Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Θανάσης Τζαβάρας

σύναψις 21 [2011 – τόμος 07]

Χαμογελάτε! Πεθαίνουμε…

Επανεισάγουμε στη συζήτηση περί του «αβέβαιου του θανάτου» την αρχαία ελληνική έννοια της ευθανασίας, που σημαίνει «εύκολος ή ευτυχής θάνατος». Δια μέσου των αιώνων η έννοια της ευθανασίας απέκτησε πολλές σημασίες, χωρίς όμως να χάσει τη βασική ιδέα του «ευ-θνήσειν». Το ευ-θνήσκειν πρέπει να θεωρηθεί ως προέκταση του ευ-ζην που και τα δύο επιδιώκουν μια ενσυνείδητη διαπραγμάτευση της ζωής, μέρος της οποίας θεωρείται και ο θάνατος. Θα αναπτυχθούν ποικίλες ιδέες, οι οποίες στη νεωτερικότητα επιτρέπουν τη διαπραγμάτευση του όλου ζητήματος μέσα από την καινούργια έννοια του δικαιώματος στη ζωή – δικαιώματος στο θάνατο. Αυτή η συνθήκη διαγράφει μια καινούργια εποχή ώριμης αντιμετώπισης του θνητού χαρακτήρα του Ανθρώπου.

Εισάγω αυτό το κείμενο, με τον οιονεί παράδοξο τίτλο «Χαμογελάτε! Πεθαίνουμε», με δύο προσωπικές ιστορίες.

Ιστορία πρώτη

Τα γεγονότα που θα σας περιγράψω διαδραματίζονται εδώ και σαράντα ακριβώς χρόνια, όταν νεαρός ιατρός έχω αρχίσει την ειδικότητα παθολογίας στο Νοσοκομείο Ευαγγελισμός. Εκεί νοσηλεύεται, συνοδευόμενη από μία υποτακτική της, η ηγουμένη του μοναστηριού του Αγίου Νεκταρίου στην Αίγινα –δεν θυμάμαι πια το όνομά της–, η οποία συνέπιπτε να είναι θεία της μητέρας μου, καθότι ξαδέρφη του εκ μητρός παππού μου, ο οποίος είχε πεθάνει στην επιδημία του Δάγκειου το 1927. Η αγία αυτή γυναίκα παρουσίασε μητρορραγίες και νοσηλεύτηκε με σκοπό τη διάγνωση και τη θεραπεία. Βρισκόμαστε σε εποχή όπου η ιατρική δεν διαθέτει τις σύγχρονες μεθόδους διάγνωσης, π.χ. την υπερηχογραφία, και έτσι η διάγνωση δεν μπορούσε παρά να γίνει μέσω της γνωστής γυναικολογικής εξέτασης. Βάλε που η αφιερωμένη στον Άγιο Νεκτάριο μοναχή έφερε, όπως είναι λογικό, την παρθενία της κορώνα στο κεφάλι της και έτσι οι γιατροί βρεθήκανε μπροστά σε ένα σημαντικό δίλημμα. Μετά από κατάλληλες συσκέψεις και προσφέροντας όλα τα guarantee για να μη γίνει κανένα λάθος, η ηγουμένη ναρκώθηκε και, με την παρουσία της υποτακτικής της, ομάδα ιατρών προσπάθησε μόνο με οπτικό τρόπο να διαπιστώσει τι τρέχει. Η πιθανή και προφανής διάγνωση ήταν καρκίνος της μήτρας και η μόνη θεραπεία ήταν η χειρουργική αφαίρεση όλου του γεννητικού συστήματος. Με πίστη και σοφία η ηγουμένη αρνήθηκε πάσα επέμβαση και ζήτησε να γυρίσει στο μοναστήρι της και να συμβεί οτιδήποτε ο Θεός της έχει επιφυλάξει και με οποιοδήποτε τρόπο ο Άγιος Νεκτάριος μπορούσε να την προστατέψει. Η ηγουμένη πέθανε ευτυχής και προσευχόμενη, έπειτα από συνεχείς και ακατάσχετες αιμορραγίες.

