηρείται ανάλογη τροποποίηση με αυτή που παράγεται στον σχιζοφρενή, στις σχέσεις του προσώπου του με τον κόσμο, όπου, κατά τον Max Scheler, αντικειμενοποιεί το ίδιο του το σώμα και το ίδιο του το πνεύμα. Ο Henri Ey δημοσίευσε στην Évolution Psychiatrique το άρθρο Επ’ ευκαιρία του προσώπου του σχιζοφρενούς του J. Wyrsch [12], όπου, συγκρίνοντας το κείμενό του αυτό με ό,τι είχε ειπωθεί στο Συνέδριο του Παρισιού, εκθέτει για το 1950 την ψυχοπαθολογία της σχιζοφρένειας (οι Ισπανοί συνάδελφοί μας ανέλαβαν την εξαιρετική πρωτοβουλία να θέσουν αυτό το άρθρο ως πρόλογο στην πρόσφατη επανέκδοση της καστιλιάνικης μετάφρασης του βιβλίου του Wyrsch). Ας θυμηθούμε ότι ο Wyrsch ήταν ένας εκ των αντιπροέδρων του Συνεδρίου του Παρισιού, και από αυτή τη θέση προήδρευσε στην εν ολομελεία Συνεδρίαση που αφιερώθηκε στην ψυχοπαθολογία του παραληρήματος.1
Έχουν περάσει 50 χρόνια από τότε που ο Juan-Jose Lopez Ibor (1906-1991) οργάνωσε το 1957, στο πλαίσιο του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιστημονικών Ερευνών, ένα Συμπόσιο για τη σχιζοφρένεια, καθώς προετοίμαζε το 2ο Παγκόσμιο Συνέδριο της Ζυρίχης. Ο Jakob Wyrsch έδωσε εκεί δύο διαλέξεις, την πρώτη για την σχιζοφρένεια ως παθολογική οντότητα και τη δεύτερη για το πρόσωπο του σχιζοφρενούς. Στη τελευταία καθόριζε τι ακριβώς μπορούμε να εννοούμε λέγοντας πρόσωπο: «Συγκροτούμε την έννοια ως υποστήριξη των διαθέσεων που επιτρέπουν την ανάπτυξη της διάνοιας πάνω στις οποίες δομείται ο έκδηλος χαρακτήρας –με άλλα λόγια, ως ψυχοφυσική συγκρότηση. Είναι πάντοτε μοναδική και ατομική. Αλλά το πρόσωπο είναι κάτι παραπάνω από μια απλή συνιστώσα αυτής της συγκρότησης. Αντιδρά στην επίδραση των ερεθισμάτων και των εμποδίων κάθε είδους, ενεργεί επιβάλλοντας η ίδια ερεθίσματα και επιζητά απαντήσεις από τον περιβάλλοντα κόσμο. Αυτό που μας κάνει να αντιλαμβανόμαστε αυτή τη δραστηριότητα ως ενότητα είναι η συνείδηση ότι, πάντοτε και σε κάθε περίπτωση, είναι το ίδιο εγώ που ασκεί αυτή τη δραστηριότητα. Εκεί βρίσκεται και η πρώτη προϋπόθεση ώστε το πρόσωπο να έχει τη δική του δομή. Η δεύτερη συνθήκη είναι ότι οι ψυχικές ενέργειες είναι προθετικές, έχουν δηλαδή έναν σκοπό, προκαλούν κάτι, είναι υπερβατικές».
Από τα δύο αυτά προηγούμενα, ο Wyrsch εξάγει τρία θεμελιώδη συμπεράσματα: «το πρώτο είναι ότι το πρόσωπο έχει μια εσωτερική ζωτική ιστορία» –παραθέτει εδώ τον Ludwig Binswanger. Τα ζωτικά γεγονότα δεν βιώνονται παθητικά, αλλά αποτελούν τμήμα που ολοκληρώνει αυτή την ιστορία. «Η δεύτερη συνέπεια είναι ότι, χάρις στην προθετική πράξη, είναι δυνατή η ανάδυση του πνευματικού εγώ: καταρχάς –και αναφέρουμε εδώ τον N. Hartmann [1882-1950]– ως προσωπικό πνεύμα, κατόπιν ως αντικειμενικό και πάντα ζωντανό πνεύμα, τέλος δε ως αντικειμενοποιημένο και υπερπροσωπικό πνεύμα». «Η τρίτη συνέπεια είναι η μοναδικότητα του κόσμου του καθενός. Είναι πέραν κάθε αμφιβολίας ότι γνωρίζουμε τον κόσμο που μας περιβάλλει: γνωρίζουμε τον μετρήσιμο γεωγραφικό χώρο, τον χρονομετρημένο χρόνο, την κοινωνική δομή, τις συναθροίσεις και τις προσμίξεις των πληθυσμών. Όμως, άλλο να τα γνωρίζουμε όλα αυτά και άλλο να γνωρίζουμε πώς ζούμε μέσα σε αυτόν τον επιστημονικο-φυσικό κόσμο. Ο καθένας έχει τον κόσμο του…. Όλα τούτα: η ψυχοφυσική συγκρότηση, η προθετικότητα και το περιεχόμενο των πράξεων, η εσωτερική ζωτική ιστορία, το προσωπικό πνεύμα και ο κόσμος του καθενός υπεισέρχονται στην έννοια του προσώπου. Γι’ αυτό το λόγο το πρόσωπο είναι κάτι περισσότερο από άτομο, όπως φυσικά, και κάτι περισσότερο από μέλος ενός είδους» ([13], σελ. 24-25).
