Λίζα Ξυναριανού
Καθηγήτρια Γερμανικών
στη Μέση Εκπαίδευση
σύναψις 21 [2011 – τόμος 07]
Το όνομα της Φρανκφούρτης έχει συνδεθεί με τον Φρόιντ και την ψυχανάλυση από το 1926, όταν οι διακεκριμένοι για την εποχή τους ψυχαναλυτές Εριχ Φρομ, Κλάρα Χάπελ, Καρλ Λάνταουερ, Χάινριχ Μένγκ, Φρίντα Φρομ-Ράιχμαν, Φραντς Στάϊν, Έβαλντ Ρέλενμπεργκ (Erich Fromm, Klara Happel, Karl Landauer, Heinrich Meng, Frieda Fromm-Reichman, Franz Stein, Ewald -Roellenbleck) ίδρυσαν την ψυχαναλυτική ομάδα Südwestdeutsche Arbeitsgemeinschaft.
Δύο χρόνια αργότερα δημιουργήθηκε το Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο της Φρανκφούρτης (Frankfurter Psychoanalytisches Institut), που έφτασε στο απόγειο των ερευνών και των μελετών του το 1930. Μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία (1933), το Ινστιτούτο αναγκάστηκε να σταματήσει τις δραστηριότητές του, με αποτέλεσμα οι Εβραίοι ψυχαναλυτές να πάρουν, ως γνωστό, τον δρόμο της εξορίας.
Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι να επιστρέψει η Ψυχανάλυση στη Φρανκφούρτη. Ο Τ. Adorno και ο Μ. Horkheimer μαζί με τον Α. Mitscherlich διοργάνωσαν μια σειρά από διαλέξεις για την Ψυχανάλυση στην πόλη αυτή και στη γειτονική Χαϊδελβέργη, αφιερωμένες στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Φρόιντ. Αυτή η πρωτοβουλία είχε σαν αποτέλεσμα την ίδρυση του Ινστιτούτου (και κέντρου εκπαίδευσης) για την Ψυχανάλυση και Ψυχοσωματική από τους Αdorno, Horkheimer και Zinn.
Πρώτος διευθυντής του Ινστιτούτου ορίστηκε ο Αλ. Μίτσερλιχ, που συνέδεσε την έρευνα του Ασυνείδητου με την Κοινωνιοψυχολογία. Υπό τη διεύθυνσή του, το Ινστιτούτο μετονομάστηκε σε «Ινστιτούτο Σίγκμουντ Φρόιντ» και, εκτός από την εκπαίδευση Ψυχαναλυτών, ασχολήθηκε ερευνητικά με τη Γερμανία κατά τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου και τον προβληματισμό για το πώς κατάφερε η χώρα να εκδημοκρατιστεί μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Αλ. Μίτσερλιχ συνέγραψε το βιβλίο του «Η ανικανότητα του πένθους» τo 1964, μαζί με τη γυναίκα του Μαργκαρέτε Μίτσερλιχ, επίσης ψυχαναλύτρια. Πρόκειται για ένα βιβλίο που θέτει τον προβληματισμό της διαχείρισης του πένθους ως ψυχικής διαδικασίας και αναδεικνύει την ανικανότητα των Γερμανών να θρηνήσουν τα θύματά τους, ενώ παράλληλα αναλύεται η συμπεριφορά των ανθρώπων σε συγκεκριμένες πολιτικές συνθήκες.

Οι Μίτσερλιχ διαπιστώνουν στο βιβλίο τους ότι η πλειοψηφία των Γερμανών μετά το 1945 απωθεί από τη μνήμη και τη συνείδησή της τα γεγονότα της ναζιστικής περιόδου. Απόλυτα επηρεασμένοι από τον Φρόιντ δίνουν τις δικές τους εκδοχές και παρατηρούν ότι, μετά την ήττα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και το τέλος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, γεννήθηκε η επιθυμία για τη δημιουργία μιας καινούργιας ζωής και ενός «καινούργιου» ανθρώπου, που θα ήταν πλέον έτοιμος να πιστέψει σε νέες ιδέες και σε καινούργια ιδανικά και που θα αισθανόταν απόλυτα προστατευμένος και κοινωνικά ασφαλής.