Ιστορία δεύτερη

Το Πάσχα του 1995, η μητέρα μας, ύστερα από μια σειρά μικρών αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, παρουσιάζει ένα μείζον επεισόδιο που την καθιστά ημιπαράλυτη και αφασική. Νοσηλεύεται επειγόντως στο ίδιο νοσοκομείο με την ηγουμένη θεία της, τον Ευαγγελισμό, όπου το νοσηλευτικό προσωπικό και οι γιατροί την περιποιούνται ιδιαίτερα. Έπειτα από περίπου ενάμισι μήνα, προφανώς υπό το κράτος επαναλαμβανόμενων αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων και χωρίς να έχει κλινικά βελτιωθεί, παρουσιάζει σειρά επιληπτικών κρίσεων που την οδηγούν σε αυτό που ονομάζουμε status epilepticus. Η γενική της κατάσταση είναι άσχημη, πάσα δε αντιεπιληπτική θεραπεία εξ ορισμού αντιπαλευόταν και επιδείνωνε τη μορφή αναπνευστικής λειτουργίας, αυτό που ονομάζεται αναπνοή Cheynes-Stokes ή εργώδης αναπνοή. Η επιμελήτρια Β΄ της υπηρεσίας καλείται πάραυτα και αποφαίνεται ότι η μητέρα μας πρέπει να διασωληνωθεί. Η μακαρίτισσα, η οποία εν τέλει κατέληξε τον Ιούλιο του 1995, είχε τέσσερα παιδιά –και οι τέσσερις παρόντες στα γεγονότα– από τους οποίους δύο ήταν γιατροί και οι άλλοι δύο θεωρητικοί επιστήμονες. Αποφανθήκαμε με απόλυτη σύμπνοια ότι μια τέτοια «θεραπευτική πράξη» δεν είχε καμία απολύτως υπόσταση και ότι το μόνο πράγμα που θα έκανε, θα ήταν να παρατείνει χωρίς νόημα μια εργώδη επιβίωση. Μετά από πολλές διαβουλεύσεις, με όλες τις βαθμίδες της ιατρικής γνώσης και υπευθυνότητας, πετύχαμε ακριβώς αυτό που –κατά τα τεκμήριά μας, εκείνης της εποχής– έλεγε ότι μια τέτοια παράταση της ζωής όχι μόνο στερείται νοήματος, αλλά και ότι η άποψή μας στοιχειοθετούσε και συνιστούσε ένα αξιοπρεπές τέλος της ζωής της.

Το Νοέμβριο-Δεκέμβριο του 2004, η γαλλική βουλή ψήφισε ένα νόμο, ο οποίος αλλάζοντας τον ιατρικό κώδικα, επιτρέπει, εάν τούτο κάποιος το έχει επιθυμήσει και εκφράσει καταλλήλως και εγκαίρως αλλά και εάν το αποφασίζει κάποιο πρόσωπο του άμεσού του περιβάλλοντος, το ιατρικό σύστημα να μην επιμένει σε άχρηστες –σύμφωνα με τα δεδομένα της επιστήμης– ενέργειες και έτσι να επιτρέπει με παθητικό τρόπο τη διακοπή των θεραπευτικών πράξεων και την έλευση του θανάτου.

Αυτό το οποίο μπορεί να ονομαστεί δικαίωμα στο ευ θνήσκειν, στα γαλλικά πράγματα προέκυψε έπειτα από ένα δημόσια γνωστό γεγονός, που συγκλόνισε το 2003 όλη τη χώρα. Ένας νέος, με το όνομα Hubert, ύστερα από ατύχημα με μοτοσικλέτα βρισκόταν σε απόλυτη εγρήγορση και συνειδητότητα, αλλά ήταν τετραπληγικός, χωρίς απολύτως καμία ελπίδα θεραπείας. Ζήτησε επισήμως το δικαίωμα να πεθάνει ακόμη και σε γράμμα προς τον πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, αλλά η περιρρέουσα υποκρισία δεν μπόρεσε να δώσει λύση στο τραγικό αυτό πρόβλημα. Η μητέρα του παρανομώντας του έδωσε μεγάλες δόσεις βαρβιτουρικών, αλλά οι γιατροί της ΜΕΘ τον ανένηψαν. Ο προϊστάμενος αυτής της υπηρεσίας, έπειτα από σχετική συζήτηση και ανάλυση του αιτήματος του νεαρού Hubert, σταμάτησε την αναπνευστική μηχανή και προσέθεσε ανακουφιστικά φάρμακα, τα οποία του επιτρέψανε να πεθάνει ήρεμα, σύμφωνα με την επιθυμία του.

Η μητέρα και ο γιατρός σύρθηκαν μπροστά στην ποινική δικαιοσύνη και ενώ ήταν στα πρόθυρα της σχετικής καταδίκης, δύο βουλευτές των οποίων οι γονείς είχαν ταλαιπωρηθεί και πεθάνει με τον ίδιο τρόπο που σας περιέγραψα για τη μητέρα μας, ευαισθητοποιημένοι από τα γεγονότα και από τη σοφή κουβέντα του πρωθυπουργού της χώρας, που είχε δηλώσει καταλλήλως ότι οι πολιτικοί δεν μπορούν να διαχειριστούν το θάνατο, δημιούργησαν μια ad hoc επιτροπή, που ύστερα από οκτώ μηνών διαβουλεύσεις με ενδιαφερομένους, ειδικούς και αντιπροσώπους των ηθικών εξουσιών, κατέληξαν λοιπόν στο κείμενο αυτό που ψηφίστηκε σχεδόν με ομοφωνία, δηλαδή από τους αντιπροσώπους όλων των πολιτικών κομμάτων της γαλλικής βουλής.

