John K. Wing
σύναψις 21 [2011 – τόμος 07]
O καθηγητής John Wing (1923-2010) υπήρξε διευθυντής για 23 χρόνια στο Medical Research Council, Social Psychiatry Unit (Institute of Psychiatry, London UK)
μετάφραση
Γιώργος Μαυρέας
επιμέλεια
Βένος Μαυρέας
Η υστερία είναι από τις πιο παλιές έννοιες στην ιατρική. Μία έννοια η οποία έχει συμβάλει περισσότερο από κάθε άλλη στις ισχυρές διαμάχες που πάντα διαδραματίζονταν γύρω από τις ψυχιατρικές διαταραχές. Παραδόξως, όμως, επειδή είναι γενικώς αποδεκτό σήμερα ότι οι θεωρίες γύρω από τη νοσολογική φύση της υστερίας έχουν περιορισμένη πρακτική χρήση, μπορούν να αναδειχθούν σε σημαντικούς δείκτες για την κατανόηση της νευροφυσιολογίας των ψυχικών διαδικασιών. Ο ίδιος ο όρος χρονολογείται από την εποχή του Ιπποκράτη. Η παραδοσιακή θεωρία υποστηρίζει ότι η υστερία ήταν μία ασθένεια της μήτρας, η οποία περιφερόταν στο σώμα, με αποτέλεσμα να πολλαπλασιάζει τα σωματικά ενοχλήματα, παρόλο που οι γιατροί της εποχής, όπως ο Αρεταίος, συνειδητοποίησαν ότι μπορούσε να εμφανισθεί και στους άντρες.
Η υστερία μάλλον χρησίμευε τότε, όπως και σήμερα, σαν ένα συνονθύλευμα για τα ενοχλήματα εκείνα στα οποία δεν ταίριαζε καμία διάγνωση. Η αρχαία ελληνική ιατρική αναζητούσε τα φυσικά αίτια ακόμη και των συναισθηματικών διαταραχών, όμως οι μεταγενέστερες επεξηγήσεις επανέκαμψαν στη μεταφυσική ερμηνεία και οι θεραπείες βασίζονταν στο κατά πόσο οι ψυχικά ασθενείς αντιμετωπίζονταν ως άτομα που είχαν καταληφθεί από τον διάβολο ή στιγματίζονταν ως μάγοι/μάγισσες. Όπως και να έχει, συχνά η θεραπεία πρέπει να ήταν χειρότερη και από την ασθένεια.
Ο Thomas Sydenham, ο μεγάλος άγγλος κλινικός, έγραψε μία πραγματεία για την υστερία το 1680, η οποία επανέφερε το θέμα στη φυσική ιστορία. Περιέγραψε ένα ευρύτατο φάσμα εκδηλώσεων, τόσο ευρύ που η υστερία αντιμετωπιζόταν ως μέρος της διαφορικής διάγνωσης πρακτικά κάθε πάθησης. Μπορούσε να πάρει τη μορφή διάρροιας, μυϊκών πόνων, βήχα, οσφυαλγίας ή σπασμών. Μπορούσε να προσβάλει και τους άνδρες, αν και παρουσιαζόταν πιο συχνά σε γυναίκες που δεν είχαν κάποια απασχόληση, και μπορούσε να προκληθεί από την υπερδιέγερση, τη γέννα ή τη νηστεία. Ο Sydenham ήταν πολύ προβληματισμένος με την υστερία και αναποφάσιστος μεταξύ της σωματικής και της ψυχολογικής εξήγησής της.

Προς τα τέλη του 18ου αιώνα, ο Franz Mesmer ανακάλυψε ότι μπορούσε να βοηθήσει κάποιες από τις γυναίκες ασθενείς του μέσω της υποβολής. Ο ίδιος εξηγούσε τη μέθοδό του μέσω ενός ρευστού στο σώμα του, το οποίο ονόμαζε «ζωικό μαγνητισμό». Χρησιμοποιούσε ατομική, αλλά και ομαδική θεραπεία, και θεωρήθηκε διαβόητος για τις μεθόδους και τις θεραπείες του. Ο μεσμερισμός είχε συνεπάρει την Αγγλία μέσω του James Braid, ενός γιατρού από το Manchester, ο οποίος έκανε διάσημο τον μαγνητισμό υπό τον όρο της ύπνωσης. Την ίδια εποχή, ο John Elliotson εξέδωσε μία πραγματεία χειρουργικών επεμβάσεων οι οποίες είχαν γίνει ενώ οι ασθενείς ήταν υπό την επήρεια «μαγνητικού ύπνου». Στα μέσα του 19ου αιώνα, οι νέες ιδέες έφτασαν στις Ηνωμένες Πολιτείες και ενσωματώθηκαν σε κάποια από τα πολλά θρησκευτικά κινήματα εκείνης της εποχής. Το αποτέλεσμα αυτής της συγχώνευσης ήταν ο «πνευματισμός». Τα πνεύματα των νεκρών άρχισαν να εμφανίζονται. Κουνούσαν έπιπλα, επικοινωνούσαν μέσω χτυπημάτων και σε γενικές γραμμές εισήγαγαν ένα στοιχείο ευχάριστης φαντασίας στις ζωές των ανθρώπων των μικρών πόλεων. Στη συνέχεια, τα πνεύματα εμφανίζονταν και οπτικά, αλλά και μέσω κάποιων ενδιάμεσων ατόμων, που ήταν γνωστά ως «μέντιουμ».
Μέχρι εκείνη την εποχή, ο υπνωτισμός είχε περιπέσει σε ανυποληψία αλλά ξαναζωντάνεψε από τους Liébault, Bernheim και Charcot στην Γαλλία. Ο Charcot ήταν ένας μεγάλος νευρολόγος, ο οποίος πρώτος ενδιαφέρθηκε για την ύπνωση όταν προσπαθούσε να διαχωρίσει τις αληθινές από τις υποκρινόμενες επιληπτικές κρίσεις. Περιέγραψε τρία στάδια στην ανάπτυξη της ύπνωσης –το λήθαργο, την καταληψία και την υπνοβασία– και έδειξε ότι οι υστερικές καταστάσεις, όπως η παράλυση ή η βωβότητα, μπορούσαν να παραχθούν και να εξαφανιστούν πειραματικά με ύπνωση. Πολλά από τα χαρακτηριστικά της υστερίας, τα οποία περιέγραψε ο Charcot και τα οποία θεωρούσε ως σημεία της ασθένειας, ήταν στην πραγματικότητα αποτέλεσμα υποβολής. Ο Bernheim υποστήριζε ότι όλοι οι άνθρωποι μπορούσαν σε κάποιο βαθμό να επηρεαστούν από την υποβολή και άρχισε να χρησιμοποιεί όλο και λιγότερο την τυπική ύπνωση. Η θεραπεία με υποβολή ονομάστηκε από τον ίδιο «ψυχοθεραπευτική».
