Θανάσης Καράβατος
σύναψις 21 [2011 – τόμος 07]
Ήλθε ο καιρός ωστόσο τον πολυδάκρυτό μου νόστο να ιστορήσω,
όπως ο Ζεύς τον όρισε, όταν ξεκίνησα να φύγω από την Τροία.
Ομήρου Οδύσσεια, Ι, 37-38. Μτφρ. Δ. Μαρωνίτη
Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών
[…] Μόνο τα δάκρυα με θέλγουν
κι η βροχή των δακρύων μου δεν είναι λιγότερο άφθονη
από το νερό που τρέχει όταν τα χιόνια λιώνουν την άνοιξη.
Σκέφτομαι τη Ρώμη, το σπίτι μου, τους τόπους που μου λείπουν,
το κάθετι δικό μου που έχει απομένει στη Ρώμη που έχασα. […]
Οβίδιος, Les Tristes. Livre III, Élégie II
Remacle.org/bloodwolf/poetes/Ovide/tristes.htm
Ομιλία στην Ημερίδα με θέμα «Μετανάστευση και Ψυχιατρική» που οργανώθηκε στο «Θεραπευτήριο Ν. Σπινάρη» [Κοζάνη 2 Μαΐου 2011] στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αφήγησης και Τέχνης του Λόγου που οργάνωσε ο Δρ Στέλιος Πελασγός και το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, με θέμα «Προσφυγιά, Μετανάστευση, Διασπορά».
Το νόστο του, την επιστροφή του στην πατρίδα, διηγείται ο Οδυσσέας στον Αλκίνοο, τον βασιλιά των Φαιάκων –το νόστο, όχι τη νοσταλγία του που είναι διάχυτη σε όλο το έργο– κι ο Οβίδιος περιγράφει τη νοσταλγία του για το σπίτι που έχασε, χωρίς να έχει στη διάθεσή του την λέξη αυτή. Διότι, όπως θα δούμε, στη λέξη νοσταλγία δένονται μεν δύο ελληνικές λέξεις, λέξεις ομηρικές, ο νόστος [από το νέομαι, επιστρέφω και το νοστέω, επιστρέφω στην πατρίδα, επανέρχομαι ασφαλώς], και το άλγος [ο διάχυτος στο σώμα πόνος], όμως η λέξη δεν είναι ελληνική. Ανατρέχοντας στην ιστορία της λέξης, όπως την έχουν παρουσιάσει ο Andre Bolzinger1,2,3 και ο Marc-Louis Bourgeois,4 θα δούμε πως η λέξη νοσταλγία είναι λέξη την οποία κατασκεύασε το 1688 ο αλσατός γιατρός Jean Hofer (1669-1752), που κατοικούσε στην μετέπειτα γαλλική Μυλούζ και εργαζόταν σε νοσοκομείο της ελβετικής Βασιλείας,. Η νοσταλγία δεν είναι παρά η διάγνωση που έθεσε σε δύο περιστατικά –από τη διήγηση ενός φαρμακοποιού το ένα, δική του παρατήρηση το άλλο–, περιστατικά που εξέθεσε στην ολιγοσέλιδη διατριβή υπό τον τίτλο Dissertatio de nostalgia. Επρόκειτο για: (α) φοιτητή που σπούδαζε μακριά από το σπίτι του και ανέπτυξε βαθιά κατάθλιψη, αδυναμία και πυρετό, τα οποία «απέδραμαν» μόλις μεταφέρθηκε στην πατρίδα του και (β) νεαρή αγρότισσα που, μετά από πτώση, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο της Βασιλείας, όπου, αφού συνήλθε, παρουσίασε έντονη θλίψη, αδυναμία και άρνηση τροφής και κάθε θεραπείας, ζητώντας μόνο, με εξασθενημένη φωνή, να επιστρέψει στον τόπο της· τα συμπτώματα «υποχώρησαν» κι εδώ, όταν μεταφέρθηκε στο σπίτι της. Ο ψυχικός παράγοντας, το νεαρό της ηλικία και η θεαματική αποδρομή των συμπτωμάτων με την επάνοδο στον οικείο χώρο του ασθενούς συγκρατούν την προσοχή του νεαρού γιατρού που συμπληρώνει την περιγραφή του με την «αιτιοπαθογένεια» για την οποία, φυσικά, αντλεί θεωρία από την επιστήμη της εποχής, όπου όλα εξηγούνται με την κίνηση ή την παρεμπόδιση των «ψυχικών πνευμάτων» (της αρχαίας ψυχοπαθολογίας) εντός των εγκεφαλικών κοιλιών και των κοίλων νεύρων.5 Σώμα και ψυχή κατακλύζονται έτσι από τα φαντάσματα της νοσταλγίας, προκαλώντας τα συμπτώματα.