Σχετικά είναι ενδιαφέρον να σας ενημερώσω για μια αποκαλυπτική ευρωπαϊκή μελέτη, στην οποία συμμετείχαν 504 γιατροί από 16 χώρες, έτσι όπως έχει αναφερθεί δημοσιογραφικά στην εφημερίδα Τα Νέα, στις 19 Ιουνίου του 2004. Η ερώτηση είναι εάν και κατά πόσον αυτοί οι γιατροί είχαν πραγματοποιήσει ή είχαν την ετοιμότητα να χορηγήσουν επί τούτου, φάρμακα για να επισπεύσουν τον θάνατο σε καταδικασμένους ασθενείς. Είναι άξιο να λεχθεί ότι το 28% των ελλήνων γιατρών που συμμετείχαν, απάντησε «ναι, μερικές φορές». Τις περισσότερες καταφατικές απαντήσεις τις έδωσαν Γάλλοι και Βέλγοι, 71% και 57% αντιστοίχως, και τις λιγότερες Πορτογάλοι και Ιταλοί, 8% και 13%. Επιπλέον το 52% των ελλήνων γιατρών δήλωσε πως θα περιόριζαν τη θεραπεία, αν το ζητούσε η οικογένεια ενός ασθενούς και το 9% θα τη διέκοπτε. Είναι αντικείμενο άλλης μελέτης η συζήτηση αυτών των διαφορών, μεταξύ βορείων και νοτίων χωρών της Ευρώπης, και επίσης είναι άλλη συζήτηση ο σχολιασμός των όσων απάντησαν αρμοδίως ερωτηθέντες τέσσερις επώνυμοι έλληνες γιατροί, εν οις και ο πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου.

Έχουμε με άλλη ευκαιρία μιλήσει για το θάνατο του Φρόιντ.1 Για όσους δεν έχουν υπόψη τους τι συνέβη, ο Φρόιντ, ο οποίος έπασχε επί χρόνια από έναν καρκίνο της κάτω γνάθου, που του επέβαλε πολλαπλές επώδυνες εγχειρήσεις και την ανάγκη να φοράει εξίσου πολύπλοκες μασέλες, έπειτα από σχετική συμφωνία με τον προσωπικό του γιατρό και με το οικογενειακό του περιβάλλον, ζήτησε να έχει έναν ήσυχο θάνατο, χάρη σε μια σειρά καταλλήλων καταπραϋντικών ενέσεων. Τούτο συνέβη στις 23 Σεπτεμβρίου 1939. Ο Φρόιντ, όπως και πολλοί άλλοι διανοητές δια μέσου των αιώνων, έχοντας επεξεργαστεί επαρκώς την έννοια του θανάτου μέσα στη ζωή, μπόρεσαν να κάνουν πράξη ακριβώς αυτή την επιδίωξη του ευ θνήσκειν, όπως είχαν κάνει επιδίωξη και το ευ ζην. Η επίγνωση του θνητού της υπόστασής μας είναι μία από τις μείζονες επεξεργασίες του ψυχικού μας κόσμου. Ο Φρόιντ και πάλι λέει (το 1915) «τώρα πια δεν μπορούμε να απαρνηθούμε το θάνατο, πρέπει να τον πιστέψουμε… Τω όντι, οι άνθρωποι πεθαίνουν ».

Όπως έχουμε αναφέρει και στην περίληψη αυτής της παρέμβασης, θα πρέπει πριν από όλα να επισκεφθούμε την έννοια της ευθανασίας, έτσι όπως καταγράφεται ήδη στους αρχαίους Έλληνες. Ευθανασία λοιπόν σημαίνει «εύκολος ή ευτυχής θάνατος», το δε ρήμα ευθανατέω σημαίνει «αποθνήσκω καλώς και ευτυχώς». Θα ήταν εκτός της σημερινής στόχευσης του κειμένου μας, να καταγράψουμε τους αιώνες και τις ενέργειες περί την ευθανασία, κατά αυτή την αρχική έννοια του όρου. Πολύ σχηματικά την προγενέστερη της σύγχρονης ιατρικής περίοδο, η ευθανασία υλοποιούνταν ενώπιον των θνησκόντων με ποικιλία πράξεων, όπως ο εξαερισμός των δωματίων, η επιλογή κατάλληλου κρεβατιού και φυσικά με μεγάλη σειρά και ποικιλία από ιεροτελεστικές πρακτικές θρησκευτικής εμπνεύσεως.

