Κατερίνα Σχινά
Δημοσιογράφος και κριτικός της λογοτεχνίας
Αθήνα
σύναψις 14 [2009 – τόμος 05]
Θέλει μεγάλο θάρρος να γράψεις για την αρρώστια και το θάνατο. Λίγοι το αποτόλμησαν: ο Τόμας Μαν στο Μαγικό βουνό, ο Τολστόι στο Θάνατο του Ιβάν Ίλιτς, ο Σολζενίτσιν στην Πτέρυγα καρκινοπαθών, ο Φώκνερ στο Καθώς ψυχορραγώ, ίσως δυο τρεις ακόμη. «Για να αντικρίσει κανείς αυτά τα πράγματα κατάματα, χρειάζεται το θάρρος ενός θηριοδαμαστή», έγραψε η Βιρτζίνια Γουλφ. Όμως, ο Φίλιπ Ροθ περικυκλώνει «αυτά τα πράγματα» σαν να είναι ο ίδιος το θηρίο. Τα φωνάζει με το όνομά τους, τα προκαλεί, τους επιτίθεται. Ήδη από την εποχή της Πατρικής κληρονομιάς (1991), εκείνο το σπαρακτικό απομνημόνευμα, όπου καταγράφει πώς προσβλήθηκε ο πατέρας του από καρκίνο στον εγκέφαλο και πώς τελικά υπέκυψε σ’ αυτόν, ο συγγραφέας θα επανέρχεται στο σώμα, όχι ως τόπο απόλαυσης –έστω και αγχογόνου– αλλά ως θέατρο μιας μάχης, με προδιαγεγραμμένη, αλίμονο, έκβαση, ανάμεσα στο θάνατο, που συνεχώς καταλαμβάνει έδαφος, και τη ζωή που αντιστέκεται. Όχι πως δεν συμβαίνει, καμιά φορά, ασθένεια να είναι η ίδια η ζωή. Ας θυμηθούμε το Θέατρο του Σάμπαθ: ο ήρωας του βιβλίου, ο ξετσίπωτος, αχαλίνωτος Μίκι, βαριεστημένος από τη ζωή, «άρρωστος από ζωή», λαχταράει να πεθάνει, μα η αρρώστια του, η ζωή, δεν λέει να τον αφήσει.

Από μια «πάθηση», όπως αυτή του Πόρτνοϊ, ως τους βασανιστικούς νυγμούς των ενοχλήσεων, μικρών και μεγάλων, που καταφθάνουν απρόσκλητες λίγο μετά τη μέση ηλικία, ο δρόμος που διένυσε ο Ροθ ήταν μακρύς. Η μετάβαση έγινε σταδιακά, ανεπαίσθητα – όπως σταδιακά και ανεπαίσθητα γερνάει το σώμα. Το Μάθημα ανατομίας είναι μια σπουδή στη νευραλγία – ωστόσο ο πάσχων Ζούκερμαν επιστρατεύει μια παράλληλη φρενιτιώδη ερωτική δραστηριότητα ως αναστολέα του πόνου. Στην Αντιζωή, τα καρδιολογικά προβλήματα και οι φαρμακολογικές τους επιπτώσεις στη σεξουαλική ικανότητα λειτουργούν σαν επίμονο λάιτ μότιβ. Στο Αμερικανικό ειδύλλιο και Το ανθρώπινο στίγμα ο καρκίνος του προστάτη και η συνακόλουθη ανικανότητα ρίχνουν βαριά τη σκιά τους. Και καθώς ο συγγραφέας πλησιάζει τα εβδομήντα, η σεξουαλική ιδεοληψία του παρελθόντος υποχωρεί ολοένα και περισσότερο υπέρ της έμμονης ιδέας του θανάτου. Στο Ζώο που ξεψυχά (2001), –βιβλίο με τίτλο δανεισμένο από το στίχο του Γέητς «Κάψετε την καρδιά μου κι αναλώστε την_ άρρωστη του πόθου / δεμένη σ’ ένα ζώο που ξεψυχά»– η ασθένεια του ερωτικού πόθου αντιπαρατίθεται στην ασθένεια που κατατρώγει το αντικείμενό του – την μόλις τριανταδιάχρονη ερωμένη του κεντρικού ήρωα Ντέιβιντ Κέπες. Στον Καθένα (2006) ο ανώνυμος αφηγητής, με την καρδιά και τις αρτηρίες σμπαράλια, προσέρχεται στο χειρουργικό τραπέζι με την ελπίδα να ζήσει λίγο περισσότερο, ωστόσο, παραπάνω χρόνος δεν του χαρίζεται. Τέλος, το Exit Ghost συνιστά προανάκρουσμα διαδοχικών εξόδων, αφού οι πάντες αποχωρούν ή μέλλει να αποχωρήσουν σύντομα από τη σκηνή: από το φάντασμα του τίτλου, που «φεύγει» σύμφωνα με τη σαιξπηρική οδηγία, ως τον αυτόχειρα φίλο του Ζούκερμαν στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, την ετοιμοθάνατη καρκινοπαθή Έιμι Μπελέτ, εμβληματική παρουσία πριν από δεκαετίες στο αφήγημα Ο συγγραφέας φάντασμα, τον πασίγνωστο για την πολυπραγμοσύνη και τη ζωτικότητά του Τζωρτζ Πλίμπτον, τον ίδιο τον Ζούκερμαν στο τέλος.
