Θωμάς Υφαντής
Ψυχιατρική Κλινική της Ιατρικής Σχολής
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
σύναψις 21 [2011 – τόμος 07]
Συνάψεις 4 – 2010, σελ. 136
Β΄ έκδοση (συμπληρωμένη)
Όταν ο S. Freud εξηγούσε στους αναλυόμενους τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να φανταστούν το πώς λειτουργεί ο βασικός κανόνας της ψυχανάλυσης, ο ελεύθερος συνειρμός, τους πρότεινε να φανταστούν ότι είναι σε ένα ταξίδι με τρένο, που διέρχεται από διάφορους τόπους και στάσεις της ζωής τους, και να περιγράφουν ό,τι βλέπουν έξω από το παράθυρο. Τηρουμένων των αναλογιών, σε ένα παρόμοιο βαγόνι μας προσκαλεί να επιβιβαστούμε μαζί του ο Θανάσης Τζαβάρας στο βιβλίο του «Ταξίδι από τα Κύθηρα», στο οποίο περιγράφει την περιπέτεια της υγείας του που έζησε το 2002 και που στη δεύτερη βελτιωμένη έκδοσή του, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Συνάψεις», έχουν γίνει μερικές επεκτάσεις στη γραμμή…
Η αμαξοστοιχία «Θ.Τ. 2002» ξεκινάει από τα Κύθηρα, «τα θρυλικά», ένα ταξίδι που «ήταν μακρύ κι η χειμωνιά το βρήκε!…». Με το πρόσωπό μας κολλημένο στα κρυσταλλωμένα απ’ το χιονιά του υπαρξιακού τρόμου παράθυρα ζούμε την αγωνία του πάσχοντος να προλάβει να φτάσει στη Μονάδα της Εντατικής με κομμένη την ανάσα, να «λυγίζει το φορείο και κομψά να γλιστράει προς τα κάτω και να βρίσκεται στο πάτωμα» και νιώθουμε και κάπως περήφανοι που ο ιδιαίτερος εσωτερικός νόμος του Έλληνα, αυτό που λέμε φιλότιμο (που υπάρχει ακόμα, αλλά ποιος ξέρει για πόσο), σωτήρια αγνοεί –και πάλι με τον ιδιαίτερο ελληνικό τρόπο– τον εξωτερικά θεσπισμένο νόμο, ωθώντας τον οδηγό του ασθενοφόρου να «κλέψει» μια μπουκάλα οξυγόνο απ’ την αποθήκη του επαρχιακού νοσοκομείου, να σώσει τη ζωή του ασθενούς και να τροφοδοτήσει ξανά με καύσιμο την ατμομηχανή που αγκομαχά να φτάσει…
Στην κεντρική στάση, στην Queen Sofia’s Circus, στο βαγόνι όλοι έχουμε ξεπαγιάσει. Η Ένταση έχει φτάσει στο κατακόρυφο, με τον ασθενή σε λίαν επικίνδυνη για τη ζωή του φάση. Το ρεύμα κόβεται και μόνο κατά διαστήματα αναβοσβήνουν κάπως τα φώτα, φωτίζοντας στιγμιαία την αγωνία του ασθενούς και τη δική μας καθώς διαπιστώνουμε μαζί του το αδύνατον αλλαγής γραμμής, την απόλυτη εξάρτηση απ’ τον μηχανοδηγό και τους ελεγκτές της αμαξοστοιχίας, την απόλυτη ανημποριά στοιχειώδους ελέγχου του περιβάλλοντος και αυτού που λέμε εξωτερικής πραγματικότητας. Μας έχουν απομείνει κάποια αποθέματα αντοχής και μπορούμε ακόμη να θαυμάζουμε τον ασθενή να προσπαθεί να εντάξει τον αναδυόμενο υπό τις ακραίες αυτές συνθήκες ψυχωτικό πυρήνα, έμφυτον και συνοδό όλων μας, στο προσωπικό του μυθιστόρημα: «τη νύχτα μάκραινε το δωμάτιο και έτσι το παράθυρο που είχα μπροστά στα μάτια μου πήγαινε μακριά – σαν τις παιδικές μου εικόνες, όταν είχα υψηλούς πυρετούς με τις αμυγδαλίτιδές μου, που δημιουργούσαν προϋποθέσεις μικροψίας και μακροψίας στο καντήλι που έκαιγε μέσα στο δωμάτιο».
