Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Μάριος Μαρκίδης

σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]

[Λογοδοσία – Διαδρομές στην ψυχοπαθολογία και την ψυχανάλυση. Αθήνα, Εξάντας/Τρίαψις Λόγος, 199, 136-142]

Είμαστε ακόμη μέσα στην παράδοση της «ψυχής». Είτε στον μεταφυσικό λογισμό θητεύουμε, είτε την εμπειριοκρατία υπηρεττούμε, ζούμε στον αστερισμό της ψυχής. Είτε ο ηγεμόνας είναι ο εγκέφαλος, είτε πρυτανεύουν στο Είναι μας τα κελεύσματα της καρδιάς όπως πίστευαν οι σαλοί εν Χριστώ, το ερώτημα εξακολουθεί να είναι σε τελευταία ανάλυση τι θα κάνουμε με την ψυχή μας. Από τον Όμηρο και τον Πυθαγόρα μέχρι τους Φρήντμαν και Κάπλαν. Στον ένα, τον πιο παλιό απ’ όλους, η ψυχή μπορεί να μην είναι παρά ένα οικτρό είδωλο του σώματος που εξακολουθεί να ζει μια σκιώδη ύπαρξη στον Άδη. Σ’ έναν άλλο (στον Θαλή) η ψυχή μπορεί να είναι η κινητήρια δύναμη των αδρανών πραγμάτων. Σε κάποιους η ψυχή είναι θνητή και σε κάποιους αθάνατη, πόλος μιας δυαρχίας στον κόσμο ή απλώς φυλακισμένη μέσα στο σώμα. Γεννήτρια του σώματος ή μια άλλη μορφή του σώματος. Οι προτάσεις μας αρχίζουν και τελειώνουν με την ψυχή.

Ψυχή υπήρχε και πριν από τον Πλάτωνα, μα από τον Πλάτω-να κι εδώ όλα τα ορίζει η σωτηρία της. Στην δεκαετία του εγκε-φάλου, όπως αποκαλείται αυτή η μεθυστική δεκαετία που ζούμε με όλες τις ελπίδες μας παραχωρημένες στην τεχνολογία, πάμε καμιά φορά δειλά ν’ αποφασίσουμε πως δεν υπάρχει ψυχή – αφήνοντας να θρηνούν οι Ελπήνορες ποιητές μας το χάσιμο της ψυχής τους… Μα σύντομα, μέσα απ’ τις μαγνητικές τομογραφίες μας και τις πολυπαραγοντικές στατιστικές μας αναλύσεις, μας επιβάλλεται μια παραλλαγή των αποδείξεων περί της υπάρξεως του Θεού: Αν δεν υπάρχει ψυχή, τότε τι υπάρχει;

Την μια στιγμή φαίνεται πως εκμηδενίζεται το ερώτημα περί ψυχής, την αμέσως επόμενη όλα δείχνουν πως έρχονται μέρες που η ψυχή θα ξανανθίσει. Ίσως αυτό θα γίνει μέσω ενός ανανεωμένου προγράμματος αποασυλοποίησης της ανθρωπότητας – θα επιβληθεί σύστημα μονών ζυγών στους κομπιούτερς και θα επιχορηγηθούν γενναιόδωρα οι ανθρωπιστικές σπουδές… Αλλά ποιες θα θεωρηθούν τότε ανθρωπιστικές σπουδές; Σίγουρα όχι οι λεγόμενες «επιστήμες του ανθρώπου», που τις υποβάλλει πρώτος σε μια τέτοια καταλυτική κριτική ο ίδιος ο Μ. Φουκώ (Οι λέξεις και τα πράγματα). Εδώ, λέει ο Φουκώ, κοντά στο τέλος του «ανθρώπου», που παίρνει τη μορφή του τέλους κάθε δυνατού ανθρώπινου λόγου κι όπου περιφέρεται μόνος ο θάνατος σβήνοτας κάθε προσωπική σκέψη, θα χρειαζότανε ένας μελλοντικός Καντ για να θέσει καινούργιες a priori αρχές στη ζωή μας. Γράφει: «Οτιδήποτε νοήθηκε, θα νοηθεί τότε και πάλι από μια σκέψη που δεν είδε ακόμη το φως της ημέρας». Ποια θα είναι η μοίρα της ψυχής σ’ αυτό το πρωτόφαντο είδος σκέψης; Δεν ξέρουμε.

