Βάσια Λέκκα
Ιστορικός – Ερευνήτρια της
κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας
της ιατρικής
σύναψις 21 [2011 – τόμος 07]
«Στις 10/12, στις 12.40 μ.μ., η κρίση ξεκίνησε ξαφνικά. Η ασθενής παρουσίασε απώλεια αισθήσεων, έβγαλε μία δυνατή κραυγή, το πρόσωπό της ήταν χλωμό, είχε τονικούς σπασμούς που ακολούθησαν κλονικοί σπασμοί, είχε συσπάσεις σε όλο το σώμα, δάγκωσε τη γλώσσα, δεν ούρησε, δεν μίλησε κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι κόρες των οφθαλμών δεν αντιδρούσαν στο φως. Η κρίση διήρκεσε περίπου δύο λεπτά, δεν κατέστη απαραίτητος ο περιορισμός της ασθενούς. Τα αντανακλαστικά των γονάτων ήταν ενεργά. Κοιμήθηκε μετά την κρίση».2
Με τον γλαφυρό αυτό τρόπο, περιέγραφε η νοσηλεύτρια του National Hospital for the Paralysed and Epileptic την κρίση της Σ.Τ.Τ., είκοσι ενός ετών, η οποία υπέφερε από επιληψία για εννέα χρόνια και νοσηλεύτηκε από το Νοέμβριο του 1894 έως τον Ιανουάριο του 1895. Η λεπτομερής αυτή περιγραφή, ακολουθώντας το υπόδειγμα των υπολοίπων φακέλων των ασθενών του νοσοκομείου, αποτυπώνει την απόπειρα νευρολογικής προσέγγισης και ερμηνείας των περιστατικών επιληψίας και, κατ’ επέκταση, ανάδειξης της νόσου ως αμιγώς νευρολογικής διαταραχής. Διότι, δεν θα πρέπει να λησμονούμε ότι η επιληψία συμπορευόταν, μέχρι τα τέλη του 17ου και τις αρχές του 18ου αιώνα, με τις περιπτώσεις δαιμονισμένων και τις απόπειρες εξορκισμού τους από τον κλήρο, ενώ, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα – σε ορισμένες περιπτώσεις, αρκετά αργότερα –, ταυτιζόταν και «στοιβαζόταν» στους ίδιους χώρους εγκλεισμού με την τρέλα. Μόλις το 1815, ο Jean-Étienne Dominique Esquirol διαχώρισε τους επιληπτικούς από τους ψυχικά ασθενείς στη βάση ότι η θέαση ακόμη και μίας μονάχα επιληπτικής κρίσης αρκούσε για να καταστήσει ένα υγιές άτομο επιληπτικό και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επιδεινώσει την κατάσταση των φρενοβλαβών, ενώ ήταν κατά τη δεκαετία του 1860 πλέον που σημειώθηκε η ίδρυση ειδικευμένων νοσοκομείων σε Μ. Βρετανία, Γαλλία και Γερμανία.3
Υπό αυτή την προοπτική, σκοπός του παρόντος άρθρου είναι η μελέτη αυτής της καθοριστικής τομής· της εισόδου, δηλαδή, της επιληψίας στο πάνθεον των νευρολογικών διαταραχών, μέσα στο πλαίσιο της ανάδυσης της νευρολογίας ως διακριτού επιστημονικού πεδίου, κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα.