Το γεγονός ότι η υποβολή κατά την διάρκεια της κατάστασης της ύπνωσης μπορούσε στη συνέχεια να επενεργήσει χωρίς τη συνειδητή μνήμη της προέλευσής της και ότι τα στοιχεία της μπορούσαν να επανέλθουν στη συνείδηση από τον υπνωτιστή μαζί με άλλα φαινόμενα, όπως η υπνοβασία και η «πολλαπλή προσωπικότητα», έδωσαν δυναμική υποστήριξη σε ιδέες για ένα κατώτερο ή κρυμμένο ή υποσυνείδητο νου, τις οποίες οι άνθρωποι επικαλούνταν από μακρού προκειμένου να εξηγήσουν τα όνειρα και τις εκδηλώσεις των «ενστίκτων». Δύο άνθρωποι, οι οποίοι είχαν εντυπωσιαστεί από την δουλειά του Bernheim και του Charcot, ήταν ο Pierre Janet και ο Sigmund Freud. Ο Janet έδωσε έμφαση στη σχέση μεταξύ του υπνωτιστή και του υποκειμένου. Θεωρούσε ότι τα συναισθήματα του υποκειμένου περιείχαν συγκεκριμένα υιικά και ερωτικά στοιχεία, όπως και επιθυμία για «κατεύθυνση». Ο Henry Ellenberger1 θεωρεί ότι η διαφορά μεταξύ των ερμηνευτικών συστημάτων που αναπτύχθηκαν από τον Janet και τον Freud γίνεται κατανοητή άμα σκεφθούμε ότι η προσέγγιση του Janet ήταν χαρακτηριστική του γαλλικού Διαφωτισμού, ενώ του Freud, αλλά και των Adler και Jung, ήταν επηρεασμένες από τον γερμανικό Ρομαντισμό. Ο Janet ανέπτυξε μία τεχνική ορθολογικής ψυχολογικής ανάλυσης βασισμένης στην αποκάλυψη των υποσυνειδήτων καθηλωμένων ιδεών που θεωρούσε ότι ήταν αποτέλεσμα τραυματικών γεγονότων. Ο περιορισμός του επιπέδου συνείδησης συγκαλύπτει τη σύνδεση μεταξύ των συμπτωμάτων και του τραύματος, αλλά όταν οι καθηλωμένες ιδέες αποκαλύπτονται και συζητούνται, μπορεί να επέλθει βελτίωση. Αυτές οι διαδικασίες είναι υποσυνείδητες μόνο στην υστερία. Σε άλλες νευρωτικές καταστάσεις, ειδικότερα σε αυτές που ο Janet ονόμασε «ψυχασθενικές», είναι αρκετά συνειδητές. Η ψυχοσυναισθηματική σχέση μεταξύ θεραπευτή και ασθενούς είναι ένα σημαντικό μέσο για τη θεραπεία. Οι ιδέες του Janet διατυπώνονταν συστηματικά για πολλά χρόνια, αλλά το σύστημά του είναι ουσιαστικά άγνωστο έξω από τη Γαλλία, και ακόμα και στην πατρίδα του δεν άσκησε ιδιαίτερη επιρροή.
Ο Freud, από την άλλη, έχει θεωρηθεί ότι εισήγαγε μία επανάσταση στην ανθρώπινη σκέψη, αντίστοιχη αυτών του Δαρβίνου και του Μαρξ. O Ellenberger παραθέτει τη σύγκριση του L.S. Granjel μεταξύ της σκέψης του Freud και του Schopenhauer: και οι δύο θεωρούσαν τον άνθρωπο ουσιαστικά παράλογο, και οι δύο θεωρούσαν ότι οι πηγές των κινήτρων ήταν σεξουαλικές στην φύση τους, και οι δύο αντιμετώπιζαν την ανθρωπότητα με έναν ολοκληρωτικό πεσιμισμό. Οι ιδέες του Freud για την υστερία ήταν μια πιο ριζοσπαστική ερμηνεία των ιδεών του Janet (υπήρχε αρκετή οξύτητα εκείνη την εποχή σχετικά με το ποιος είχε προηγηθεί). Ο Thomas Szasz, στο βιβλίο του The Myth of Mental Illness,2 υποστήριξε ότι η συνεισφορά του Freud δεν ήταν στην ανακάλυψη ότι η υστερία ήταν μία ψυχική ασθένεια, αλλά στη συνηγορία ότι οι επονομαζόμενοι υστερικοί θα έπρεπε να θεωρούνται «ασθενείς». Εφόσον τα θεωρούμενα κύρια σύνδρομα της υστερίας ήταν ιατρογενή, δηλαδή έμοιαζαν με τα μοντέλα τα οποία παρέχουν οι γιατροί, αυτό που πραγματικά εξηγήθηκε από τις νέες θεωρίες δεν ήταν πιο σαφές από την ευρεία ποικιλία ασθενειών που είχαν περιγραφεί από τον Sydenham ή τους Έλληνες. Ο Szasz υποδεικνύει ότι αυτή η τάση είχε πραγματικά εξαπλωθεί τόσο που ουσιαστικά εμπειρίες ή συμπεριφορές που ήταν κοινωνικά ανεπιθύμητες, συμπεριλαμβανομένων της παραπτωματικότητας, του διαζυγίου, της ανθρωποκτονίας και της εξάρτησης από τα ναρκωτικά «και τόσων άλλων χωρίς τέλος», άρχισαν να θεωρούνται ως εκδήλωση ασθένειας από την στιγμή που μπορούσαν να κατανοηθούν με ψυχαναλυτικούς όρους. «Το γόητρο και η δύναμη των ψυχιάτρων έχει επαυξηθεί με το να ορίζουν ολοένα και μεγαλύτερες περιοχές ως τμήμα του πεδίου της ξεχωριστής ειδικότητάς τους».
Παρόλο που είναι αποδεδειγμένο ότι υστερικά φαινόμενα, όπως η καταληψία, η υπνοβασία και η πολλαπλή προσωπικότητα, επάγονταν συχνά από τους γιατρούς και δεν παράγονταν ξαφνικά από τους ασθενείς, κατά την διάρκεια της περιόδου που ο μαγνητισμός και ο υπνωτισμός ήταν υπό έρευνα, παρόμοια φαινόμενα συνέβαιναν συχνά κάτω από μη-ιατρικές συνθήκες. Οι καταστάσεις «αποσύνδεσης» (dissociation) θεωρούνται επιθυμητές σε ορισμένες κοινωνίες, και είναι συχνά συνδεδεμένες με θρησκευτικές τελετές. Υπάρχουν ομοιότητες στις μεθόδους πρόκλησης έκστασης ή σε καταστάσεις «κατοχής» (states of possession), κατά τις οποίες άτομα ή ομάδες μπορεί να νιώθουν την ένωση με υπερφυσικές δυνάμεις, να δέχονται το δώρο της προφητείας ή να μιλούν σε ακατανόητες γλώσσες. Ουσιαστικά, κάθε ψυχιατρικό σύμπτωμα μπορεί να γίνει αντικείμενο μίμησης.