Εκατό χρόνια πίσω η Ψυχανάλυση φάνηκε να διαλύει την αυτοκρατορία της ψυχής παράλληλα με τον κλονισμό του θρόνου της συνείδησης. Την στιγμή ακριβώς που η Ψυχανάλυση έβαλε σε τροχιά την πρόταση του Ασυνειδήτου, η ψυχολογία έγινε μεταψυχολογία κι άρχισε το ξύλωμα των ψυχών. Το Ασυνείδητο φαινόταν πραγματικά να εισάγει για λογαριασμό του παρόντος αίωνα έναν καινούργιο λόγο – Es denkt. Εκείνο σκέπτεται και τίποτ’ άλλο. Η ιστορία εν τούτοις χάνει το τραίνο κάποτε, θέλεις επειδή είναι ανέτοιμη, θέλεις εξαιτίας κάποιου απρόβλεπτου πα-ράγοντα. Η Ψυχανάλυση, στη δική της περίπτωση, έχασε το δρο-μολόγιο για περισσότερα από πενήντα χρόνια κι ο απρόβλεπτος παράγων ήταν το περιβόητο Εγώ. Αυτό το Εγώ, που έμοιαζε να έχει εξαντλήσει την ισχύ του απ’ τον Καρτέσιο μέχρι τον Έγελο, παραχώρησε στην ψυχή ένα απρόσμενο οχυρό απ’ όπου –εν ονόματι των συναισθημάτων– μπορούσε να αμφισβητήσει (να αρνηθεί, να φιμώσει…) το Es denkt του άλλου τόπου. Θα δούμε πως αυτός ο άλλος τόπος συμπίπτει με το «νοείν» του Παρμενίδη.

Με τη μέριμνά τους τώρα στα έργα και τις ημέρες αυτού του γερασμένου μωρού, του Εγώ, οι ψυχαναλυτές της νεοκοσμικής με-τοικεσίας εξέλαβαν σαν αντίσταση (= νευρωτική άμυνα) ενα-ντίον της ψυχής έναν παράξενο –κι όμως τόσο πολύ ομιλητικό– όρο: To Intellektualisierung. Διαβάζουμε στο μέγα Λεξικό της Ψυχανάλυσης υπό J. Laplanche και J. Β. Pontalis: «Διανοητικοποίηση. Λειτουργία με την οποία το υποκείμενο δίνει μια συλλογιστική μορφή στις συγκρούσεις και τις συγκινήσεις του επί τω σκοπώ να ασκήσει πάνω τους έλεγχο. Ο όρος έχει κατά κανόνα αρνητική σημασία μέσα στη θεραπεία. Δηλώνει την επικράτηση της αφηρημένης σκέψης πάνω στην ανάδυση και την αναγνώριση των συναισθημάτων και των φαντασιώσεων». Η Άννα Φρόυντ πρώτη, που κάποιοι της καταλόγιζαν ανέκαθεν παρεξηγημένη διαχείριση της πατρικής κληρονομιάς, αποδίδει στην διανοητικοποίηση μια τάση του Εγώ να κυριαρχήσει επί των ενστικτω-δών ενορμήσεων, συνδέοντας τις με «ιδέες», με τις οποίες μπο-ρεί να τα βγάλει ενσυνείδητα πέρα. Μα μια τέτοια σπουδαία κατ’ αρχήν δυνατότητα, λέει, δεν είναι δυστυχώς παρά μια συσκοτιστική άμυνα στη διάθεση του νευρωτικού. To Intellektualisierung αποξηραίνει εδώ τη γάργαρη πηγή των βιωμάτων, των συναισθη-μάτων και των φαντασιώσεων. Εξατμίζει σε άσαρκες λέξεις και ιδέες την ζωντανή ψυχή.

Πού κατοικεί η ζωντανή ψυχή; Φυσικά στον εγκέφαλο («δεν χωράει αμφιβολία» προσυπογράφει κι ο νευροψυχολόγος). Και η διανοητικοποίηση; Πού ασκεί το έργο της η διανοητικοποίηση; Στον εγκέφαλο επίσης – εν τω εγκεφάλω ως γνωστόν είναι το ηγεμονικόν. Αλλ’ ενώ υπό κανονικάς συνθήκας η διάνοια (= το νοείν) αποτελεί την κορωνίδα του ηγεμόνος εγκεφάλου, στην πε-ρίπτωση των νευρωτικών προσώπων μάς λένε ότι η διανοητικό-τητα αυτή έρχεται να φιμώσει το πολυτιμώτερον – τα συναισθή-ματα. Να εξουδετερώσει τα αναμμένα κάρβουνα με ψυχρούς συλλογισμούς. Ψυχή είναι τα αναμμένα κάρβουνα.