Αφετηρία των προβληματισμών αποτελεί η μελέτη των φακέλων των εσωτερικών, επιληπτικών ασθενών του John Hughlings Jackson (1835-1911) – του, κατά πολλούς, «πατέρα της βρετανικής νευρολογίας» –, κατά την περίοδο 1870-1895, στο National Hospital for the Paralysed and Epileptic, το οποίο άνοιξε τις πύλες του στο Λονδίνο τον Μάιο του 1860.4 Το National Hospital αποτέλεσε το πρώτο νευρολογικό νοσοκομείο στον κόσμο, εγείροντας αξιοσημείωτο ενδιαφέρον για την επιληψία και συμβάλλοντας στην ίδρυση έξι ακόμη νοσοκομείων με σαφή νευρολογικό προσανατολισμό, στην πόλη του Λονδίνου, τα επόμενα δέκα χρόνια.5
Μέσα από τη μελέτη μίας σειράς πολύ ενδιαφέροντων αρχειακών δεδομένων, και συγκεκριμένα, του χρονικού διαστήματος ανάμεσα στην πρώτη εκδήλωση της νόσου – συνηθέστερα, την πρώτη επιληπτική κρίση – και την εισαγωγή των ασθενών στο νοσοκομείο, του χρονικού διαστήματος της νοσηλείας, της θεραπευτικής αγωγής, του αποτελέσματος της νοσηλείας και, ιδίως, των τρόπων παρουσίασης και αναπαράστασης της επιληψίας αναδείχθηκε ευκρινώς η μετατροπή της επιληψίας σε κατ’ εξοχήν γνωστικό αντικείμενο της νεοσύστατης νευρολογίας και η ρήξη με το προ του β΄ μισού του 19ου αιώνα παράδειγμα.
Κατ’ αρχάς, η δομή και το περιεχόμενο των φακέλων καταδεικνύουν τη «νευρολογικοποιημένη» πλέον διάσταση της επιληψίας. Ο κάθε φάκελος συνίστατο σε μία άκρως αναλυτική έκθεση της νόσου των ασθενών, της γενικότερης σωματικής και διανοητικής τους υγείας και της κατάστασής τους κατά το διάστημα της νοσηλείας τους. Μέσα από κατηγορίες, όπως «οικογενειακό ιστορικό», «ιστορικό», «καθημερινή αναφορά», «παρούσα κατάσταση», «κοινωνικό ιστορικό», συντελείτο η συστηματική καταγραφή μίας τεράστιας ποικιλίας στοιχείων που εκτεινόταν από το φύλο, την ηλικία, το επάγγελμα, τον τόπο κατοικίας και την οικογενειακή κατάσταση μέχρι τις ασθένειες από τις οποίες είχαν νοσήσει, το γενεαλογικό τους δένδρο, τις συνθήκες υγιεινής, την κατανάλωση αλκοόλ και τη σεξουαλική τους ζωή. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι φάκελοι συνοδεύονταν από πρόσθετα διαγράμματα με τον ακριβή αριθμό, την ημερομηνία εμφάνισης και τον χαρακτήρα των επιληπτικών κρίσεων, τη συνιστώμενη θεραπεία, καθώς και τα αποτελέσματα των ποικίλων εξετάσεων στις οποίες υποβάλλονταν οι ασθενείς – κατά κανόνα, από εξειδικευμένους γιατρούς. Άλλωστε, από το 1887 και εξής, η καταγραφή των εξετάσεων στο National Hospital άρχισε να συστηματοποιείται και να αποκτά μία πιο τυποποιημένη μορφή. Πέρα, λοιπόν, από την εξέταση των οφθαλμών, των ούρων και τη μέτρηση της θερμοκρασίας, εξετάζονταν η διανοητική και ψυχική τους κατάσταση (ευφυΐα, αντιληπτική ικανότητα, εκφορά λόγου, παραληρήματα και ψευδαισθήσεις κ.ά.), τα άνω και κάτω άκρα (κίνηση, αισθητικότητα, κατάσταση μυών, αντανακλαστικά, αντιδράσεις στα φαραδικά και γαλβανικά ρεύματα), τα κρανιακά νεύρα και τα ζωτικά όργανα. Από το 1893 και εξής, πραγματοποιούνταν και αιματολογικές εξετάσεις χωρίς, δυστυχώς, να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες. Επιπλέον, στις περιπτώσεις όπου οι ασθενείς απεβίωναν, ο φάκελος συνοδευόταν ενίοτε και από τα αποτελέσματα της νεκροψίας. Αναμφίβολα, όμως, το στοιχείο που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι τα τέσσερα διακριτά πλέον στάδια της φυσικής εξέτασης, η «επισκόπηση» (inspection), η «ψηλάφηση» (palpation), η «επίκρουση» (percussion) και η «ακρόαση» (auscultation)· οι κλασικές, δηλαδή, τεχνικές της κλινικής παρατήρησης, που επινοήθηκαν κατά τον 19ο αιώνα, καθιστώντας εφικτή την τρισδιάστατη θέαση και χαρτογράφηση του ανθρώπινου σώματος.6