Εκτός από τα φαινόμενα που μπορούν να θεωρηθούν ως ανάλογα με εκείνα τα οποία προκαλούνται μέσω υποβολής, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές παραλλαγές για το υπερφυσικό όπως και τις διάφορες υποκουλτούρες, μπορεί να αναπτυχθούν συγκεκριμένα σύνδρομα τα οποία φαίνεται να είναι χαρακτηριστικά μίας μόνο συγκεκριμένης περιοχής. Αυτές είναι συνήθως καταστάσεις διέγερσης ή πανικού, οι οποίες μπορεί να συμβούν οπουδήποτε, αλλά επηρεάζονται από τις τοπικές παραδόσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να παίρνουν τη μορφή συγκεκριμένων αναγνωρισμένων ψυχώσεων. Η ψύχωση Windigo των Ινδιάνων Chippewa, Ojibwa και Cree δείχνει πώς μπορεί να αναπτυχθούν τέτοιες καταστάσεις. Ο A. J. Lewis3 γράφει: Οι άνθρωποι αυτοί υποφέρουν από τρομερές κακουχίες στους σκληρούς χειμώνες του βόρειο-ανατολικού Καναδά. Η έλλειψη κυνηγιού υποχρεώνει κάθε οικογένεια να ζει με τα δικά της μέσα, εκτεθειμένη στον κίνδυνο του λιμού. Κάποιες φορές έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις κανιβαλισμού. Έχουν μύθους για ένα τέρας που ζει σαν σκελετός από πάγο τον χειμώνα και πεθαίνει την άνοιξη και καταβροχθίζει ανθρώπους. Επίσης πιστεύουν ότι οι άνθρωποι μπορούν να κατευθυνθούν μέσω μαγείας, ώστε να αναπτύξουν παρόμοιες κανιβαλιστικές διαθέσεις και να μετατρέψουν τις καρδιές τους σε πάγο. Στην πραγματικότητα, κάποια μέλη της φυλής αναπτύσσουν βαθιά κατάθλιψη και έντονο άγχος για τον λιμό. Η αντίληψή τους διαταράσσεται τόσο ώστε να βλέπουν τα μέλη της οικογένειάς τους σαν παχείς, νόστιμους, δελεαστικούς κάστορες. Κάποιοι απ’ αυτούς έχουν επίγνωση της κατάστασής τους και παρακαλούν να τους σκοτώσουν πριν δώσουν τόπο στις κανιβαλιστικές ορμές τους. Άλλοι πραγματικά σκοτώνουν και τρώνε τα μέλη των οικογενειών τους και στη συνέχεια και άλλους ανθρώπους αν δεν συλληφθούν εγκαίρως.
Οι ψυχίατροι σε όλες τις χώρες έχουν αποκτήσει δεξιότητες ώστε να ξεχωρίζουν τους διάφορους παράγοντες που εμπλέκονται σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση. Παρόλο που τα «πολιτισμικά αντιδραστικά σύνδρομα» είναι αρκετά συνηθισμένα σε κάποιες αναπτυσσόμενες χώρες, ανάλογες καταστάσεις συμβαίνουν παντού.
Τα φαινόμενα «κατοχής» από διαβολικά πνεύματα θα πρέπει επίσης να αναφερθούν. Στη μεσαιωνική Ευρώπη αυτά αναγνωρίζονταν συχνά. Τα θύματα ήξεραν τι αναμενόταν από αυτά. Τα πιο συχνά συμπτώματα ήταν περιοχές αναισθησίας ή αναλγησίας του δέρματος, σπασμοί, εμετοί, βλασφημίες και ομιλία σε ακατανόητες γλώσσες με τη φωνή του διαβόλου. Οι ιερείς της εποχής είχαν ένα ευρύτατο ρεπερτόριο τελετών, όπως τον αγιασμό με αλάτι και νερό, για να διώξουν τους δαίμονες.
Είναι στη φύση των υστερικών φαινομένων ότι συμβαίνουν από καιρού εις καιρόν ως «ψυχικές» επιδημίες. Μία από τις πιο γνωστές συνέβη στο χωριό Salem, στην Αποικία του Κόλπου της Μασαχουσέτης, το 1692. Η μεγάλη της φήμη οφείλεται κυρίως στην εξαιρετική αφήγηση της Marion Starkey,4 η οποία συνδυάζει την ιστορική ακρίβεια με την ικανότητά της να αφηγείται μία πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Μόνο είκοσι μάγισσες βρέθηκαν ένοχες στο χωριό Salem, ένας όχι και τόσο μεγάλος αριθμός σε σχέση με τα επίπεδα των πουριτανικών και καθολικών κυνηγιών μαγισσών στην Ευρώπη. Όμως, στην περίπτωση αυτή, η αρκετά μικρή κλίμακα του γεγονότος, μπορεί να συμβάλλει στην κατανόησή του.
Η τραγωδία άρχισε στην παιδική φαντασία μερικών νεαρών κοριτσιών, που εμπνεύσθηκαν από τις αναμνήσεις μίας νέγρας σκλάβας για την χώρα της, τα Barbados. Ακόμα και μία τέτοια, μάλλον αθώα πρακτική σαν το μάντεμα της μοίρας ήταν, φυσικά, αυστηρά απαγορευμένη. «Ο Θεός ο οποίος αποκαλύπτει τα πάντα όποτε Αυτός θέλει, δεν επιτρέπει να επηρεάζονται οι βουλές του. Μόνο ο διάβολος ξεπέφτει σε τέτοια τεχνάσματα.» Τα κορίτσια το ήξεραν αυτό πολύ καλά, καθώς μία από αυτές ήταν η Betty, κόρη του εφημέριου της ενορίας, Samuel Parris, και μία άλλη ήταν η εξαδέλφη της, η Abigail. Η νέγρα σκλάβα ονομαζόταν Tituba και βοηθούσε την κυρία Parris στις δύσκολες δουλειές του σπιτιού. Σύντομα η Abigail, η μεγαλύτερη από τα δύο κορίτσια, αλλά και η πιο θαρραλέα, είχε εντάξει αρκετές από τις φίλες τους στα νέα μυστήρια. Η δωδεκάχρονη Ann Putnam ήταν η νεότερη. Η μητέρα της, επίσης ονομαζόμενη Ann, είχε αρχίσει να έχει έντονα όνειρα, το νόημα των οποίων επιζητούσε επίμονα να λύσει. Αρκετές άλλες ήταν στην αρχή της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους. Όλες ήταν ανύπαντρες. Αν η Abigail έσπειρε το ζιζάνιο, η Ann η νεότερη ήταν η εκστασιασμένη μύστις.
Δεν υπάρχει καμία σύγχρονη έκθεση του αρχικού σταδίου της «επιδημίας», αλλά από τον Φεβρουάριο του 1692 πολλά από τα κορίτσια ήταν σε κατάσταση «κατοχής». Η «επιδημία» μάλλον άρχισε με την Betty και την Abigail και στη συνέχεια μεταδόθηκε στα πιο κοντινά κορίτσια της γειτονιάς, συμπεριλαμβανομένης και της νεαρής Ann Putnam. Οι εκδηλώσεις ή προσβολές έπαιρναν διάφορες μορφές: απλανές βλέμμα, βραχνοί θόρυβοι πνιγμού σαν γάβγισμα σκυλιού, παράξενες στάσεις του σώματος, μη ελεγχόμενες αναπηδήσεις, ασυνάρτητη μωρολογία, συσπάσεις και κινήσεις «αλωνίσματος». Ο William Griggs, ο τοπικός γιατρός, ήταν εντελώς σαστισμένος και τελικά μετέφερε το πρόβλημα στον πάστορα της εκκλησίας ως έργο δαιμονικής δύναμης.