Ο άνθρωπος φτάνει άοπλος στο γήρας. Ο Τρότσκι, λίγο καιρό πριν απ’ το θάνατό του είχε γράψει ότι τα γηρατειά είναι το πιο αναπάντεχο γεγονός που του συνέβη ποτέ· είναι μια έφοδος, που ο αιφνιδιασμός της στερεί από κάθε άμυνα όποιον δέχεται την επίθεση της φθοράς. Δύσκολα βολεύεται ο γέρος στο σώμα του, δύσκολα αποδέχεται πως οφείλει να αποχαιρετίσει ό,τι τον όριζε – «γερό στομάχι, δυνατή καρδιά, σφριγηλό πέος». Κι αν ο Ροθ διαπίστωνε συγκλονισμένος στον Καθένα ότι «τα γηρατειά δεν είναι μάχη, είναι σφαγή», είναι κυρίως γιατί η προδοσία του σώματος βαραίνει διπλά πάνω στην επιμονή της επιθυμίας.
Ο Ζούκερμαν στο Exit Ghost βιώνει την παρακμή – σωματική, πολιτική και κοινωνική. Ή έστω ό,τι ένας γέροντας θεωρεί παρακμή. Στη Νέα Υόρκη, όπου επιστρέφει έπειτα από έντεκα χρόνια ηθελημένης απομόνωσης στην εξοχή, βαυκαλιζόμενος με την προσδοκία να αποκατασταθεί χειρουργικά το πρόβλημα της ακράτειας που τον βασανίζει, αισθάνεται ότι έχει χάσει και τη διάθεση και το βηματισμό του: εξοργίζεται με το πλήθος των κινητών τηλεφώνων, απορεί με τις γυμνές κοιλιές των γυναικών, αναρωτιέται ποιος είναι ο Τομ Κρουζ. «Μ’ ένα είδος ξηρασίας στην ψυχή», πενθεί το χαμένο χρόνο, τις μάταιες επιθυμίες που κινδυνεύουν να γίνουν ψευδαισθήσεις, την αλλοτινή συγγραφική του δεινότητα. Ακόμη και το πάθος του για την πολιτική έχει ξεθωριάσει – η Αμερική και το μέλλον της του είναι αδιάφορα πια. Η σύντομη επάνοδός του στο κέντρο των πραγμάτων –το φευγαλέο χάδι της ελπίδας για ελεγχόμενες σωματικές λειτουργίες ή για μια μικρή παράταση της ερωτικής περιπέτειας– αποδεικνύεται σκληρότερη από τη μοναξιά, υπενθυμίζοντάς του, κάθε στιγμή, τα όριά του. Ο έρωτας ανέφικτος (η νεαρή Τζέιμι Λόγκαν του ξυπνάει τον πόθο, μόνο και μόνο για να κάνει πιο οδυνηρή τη συνειδητοποίηση της αδυναμίας του), οι φίλοι νεκροί ή κοντά στο θάνατο, η δική του ανικανότητα και ακράτεια παρούσες και αθεράπευτες. Το μόνο που απομένει πια στον Ζούκερμαν, το alter ego του Ροθ, είναι να ζυγίζει τη στάχτη του_ να καταδυθεί, με άλλα λόγια, σε ένα στοχασμό για το χρόνο και για τη μορφή που παίρνει η ζωή στο πέρασμά του. Είναι το θέμα του Ροθ από την πρώτη σελίδα, όταν ο Ζούκερμαν δηλώνει ότι «έχει πάψει να κατοικεί όχι απλώς στο μεγάλο κόσμο αλλά και στην παρούσα στιγμή» ως την τελευταία, και τη θλιμμένη αναφορά του στη Γραμμή σκιάς του Κόνραντ, που τη διασχίζουμε «πρώτα από την παιδική ηλικία προς την ωριμότητα και στη συνέχεια από την ωριμότητα προς κάτι άλλο». Αυτό το ακατονόμαστο, αδιανόητο «κάτι άλλο» των γηρατειών, που μας αποσβολώνει.
Όμως αυτό το αποσβολωτικό «άλλο» δεν πλήττει μονάχα το σώμα. Ταλανίζει το πνεύμα, το κάνει να παραπαίει, να χάνεται, να παλινωδεί, να ξεχνά. Δεσμώτης και πάλι, ο Ζούκερμαν, όχι πια του θέματός του, όπως στο Μά-θημα ανατομίας αλλά των ορίων του, εντέλλεται από τον Ροθ να γράψει τις τελευταίες αράδες του ρόλου του, πριν βγει από τη σκηνή –τις καταληκτικές φράσεις ενός μυθιστοριογράφου που για μια ακόμη φορά παλεύει να δώσει μορφή στη ζωή, αλλά αποτυγχάνει. Το «χάος» ενός μυαλού που παραπαίει αντανακλάται εξίσου χαοτικά, στρεβλά, κατακερματισμένα, στις τελευταίες σελίδες του Exit Ghost. Είναι η ωμή καταγραφή του θανάτου ενός συγγραφέα, ενός ζώου που ξεψυχά όχι στον κόσμο, αλλά πάνω στη σελίδα.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ τεύχος 497, Ιούνιος 2009, σσ 96-98.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.