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι μέθοδοι θεραπείας που μετέρχονταν οι γιατροί του National Hospital. Ασφαλώς, η πρώτη οδός ήταν η φαρμακευτική. Ας υπογραμμισθεί η καθολική υπεροχή του βρωμιούχου καλίου, το οποίο συνοδευόταν, κατά κανόνα, από το διβορικό νάτριο, την ατροπίνη, το ιωδιούχο κάλιο, την καμφορά, το χλωροφόρμιο, τη χλωράλη, το αρσενικό, και, σπανιότερα, από τη γλυκερίνη, την κινίνη, τα κρύα ντους, τα γαλβανικά και φαραδικά ρεύματα, το αλκοόλ – συνηθέστερα, ουίσκι και μπράντι –, τη βαλεριάνα και την κοκαΐνη. Ο διάχυτος σκεπτικισμός του α΄ μισού του 19ου αιώνα σχετικά με τη δυνατότητα επιτυχούς αντιμετώπισης της επιληψίας, που άγγιζε συχνά τα όρια του απόλυτου πεσιμισμού,7 είχε δώσει πλέον τη θέση του σε μία διαρκώς αυξανόμενη πίστη στην αποτελεσματικότητα των σκευασμάτων. Ας σημειωθεί ότι στα μέσα της δεκαετίας του 1870 καταναλώνονταν στο National Hospital 2,5 τόνοι βρωμιούχου καλίου ετησίως. Η έμφαση στο θεραπευτικό σκέλος αντικατοπτριζόταν και στις συχνές αναφορές στα αποτελέσματα και τις παρενέργειες των φαρμάκων – ιδίως, στην ακμή που επέφερε το βρωμιούχο κάλιο και τα έλκη των χειλέων και τη ναυτία που επέφερε το διβορικό νάτριο. Ήταν, όμως, η προσφυγή στη χειρουργική αντιμετώπιση της επιληψίας που κατέδειξε τη σπουδαιότητα της έννοιας του «εντοπισμού» (‘localisation’) και της οργανικά εστιασμένης προσέγγισης των σωματικών λειτουργιών για την εδραίωση της χειρουργικής, επισφραγίζοντας την αμιγώς επιστημονική προσέγγιση της νόσου. Η πρώτη επέμβαση στο National Hospital πραγματοποιήθηκε από τον Victor Horsley στις 25/05/1886, εγκαινιάζοντας, στην ουσία, τη χειρουργική της επιληψίας.8 Συνολικά, τέσσερις ασθενείς του Jackson, οι οποίοι υπέφεραν από βαριές μορφές κρίσεων, υποβλήθηκαν σε χειρουργική επέμβαση κατά την υπό εξέταση περίοδο.
Τα παραπάνω, λοιπόν, ενδεικτικά στοιχεία, αποτυπώνουν, κατά τη γνώμη μας, την ανάδυση της επιληψίας ως αμιγώς νευρολογικής διαταραχής κατά το β΄ μισό του 19ου αιώνα· ένα γεγονός που επισφράγισε ταυτόχρονα την ίδια τη γέννηση της νευρολογίας ως διακριτού επιστημονικού πεδίου και τον οριστικό διαχωρισμό της από την ψυχιατρική. Ποια ήταν, όμως, τα συγκεκριμένα ιστορικά a priori που γέννησαν αυτόν τον πολυεπίπεδο μετασχηματισμό;
Η βικτωριανή περίοδος υπήρξε μάρτυρας της οριστικής εγκατάλειψης του, μέχρι τότε, κρατούντος θεολογικού λόγου και της υιοθέτησης ενός επιστημονικού ερμηνευτικού πλαισίου, με τις επιστήμες του ανθρώπου να θέτουν τη ζωή και τον θάνατο των έμβιων όντων στο μικροσκόπιο νέων μορφών γνώσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιληψία αποτέλεσε το par excellence αντικείμενο της νεοσύστατης νευρολογίας. Εξάλλου, δεν θα πρέπει να θεωρείται τυχαίο ότι, για πολλούς μελετητές, ο Jackson σηματοδότησε την απαρχή της «‘νευρολογικοποίησης’ της επιληπτολογίας».9 Στο εξής, το επιληπτικό σώμα εξεταζόταν, αναλυόταν και θεραπευόταν στη βάση εστιασμένων εγκεφαλικών δυσλειτουργιών. Στο επίκεντρο βρισκόταν εμφανώς ο ανθρώπινος εγκέφαλος.