Το γερμανικό έθνος βρήκε στο πρόσωπο του Χίτλερ τον Φύρερ-αρχηγό του, δηλαδή το αγαπημένο πατρικό πρότυπο, από το οποίο θα καθοδηγηθεί και στο οποίο είναι έτοιμο και ιστορικά ώριμο να παραδοθεί αμαχητί και για χάρη του οποίου είναι διατεθειμένο να διαπράξει εγκλήματα ή και να πεθάνει γι’ αυτόν. Η τυφλή υπακοή προς αυτόν γίνεται έμμονη ιδέα και αυτός με τη σειρά του ζητά από τους οπαδούς του πλήρη υποταγή και τελικά την παραίτηση από την κριτική τους σκέψη. Στοχεύει, σαν καλός γητευτής, στη διάλυση της ήδη υπάρχουσας ηθικής και, ως ανατροπέας της παλαιάς αντίληψης, τους διαβεβαιώνει, στοχεύοντας στη συνείδησή τους, για την επανάσταση και την ανατροπή της παλαιάς τάξης των πραγμάτων, καθώς και της παλαιάς ηθικής, εξασφαλίζοντάς τους σιγουριά και σταθερότητα. Ο Φρόιντ στην «Ψυχολογία των μαζών και η ανάλυση του Εγώ»1 διευκρινίζει και επεξηγεί τη θέση του Λε Μπον, σχετικά με τη δυναμική της ψυχικής διαδικασίας κατά την ανάληψη της εξουσίας από έναν αρχηγό. Ο Φρόιντ λοιπόν εξηγεί ότι ο αρχηγός μπαίνει στη θέση του Ιδανικού του Εγώ του κάθε οπαδού ξεχωριστά και αντιπροσωπεύει γι’ αυτόν την πιο τολμηρή φαντασίωση, ολοκλήρωση, υπεροχή, ενσαρκώνοντας ταυτόχρονα τις ελπίδες του καθενός. Οι οπαδοί αποτελούν κομμάτι της ζωής του αρχηγού, πραγματοποιώντας τη φαντασίωσή τους για την ολοκλήρωση του Ιδανικού τους Εγώ.
Η φαντασίωση, που πρέπει να υλοποιηθεί, είναι η αναγέννηση ενός έθνους μακριά από ταπεινώσεις και προσβολές. Και οι οπαδοί με τη σειρά τους, ως παιδιά που τα παρηγορεί ο πατέρας, παραδίδονται στην αυταρχικότητά του αγνοώντας τις καταστρεπτικές συνέπειες. Οι Γερμανοί μοιάζουν με ανώριμα παιδιά που αφήνονται στη σιγουριά του δυνατού ενήλικου.
Ο Μίτσερλιχ στέκεται σ’ αυτήν την παιδική ενόρμηση και θεωρεί ότι η αυταρχικότητα στοχεύει στις κρυμμένες παιδικές ενορμήσεις. Ο αδύναμος άνθρωπος, που χρειάζεται βοήθεια, έρχεται σε επαφή από πολύ νωρίς, κατά την παιδική του ηλικία, με μορφές αυταρχικότητας που θα τον προστατέψουν μεν, αλλά και θ’ ασκήσουν πάνω του ισχυρή επίδραση ελέγχοντάς το.
Ανάμεσα στην αυταρχικότητα και σε όσους επηρεάζονται από αυτή δεν συναντά κανείς μόνο σχέσεις εξουσίας, αλλά μπορεί να διακρίνει και στάδια ανάπτυξης της συνείδησης. Οι συγγραφείς παρομοιάζουν τον γερμανικό λαό με το παιδί που μαθαίνει να προσαρμόζει την συμπεριφορά του στις απαιτήσεις των (ισχυρών) ενηλίκων και που οι ενήλικες τον βοηθούν να εξαλείψει τις αδυναμίες του και να προσαρμοστεί στη νέα τάξη πραγμάτων. Για τον Hartmann,2 ο μηχανισμός του Εγώ είναι τόσο ανθεκτικός που δεν είναι σε θέση να λογοκρίνει τα μηνύματα της αυταρχικότητας, μπορεί όμως να τα αντέξει και να τα δεχτεί με όλη τους τη σημασία.
Η υπακοή στον αρχηγό είναι τυφλή και δημιουργεί αμφίθυμα συναισθήματα αγάπης και μίσους. Οι λιβιδινικές και οι επιθετικές ενορμήσεις ενώνονται και, μέσα «από αυτή τη μίξη των ερωτικών στοιχείων, οι ατομικές ορμές μετατρέπονται σε κοινωνικές». Το να υπακούει κανείς είναι χαρά. Ο φόβος του αδύναμου Εγώ, το οποίο είναι επίσης αδύναμο να αντισταθεί στη συλλογική αντίληψη, χάνεται μέσα στην υποκειμενική συνείδηση. Η ανυπακοή στην καινούργια τάξη των πραγμάτων φέρει συγχρόνως τον κίνδυνο του αποκλεισμού από την ομάδα και την απομάκρυνση από αυτή.