Κανείς μας δεν ξέρει πόσος χρόνος πέρασε με τα φώτα να αναβοσβήνουν. Τα επίσημα στοιχεία λένε 105 μέρες, ποιος όμως μπορεί να αποτιμήσει τον βιωματικό χρόνο στην άχρονη άβυσσο του ασυνείδητου; Το σίγουρο είναι πως μια μέρα τα φώτα άναψαν σταθερά, το καλοριφέρ άρχισε να δουλεύει και το βαγόνι να ζεσταίνεται και πάλι. Η Ελένη, κατάμαυρη απ’ τις καπνιές που απ’ το κάρβουνο της αγάπης που έριχνε στην ατμομηχανή φύτρωσαν πάνω της, χαμογελούσε και πάλι, μαζί με όλους τους για τον Θανάση σημαντικούς άλλους, καπνισμένους κι αυτούς συνταξιδιώτες.
Στις επόμενες στάσεις ανεβαίνουν κι άλλοι φίλοι, γνωστοί, συνάδελφοι, συνεργάτες, ομοιοπαθείς. Ο καπνιστής εμφραγματίας κ. L.V. γεμίζει το βαγόνι με λίγο καπνό ακόμα από λόγια που οι συμπάσχοντες λένε «γιατί δεν μπορούν να υποφέρουν σιωπηρά», αποκαλύπτοντάς μας γιατί κατ’ εκείνον «δεν πρέπει ποτέ να πηγαίνεις στο νοσοκομείο, όταν είσαι άρρωστος (εκτός από ακραία περίπτωση)» και ο «γάλλος ασθενής» Ζαν Πιέρ Σαρτιέ, τελευταία άφιξη, αναγκάζει τον μηχανοδηγό να περάσει κι από τη Νάξο (κι άλλο νησί με τρένο!) για να μετρήσουμε τα σπασμένα του πλευρά και τους θρυμματισμένους του σπονδύλους, να γίνουμε συμμέτοχοι στο δικό του «ταξίδι στην τρέλα» και την ψυχική του αναδόμηση, να διδαχθούμε για τις «σχάσεις στην υπηρεσία του εγώ» και τον τρόπο που άμεσα εξαρτόμαστε από τις αντανακλάσεις μας στην ψυχή του άλλου, μα πάνω απ’ όλα να αναρωτηθούμε για τον τρόπο με τον οποίο τέτοια ταξίδια συνεισφέρουν στο σωκρατικό γνώθι σαυτόν ή, καλύτερα ίσως λόγω του τρόπου με τον οποίο το ταξίδι αυτό εξελίσσεται, στο Ηρακλείτειο εδηζησάμην εμεωητόν.
Και το ταξίδι συνεχίζεται, σχεδόν αβίαστα πλέον, περιδιαβαίνοντας ψυχοσωματικούς τόπους, ιδέες και θεωρίες, καυτηριάζοντας κακώς κείμενα της ιατρικής ως θετικής επιστήμης, προβάλλοντας το πρόβλημα της γεφύρωσης μεταξύ ψυχικών διεργασιών και σωματικών λειτουργιών, θέτοντας ζητήματα σχετικά με τη συνοδεία και τον πνευματισμό, τολμώντας σχεδόν ειρωνικά «οδηγίες χρήσεως ζωής». Το τρένο σφυρίζει πολλές φορές! Ο Θανάσης Τζαβάρας, παλινδρομώντας αναγκαστικά λόγω της λοίμωξης, δεν έμεινε σ’ αυτήν την παλινδρόμηση, αλλά την χρησιμοποίησε ως αφορμή για να πάρει φόρα. Όπως ακριβώς ο άλτης κάνει μερικά βήματα πίσω για να πάρει φόρα και να κάνει ένα μεγαλύτερο άλμα. Έτσι ακριβώς.