Για πολλούς μελετητές, ο 19ος αιώνας σημαδεύτηκε από την ανά-συγκρότηση και ανά-σημασιοδότηση του ανθρώπινου εγκεφάλου· ένα γεγονός που δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένο από το δεδομένο ιστορικό πλαίσιο. Στα μέσα του 19ου αιώνα, και με το βιομηχανικό πολιτισμό – τουλάχιστον, όσον αφορά στην Αγγλία – να έχει, εν πολλοίς, εδραιωθεί, η κοινωνία βίωνε μία καθ’ όλα μεταβατική και ιδιαίτερα ρευστή κατάσταση. Το πρώτο γενικό παραπάτημα της βιομηχανικής καπιταλιστικής οικονομίας, κατά τις δεκαετίες του 1830 και 1840, είχε οδηγήσει στη διόγκωση των κοινωνικών προβλημάτων (ανεργία, χαμηλά ημερομίσθια, άθλιες συνθήκες υγιεινής) και στην εμφάνιση των πρώτων εργατικών κινημάτων, με την αστική τάξη να έχει ήδη αρχίσει να αντιλαμβάνεται τη διαφαινόμενη κρίση των προταγμάτων της προόδου και των αξιών του φιλελευθερισμού.10Αυτό το κλίμα γενικότερης αβεβαιότητας και ανασφάλειας επίτασσε την εξεύρεση ενός καινούργιου αναλυτικού πλαισίου. Είχε έρθει η στιγμή που μία νέα φυσιολογία θα πραγματοποιούσε την είσοδό της στη βικτωριανή σκηνή, ως «αντίβαρο» στις ασφυκτικές πιέσεις που η κοινωνία δεχόταν. Εξάλλου, όπως έχει εύστοχα υποστηριχθεί από τους Shapin και Schaffer, «οποιαδήποτε λύση στο πρόβλημα της γνώσης αποτελεί και μία λύση στο πρόβλημα της τάξης».11
Με εργαλείο, λοιπόν, την έννοια του «εντοπισμού», ο βασικός κορμός της θεωρίας του Jackson προϋπέθετε μία εξελικτική, τριαδική ιεράρχηση του ανθρώπινου εγκεφάλου, με ξεχωριστή έμφαση στη, δομικά και λειτουργικά, στερεότητά του, αποκαλύπτοντας και τις εμφανείς επιρροές της εξελικτικής θεωρίας, όπως αποκρυσταλλώθηκε, κυρίως, μέσα από το έργο του Herbert Spencer. Η ανάλυση του Jackson συνεπαγόταν τρία διακριτά, αλλά ταυτόχρονα άμεσα εξαρτώμενα, επίπεδα εξέλιξης του κεντρικού νευρικού συστήματος, με τα ανώτερα κέντρα να κυριαρχούν έναντι των μεσαίων και κατώτερων κέντρων. Στο σημείο αυτό, έγκειτο και η έννοια της «εξέλιξης» (evolution)· στη μετάβαση από τα κατώτερα στα μεσαία και, εν συνεχεία, στα ανώτερα κέντρα. Όπως συμπυκνωνόταν και στην ακόλουθη φράση, «τα ανώτερα κέντρα ανα-ανα-αναπαριστούν (re-re-represent) όλα τα σημεία του σώματος [. . .] στους πιο σύνθετους συνδυασμούς. [. . .] Τα ανώτερα κέντρα, η κλίμακα της εξέλιξης, είναι, εκλαϊκευτικά, το “όργανο του νου”».12 Από την τριμερή αυτή διάκριση και ανάλογα με το επίπεδο