Ακολούθησαν κι άλλες διατριβές, όπως κι άλλες ονομασίες, όπως «νοστομανία», «φιλοπατριδαλγία»· οι ναπολεόντειοι πόλεμοι, ο γαλλο-γερμανικός πόλεμος και οι μάχες των χαρακωμάτων του παγκόσμιου πολέμου το 1914-1918, τροφοδότησαν επαρκώς τους γιατρούς με περιστατικά στρατιωτών που ένιωθαν έντονα τον ξεριζωμό τους, είχαν την αλγεινή επιθυμία της επιστροφής τους στην πατρίδα και εκδήλωναν τις ψυχοσωματικές της συνέπειες, σοβαρές κάποιες φορές, ακόμα και θανατηφόρες. Άλλη ευπαθής ομάδα θα είναι οι σπουδάζοντες στα ξένα κι αργότερα θα γίνουν οι εξόριστοι και οι μετανάστες.
Μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα η ιδέα μιας «ηθικής» [μη σωματικής, κατά τη χρήση της λέξης εκείνη την εποχή] παθολογίας θα προβληθεί ιδιαίτερα από τους γιατρούς του 18ου αιώνα (Boissier de Sauvages, Pinel) για να ενταχθεί εντέλει η νοσταλγία στην μελαγχολία και τις καταθλιπτικές, γενικώς, καταστάσεις, από τους Griesinger, Krafft-Ebing, Kraepelin. Θα συναντήσουμε τη συνέχεια στους φροϋδικούς και τους φαινομενολόγους, αλλά και στους ρομαντικούς, ποιητές και μουσικούς· ακόμα και στο ευφάνταστο φιλμ του Spielberg, τον ET που κινδυνεύει να πεθάνει από νοσταλγία μέχρις ότου οι εξωγαλαξιακοί συμπατριώτες του προστρέξουν σε βοήθειά τους «επαναπατρίζοντάς» τον.6 Ο Bourgeois δεν θα παραλείψει να αναφέρει ακόμα και μια πρόσθετη νεολεξία που έπλασε ο γεννημένος στο Αλγέρι Derrida, την «nostalgerie», την ειδική νοσταλγία των επονομαζόμενων «pieds-noirs», των Γάλλων της Αλγερίας που την εγκατέλειψαν μετά την ανεξαρτησία της. Κι η Hélène Cixous θα πλάσει άλλη μια, το «algeriance», κατά το enfance, για να περιγράψει το σύνολο των συναισθημάτων της για την Αλγερία όπου μεγάλωσε, γράφοντας: «δεν διεκδικώ το δικαίωμα ούτε της γης, ούτε του αίματος, διεκδικώ μόνο ένα δικαίωμα στο ασυνείδητο […] εκεί γεννήθηκα, μα δεν είμαι μέσα εκεί. […] Ξαναγύρισα στο Αλγέρι για να ξαναβρώ την αιώνια θλίψη».7
Οικουμενική εμπειρία η νοσταλγία, τροφοδοτείται και φουντώνει στην περίπτωση μιας εξορίας, εντοπίζεται μάλιστα στους χώρους που φέρουν το εντύπωμα των πιο πρωταρχικών εικόνων. Υπ’ αυτή την έννοια, ο Ayouch Boda παρατηρεί πως παθολογικό φαινόμενο είναι, εξίσου, και η αδυναμία να τη νιώσει κάποιος για τη γλώσσα του, τη γη του, το σπίτι του, τις παραδόσεις του, τη μουσική του. Κι ύστερα μας θυμίζει πως τον ψυχικό, παρά τον χωρικό, γεωγραφικό εντοπισμό του τόπου καταγωγής έβλεπε ο Rainer Maria Rilke, γράφοντας: «Θα ’λεγα πως γεννιόμαστε προσωρινά κάπου. Κι ύστερα, συνθέτουμε λίγο-λίγο μέσα μας τον τόπο της καταγωγής μας, για να γεννιόμαστε εκεί κάθε μέρα, εκ των υστέρων μα πιο οριστικά». Η νοσταλγία, μια κατασκευή λοιπόν, σημάδι κάποτε και μιας εργασίας πένθους που μπορεί να καταλήγει στο «εδώ και αλλού», που μπορεί να βλέπει την αμφίπλευρη κατάσταση των πραγμάτων: αντίσταση στην απώλεια των «ιχνών», αλλά και αποστροφή της «ερήμου», όπως κάποιοι στοίχοι τονίζουν: «Σκόρπισε τους ανέμους που σβήνουν τα ίχνη / και άσε τη βροχή να κλαίει για την τύχη τους […] Ξέχασε τα σβησμένα και άγονα καταλύματα / Είδες ποτέ σου να απαντούν τα σπίτια σε όποιον τα ρωτά / με άλλον τρόπο από την ηχώ του δικού του ερωτήματος;»8 Ο Albert Camus, γεννημένος κι αυτός στην Αλγερία, που δεν πρόλαβε την ανεξαρτησία της, έγραφε στην Πανούκλα: «Η βαθιά οδύνη όλων των αιχμαλώτων και όλων των εξόριστων […] είναι να ζουν με μια μνήμη που δεν χρησιμεύει σε τίποτε».