Ο Samuel Parris κάλεσε τους συναδέλφους του και μεταξύ τους προσπάθησαν, όσο καλύτερα μπορούσαν, να βρουν ποιος ήταν υπεύθυνος για τα μάγια. Τελικά, η Tituba και άλλες δυο γυναίκες του χωριού –μια αλήτισσα, η Sarah Good και μία μετρημένη και εύπορη γυναίκα, αλλά με αμφιλεγόμενο παρελθόν, η Sarah Osborne κατονομάστηκαν. Η Tituba σύντομα έλαβε τις νύξεις των ανακριτών της και ομολόγησε ότι είχε χρησιμοποιηθεί σαν μάγισσα. Ισχυρίσθηκε, όμως, ότι οι άλλες δυο γυναίκες ήταν υπεύθυνες για τα συμβάντα. Είπε επίσης, απλώς για να διανθίσει την ιστορία της, ότι εννέα μάγισσες είχαν συνάψει συμφωνία με τον διάβολο. Έτσι, σε μία στιγμή που οι περισσότεροι άνθρωποι θα ήταν ευχαριστημένοι με το να τακτοποιήσουν την υπόθεση με μόνο τρεις, μάλλον ασήμαντες, κατηγορούμενες μάγισσες, το θέμα άρχισε να παίρνει νέα διάσταση. Για μια ακόμη φορά τα προσβληθέντα κορίτσια ανακρίθηκαν και η νεαρή Ann Putnam κατονόμασε την Martha Cory, ένα μέλος της ίδιας της εκκλησίας. Η Martha δεν ήταν αγαπητή στο χωριό, αλλά ήταν σεβαστή. Την υπέβαλαν σε προκαταρτική ακρόαση στο δικαστήριο στην αίθουσα συνεδριάσεων. Τα κορίτσια τα οποία την κατηγορούσαν κάθονταν στα μπροστινά έδρανα με το πλήθος του εκκλησιάσματος πίσω τους. Η Martha αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες και είπε ότι δεν έπρεπε να πιστέψουν αυτά τα διαταραγμένα παιδιά. Τα κορίτσια άρχισαν να ουρλιάζουν, να κουνιούνται και να μιμούνται κάθε κίνηση της Martha. Είπαν ότι άκουγαν ένα τύμπανο να χτυπά και έβλεπαν όλες τις μάγισσες του Essex County να μαζεύονται. «Δεν μπορείτε να αποδείξετε ότι είμαι μάγισσα!» φώναζε η Martha πριν την μεταφέρουν στη φυλακή για να κρατηθεί εκεί μέχρι την δίκη. Αλλά μία τέτοια δήλωση ήταν εκτός θέματος. Αυτό που δεν μπορούσε να αποδείξει, αυτό που κανένας που κατηγορήθηκε για τέτοιο πράγμα δεν μπόρεσε ποτέ να αποδείξει, ήταν ότι δεν ήταν.
Τα κορίτσια είχαν αποκτήσει τρομακτικές δυνάμεις πάνω στη ζωή και τον θάνατο. Έχοντας ξεπεράσει κάθε φραγμό ευπρέπειας, καινούργιες κατηγορίες ακολούθησαν ταχύτατα η μία την άλλη. Η Ann Putnam μαζί με την Abigail κατονόμασαν έπειτα την Rebecca Nurse, μία γριά, κουφή και άρρωστη κυρία από καλή οικογένεια και με υποτιθέμενη άμεμπτη υπόληψη. Η προκαταρτική της ακρόαση ήταν πιστή αντιγραφή της ακρόασης της Martha Cory. Η Ann Putnam, η πρεσβύτερη, αφηγήθηκε πως οι μικρές ανιψιές της, νεκρές από πολύ καιρό, της εμφανίστηκαν μέσα στα σάβανά τους και της είπαν ότι η Rebecca τις είχε σκοτώσει. Οι επόμενες που κατηγορήθηκαν ήταν οι δύο αδελφές της Rebecca, έπειτα ο John Procter και η γυναίκα του Elizabeth, και οι κατηγορίες συνεχίστηκαν, συμπεριλαμβανομένου ακόμη και ενός πρώην εφημέριου του χωριού, του George Burroughs. Γύρω στα 22 άτομα είχαν κατηγορηθεί τον Απρίλιο και 39 τον Μάιο.
Συνολικά, 19 μάγισσες απαγχονίστηκαν και περισσότεροι από εκατό ύποπτοι φυλακίστηκαν, πριν οι κληρικοί όπως και η κοινή γνώμη αρχίσουν να νιώθουν άβολα. Όταν η σύζυγος ενός από τους υψηλόβαθμους κληρικούς εμφανίστηκε στο όνειρο μίας νεαρής κοπέλας, όλοι συνειδητοποίησαν ότι τα πράγματα είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Τα κορίτσια είχαν γίνει τελείως ασύνετα, κατονομάζοντας ακόμα και τη γυναίκα του Αποικιακού Κυβερνήτη. Αυτό ήταν το τέλος. Μέχρι τα μέσα του Οκτωβρίου, ο Κυβερνήτης είχε απαγορεύσει κάθε περαιτέρω φυλάκιση ή δίκη για μαγεία.

Η Marion Starkey, η οποία είχε πάρει μαθήματα ψυχολογίας από τον Dr. O.H. Mowrer, παρουσίασε αυτήν την ιστορία με πιο ολοκληρωμένες ιστορικές λεπτομέρειες από τους προηγούμενους συγγραφείς. Έγραψε κατά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και πολλές φορές κάνει παραλληλισμούς με τα τότε σύγχρονα γεγονότα. Η εξήγησή της έχει διατυπωθεί σε όρους κλασικής υστερίας που συμβαίνει σε καταπιεσμένους εφήβους μεγαλωμένους σε μία θεοφοβούμενη πουριτανική κοινότητα, οι κληρικοί της οποίας ενέδωσαν στην επιδημία και ασυνείδητα την οδήγησαν στην καταστροφική της πορεία. Ο Arthur Miller, στο έργο του The Crucible, κάνει παραλληλισμούς με την περίοδο του Μακαρθισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το επεισόδιο αυτό όντως απηχεί Hitler και McCarthy. Επίσης αποτελεί παράδειγμα της υπόθεσης του Szasz ο οποίος ήταν αντίθετος στη θεώρηση της υστερίας ως ασθένειας. Η Martha Cory και ο John Procter πίστευαν ότι τα κορίτσια έλεγαν ψέματα και ότι ένα γερό ξύλο θα έβαζε τέλος στα τεχνάσματά τους. Πιθανόν, τα περισσότερα από τα κορίτσια ήταν ικανά να ελέγξουν τις «κρίσεις» τους, τόσο όσο ο και Samuel Parris τον θρησκευτικό του ζήλο. Πιο πολύ υποκρίνονταν παρά ψεύδονταν συνειδητά, επιπλέον δε, είχαν ένα δεκτικό κοινό. Για μερικές άλλες, κυρίως την Ann Putnam την πρεσβύτερη και την Abigail Williamson, η εξήγηση δεν μπορεί να είναι τόσο εύκολη. Είχαν μεγαλύτερο ταλέντο και ίσως μεγαλύτερη ικανότητα να βγαίνουν «εκτός ελέγχου». Τέτοια ταλέντα παρουσιάζονται σε κάθε κοινότητα, αλλά ακμάζουν με αυτή τη μορφή μόνο σε ειδικές κουλτούρες.
Ενώ είναι θαυμάσια η έκθεση της Marion Starkey για μία επιδημία υστερίας στην Νέα Αγγλία του δέκατου έβδομου αιώνα, εντούτοις δεν είναι εξίσου ικανοποιητική. Δεν εξηγεί γιατί αυτό συνέβη εκείνη την εποχή και σε εκείνο το μέρος. Η έμφασή της στα άτομα και τα κίνητρά τους είναι περιέργως δισδιάστατη. Η κινηματογραφική εκδοχή του Sartre παρουσιάζει αυτή την εκδοχή πιο έντονα. Δεν είναι δυνατό να ασχοληθεί κανείς με ένα ιστορικό γεγονός με καθαρά ψυχολογικούς όρους.