εξέλιξης όπου εντοπιζόταν η αφετηρία τους προέκυπτε και η αντίστοιχη διάκριση τριών τύπων επιληπτικών κρίσεων – των επιληπτικών κρίσεων (epileptic fits/epilepsy proper) που εντοπίζονταν στα ανώτερα κέντρα, των επιληπτοειδών κρίσεων (epileptiform seizures), που αποδίδονταν σε βλάβες στο μεσαίο επίπεδο εξέλιξης και των βρεφικών εσωτερικών/αναπνευστικών σπασμών (inward/respiratory fits), που εντοπίζονταν στα κατώτερα κέντρα.13 Κάθε τύπος παρουσίαζε και θετικά συμπτώματα από την απελευθέρωση των κατώτερων λειτουργιών και αρνητικά από την απώλεια των ανώτερων λειτουργιών. Εδώ τοποθετούσε ο Jackson την, αντίστροφη προς την έννοια της εξέλιξης, έννοια της «διάλυσης» (dissolution)· μία έννοια που είχε δανειστεί από τον Spencer και την οποία ταύτιζε με τις ασθένειες του νευρικού συστήματος.
Δημιούργημα, λοιπόν, και συνάμα δημιουργός των ιστορικών συνθηκών της ύστερης βικτωριανής κοινωνίας, η νέα φυσιολογία του εγκεφάλου είχε κατορθώσει να αναδείξει και να εκφράσει όχι μόνο τη διάχυτη ανάγκη μίας διακυβέρνησης που θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα, αλλά, κυρίως, τον «φυσιολογικό» χαρακτήρα της εν λόγω επιλογής. Επρόκειτο, στην ουσία, για μία απόπειρα νομιμοποίησης κάθε θεσμού και πολιτικής επιλογής που θα εδραίωναν την επιθυμητή ορθοδοξία, λειτουργώντας ως ένα από τα βασικά μέσα επιβολής των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Η κυριαρχία των ανώτερων κέντρων εξέλιξης του εγκεφάλου πάνω στα μεσαία και κατώτερα ενίσχυε τις εξουσιαστικές τάσεις της βικτωριανής ελίτ, αναπαριστώντας την τόσο προσφιλή σε αυτήν ιεραρχική θέαση της αγγλικής κοινωνίας.14 Όπως χαρακτηριστικά υπογράμμιζε ο ίδιος ο Jackson, «οι ανώτερες λειτουργίες των νεύρων που εξελίσσονται από τις κατώτερες υποτάσσουν αυτές τις κατώτερες, όπως ακριβώς μία κυβέρνηση που προκύπτει από ένα έθνος εξουσιάζει και διατάσσει αυτό το έθνος. [. . .] Η απώλεια του κυβερνώντος σώματος αντιστοιχεί στη διάλυση στον ασθενή μας· η αναρχία αντιστοιχεί στην ανεξέλεγκτη πια δράση του επόμενου κατώτερου επιπέδου εξέλιξης».15 Η περίπτωση της επιληψίας, λοιπόν, εντασσόταν σε αυτό το διαρκώς εντεινόμενο ενδιαφέρον για τη ζωή των ατόμων, όπως αυτή διαμορφωνόταν μέσα στο πλαίσιο των αναδυόμενων εθνών-κρατών και των συζητήσεων περί του λεγόμενου «εθνικού εκφυλισμού». Μία νέα έννοια είχε εδώ και καιρό εισβάλει στο προσκήνιο.