Τα γενικότερα αυτά προβλήματα έχει εντοπίσει η πολιτισμική ψυχιατρική9 με την έννοια της «acculturation», του επιπολιτισμού ή της πολιτισμικής σύμμειξης, όπως αποδίδεται στην γλώσσα μας ο νέος αυτός όρος. Αξίζει τον κόπο να παρακάμψουμε για λίγο τη νοσταλγία για να δούμε από πιο κοντά ένα θέμα που, ναι μεν συνδέεται μαζί της, πλην όμως αυτονομείται σημαντικά, καθώς άπτεται του ευρύτερου προβλήματος της μετανάστευσης και των μεταναστών. Powell, το όνομα του δημιουργού της νεολεξίας αυτής, που την διατύπωσε το 1880 για να εκθέσει τη μετάπλαση των τρόπων ζωής και σκέψης των μεταναστών που έρχονταν σε επαφή με την αμερικανική κοινωνία. Το 1936, οι Redfield et al., έδιναν τον ακόλουθο ορισμό: «Σύνολο φαινομένων που προκύπτουν εκ της άμεσης και συνεχούς επαφής μεταξύ δύο ομάδων ατόμων που ανήκουν σε διαφορετικά πολιτισμικά σύνολα, με επακόλουθο αλλαγές στους τύπους της κουλτούρας καταγωγής στη μια ή και στις δύο ομάδες».10 Ο όρος αναφέρεται σήμερα στην προβληματική σχετικά με τις επιλογές που πραγματοποιεί ένα άτομο ώστε να «απαντήσει» στην πίεση που δέχεται από την διττή ανάγκη διατήρησης της ταυτότητας και των πολιτισμικών του χαρακτηριστικών, αλλά και εγκαθίδρυσης σχέσεων με την ομάδα υποδοχής του. Στο αγγλοσαξονικό μοντέλο τέτοιες επιλογές είναι: (α) η αφομοίωση εντός της νέας κουλτούρας, (β) η αναδίπλωση στην κουλτούρα καταγωγής του, (γ) η περιθωριοποίηση και προς τις δύο, (δ) η ένταξη με σχέσεις και προς τις δύο κατευθύνσεις· στο γαλλόφωνο μοντέλο (Γαλλία, Καναδάς-Κεμπέκ) οι σχετικές μελέτες ανάγονται, κυρίως, στον ανθρωπολόγο Bastide (1968) που συνιστούσε να υπολογίζουμε τόσο τις εμφανείς αλλαγές όσο και τις ασυνείδητες ψυχικές αλλαγές και περιέγραφε μια διαδικασία αποδιοργάνωσης / επανοργάνωσης μέσω των εννοιών της διαπερατότητας ή συν-πλοκής, ενώ ο εθνοψυχίατρος Devereux μιλούσε για την ανάγκη της ενσωμάτωσης των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των μεταναστών στις φροντίδες για την ψυχική τους υγεία. Πιο πρόσφατα, προτάθηκαν οι όροι transculturation και interculturation για να καλύψουν πιο δυναμικές εξελίξεις, όπως οι άνευ στόχου αλλαγές και η συνύπαρξη πολιτισμικών χαρακτηριστικών.11
Οι σχέσεις μεταξύ acculturation και ψυχοπαθολογίας αποδεικνύονται πολύπλοκες, άλλοτε ευνοϊκές, άλλοτε επιβλαβείς, όπως και ουδέτερες.12 Στο πλαίσιο πολυπολιτισμικών κοινωνιών αναφέρεται ήδη η ύπαρξη μιας «cultural malpractice»,13 είτε γιατί παραγνωρίζεται η σημασία της συμμετοχής του εξεταζόμενου ατόμου σε μια συγκεκριμένη εθνική/πολιτισμική ομάδα, είτε γιατί χρησιμοποιούνται δοκιμασίες χωρίς πολύ σκέψη, ελαχιστοποιώντας δηλαδή τις πολιτισμικές/εθνικές διαφορές μεταξύ των ατόμων.