Σημαντικό ρόλο για τους συγγραφείς παίζει η ψυχοσύνθεση του γερμανικού λαού και η τάση του για προσαρμοστικότητα. Ο όρος Immobilismus που χρησιμοποιείται στο κείμενο δεν είναι απόλυτα δόκιμος, όμως οι συγγραφείς τον χρησιμοποιούν εννοώντας την παραλυσία, την ψυχική νωθρότητα των Γερμανών τόσο κατά την περίοδο του ναζισμού όσο και κατά τη μεταπολεμική εποχή. Η πολιτική απάθεια της μάζας είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική, αφού η κοινωνία δεν είναι σε θέση και δεν επιθυμεί να αντισταθεί και να αντιπαρατεθεί. Η πίστη στον ιδανικό χαρισματικό ηγέτη (κατά Weber) ήταν απόλυτη και οι φωνές αντίδρασης ήταν τόσo λίγες που δεν μπορούσαν να ακουστούν και να επηρεάσουν το γενικό φρόνημα.
Μετά τον θάνατο του Χίτλερ και την ήττα τους θα περίμενε κανείς πως οι Γερμανοί θα έπρεπε να πέσουν σε βαθιά μελαγχολία καθώς, χάνοντας το πατρικό τους πρότυπο, έχασαν και ένα κομμάτι της συνείδησής τους. Η συλλογικότητα όμως δεν χάθηκε και βρήκε υποκατάστατο στη δημιουργία της νέας Γερμανίας. Ήταν τόσο έντονη η ανάγκη για ανοικοδόμηση και δημιουργία στη μεταπολεμική Γερμανία που, παρατηρώντας τους Γερμανούς της εποχής εκείνης, θα μπορούσε να πει κάποιος ότι η εποχή του Ναζισμού, η καταστροφή και τα θύματά του δεν υπήρξαν ποτέ. Ξαφνικά το παρελθόν σαν να σβήστηκε και όλα να ξεχαστήκαν.
Ο πόλεμος δημιούργησε στους Γερμανούς αισθήματα ντροπής και ενοχής από τα οποία έπρεπε να προστατευθούν. Η μελαγχολία και η διαχείριση του πένθους ήταν οι συναισθηματικές συνέπειες που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν μετά το τέλος του καταστροφικού πολέμου. Όμως δεν υπήρχε άλλος δρόμος από την άρνηση των κινήτρων και των πράξεών τους. Προσπάθησαν να απαλλαχτούν από το ναζιστικό παρελθόν τους, από τη μια παύοντας να το θεωρούν πραγματικό και από την άλλη με την κοινωνική και πολιτική τους παραλυσία (Immobilismus).
Όσον αφορά τη διαχείριση των αισθημάτων ντροπής και ενοχής, που δημιουργήθηκαν μετά την ναζιστική περίοδο στους Γερμανούς, η παρατήρηση του Φρόιντ ότι ο νευρωτικός δεν αρνείται την πραγματικότητα, αλλά απλά δεν θέλει να γνωρίζει κάτι γι’ αυτή, βρίσκει απόλυτα σύμφωνους τους δύο συγγραφείς, οι οποίοι θεωρούν την άρνηση του παρελθόντος σαν μια διανοητική διεργασία που μπορεί να είναι αυταπάτη και που είναι σημαντική για τη δημιουργία μιας καινούργιας ταυτότητας του υποκειμένου.
Ο άνθρωπος δεν αφήνει εύκολα το αντικείμενο που αγαπά αν δεν βρει το υποκατάστατό του. Αυτή η ψυχική διεργασία είναι τόσο έντονη, ώστε να μετουσιώνεται σε μια αποστροφή από την πραγματικότητα. Η ανικανότητα του πένθους και ο τρόπος να αγαπά κανείς έχει να κάνει με την ανάγκη για επιβεβαίωση της αυτοπεποίθησης. Οι συγγραφείς τονίζουν ότι η σχέση και οι δεσμοί αγάπης των Γερμανών με τα ιδανικά τους και με ότι αυτά συμβολίζουν είναι στοιχείο της γερμανικής ιδιοσυγκρασίας και χαρακτηρίζεται ως δυστυχία.