Για τον Michel Foucault, τα τέλη του 18ου και ολόκληρος ο 19ος αιώνας σηματοδότησαν την εμφάνιση της έννοιας του «πληθυσμού». Διότι, κατά την περίοδο αυτή, έλαβε χώρα ένα από τα καθοριστικότερα φαινόμενα στην ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών. Και ποιο ήταν αυτό; «Η αναδοχή της ζωής από την εξουσία· η απόκτηση εξουσίας επί του ανθρώπου ως έμβιου όντος [. . .] μία κρατικοποίηση τρόπον τινά της βιολογικής κατάστασης, ή τουλάχιστον μία τάση που οδηγεί στην κρατικοποίηση της βιολογικής κατάστασης».16 Σύμφωνα με τον γάλλο στοχαστή, η αναδοχή της ζωής από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς κινήθηκε γύρω από δύο αλληλένδετους πόλους. Από τη μία πλευρά, πρώτος πόλος υπήρξε η λεγόμενη ανατομικο-πολιτική του ανθρώπινου σώματος· δηλαδή, το ντρεσάρισμα του σώματος, η πειθάρχηση, η αύξηση της χρησιμότητας και παραγωγικότητάς του. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεύτερος πόλος υπήρξε η λεγόμενη βιο-πολιτική του πληθυσμού· δηλαδή, το πάντρεμα των μεμονωμένων σωμάτων και η ανάδυση του πληθυσμού ως πολιτικού και οικονομικού προβλήματος.17 Η αναπαραγωγή, η θνησιμότητα, το επίπεδο υγείας, η διάρκεια ζωής, ακόμα και οι συνήθειες του πληθυσμού βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός συγκροτημένου λόγου, με το κράτος να αναλαμβάνει υπό τη σκέπη του την ευθύνη της υγείας των πολιτών του – ας μην ξεχνάμε ότι τα τέλη του 19ου αιώνα, του «αιώνα της στατιστικής», έχουν χαρακτηριστεί ως «η μεγάλη εποχή της δημόσιας υγείας».18 Για πρώτη φορά, λοιπόν, την περίοδο αυτή, ένας δαιδαλώδης μηχανισμός κατέστησε εφικτή την εισδοχή του πληθυσμού στο πεδίο της άμεσης γνώσης και των υπολογισμών της πολιτικής εξουσίας· αυτό, δηλαδή, που ο Foucault ονόμασε «κυβερνησιμότητα» (gouvernmentalité). Μεταξύ άλλων, η συγκριτική εξέταση των σωματικών δεικτών των ασθενών του National Hospital, η συστηματική παρατήρηση και καταγραφή των πληροφοριών και η συγκρότηση φακέλων, η επιβολή θεραπευτικών / επανορθωτικών μέτρων αποτέλεσαν την αφετηρία ελέγχου και κανονικοποίησης όχι μόνο των μεμονωμένων ασθενών, αλλά, ιδίως, του συνόλου των υγιών σωμάτων. Διότι, μέσα από τον αυστηρό προσδιορισμό των ορίων ανάμεσα στο υγιές και το ασθενές, το φυσιολογικό και το παθολογικό, μέσα από τη χάραξη διαχωριστικών γραμμών στο πλαίσιο του βιολογικού και, κατ’ επέκταση, του κοινωνικού συνεχούς, η επιστημονική γνώση επέκτεινε τα όρια ελέγχου και δικαιοδοσίας της στο σύνολο του πληθυσμού, οδηγώντας στη συγκρότηση νέων μορφών υποκειμενικότητας και νέων συλλογικών και ατομικών ταυτοτήτων. Το παράδειγμα της επιληψίας και η ανάδυσή της ως κατ’ εξοχήν γνωστικού αντικείμενου της νεοσύστατης νευρολογίας αποτέλεσε μία μονάχα όψη αυτού του πολυδιάστατου επεισοδίου, που σηματοδότησε την εισδοχή της ανθρώπινης ζωής στη σφαίρα επιρροής και καθορισμού της ιατρικής εξουσίας και γνώσης.