Η σημερινή συζήτηση περί ευθανασίας, δηλαδή η ενεργός παρέμβαση της επιστήμης, έτσι ώστε η «επιστήμη» να αποφασίζει τον ενεργό θάνατο πασχόντων ατόμων, είναι περισσότερο παράγωγο αυτής της κοινωνίας, που υπό τη μορφή της σύγχρονης δυτικής ιατρικής θεωρεί τον εαυτό της παντοδύναμο και δυνάμενο να θεραπεύσει «πάσαν νόσο και πάσαν μαλακίαν». Αυτή η ηθική προκείμενη, που έχει γίνει και το δέον της σύγχρονης ιατρικής, αφορά κατά κύριο λόγο τις νόσους και τις παθήσεις, τις αιτίες και τα θεραπευτικά σχήματα και ποσώς το πάσχον υποκείμενο. Δεν είναι σήμερα εδώ τόπος να συζητήσουμε την ιδιοτυπία των στάσεων της κοινωνίας μας μπροστά στους αιτούντες ενεργό ευθανασία, σε εκείνους που πράττουν την ευθανασία, όταν δύνανται, με αυτοκτονικό τρόπο και τη θεραπευτική λύσσα και μανία της σύγχρονης ιατρικής, που κρατάει εν ζωή ανθρώπους που δεν έχουν τίποτε άλλο στη ζωή, παρά τις τεχνικές και τεχνολογικές παρεμβάσεις της επιστήμης για να διαθέτουν κάποιες ζωτικές λειτουργίες.

Εάν επανέλθουμε στις ιδέες που εδώ και δεκαετίες ανέπτυξε ο Φρόιντ, στην ουσία βρισκόμαστε σε μία από τις πιο τραγικές εκφράσεις της δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό και την πρόοδο. Το άγχος της καθημερινότητας έχει κατακτήσει το μεγαλύτερο μέρος του βιοτικού μας χώρου, ο καταναλωτισμός διέπει τις πιο μικρές λεπτομέρειες του ιδιωτικού και δημόσιού μας βίου και κατά συνέπεια τα περιθώρια για πάσα σοφία έχουν εντελώς μικρύνει. Εκτός αν θεωρούμε σοφία την κατάχρηση των ψυχοφαρμάκων, με πρότυπο το χάπι της ευτυχίας, το Prozac. (Να τονιστεί ότι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, ενώ η αύξηση κατανάλωσης πάσης άλλης φύσεως φαρμάκων έχει γίνει με παράγοντα 2,7, τα ψυχοφάρμακα και το Ladose έχουν αυξηθεί κατά 7 φορές.)

Μίλησα, λοιπόν, για την επιδίωξη του ευ θνήσκειν και μιας θετικής χαρούμενης διάθεσης, μέσα από την ενσωμάτωση του θανάτου στα μείζονα γεγονότα της ζωής. Αγαπητοί φίλοι και φίλες, πιθανό να μην μπορούσα να μιλάω με τον ίδιο τρόπο, που το κάνω σήμερα, πριν από δύο-δυόμισι χρόνια. Το καλοκαίρι του 2002, η μοίρα το θέλησε, αλλά και η προσωπική μου ιστορία το επέτρεψε, να διατρέξω μια τροχιά που συνέδεε με συνεχή τρόπο τη ζωή με το θνήσκειν. Η σχεδόν πειραματική ζωή επί σαράντα μέρες σε κατάσταση μη συνείδησης, λόγω φαρμακευτικής καταστολής, έχει αξία μόνο μέσα από την επεξεργασία, που μπόρεσα μαζί με τη βοήθεια των δικών μου να κάνω, σχετικά με αυτό το επεισόδιο του θανάτου μες στη ζωή. Τώρα ξέρω, καλύτερα από κάθε άλλη φορά, ότι και θνητός είμαι και ότι η ζωή είναι πολύ ευχάριστη. Με όρους ψυχαναλυτικούς, λοιπόν, η επεξεργασία αυτής της ιστορίας δεν είναι τίποτε άλλο, παρά η διαπραγμάτευση του ευνουχισμού μας, μια σκληρή και ανήλεη πραγματικότητα, που όμως οδηγεί –στο μέτρο της προσωπικής ιστορίας του καθένα– στο να μπορεί να αντιμετωπίσει τον τρόμο του και τα προβλήματα του θανάτου με χαμόγελο. Άλλωστε η αναγνώριση του θνητού της ύπαρξής μας, δεν είναι και το μεγαλείο της ανθρώπινης υπόστασης;

(20 Νοεμβρίου 2005)

1 Θ. Τζαβάρας (2002). Ο θάνατος του Φρόιντ. Εκ των Υστέρων, 7, 22-28.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.