Ας αφήσουμε εδώ έξω το ότι μια συλλογιστική διαδικασία δεν είναι καθόλου υποχρεωμένη να είναι ψυχρή ή ερωτικά ανί-κανη. Ας πάρουμε το επιχείρημα αλλιώς, γνωρίζοντας ότι ενίοτε η προφανής αλήθεια υπεξαιρεί την περιουσία της αληθινής αλή-θειας. Εν τω εγκεφάλω το ηγεμονικόν: Φυσικά, τι θα ήσουν αν σου έκοβαν το κεφάλι; Μα, απ’ την άλλη μεριά, θα μπορούσες να «είσαι» μόνο ένα ασώματο κεφάλι; Όλη η ρομαντική άσκηση στη φρίκη είναι τω όντι το ενδεχόμενο μιας καρατομημένης κεφαλής που κάποιος απάνθρωπος επιστήμονας την τροφοδοτεί έτσι ώστε, καίτοι στερημένη απ’ το σώμα της, να εξακολουθεί να διανοείται και να μιλάει. Κανείς όμως εγκέφαλος δεν μιλάει όπως μιλούν οι άνθρωποι αν τον χωρίσουμε  από το σώμα του. Αυτό μπορούμε διά της εμπειρίας μας να το βεβαιώσουμε.

 

*

Στην πόλη Άβδηρα, ανάμεσα στους Αβδηρίτες που οι φιλοκατήγοροι Αθηναίοι τους λοιδορούσαν σαν μπουνταλάδες, παρουσιάστηκε κάποτε ένας φιλόσοφος που για άλλα θα ήθελε να μείνει γνωστός τοις επιγενομένοις και για άλλα έμεινε. Ο φιλόσο-φος αυτός, που ήταν ο Δημόκριτος, ήταν εκείνος που μαζί με τον δάσκαλο του, τον Λεύκιππο, θα μπορούσαν να κερδίσουν σήμερα άνετα από κοινού το Νόμπελ για την ανακάλυψη της ατομικής θεωρίας. Έτσι λέμε στους τουρίστες – και μειώνουμε έτσι τους προγόνους μας. Διότι ανάμεσα σε άλλα που έχουν καθ’ ολοκλη-ρίαν χαθεί και σε ολίγιστα και αποσπασματικά που το σαράκι του χρόνου επέτρεψε να επιβιώσουν, ο Δημόκριτος είπε κυρίως το εξής παράδοξο: «Εν όλω τω σώματι [είναι την διάνοιαν]».

Σ’ ολόκληρο το κορμί είναι κατασπαρμένη η διάνοια. Σκε-πτόμαστε από παντού μέσα στο Είναι μας – απ’ τον μετωπιαίο λοβό μας μέχρι το μικρό μας δαχτυλάκι. Όταν μας διαβεβαιώ-νουν πως συνείδηση, σκέψη και ψυχή συμπίπτουν «χωρίς να χωράει αμφιβολία» με τον εγκέφαλό μας, απλούστατα οι επιστή-μονες ναρκισσεύονται επιστημονικά, καθ’ ον χρόνον κι εμείς τους θαυμάζουμε σαν ήρωες της ψυχής χωρίς να φανταζόμαστε πόσο παλαιολιθικό στην πραγματικότητα είναι αυτό που βεβαιώ-νουν. Μπορείς να παρουσιάζεσαι σαν νέος Ηράκλειτος ανάμεσα στους αφελείς Αλεξανδρινούς, μα να μην είσαι κατά βάθος παρά ένας εκλαϊκευμένος Μπεργκσόν. Μπροστά στο «επιστημονικώς» αυτονόητο μπορείς να μην είσαι παρά κάποιος επαναστατικά συμβατικός, κάποιος ρηχά βαθυστόχαστος ή κάποιος μορφωμέ-νος ανόητος. Μια «μεταψυχική» –νεολεξία που θα ήθελε να προτάξει σαν ουσία τής πρότασής του αυτό το σημείωμα– συνίσταται στη διαπίστωση ότι δεν είμαστε οι άνθρωποι ψυχικά όντα (που δεν ξέρουμε καν τι θα πει) αλλά νοητικά όντα, με την αυστηρή έννοια ότι η ύπαρξή μας είναι υποτεταγμένη στο νοείν. Οργανω-μένη μέσα στη γλώσσα και τον λόγο. Όλο μας το Είναι ανήκει στο νοείν. Υποστηρίζω ότι αυτή η στράτευση του ανθρώπινου Είναι στο νοείν είναι που κατάλαβε, που ήθελε ν’ αφήσει πίσω του σαν ένα είδος υποθήκης προς τους μεταγενέστερους ο Δημόκριτος. Κι ας χάθηκαν οι ολοκληρωμένες προτάσεις των γραμμάτων του – αν υπήρξαν βέβαια και συγγραφές εκ μέρους του πέραν του προφορικού του λόγου. Γιατί οι Αρχαίοι δεν έγραφαν παρά σπάνια. Κυρίως έλεγαν.