Πιο πρόσφατα, οι Paul Boyer και Stephen Nissenbaum5 εξέδωσαν μία ανάλυση των γεγονότων στο χωριό Salem, που βασίζεται σε αναλυτική γνώση των αρχείων της ενορίας και της πόλης, και καλύπτει μία περίοδο είκοσι χρόνων πριν από τα γεγονότα. Γνωρίζουν πώς η ενορία, ένα είδος πρώιμης δημοκρατίας, ψήφιζε, ποιος πλήρωνε και πόσα σε φόρους, και ποιοι από τους ντόπιους εκλέγονταν στα δημόσια αξιώματα. Διάβασαν κοινοτικές αιτήσεις, οικογενειακές διαθήκες και πράξεις, περιουσιακά στοιχεία, καταθέσεις μηνύσεων και τόμους κηρυγμάτων. Αρχίζουν τονίζοντας ότι τα αθώα μάγια της Betty και της Abigail υπό την κηδεμονία της Tituba πρέπει να συνέβαιναν σε όλη την Νέα Αγγλία εκείνη την εποχή. Δεν ήταν σπάνιες οι «επιδημίες» μαγείας. Αυτό που ήταν σπάνιο ήταν η άγρια εξέλιξη του επεισοδίου στο χωριό του Salem. Η προσδοκώμενη έκβαση θα ήταν το όλο θέμα να ξεθυμάνει μετά τη σύλληψη των τριών πρώτων γυναικών. Μια άλλη περίπτωση μαγείας κατά τη διάρκεια του 1692 εξελίχθηκε αρκετά διαφορετικά. Το προσβληθέν κορίτσι δέχθηκε μεγάλο μέρος της δημόσιας προσοχής, αλλά ο εφημέριος χρησιμοποίησε αυτήν την ευκαιρία για να προάγει τη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση της κοινότητάς του.
Είναι εμφανές ότι ο καθοριστικός παράγοντας ήταν η ερμηνεία την οποία οι ενήλικες –ενήλικες οι οποίοι είχαν τη δύναμη να κάνουν την ερμηνεία αποδεκτή– επέλεξαν για τα γεγονότα, το πραγματικό μήνυμα των οποίων, ουσιαστικά, ήταν επικίνδυνα διφορούμενο.
Τα κορίτσια δεν είχαν αρχικά πει τίποτα απολύτως για μαγεία. Κάποιες από αυτές φαινόταν ότι περιέγραφαν τα γεγονότα σαν να προέρχονταν από έναν θεϊκό, παρά δαιμονικό παράγοντα. Ο Samuel Parris δεν χρειαζόταν να τους κάνει παραπειστικές ερωτήσεις για το ποιος τις καταδίωκε. Το χωριό είχε στραφεί σε αυτόν για βοήθεια, προκειμένου να καταλάβουν τι συνέβαινε, αλλά αυτός δεν ήταν εντελώς ανιδιοτελής. Μόνο δέκα περίπου κορίτσια στο χωριό Salem είχαν πραγματικά προσβληθεί και, αφού οι πρώτες δώδεκα τοπικές μάγισσες κατονομάσθηκαν, οι περισσότερες από αυτές ζούσαν σε κοινότητες διάσπαρτες σε όλη την κομητεία του Essex. Τα κορίτσια δεν θα μπορούσαν να γνωρίζουν προσωπικά αυτά τα άτομα και τα ονόματά τους θα έπρεπε να τους είχαν δοθεί από τρίτους. Οι Boyer και Nissenbaum παρατήρησαν ότι οι δώδεκα από τους δεκατέσσερις κατοίκους του χωριού που είχαν κατηγορηθεί ζούσαν στην ανατολική ή εξωτερική περιοχή του χωριού, ενώ τα τριάντα από τα τριάντα δύο άτομα τα οποία είχαν δηλωθεί ως κατήγοροι, ζούσαν στην εσωτερική περιοχή του χωριού. Ακολουθώντας αυτό το στοιχείο, μπόρεσαν να ανακαλύψουν μία μακρά ιστορία τοπικής εχθρότητας μεταξύ των ατόμων που ζούσαν στην εσωτερική περιοχή του χωριού και των πιο επιχειρηματικών, εύπορων και ιδεολογικά «ανοικτών» κατοίκων της ανατολικής περιοχής, των οποίων οι γεωγραφικές και οικονομικές διασυνδέσεις ήταν κυρίως με την πόλη του Salem, τη δεύτερη πόλη της αποικίας μετά την Βοστώνη. Ήταν οι οικογένειες της εσωτερικής περιοχής του χωριού, καθοδηγούμενες από τους Putnam, που επιθυμούσαν να ιδρύσουν μία καινούργια εκκλησία, ανεξάρτητη από εκείνην της πόλης του Salem. Αυτό πρέπει να ήταν το πρώτο βήμα προς τον ολοκληρωτικό δημοτικό διαχωρισμό του χωριού από την πόλη. Ο πρώτος εφημέριος του χωριού, ο James Bayley, διορίστηκε το 1672, αλλά υπήρχαν πολλές προστριβές ανάμεσα στις δύο τοπικές φατρίες. Η μία, καθοδηγούμενη από τον Nathaniel Putnam, αντετίθεντο στον Bayley γιατί δεν υποστήριζε αρκετά τον εσωτερικό πυρήνα των κατοίκων, αυτών που ήθελαν περισσότερο τη δική τους ανεξάρτητη εκκλησία. Ο James Bayley παραιτήθηκε το 1680 και ο George Burroughs διορίστηκε στην θέση του. Δεν τα πήγε και πολύ καλύτερα. Επιπλέον, ο John Putnam προκάλεσε την σύλληψή του για χρέη. Αυτός ήταν ο ιερέας ο οποίος αργότερα απαγχονίστηκε με την κατηγορία ότι ήταν μάγος. Ο Burroughs αποσύρθηκε το 1682 και η φίλερις φήμη του χωριού ήταν τέτοια που πέρασαν δύο χρόνια μέχρι ένας άλλος εφημέριος, ο Deodat Lawson, να πεισθεί να καταλάβει την κενή θέση. Έπειτα από μία περίοδο απατηλής ηρεμίας, μία νέα διαμάχη δημιουργήθηκε. Αυτή τη φορά, οι Putnam υποστήριζαν τον ιερέα. Πιθανώς να κανόνισαν την εκλογή του. Ο Lawson ίδρυσε μία πλήρως ανεξάρτητη εκκλησία στο χωριό. Η αντίπαλη παράταξη ήταν υπό την καθοδήγηση των μελών μίας οικογένειας με ισχυρή επιρροή από την ανατολική πλευρά του χωριού, των Porter. Η πόλη του Salem πήρε το μέρος της πλευράς του Joseph Porter. Ο Lawson έφυγε το 1688, μετά το τέλος του συμβολαίου του, και ο Samuel Parris προσλήφθηκε από την ομάδα την καθοδηγούμενη από τους Putnam, που είχαν μεγαλύτερη επιρροή στο χωριό εκείνη την εποχή. Η ομάδα αυτή πίεσε ξανά για την πλήρη ανεξαρτησία της εκκλησίας του χωριού και αυτή τη φορά είχε επιτυχία.