Έχει περάσει ενάμισης αιώνας από την ημέρα που το National Hospital for the Paralysed and Epileptic υποδέχθηκε στους θαλάμους του τους πρώτους ασθενείς. Η άνοιξη του 1860 αποδείχθηκε μία ημερομηνία-ορόσημο στην ιστορία μίας εκ των παλαιότερων και πιο αμφιλεγόμενων εγκεφαλικών διαταραχών. Η μελέτη των πρώτων γραπτών δειγμάτων συστηματικής εξέτασης, παρατήρησης και καταγραφής της νόσου κατέδειξε το καινοφανές ενδιαφέρον για τη γνώση του ανθρώπινου εγκεφάλου, με τη νευροφυσιολογία του Jackson να συνιστά, για πολλούς μελετητές, τη βάση των σύγχρονων νευροεπιστημών. Το ενδιαφέρον αυτό, όμως, δεν θα πρέπει να ιδωθεί μονάχα ως καρπός επιστημονικών ερευνών, αλλά, κυρίως, ως συγκεκριμένο ιστορικό προϊόν. Διότι, μέσα από την απόπειρα μίας γενεαλογικής προσέγγισης της νόσου της επιληψίας αναδείχθηκε η καθοριστική τομή που συντελέστηκε κατά τον 19ο αιώνα· μία τομή που σηματοδότησε τις απαρχές της διάχυσης των πολλαπλών μορφών βιο-εξουσίας στους κόλπους της κοινωνίας, τις απαρχές πειθάρχησης και κανονικοποίησης των ανθρώπων. Όπως, άλλωστε, έχει επισημάνει και ο Georges Canguilhem, «κανονίζω, κανονικοποιώ, σημαίνει επιβάλλω μία αξίωση σε μια ύπαρξη, σε ένα δεδομένο του οποίου η ποικιλομορφία και η ανομοιογένεια εμφανίζονται, από τη σκοπιά της αξίωσης, ως μία απροσδιοριστία περισσότερο εχθρική παρά απλώς παράδοξη. Πολεμική έννοια, πράγματι [. . .]».19 Εν κατακλείδι, για να παραφράσουμε, ακολουθώντας το φουκωικό παράδειγμα, τη γνωστή φράση του Clauzewitz, μήπως θα μπορούσαμε, εν τέλει, να υποστηρίξουμε ότι η ιατρική – οι μέθοδοι, οι σκοποί, τα αποτελέσματά της – έχει γίνει πλέον, μεταξύ άλλων, η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα;
Ιδιαίτερες ευχαριστίες για την ουσιαστική συμβολή τους στη συγγραφή και δημοσίευση του παρόντος κειμένου οφείλω στον Κώστα Γαβρόγλου, Καθηγητή του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών, και στον Κώστα Πόταγα, Επίκουρο Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Το παρόν άρθρο αποτελεί συνοπτικότερη εκδοχή της ανακοίνωσής μου στο Πανελλήνιο Συνέδριο Νέων Ερευνητών Ιστορίας των Επιστημών και της Τεχνολογίας, που διοργανώθηκε από την Εταιρεία Μελέτης και Διάδοσης της Ιστορίας των Επιστημών και της Τεχνολογίας (Ε.Μ.Δ.Ι.Ε.Τ.) και το τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης (Μ.Ι.Θ.Ε.) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.) και πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα (Κεντρικό Κτήριο Ε.Κ.Π.Α.), στις 11-13/03/2011.
2 Jackson JH. National Hospital for the Paralysed and Epileptic, Queen Square, London, 1895, II. Females, σελ. 1085-1106.
3 Porter R, The Greatest Benefit to Mankind. A Medical History of Humanity from Antiquity to the Present, London, Fontana Press, 1999, σελ. 506. Temkin O. The Falling Sickness. A History of Epilepsy from the Greeks to the Beginnings of Modern Neurology, Baltimore, The Johns Hopkins University Press, 1971, σελ. 255-271.
4 Η μέλετη των φακέλων πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της διδακτορικής διατριβής μου με τίτλο Η Ιατρική Θεμελίωση της Σύγχρονης Επιληψίας: Η Περίπτωση του National Hospital for the Paralysed and Epileptic (1870-1895), που εκπονήθηκε στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κατά την περίοδο 2006-09. Η έρευνα στα αρχεία του National Hospital πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια εξάμηνης παραμονής μου ως υποτρόφου στο University College London (01/10/07-31/03/08), στο πλαίσιο του προγράμματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Marie Curie Fellowships, Building on the Past: European Doctorate in the Social History of Europe and the Mediterranean.