Το «Ταξίδι» διαβάζεται με μιαν ανάσα. Με μιαν ανάσα… Είναι παράδοξο… Ή μήπως όχι; Για τον Θανάση Τζαβάρα, από τότε που γεννήθηκε όργανο-στόχος ενδιαφέροντος και ανησυχίας υπήρξαν τα πνευμόνια και η ανώτερη αναπνευστική οδός, ορίζοντας ένα ευάλωτο, ασθενές «αναπνευστικό πακέτο». Επιχειρώντας στο «Ταξίδι» μια άσκηση ορισμού του ψυχοσωματικού από την πλευρά του χρήστη που πιστεύει πως η αρρώστια του δεν είναι μια τυχαία συνάντηση του οργανισμού του με έναν παθογόνο παράγοντα, συσχετίζει τον κοκίτη της βρεφικής του ηλικίας και τις περιπέτειες του αναπνευστικού του συστήματος στα πρώτα χρόνια της ζωής του με την πνευμονία που ξεκίνησε το ταξίδι του από τα Κύθηρα και που του ’κοψε την ανάσα. Και βγαίνοντας από τον ανα-πνευστήρα, ο Θανάσης Τζαβάρας ανα-πνέει. Ανασαίνει. Και ανασαίνει διηγούμενος την ιστορία του με τέτοιο τρόπο, που τη διαβάζουμε με μιαν ανάσα. Το ευάλωτο «όργανο-στόχος» είναι ταυτόχρονα και ισχυρό «όργανο-όπλο», εκεί ακριβώς που εδράζεται η δύναμη του Θανάση, στην ανάσα του, στην ανα-πνοή του, εν τέλει στον λόγο του. Ανα-πνέει με την ψυχή του, μιλά και «ακούγεται».
Ακούγεται. Δεν φτάνει ο άρρωστος απλά και μόνον να μιλήσει τα λόγια και τα πάθη του στον θεράποντα. Χρειάζεται και να ακουστεί. Και σε αυτό πρέπει και οι δυο συμμετέχοντες να συμφωνήσουν και με ανοιχτή την καρδιά και το μυαλό να συνομιλήσουν. Γι’ αυτό, όμως, απαιτείται να ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Αυτό μας προσφέρει με την ανάσα-διήγησή του εδώ ο Θανάσης Τζαβάρας, αυτό μας προτείνει να αντιτάξουμε θεραπευτικά στο «πες άφωνο» (ψυχο)σωματικό σύμπτωμα: μας προσκαλεί στην παρέα του, στη συντροφιά του, στον όμιλό του, μας καλεί να συν-ομιλήσουμε. Ως θεραπευτές, μας προτρέπει να είμαστε ανοιχτοί στα λόγια-ανάσα του ασθενούς, που κι εκείνος με τη σειρά του θα πρέπει να μας επιτρέψει να συμμετάσχουμε στο γαϊτανάκι αυτό συνομιλίας, κι εμείς μετά να μπορέσουμε να τον ακούσουμε να μας μιλά με την ψυχή του.
Κατά μια εκδοχή, η λέξη ψυχή κρατάει την καταγωγή της από το ψύχω, δηλαδή πνέω, φυσώ. Ανα-πνέω. Ανα-πνοή, «εμφύσημα πνοής ζωής… και εγένετο ο άνθρωπος εις ψυχήν ζώσα». Ίσως λοιπόν να μην είναι τόσο παράδοξο που ακριβώς αυτό το όργανο-στόχος, το «αναπνευστικό πακέτο», το ευάλωτο αναπνευστικό σύστημα περισυλλέγει εδώ μαζί με την αδυναμία και την ευαλωτότητα, την ισχύ, τη δυναμική, το δυνατό ατού του δασκάλου: Την ψυχή της φωνής του. Ακόμη και το «γρέζι» της φωνής του ακούγεται καθαρά διαβάζοντας το ταξίδι του… Και ίσως να μην είναι παράδοξο γιατί, όταν κανείς ανα-πνέει με τον τρόπο αυτό, όταν δηλαδή εμφυσά μια πνοή ανοιχτή, ελεύθερη και βαθιά, τα πράγματα χαλαρώνουν τους δεσμούς τους με τους χωρισμούς και τις συνδέσεις τους – έξω και μέσα, σώμα και ψυχή, ζωή και θάνατος. Κι όταν επιτρέπεται σε μια «ευαλωτότητα» να συνοδεύει την ύπαρξη και να ζει μαζί της σαν το ψάρι μέσα στο νερό, όταν δηλαδή η ευαλωτότητα δεν απεμπολείται, δεν εξοστρακίζεται ως κάτι ξένο, χωριστό, παράμερο ή και ανύπαρκτο, αλλά της επιτρέπεται να υπάρχει και να υπενθυμίζει την αγχιστεία της με το είναι, τη νόσο και τη θνητότητα, όταν δηλαδή επιτρέπεται να υπάρχει, να ζει και ν’ ανασαίνει και η άλλη πλευρά, τότε ίσως μας δίνεται και η ευκαιρία να ανασάνουμε (παραδόξως!) πολύ πιο ελεύθερα, αβίαστα και καθαρά. Αν όχι πάλι, αν παραμένουμε προσκολλημένοι στη μια μόνον πλευρά, στην παντοδυναμία της υγείας, της