Είναι ξεκάθαρο ότι υπήρξε μία συνεχής διαμάχη για χρόνια μεταξύ των φατριών του χωριού, με την μία να έχει την επιρροή την μια φορά και έπειτα αυτή να γυρνά προς την άλλη πλευρά. Ο Samuel Parris γνώριζε τους εχθρούς του στο χωριό, πολλοί από τους οποίους διατηρούσαν τη συμμετοχή τους σε άλλες εκκλησίες. Πάντως, εκτός από τις οικονομικές διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών, υπήρχαν επίσης και πικρές προσωπικές εχθρότητες. Οι Putnam, στο σύνολό τους, ήταν μία οικογένεια σε παρακμή, ενώ οι Porter είχαν εισέλθει σε περίοδο ανόδου. Υπήρξε μία εποχή, όταν ο Thomas Putnam ο πρεσβύτερος ήταν στην ακμή του, κατά την οποία η περιουσία των Putnam ήταν συγκεντρωμένη και εντυπωσιακή, αλλά, στην ηλικία των 54 ετών και ήδη με οκτώ παιδιά (συμπεριλαμβανομένου του Thomas του νεότερου), παντρεύτηκε για δεύτερη φορά. Ο Joseph Putnam ήταν το μόνο παιδί του δεύτερου γάμου και αυτός και η μητέρα του έλαβαν το καλύτερο κομμάτι της περιουσίας όταν ο Thomas Putnam ο πρεσβύτερος πέθανε, πράγμα για το οποίο ο Thomas Putnam ο νεότερος και η σύζυγός του Ann είχαν δυσανασχετήσει πολύ. O Joseph έπειτα παντρεύτηκε με μέλος της οικογένειας Porter, παίρνοντας μεγάλο μέρος των χρημάτων των Putnam μαζί του. Είναι εύκολο να φανταστούμε τα συναισθήματα του Thomas και της Ann, όπως και της υπόλοιπης οικογένειας Putnam.
Αυτό είναι το πλαίσιο των γεγονότων του 1692, στο οποίο ο Samuel Parris και η Ann Putnam η πρεσβύτερη (η σύζυγος του Thomas του νεότερου) έπαιξαν κεντρικό ρόλο. Είναι πολύ ενδιαφέρον να κάνουμε υποθέσεις για το αν τα προσβληθέντα κορίτσια γνώριζαν ότι έλεγαν ψέματα. Αυτό που είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι το κατά πόσο ο ίδιος ο Parris και τα κύρια μέλη της οικογένειας των Putnam γνώριζαν τι συνέβαινε. Είναι αδύνατο να το πούμε με βάση τα έγγραφα εκείνης της εποχής, τα οποία είναι διατυπωμένα σε όρους υψηλοφροσύνης της Βίβλου. Είναι αλήθεια ότι οι κατηγορούμενοι δεν έθεσαν τέτοια θέματα, παρόλο που αρκετοί ήταν σκεπτικοί ως προς τη μαγεία. Η Rebecca Nurse και οι αδελφές της και ο John και η Elizabeth Procter ήταν φίλοι με τους Porter, και ο Isaac Porter προσπάθησε να συσπειρώσει αντίσταση για τις δίκες γύρω από την υπόθεση της Rebecca Nurse. Στο τέλος, οι Porter κέρδισαν τη μάχη, όμως μόνο μετά από χρόνια. Ο Parris καθαιρέθηκε και οι περιουσίες των Putnam συνέχισαν να παρακμάζουν. Οι Porter, προάγγελοι του νέου καπιταλισμού, άνθησαν.
Μπορούμε να δούμε τις διασυνδέσεις μεταξύ οικονομικών, πολιτικής, συμφερόντων των οικογενειών και της αντιπαλότητάς τους και παρεπόμενων προσωπικών κινήτρων. Όπως οι Boyer και Nissenbaum επισημαίνουν αυτό είναι το δράμα της ιστορίας που παίζεται σε μία μικρή σκηνή. Αλλά, χύνουν όλα αυτά καινούργιο φως στον ρόλο μιας μικρής ομάδας υστερικών κοριτσιών που συμπεριφέρθηκαν σαν κατήγοροι; Πρέπει να τους είχαν δοθεί στοιχεία για το ποιος ήταν ο σκοπός της άσκησης. Η Ann Putnam η πρεσβύτερη ανήκε η ίδια στη συντηρητική φατρία και ήταν η μητέρα της Ann της νεότερης, η οποία ήταν μία από τις προσβληθείσες κοπέλες με την μεγαλύτερη επιρροή. Δεν μπορούμε να πούμε με ακρίβεια για το πόσο συνειδητός ήταν ο χειρισμός των κοριτσιών, όμως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για την πραγματικότητα.
Ο Thomas Szasz μάλλον θα επιχειρηματολογούσε ότι τα κορίτσια ψεύδονταν συνειδητά, έχοντας ως ανταμοιβή τη διέγερση και την προσοχή που έπαιρναν από τις επιδόσεις τους. Αυτό φαίνεται να είναι πολύ απλό ως εξήγηση. Άλλα κορίτσια στο χωριό δεν επηρεάστηκαν με τον ίδιο τρόπο. Μέσα από την ομάδα, η Abigail ξεχώρισε ως η τολμηρότερη από τις άλλες, ενώ η Ann Putnam η πρεσβύτερη ως η πιο παράξενη. Η Betty Parris δεν φαίνεται καθόλου να είχε «υστερική προσωπικότητα». Αρκετά από τα κορίτσια, μεταγενέστερα, ομολόγησαν ότι γνώριζαν τι έκαναν. Δικαιώνονταν από την κοινωνική κατάσταση, το κοινό και το γενικότερο κλίμα. Πρέπει να λάβουμε ως δεδομένο ότι ορισμένοι μηχανισμοί είναι πιο ανεπτυγμένοι σε κάποιους ανθρώπους απ’ ότι σε άλλους και ότι πιθανώς είναι διαθέσιμοι σε κάθε μικρή κοινότητα. Αν το γεγονός έρχεται στο φως σε αυτή την τραγική ή σε κάποια άλλη, εξαρτάται μονάχα από τον βαθμό και τον τύπο του στρες που βιώνεται και από τη φύση των κοινωνικών προσδοκιών. Η επιδημία μαγείας στο χωριό του Salem είναι μοναδική, αλλά δείχνει, όπως η Marion Starkey και ο Arthur Miller προτείνουν, αφανείς τάσεις οι οποίες μπορούν να φανερωθούν σε μεγαλύτερη κλίμακα αν υπάρχει το κατάλληλο ταλέντο της εκμετάλλευσης. Η υστερία είναι καθαρά κοινωνική στη φύση της. Αυτό που προκύπτει από αυτήν εξαρτάται απόλυτα από τις συνθήκες. Αποφεύγοντας τα λάθη του Charcot και του Freud, φαίνεται πως απαιτείται βασικά ένα μη-ιατρικό υπόδειγμα. Εντούτοις, όσα περισσότερα γνωρίζουμε για την ευπάθεια της «προσωπικότητας», η οποία μπορεί να είναι βιολογική στη φύση της, τόσο το καλύτερο.
Η άγνοιά μας για το υποθετικό βιολογικό υπόστρωμα δεν σημαίνει ότι η υστερία είναι ένα ζήτημα που δεν αφορά τους γιατρούς. Εάν ο Dr. William Griggs μπορούσε να κάνει τη σωστή «διάγνωση» όταν του πρωτοπήγαν τα κορίτσια και αν ήταν ενήμερος για τις κοινωνικές δυνάμεις που δρούσαν στο χωριό, πιθανόν να μπορούσε να προτείνει μία σειρά δράσεων οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν ως κατάληξη μια πιο καλοήθη πορεία. Φυσικά, ο ίδιος ήταν βαθύτατα διαποτισμένος από την πουριτανική σκέψη και η εκπαίδευσή του σε ψυχολογικά και κοινωνικά ζητήματα ήταν, το δίχως άλλο, πενιχρή. Αλλά γιατί να μην γνωρίζουν καλά οι γιατροί τέτοιες επιδημίες από τη στιγμή που είναι ενημερώμενοι για τον τυφοειδή πυρέτος που είναι εξίσου σπάνιος στις μέρες μας.