Όταν η πραγματικότητα αλλάζει –εν προκειμένω η πλήρης αλλαγή της κοινωνικής κατάστασης με την απώλεια του Ιδανικού του Εγώ–, το πένθος βοηθάει και οδηγεί κάποιον να δεχτεί την αλλαγή αυτή μέσα από την απώλεια του Αντικειμένου. Η απώλεια και το πένθος γι’ αυτή, κάνει το άτομο να ωριμάσει και τότε αυτό είναι σε θέση να αντέξει την αλλαγή (την καινούργια ηθική). Το ναρκισσιστικό αντικείμενο εξαφανίζεται χωρίς να αφήσει τα ίχνη του – εάν η απώλεια του δεν οδηγήσει σε απαξίωση του Εγώ και αν αυτή με τη σειρά της δεν μεταβληθεί σε μελαγχολία.
Τα αξιώματα του Φρόιντ, «θυμάμαι, επαναλαμβάνω, επεξεργάζομαι»,3 είναι οι επισημάνσεις που κάνουν οι συγγραφείς στο τέλος της ανάλυσής τους. «Γι’ αυτό είναι αναγκαία η επανάληψη των εσωτερικών αντιπαραθέσεων και η κριτική τους μελέτη, για να ξεπεραστούν οι ενστικτώδεις και ασυνείδητες δυνάμεις της αυτοπροστασίας μέσα από τη λήθη, την άρνηση την προβολή και παρόμοιους μηχανισμούς άμυνας».
Η εμφανής απάθεια των νεαρών Γερμανών της δεκαετίας του ’50 δεν γίνεται κατανοητή μόνο από την θεαματική απώλεια των αξιών μετά τον πόλεμο, αλλά οφείλεται και στο ότι μετά την καταστροφή του χιτλερικού καθεστώτος πίστεψαν σε δημοκρατικά ιδεώδη που από κάθε άποψη τους απογοήτευσαν.
Στον επίλογο του 1977 αναφέρεται ότι οι νέοι άνθρωποι επιλέγουν αρχηγούς αμφιβόλου μορφής, αποκτούν «λάθος» πρότυπα ή ψάχνουν να βρουν πιο συγκεκριμένα, τα οποία θεωρούν και υποστηρίζουν ως «σωστά», όταν δεν έχει ικανοποιηθεί η ανάγκη κατά την παιδική και νεανική τους ηλικία να δημιουργηθεί κάποιο ιδανικό. Το να βάζει κανείς «σωστούς» στόχους ή καλύτερα στόχους, που αντικατοπτρίζουν τις διαδικασίες ταυτοποίησης των μελών της κοινωνίας της εποχής μέσα από ένα Ιδανικό το οποίο ακυρώνει τις κοινωνικές αξίες, μας κάνει να ανακαλύψουμε μορφές επιθετικότητας, που προσβάλλουν το αίσθημα της αυτοεκτίμησης. Η αιτία αυτής της προσβολής, που μπορεί κανείς ν’ ανιχνεύσει στην παιδική ηλικία, παραμένει για το κάθε άτομο ασυνείδητη. Και τα αισθήματα που προκαλούνται ως συνέπεια και ως άμυνα μεταφέρονται και μεταφράζονται στις επόμενες γενιές με τη μορφή ακτιβισμού και με τη μορφή κοινωνικής προσφοράς. Το βιβλίο βοηθάει στον προβληματισμό και τον σχηματισμό της άποψης για το πώς οι άνθρωποι, παραδομένοι από τις ναρκισσιστικές διαταραχές της παιδικής τους ηλικίας, ακολουθούν τα πρότυπα και πραγματοποιούν τις φαντασιώσεις τους μέσα από την ταύτισή τους με το Ιδανικό του Εγώ. Η γνώση, που εξασφαλίζεται μέσα από τις ψυχικές αντιπαραθέσεις, διαμορφώνει τη στάση άμυνας του υποκειμένου για να ξεπεραστεί η παιδική ναρκισσιστική διαταραχή του.
Το πένθος για τα θύματα είναι «ένα επιφανειακό ψυχικό συμβάν». Οι μηχανισμοί που κινητοποιούνται είναι μηχανισμοί που κινητοποιούνται, που έχουν να κάνουν με το αίσθημα αυτοσυντήρησης και επιβίωσης.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Alexander und Margarete Mitscherlich “Die Unfähigkeit zu trauern’’ (Piper Verlag, Μόναχο 1967, σελ. 380)
1 S. Freud Massenpsychologie und Ich Analyse, GW XIII
2 H. Hartmann Bemerkungen zur psychoanalytischen Theorie des Ichs. Psyche,18 (1964/65), 6
3 S. Freud Erinnern, Wiederholen, Durcharbeiten. GW X
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.