Με επίγνωση όλων αυτών που εξιστόρησα έως τώρα, ας επιστρέψουμε στην νοσταλγία που, αφού ταξίδεψε επαρκώς ανά τις χώρες και τους αιώνες, έφτασε να σημαίνει σήμερα τον έντονο πόθο και τη λαχτάρα για επιστροφή στη γενέθλια γη που συνοδεύεται από θλίψη, μελαγχολία όταν αυτό δεν είναι εφικτό. Χαρακτηριστικός ο μονόλογος ενός Αρμένιου που ζει χρόνια στη Γαλλία: «Τι να πω… Είμαι Γάλλος. Είναι αλήθεια αλλά δεν είναι πλήρες. Είμαι Aρμένιος. Είναι ψευδές αλλά και τόσο αληθινό. Χωρίς αμφιβολία είμαι όπως πολλοί άλλοι που ανήκουν σ’ αυτό τον διασκορπισμένο λαό, με την τόσο χαρακτηριστική μοίρα, […] που θέλησαν να αποδεκατίσουν και που σήμερα βρίσκεται ξεριζωμένος. Ανήκω σ’ αυτή τη διασπορά ενός λαού που θέλησαν να εξαφανίσουν και που υποχρεώθηκε να βρεθεί στην εξορία».14 Κι ύστερα έρχεται αυτή η καταραμένη αρρώστια που τη λένε νοσταλγία, γιατί βρίσκεσαι αντιμέτωπος με την αδυναμία της επανόδου, της επιστροφής
*
Στη Συναγωγή Νέων Λέξεων του Στέφανου Κουμανούδη δεν υπάρχει η λέξη νοσταλγία αλλά τα νοσταλγικός (1891), νοσταλγικώς (1896), νοσταλγός (1894) και νοσταλγώς (1890).15 Το 1939, ο καθηγητής Νευρολογίας & Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το 1957 ως το 1962, Ιωάννης Πατρίκιος, θα χρησιμοποιήσει τη λέξη νοσταλγία με καθαρά ψυχιατρικό περιεχόμενο, όταν, ως Διευθυντής της Νευρολογικής Κλινικής του Ευαγγελισμού, περιγράφει τις επιπτώσεις της μετανάστευσης πάνω στην ψυχική υγεία.16 Αφού παραθέσει πρώτα όσα ψυχικά δεινά συμβαίνουν στον υποψήφιο μετανάστη, ήδη από την προετοιμασίας του ξενιτεμού του, θα τονίσει ξεχωριστά όσα «εκ της ατελούς προσαρμογής» στον τόπο της μετανάστευσης έπονται και τα οποία χαρακτηρίζονται «υπό συνεχούς συναισθηματικού τόνου καταθλιπτικής αποχρώσεως, τον οποίον επιτείνουν καθημεριναί σχεδόν μικραί συγκινήσεις, κατά των βλαβερών αποτελεσμάτων των οποίων το άτομον αμύνεται δια τινων μικρών επιτυχιών, και δια μιας μεγάλης ελπίδος. Το ουσιωδέστερον στοιχείον της δυσφορήτου ταύτης συναισθηματικής ατμοσφαίρας είναι η νοσταλγία, η τόσον γνωστή εις τας χώρας των αποδημούντων και την οποίαν έχει τόσον εκμεταλλευθή η ποίησις. Πρόκειται περί μιας καταστάσεως άλγους ψυχικού, υποκώφου αλλά πικρού, καυστικού και συνεχούς. Εάν εις μερικάς δυνατάς ιδιοσυγκρασίας αύτη εξαίρει την δραστηριότητα του ατόμου, εις μερικάς όμως είναι παραγωγός καταθλίψεως, εμποδιζούσης την δράσιν του, μειούσης την απόδοσιν του, την “οικονομικήν του αξίαν”, προπαρασκευάζουσα δ’ ούτω τους κινδύνους της αποτυχίας».