Βρισκόμαστε μπροστά στον κίνδυνο να διαγράψουμε έναν πλήρη κύκλο, ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η υστερία δεν μπορεί να εξηγηθεί χρήσιμα ως νόσος, να προτείνουμε ότι είναι δυνατόν με κάποιο ιατρικό πρότυπο να αναγνωρίζουμε την υστερία, να καταλαβαίνουμε πώς κάποια πικρή προσωπική έχθρα και οι κοινωνικοί διαχωρισμοί στο χωριό, όπως και οι οικονομικές δυνάμεις από πίσω τους μπορεί να οδήγησαν στην εκμετάλλευση των προσβληθέντων κοριτσιών και να επεξεργασθούμε μία λιγότερο επιβλαβή λύση η οποία θα ήταν αποδεκτή από όλες τις πλευρές σε όρους πουριτανικής θεολογίας. Κανένας γιατρός, ή για το ίδιο θέμα κανένας άλλος τύπος επαγγελματία, δεν μπορεί να έχει εκπαιδευτεί για παρόμοια καθήκοντα. Ακόμη λιγότερα μπορούν να γίνουν σε πολύπλοκες βιομηχανικές κοινότητες. Αλλά η βασική γνώση την οποία ο γιατρός αναμένεται να κατέχει, τόσο από την εμπειρία όσο και από την τεχνική του εκπαίδευση, είναι η ικανότητα να αναγνωρίζει τους ανθρώπους οι οποίοι έχουν περισσότερες πιθανότητες να φέρονται υστερικά, από τους άλλους. Η περιγραφή του Jaspers για το κύριο γνώρισμα της προδιατεθειμένης προσωπικότητας έχει ως ακολούθως: Πέρα από το να δεχθούμε τις δεδομένες προδιαθέσεις και τις ευκαιρίες της ζωής τους, οι υστερικές προσωπικότητες λαχταρούν να παρουσιάζονται, τόσο στους ίδιους τους εαυτούς τους όσο και στους άλλους, ως περισσότερο από ό,τι είναι στην πραγματικότητα και να βιώνουν περισσότερα από αυτά που είναι ικανοί. Τον χώρο της γνήσιας εμπειρίας και της φυσικής έκφρασης καταλαμβάνει μία κατασκευασμένη σκηνική δράση, ένα είδος ψεύτικης εμπειρίας. Αυτή δεν είναι «συνειδητά» κατασκευασμένη, αλλά αντανακλά την ικανότητα του πραγματικού υστερικού να ζει ολοκληρωτικά μέσα στο ίδιο του το δράμα, να αιχμαλωτίζεται πλήρως από την στιγμή και να πετυχαίνει να φαίνεται γνήσιος. Όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά μπορούμε να τα συμπεράνουμε άνετα από αυτό. Στο τέλος, η υστερική προσωπικότητα χάνει τον κεντρικό «πυρήνα» της όπως αρχικά ήταν και αποτελείται απλά από έναν αριθμό από διαφορετικά σκηνικά.
Αξίζει να διαβάσει κάποιος ολόκληρο το κείμενο στο βιβλίο του Jaspers Γενική Ψυχοπαθολογία.6 Αυτοί που δεν πείθονται ότι μία τέτοια προσωπικότητα μπορεί να αναγνωριστεί αξιόπιστα, σίγουρα θα έπρεπε να φέρουν στο μυαλό τους την περιγραφή της Λαίδης Eustace του Trollope. Ο Trollope ήταν πιο ειλικρινής, παρουσιάζοντας τον χαρακτήρα του έργου του ως μία ψεύτρα. Θα συμφωνούσε με τον Szasz σε αυτό το σημείο. Αλλά είναι πάντα δύσκολο να κοιτάξεις μέσα στο μυαλό κάποιου άλλου ατόμου, ακόμα και αν το γνωρίζεις καλά, για να κρίνεις τα συνειδητά του κίνητρα και είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προσδιορίσεις το επίπεδο της επίγνωσης στην υστερία.
Χρειάζεται να συζητήσουμε μίαν ακόμα όψη της κοινωνικά επινεμόμενης ψυχοπαθολογίας, τη δυαδική ψύχωση (folie à deux). Ο Ernest Gruenberg7 παραθέτει μία περίπτωση κατά την οποία ένα αστυνομικό όχημα παρέδωσε τέσσερα άτομα σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο της Μασαχουσέτης. Ένας άνδρας, 60 ετών ήταν μανιακός. Ένας άλλος ήταν διανοητικά καθυστερημένος. «Μία γυναίκα υπέφερε από ψύχωση την οποία το νοσοκομείο δεν μπόρεσε ποτέ να ταξινομήσει. Ένα δεκατριάχρονο αγόρι σε ακραία κατάσταση διέγερσης χαρακτηρίστηκε ως υστερικό και χρειάστηκε ασυνήθιστες και πρωτότυπες μεθόδους αποκατάστασης.»
Μία τέτοια τετράδα δεν θα ήταν αναγκαία ασυνήθιστη σε ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο, αλλά η συγκεκριμένη ήταν περίεργη στο ότι αφορούσε μία οικογενειακή ομάδα συν ένα ακόμα άτομο (τον μανιακό ασθενή). Τη χρονική στιγμή που τους πήγαν στο νοσοκομείο, είχαν αρχίσει όλοι μαζί να προσπαθούν να ανακαλύψουν και να καταστρέψουν τους δαίμονες που κρύβονταν μέσα στους τοίχους και τα έπιπλα του σπιτιού τους.
Δύο άλλες προσωπικότητες (που δεν μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο) έπαιρναν μέρος στην ομαδική αυτή προσπάθεια. Η μία ήταν η νεκρή αδελφή του αγοριού, η οποία επικοινωνούσε μονάχα με τον αδελφό της, ο οποίος με την σειρά του μετέφερε τα μηνύματά της στους υπόλοιπους της ομάδας. Αυτή, από την άλλη, ήταν σε άμεση επικοινωνία με τον Θεό, του οποίου τα μηνύματα μετέφερε στον αδελφό της. Μέσω αυτού του επικοινωνιακού συστήματος δύο σταδίων, οι φυσικά παρόντες της ομάδας έμαθαν ότι ο οικότροφος ήταν ο δεύτερος Μεσσίας.
Ο Gruenberg σχολιάζει εκτενώς ότι, παρόλο που η ψυχική διαταραχή μπορεί μερικές φορές να συνδέεται με την κοινωνική αποσύνθεση, σε αυτήν την περίπτωση, όπως και σε άλλες, ήταν ξεκάθαρα συνδεδεμένη με την κοινωνική απαρτίωση. Δεν μπορούμε να φανταστούμε καλύτερο παράδειγμα της μη χρησιμότητας του όρου «ψυχική ασθένεια» που να αντιπροσωπεύει μία υποθετική ενιαία κατάσταση. Ο όρος folie à quatre (ή ακόμα και à six) είναι μάλλον πιο κατάλληλος από τον folie à deux σε αυτήν την περίπτωση. Είναι δυνατόν να λύσουμε το θέμα με αρκετές λεπτομέρειες, απλά γνωρίζοντας τις διαγνώσεις και τις άλλες πληροφορίες που συνοψίσαμε παραπάνω και ποιες πιθανώς ήταν οι σχέσεις μεταξύ αυτών των τεσσάρων ανθρώπων. Κάθε οικογένεια ή μικρή συνεκτική ομάδα η οποία εμπεριέχει ένα άτομο με ψυχική ασθένεια είναι βέβαιο ότι επηρεάζεται με κάποιον τρόπο. Παρομοίως, η κοινωνία γενικότερα επηρεάζεται από την ψυχική ασθένεια όσο οι ασθενείς είναι ευαίσθητοι στις κοινωνικές πιέσεις.