Ο Wyrsch προσθέτει: «Παραμένει ένα τέταρτο σημείο: η δομή του προσώπου δεν αναλύεται μόνο σε σωματικές και ψυχικές λειτουργίες και σε καταστάσεις του περιβάλλοντος κόσμου… Υπάρχει κάτι μεταφυσικό και αυθόρμητο που ονομάζουμε πνεύμα ή ψυχή. Για 150 χρόνια, οι παλιοί ψυχίατροι συνήθιζαν να μιλάνε γι’ αυτή, χωρίς να ανησυχούν υπερβολικά. Στην εποχή που γεννιόταν ο υλισμός, την αποκαλούσαν απλώς ζωτική αρχή ή δύναμη, πιστεύοντας ότι έτσι παρέμεναν στο πλαίσιο των φυσικών επιστημών κι ύστερα υιοθέτησαν τη συνήθεια να μη μιλάνε πια γι’ αυτή. Και ίσως αυτό να ήταν απολύτως δικαιολογημένο, μιας και βγαίναμε έξω από το πεδίο της ψυχιατρικής. Δεν πρέπει, όμως, να ξεχνάμε πως σε αυτό ακριβώς το σημείο η ψυχιατρική μας δεν είναι κλειστή, αλλά αντίθετα, εκεί είναι το μονοπάτι που πρέπει να ακολουθήσουμε» ([13], σελ. 25).
Το Θεσμικό Πρόγραμμα της Παγκόσμιας Ψυχιατρικής Εταιρείας για την Ψυχιατρική του Προσώπου
Ξαναβρήκα την ηχώ αυτής της φιλοσοφίας της ύπαρξης στο θεσμικό πρόγραμμα της Παγκόσμιας Ψυχιατρικής Εταιρείας με στόχο μια ψυχιατρική για το πρόσωπο ως συνέχεια της ψυχιατρικής του προσώπου που αναπτύχθηκε μετά το 1950.
Η πρώτη συνιστώσα της ηχούς αυτής είναι ο ορισμός του προσώπου έτσι όπως εμφανίζεται στο Παράρτημα Α:3: Και το πρόσωπο πρέπει να θεωρηθεί κατά τρόπο που να λαμβάνει υπόψη το πλαίσιο, με τα λόγια του φιλοσόφου Jose Ortega y Gasset «είμαι εγώ και οι συνθήκες μου». Για τον Ortega y Gasset (1883-1955), η συνθήκη είναι ο ατομικός κόσμος που καθορίζει την ύπαρξη.
Η δεύτερη είναι η αναφορά στη βιβλιογραφία ενός από τα πρώτα έργα του Paul Ricoeur (1913-2005), Χρόνος και Αφήγηση (Temps et Récit). Στα ύστερα έργα του, τα αφιερωμένα στην φιλοσοφία της μνήμης, ιδίως στο Η μνήμη, η ιστορία και η λήθη (La mémoire, l’histoire et l’oubli) [14], ο Ricoeur ενδιαφέρεται έντονα για τη σχέση μεταξύ της προσωπικής και της συλλογικής μνήμης, επιμένοντας στη σημασία της εσωτερικής αυτοβιογραφικής αφήγησης. Τοποθετεί την προέλευση αυτής της έννοιας στην παράδοση του εσωτερικού βλέμματος και γι’ αυτό παραπέμπει στον Άγιο Αυγουστίνο, τον John Locke (1632-1704) και τον Husserl (1859-1938)· o Ricoeur, κατά τη φυλάκισή του στην Γερμανία ως αιχμάλωτος πολέμου, μετάφρασε στα γαλλικά τα έργα του Husserl που ήταν απαγορευμένα εκεί. Αυτή η εσωτερική αυτοβιογραφική αφήγηση αποτελεί και την αφηγηματική δομή του προσώπου.
Είναι κατανοητό πως πολλοί ψυχίατροι υιοθετούν τη σκέψη του Ricoeur, ιδίως στην ψυχοθεραπευτική σχέση, μια σχέση προσώπου με πρόσωπο. Είχαμε την ευκαιρία να τη θυμηθούμε τιμώντας τη μνήμη του σε ένα τεύχος της Évolution Psychiatrique [15], μιας και αυτή η φιλοσοφία αποτελεί μέρος της ομώνυμης Ψυχιατρικής Ένωσης.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Jean Garrabé. Point de vue historique sur la psychiatrie de la personne. L’Évolution psychiatrique 73 (2008) 531-537
Προσφορά του συγγραφέα και της διεύθυνσης του περιοδικού που τους ευχαριστούμε.
1 Wyrsch J. Comptes rendus des séances. Séance plénière 19 septembre 1950. Psychopathologie des délires. Τα Πρακτικά του Συνεδρίου δημοσιεύτηκαν ως Premier congrès mondial de Psychiatrie – Paris – 1950, Tome I. Paris : Hermann & Cie, 1952.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.