Πενήντα χρόνια μετά, ξαναβρίσκουμε ένα δημοσίευμα σε καναδικό περιοδικό με τον πολύ χαρακτηριστικό τίτλο «Νεύρα και νοσταλγία: η έκφραση της απώλειας μεταξύ Ελληνίδων μεταναστριών στο Μόντρεάλ».17 Οι συγγραφείς Margaret Lock Pamela Wakiwich-Dunk, επ’ ευκαιρία της εκδήλωσης μη ειδικών σωματικών συμπτωμάτων σε ομάδα πρώτης γενιάς Ελληνίδων μεταναστριών, διερευνούν την έννοια «έχω νεύρα» που αποτελεί και το κεντρικό σημείο των αιτιάσεών τους. Οι συγγραφείς συζητούν την πολιτισμική δομή της γυναικείας ταυτότητας στην Ελλάδα και αναλύουν τα αρνητικά αποτελέσματα της μετανάστευσης που εκδηλώνονται με σωματοποιήσεις και εκφράζονται με τον όρο «νεύρα», δηλαδή μια πολιτισμικά κατασκευασμένη μορφή επικοινωνίας στο πλαίσιο ενός σύμπλοκου σχήματος που συναποτελούν η απώλεια παραδοσιακών αξιών, οι καινοφανείς συνθήκες εργασίας και των πραγματικών δυσκολιών της καθημερινής ζωής σε ξένο τόπο. Στις συζητήσεις η νοσταλγία για την Ελλάδα επανέρχεται συχνά.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Bolzinger A, Pour la tricentenaire de la nostalgie. L’Évolution Psychiatrique 1989, 54, 219-25.
2 Bolzinger A. Il y adeux cent ans, première thése parisienne sur la nostalgie. L’Évolution Psychiatrique 2003, 68, 9-107.
3 Bolzinger A, Histoire de la nostalgie. Clamecy: Campagne Première 2006.
4 Bourgeois ML. La nostalgie: Psychopathologie de l’exil et du paradis perdu. Annales Medico-Psychologiques 2008, 166, 447-452.
5 Βλ. Καράβατος Αθ. Νεμεσίου Επισκόπου Εμέσης της Συρίας: Περί φύσεως ανθρώπου (390-400 π.χ.). Η θεωρία των εγκεφαλικών κοιλιών σε χειρόγραφο (18ου αιώνα) της Βιβλιοθήκης τη Κοζάνης. Σύναψις 2005, 1α, 94-105.
6 Rauchs P. La nostalgie ou le malentendu du retour. L’Évolution Psychiatrique 1999, 64, 281-288.
7 Cixous H. Αναφέρεται στο Bourgeois M-L. Ό.π.
8 Ayouch Boda A. La nostalgie, exil. L’Évolution Psychiatrique 1999, 64, 271-279.
9 Καράβατος Αθ. Πολιτισμική ψυχιατρική Σύναψις, 2009, 14, 14-22.
10 Redfield R, Linton, R, & Herskovits M. Memorandum for the study of acculturation. American Anthropologist, 1936, 38, 149–152, [αναφέρεται στο Koneru et al, βλ υποσημείωση 12]
11 Brégent M, Mokounkolo R, Pasquier D. Recherches et classification d’indicateurs d’acculturation à partir du contexte francophone. Psychologie Française 2008, 53, 51-69.
12 Koneru VK, Weisman de Mamani AG, Flynn PM, Betancourt H. Acculturation and mental health: current findings and recommendations for future research. Applied & Preventive Psychology 2007, 12, 76-96.
13 Dana RH. Handbook of cross-cultural and multicultural personality assessment. Mahwah, NJ:LEA, 2000.
14 Samuelian J.-C., Zendjidjian X.-Y. Exil et nostalgie chez les Arméniens. Annales Médico–Psychologiques 2008, 166, 458-463
15 Κουμανούδης Στ. Α. Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών. Από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Εν Αθήναις. Τυποις Π. Δ. Σακελλαρίου 1900 (φωτομηχανική επανέκδοση, Ερμῆς 1980).
16 Πατρίκιος Ι. Μετανάστευσις και ψυχική υγεία. Ανάτυπο εκ των Ιατρικών Αθηνών, 1939, τχ 131. Το άρθρο αναδημοσιεύεται στο Σύναψις 2009, 14, 30-35.
17 Lock M, Wakewich-Dunk P. Nerves and nostalgia: Expressions of loss among Greek immigrants in Montreal. Canadian Family Physician 1990, 36, 253-258.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.