Η σημασία της υστερίας για τους γιατρούς είναι ότι με το να μιμείται τόσες πολλές παθήσεις, μεταξύ άλλων και σωματικές και ψυχικές ασθένειες, και με το να είναι τόσο εμφανώς επιδεκτική στις κοινωνικές επιρροές στο παίξιμο ρόλων, θέτει βασικά ερωτήματα για τη φύση της ασθένειας. Ο Norman Cohn8 έδειξε ότι οι μάγισσες δεν θα μπορούσαν να διωχθούν χωρίς τη γενική αποδοχή της κοινωνίας ενός στερεότυπου για τη μαγεία. Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν μάγισσες. Υπάρχει μόνο η ετικέτα, η οποία εφαρμοζόμενη και αποδεκτή κάτω από εξαναγκασμό δημιουργεί τη μαγεία. Μόλις λίγες μάγισσες ομολογήσουν την ιδιότητά τους, αρχίζει μία αλυσιδωτή αντίδραση από την στιγμή που η κοινωνική απόδοση επιβεβαιώνεται. Ο Szasz έχει χρησιμοποιήσει την εν λόγω αναλογία για να υποστηρίξει ότι όλες οι λειτουργικές «ψυχικές ασθένειες» είναι ένας μύθος. Αυτή είναι μία ισχυρή υπόθεση όσο παραμένει στο θέμα της υστερίας, παρόλο που ακόμα και εδώ δεν μπορούμε να αρκούμαστε μόνο σε εξηγήσεις με όρους κοινωνικής πίεσης και απόδοσης ετικέτας (labelling). Ακόμα δεν έχει παρουσιαστεί μία πραγματικά ικανοποιητική θεωρία για την υποβολή. Όπως φαίνεται, η θεωρία του Janet για την αποσύνδεση μπορεί να αποδειχθεί διορατική. Εντούτοις ο Szasz προχωρεί τη θεωρία του ακόμα παραπέρα από τη στιγμή που εξισώνει όλα τα ψυχιατρικά σύνδρομα με την υστερία. Με αυτήν την λογική, όλα τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας υποτίθεται ότι είναι πάντοτε αποκυήματα της φαντασίας, υιοθετημένα για διάφορους λόγους, αλλά βασικά δημιουργημένα από τους γιατρούς (ιατρογενή). Αυτό το επιχείρημα θα το εξετάσουμε στο κεφάλαιο 5. Εδώ είναι αρκετό να δηλώσουμε ότι οι ενδείξεις είναι εναντίον της θεωρίας του. Ο Szasz έχει ασφαλώς δίκιο στους ισχυρισμούς του ότι η ανάπτυξη των ψυχοδυναμικών θεωριών στην ιατρική έδωσε την δυνατότητα σε κάποιους γιατρούς να ισχυρίζονται ότι σχεδόν κάθε ανθρώπινη δυστυχία θα πρέπει να θεωρείται ως ασθένεια. Αυτό που παραβλέπει είναι ότι κάποιοι άλλοι γιατροί, την ίδια εποχή, προωθούσαν πιο συγκεκριμένες ιδέες, οι οποίες είχαν το εντελώς αντίθετο αποτέλεσμα. Διαχωρίσανε τις περιορισμένες περιοχές στις οποίες οι επαγγελματίες μπορούσαν επιτυχώς να χρησιμοποιήσουν θεωρίες ασθενειών, από την πολύ ευρύτερη ζώνη που δεν μπορούσαν. Αυτό δεν σήμαινε ότι αρνούνταν να προσπαθήσουν να βοηθήσουν τους ανθρώπους, των οποίων οι αιτιάσεις δεν ταίριαζαν με αναγνωρισμένα νοσολογικά σύνδρομα, αλλά απλώς ότι συνειδητοποίησαν ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν μη-ειδικές τεχνικές (μεταξύ αυτών και την ψυχοθεραπεία, αλλά και πολλές άλλες) ή να παραπέμψουν τον ασθενή κάπου αλλού. Ο πειρασμός της υπερχρησιμοποίησης της ιατρικής «ταμπέλας», πάντως, παραμείνει υψηλός και είναι σημαντικό οι γιατροί να είναι ενημερωμένοι ώστε να μπορέσουν να δουν τη ζημιά που μπορεί να προκύψει.
Τέλος, είναι χρήσιμο σε αυτό το σημείο να πούμε λίγα λόγια για την επονομαζόμενη «ψυχο-ιστορία» (psycho-history). Όταν ο Freud και ο Bullitt έγραψαν τη βιογραφία του Woodrow Wilson, η συνεισφορά του Freud δεν βοήθησε να εξηγηθούν τα πολιτικά γεγονότα. Ούτε, εκτός από τους οπαδούς της ψυχανάλυσης, μπορούν οι περισσότεροι άνθρωποι να θεωρήσουν ότι καταλαβαίνουν τη σύγχρονη ιστορία καλύτερα μέσω των δυναμικών ερμηνειών του Freud. Παρομοίως, η καταπληκτική ανάλυση του Norman Cohn για τη μαγεία στη μεσαιωνική Ευρώπη δεν κερδίζει τίποτε από το παράρτημα του βιβλίου του, στο οποίο ψυχαναλυτικές ιδέες κινούνται επιφανειακά στο ρεύμα της ιστορίας, όπως τα υπολείμματα του ναυαγίου. Οι παθογραφίες μπορεί να είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Για παράδειγμα η διάγνωση των Hunter και McAlpine για την τρέλα του Γεωργίου του Τρίτου ως αποτέλεσμα πορφυρίας ή οι διαμάχες για την ασθένεια του Δαρβίνου (είχε τρυπανοσωμίαση [Ασθένεια του Chagas] ή υποχονδρίαση;). Αλλά αυτά σπάνια μας βοηθούν να κατανοήσουμε την ιστορία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ellenberger H, (1970). The Discovery of the Unconscious. London (Allen Lane).
Szasz T, (1961). The Myth of Mental Illness. New York (Hoeber-Harper).
Lewis Sir Aubrey, (1958). Social Psychiatry. In: Lectures on the Scientific Basis of Medicine. London (Athlone Press). 6, 116-42.
Starkey ML, (1949). The Devil in Massachusetts. New York (Knopf).
Boyer P, and Nissenbaum S, (1974). Salem Possessed: The Social Origins of Witchcraft. Boston (Harvard University Press).
Jaspers K, (1963). General Psychopathology. Trans. J. Hoenig and M. W. Hamilton. Manchester (Manchester University Press).
Gruenberg EM, (1957). Socially shared Psychopathology. In Leighton AH, Clausen JA, and Wilson RN (Eds): Explorations in Social Psychiatry. New York (Basic Books).
Cohn N, (1975). Europe’s Inner Demons. London (Chatto, Heinemann).
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.