νεότητας, του άφθαρτου, του αθάνατου – συχνά ως ασθενείς ακούμε να λέμε: «γιατί να συμβεί αυτό σε μένα;» – ίσως συμβάλλουμε κι εμείς ως ασθενείς στο να ολισθήσει μια συζήτηση με τον γιατρό στην α-νόητη εκφορά αμφίσημων ηθικο-συναισθηματικών εκφράσεων του τύπου «κουράγιο, υπομονή, αισιοδοξία», στις οποίες συχνά καταφεύγει η τρέχουσα ιατρική προσπαθώντας να καλύψει τα κενά του διαγνωστικού συμπερασμού της, όπως ιδιαίτερα εύστοχα τονίζεται στο «Ταξίδι». Ποιος γιατρός άλλωστε θα είχε τη δύναμη να απαντήσει «γιατί όχι σε σένα»;
Κι αν αναζητούσαμε έναν προορισμό του «Ταξιδιού από τα Κύθηρα», ποιος ίσως να ήταν αυτός; Ο συγγραφέας, στη μετάφραση του βιβλίου στα γαλλικά, προτίμησε να αφήσει τον τίτλο ως έχει: «Ταξίδι από τα Κύθηρα», παρότι όπως τονίζει τα σωστά γαλλικά απαιτούν και ένδειξη προορισμού του ταξιδιού. Και το άφησε έτσι, ώστε να τονίζεται η αμφισημία του «Ταξιδιού από τα Κύθηρα», όπου «τα Κύθηρα είναι και ουτοπικός και αχρονικός τόπος παθών και επιθυμιών και αρχή ταξιδιού για τη δια βίου περιπέτεια της ζωής…». Εάν λοιπόν τολμούσαμε να προτείνουμε εκ των υστέρων έναν προορισμό, ίσως αυτός να ήταν και πάλι «Τα Κύθηρα»: «Ταξίδι από τα Κύθηρα στα Κύθηρα (που δεν υπάρχουν)». Γιατί τα Κύθηρα, είναι μεν ο ρομαντικός προορισμός του Francesco Colonna, είναι ο μυθικός τόπος της «άφατης ευτυχίας» του Αntoine Watteau, αλλά είναι επίσης και ο τόπος της «δύσκολης επιτυχίας» του Charles Baudelaire, όπως ο αείμνηστος Βασίλης Ραφαηλίδης μας θυμίζει στην κριτική του για την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου. Του Baudelaire, που στο δικό του ταξίδι στα «Κύθηρα των τραγουδιών τη φημισμένη χώρα», «στητή κρεμάλα» συναντά «με κάποιον κρεμασμένο», με φρίκη «ηύρε στο νησί την εικόνα του να κρέμεται από κείνη την κρεμάλα», και «πλευρώνοντας» τον τόπο αυτό αναφωνεί και λέει (σε μετάφραση της Μαρίας Ρέγκου):
Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου,
αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη!
Ω κρεμασμένε
ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν
είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ως απάνου
στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει
των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι.
Μπροστά σ’ εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε!
όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων
και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα
που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν.
-Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης,
για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα,
και να! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι
σ’ αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου.
Δεν μπορούμε να αγνοούμε την αγχιστεία των πραγμάτων. Δεν μπορούμε να αγνοούμε την άλλη πλευρά, την αθέατη, ευάλωτη, φθαρτή, «ψυχωτική», σκοτεινή και θνητή μας ύπαρξη. Ο μόνος δρόμος είναι να την εντάξουμε στην ιστορία μας, στο προσωπικό μας μυθιστόρημα. Και τότε, όπως στην ψυχανάλυση μερικές φορές συμβαίνει, ίσως μπορέσουμε να έχουμε τη δυνατότητα να ανασάνουμε πιο ελεύθερα, πιο ανεμπόδιστα και με ανοιχτή την καρδιά και το μυαλό να κοσμήσουμε τον κόσμο, όπως ο Θανάσης Τζαβάρας με την ομορφιά και τη δύναμη της ευάλωτης ανάσας του καταφέρνει στο Ταξίδι του από τα Κύθηρα.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.