Ο Δημόκριτος, όπως προανέφερα, είχε δάσκαλο του στη σοφία τον Λεύκιππο, καταγόμενο είτε απ’ την Μίλητο της Μικρασίας είτε απ’ την άλλη άκρη του κόσμου, την Ελέα, στην Κάτω Ιταλία. Διότι, όπως λέει ο Σιμπλίκιος, βρίσκονται εν κυκλοφορία κι οι δυο εκδοχές. Μα αυτές οι δυο ακριβώς γεωγραφικές εκδο-χές μαρτυρούν ένα ταξίδι του πνεύματος που μπορούσε να γίνεται άνετα δυόμισι χιλιάδες χρόνια πριν, ενώ εμείς, που έχουμε τόσο αφάνταστα καλυτερέψει τα μεταφορικά μας μέσα, είναι ζή-τημα αν ταξιδεύουμε από Πάτρα μέχρι Μπάρι – κι αυτό με ακα-τάσχετη ναυτία. Ο Δημόκριτος, όσες άλλες σπουδές και να έκα-νε, ως εκ των δυνατοτήτων της ναυσιπλοΐας σπούδασε φιλοσο-φία κοντά στον Παρμενίδη. Πήρε φιλοσοφικά τον δικό του δρό-μο, μα ακολούθησε τουλάχιστον τον Παρμενίδη σ’ έναν δρόμο –τον δρόμο ταύτισης του Είναι με το νοείν.

Ο Παρμενίδης, όταν μιλούσε περί της συμπτώσεως του Είναι με το νοείν, δεν είχε κατά πάσα πιθανότητα σαν ανταγωνιστική βιβλιογραφία του παρά μόνο τον ιπποκρατικό «ηγεμόνα εγκέφα-λο». Υπήρξε ο διανοούμενος απέναντι στον εμπειριστή γιατρό και τον φυσικό φιλόσοφο. Η σημασία του Δημόκριτου έγκειται στο ότι κατάλαβε πως η σύμπτωση των αξιών συντελείται σ’ όλο το σώμα. Η σωματικότητα είναι εκείνη που νοεί, με πρότυπο νό-ησης την σύνταξη της γλώσσας και τον λόγο. Είναι και νοείν είναι ταυτόσημα σ’ όλες τις γραμμές του ανθρώπινου σώματος – κι επομένως έννοια ψυχή δεν μας πολυχρειάζεται. Αυτή η ψυχή υπήρξε ένας μπελάς που φόρτωσε ο Πλάτων πάνω στο προσωποκρατικό νοείν, ένας μπελάς που εκμεταλλεύθηκε αργότερα η υβριδιακή ελληνοχριστιανική σκέψη προκειμένου να υπονομεύ-σει το καθαρό νοείν, να το αμφισβητήσει και να το προσβάλει. Τα κατάφερε. Για λόγους που αφορούν τις ολιγοψυχίες και τις λιποταξίες του ιστορικού γίγνεσθαι κέρδισε την μάχη. Νίκησε την Ελλάδα. Θεμελιωμένη αυτή η ελληνοχριστιανική σκέψη πάνω στο ερώτημα της ψυχής, το παρακολούθησε μέχρι τον εγκέφαλο, που όσο πιο υλιστικός παρουσιαζόταν στα μάτια του νευροψυχολόγου τόσα περισσότερα περιθώρια άφηνε στην ιδέα της ψυχής. Διότι ο εγκέφαλος είναι προβοκάτορας – και μυεί στην προβοκάτσια τους οπαδούς του.