5 Shorvon SD & Sander JWAS. Historical Introduction. The Treatment of Epilepsy at the National Hospital Queen Square, 1857-1939: a mirror of the first phase of the modern history of medical and surgical therapy, στο SD. Shovron, F. Dreifuss, D. Fish & D. Thomas (επιμ.), The Treatment of Epilepsy, Oxford, Blackwell Science, 1996, σελ. xvii-xix.
6 Armstrong D. The Rise of Surveillance Medicine», Sociology of Health and Illness, Vol. 17 (3), 1995, σελ. 393-404.
7 Είναι εξαιρετικά χαρακτηριστικό το παράδειγμα του μετέπειτα γιατρού στο National Hospital, EH Sieveking, ο οποίος ξεκινούσε το βασικότερο εγχειρίδιό του με τη διαπίστωση ότι «η ιστορία της επιληψίας, περισσότερο από την ιστορία οποιασδήποτε άλλης πάθησης του νευρικού συστήματος, υπήρξε, μέχρι και τις πιο πρόσφατες περιόδους, η ιστορία μίας από τις πιο αδύναμες πλευρές της ιατρικής επιστήμης· καταδεικνύει, σε οδυνηρό βαθμό, την ανεπάρκεια των θεραπευτικών μας μεθόδων να αντιμετωπίσουμε μία μυστηριώδη δύναμη». Sieveking EH. On Epilepsy and Epileptiform Seizures. Their Causes, Pathology, and Treatment, London, J. Churchill, 1861, σελ. 1.
8 Η επέμβαση πραγματοποιήθηκε σε έναν εικοσιδιάχρονο Σκωτσέζο, ο οποίος εμφάνισε ένα σύνθετο κάταγμα (‘compound fracture’) στην αριστερή πλευρά του κρανίου του, και ο οποίος, κατά τις πρώτες δεκατρείς ημέρες της νοσηλείας του, είχε παρουσιάσει 2.870 κρίσεις.
9 Critchley M & Critchley EA. John Hughlings Jackson: father of English neurology, Oxford, Oxford University Press, 1998, σελ. 62
10 Hobsbawm EJ. Η Εποχή των Αυτοκρατοριών, 1875-1914, μτφρ. Κ. Σκλαβενίτη, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2002, σελ. 257-297. Επίσης, EJ. Hobsbawm, Η Εποχή του Κεφαλαίου 1848-1875, μτφρ. Δ. Κούρτοβικ, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 2000.
11 Shapin S & Schaffer S. Leviathan and the air-pump. Hobbes, Boyle, and the experimental life, Princeton, N.J., Princeton University Press, 1985, σελ. 152.
12 Hughlings Jackson J. A contribution to the comparative study of convulsions, Brain, 04/1886, σελ. 4.
13 Αυτ., σελ. 2-3, 5-9.
14 Cannadine D. Class in Britain, New Haven, etc., Yale University Press, 1998, σελ. 122-125.
15 Hughlings Jackson J. Evolution and Dissolution of the Nervous System, στο Taylor J, Holmes G & Walshe FMR (επιμ.). Selected Writings of John Hughlings Jackson, vol. I, London, Hodder and Stoughton, 1931-1932, σελ. 58.
16 Foucault M. Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας, μτφρ. Τ. Δημητρούλια, Αθήνα, Ψυχογιός, 2002, σελ. 294.
17 Foucault M. Ιστορία της Σεξουαλικότητας. 1. Η Δίψα της Γνώσης, μτφρ. Γ. Ροζάκη, Αθήνα, Κέδρος, 2005, σελ. 142.
18 Brunton D. Dealing with Disease in Populations. Public Health, 1830-1880, στο D. Brunton (επιμ.), Medicine Transformed. Health, Disease and Society in Europe, 1800-1930, Manchester, Manchester University Press, 2004, σελ. 180.
19 Canguilhem G. Το Κανονικό και το Παθολογικό, μτφρ. Γ. Φουρτούνης, Αθήνα, Νήσος, 2007, σελ. 304.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.