Αλλά η δράση του προβοκάτορα είναι ιστορικά μια ευκαιρια-κή πάντα δράση. Η επιτυχία του είναι καιρική. Αργά ή γρήγορα βλέπουμε οι νευροψυχολόγοι κι οι λοιποί «επιστήμονες» ότι χω-ράει κάποια αμφιβολία σε σχέση με το αρμονικό μοίρασμα του υποκειμένου μεταξύ ψυχής και ηγεμόνος εγκεφάλου – καθώς βγαίνουν στο προσκήνιο σαν εγκέφαλοι όχι μόνο τα μακρινά ε-πινεφρίδια, αλλά και το πάλαι ποτέ ως ηλίθιο θεωρούμενο έντε-ρο. Να έχουν τάχα ψυχή; Όχι, βλέπουμε να νοούν και να σκέ-πτονται, πράγμα που δεν συμπίπτει απλώς με την «εξυπνάδα» – ήγουν το περίφημο I.Q., ως υπέρτατη αξία με την οποία μας σα-γηνεύει όσο ταυτόχρονα και μας εξαπατά μια βαρβαρικής κατα-γωγής ευρωπαϊκή σκέψη. Το νοείν δεν είναι μια μεγαλύτερη ή μικρότερη ικανότητά μας ημών των ανθρώπων, είναι απλούστα-τα η ιδιότητα μας ως ανθρώπων. Όσα έχουμε να βγάλουμε πέρα στη ζωή τα βγάζουμε με το να νοούμε δι’ όλου του Είναι μας – και σ’ αυτή την οριακή στιγμή που έφτασε κάποτε η ελληνική αντίληψη σε τι θα χρειαζόταν επί πλέον μια σημιτική συμπλήρω-ση; Δεν χρειαζόταν, ήταν απλούστατα ο απρόβλεπτος ιστορικός παράγων για τον οποίο μιλήσαμε στην αρχή κι ο οποίος επένδυ-σε στα συναισθήματα, στην ψυχή, στον βρασμό ψυχής και στην ηθική συνείδηση. Εφέρετο όταν μετανάστευσε απ’ τη Νεκρή Θά-λασσα στην Αθήνα –και φέρεται μέχρι σήμερα– σαν Εγώ. Ο Φρόϋντ είναι Έλλην στον βαθμό που παρέκαμψε το Εγώ, είναι Εβραίος στον βαθμό που το περιέθαλψε. Καθώς ο αιώνας μας τελειώνει, αναγνωρίζουμε στην Ψυχανάλυση μια χρέωση στον ναρκισσισμό του Εγώ, που το όπιο με το οποίο μας κοιμίζει είναι ή ψυχή. Μόνο και μόνο για να μην αναγνωρίσει τις υποχρεώσεις του σε καθαρό νοείν. Πάει να πει στα λόγια – γιατί δεν συλλαμ-βάνουμε το νοείν παρά μόνο με λόγια.

Η άποψη αυτή συμπεραίνει ότι όλο το σώμα είναι ένας διανοούμενος, κι όσο κι αν «δεν χωράει αμφιβολία» εκ μέρους του νευροψυχολόγου περί της ηγεμονικής φύσεως του εγκεφάλου, όλο το σώμα μιλάει. To Es denkt δηλώνει ό,τι υπαινίσσεται ο απρόσωπος χαρακτήρας της γραμματικής έκφρασης – μιλιόμαστε από παντού στο σώμα μας, αυτός είναι ο προορισμός μας, να μιληθούμε, να υπαχθούμε στο νοείν. Το νοείν είναι που γεμίζει την ανόητη ύπαρξή μας με νοήματα. Κι η ιδέα μιας ψυχή που μας κατοικεί και μας καθοδηγεί πρακτικά περιττεύει.

 

Απονενοημένο διάβημα

Όταν εγύρισε φρουρούσανε καλά τα στραυροδρόμια
Σε κάθε ύπνο έτρεχε και μια περίπολος
Κι ούτε μια δημόσια βρύση
Ούτε ένα σφουγγάρι να περάσει στο στόμα του
– στο τέλος αφέθηκε να γλιστρήσει στο θεό
όπως γλιστράνε οι αυτοκτόνοι στη θάλασσα κλωτσώντας πίσω τους τα βράχια.

Λυρική πλάνη (1960-1970) από τη συλλογή Μετά είκοσι έτη, ύψιλον/βιβλία 1985

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.