Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Μάριος Μαρκίδης

σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]

Η κοινωνική φοβία και το «βλέμμα του άλλου»

[Ψυχιατρική Κλινική Πανεπιστημίου Αθηνών, Αιγινήτειο Νοσοκομείο, Ψυχιατρική 1999, 10:51-58]

Η κοινωνική φοβία, μια μπηχαβιοριστική παρατήρηση της δεκαετίας του ‘60, θεωρείται «παραμελη-μένη αγχώδης διαταραχή». Παρουσιάζει μεγάλο βαθμό συννοσηρότητας και αλληλεπικάλυψης με την αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητας. Αν και το διαγνωστικό σύστημα DSM-IV έχει καταβάλει προσπάθειες να χαράξει κριτήρια διάκρισης ανάμεσα στην κοινωνική φοβία και την αποφευ-κτική διαταραχή προσωπικότητας, ένα σημαντικό μέρος της βιβλιογραφίας συνδέει τις δύο εικόνες, διαχωρίζοντας όμως από αυτές τη σχιζοειδή προσωπικότητα. Κοινωνική φοβία και αποφευκτική δια-ταραχή προσωπικότητος χαρακτηρίζουν άτομα αποσυρμένα από τις συνήθεις κοινωνικές δραστη-ριότητες, διαφορετικά όμως από τους σχιζοειδείς αρρώστους, εφ’ όσον, σε αντίθεση με τους σχιζοειδείς, οι φοβικοί και αποφευκτικοί φοβούνται μεν την ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων, αλλά και την επιθυμούν. Τα άτομα με κοινωνική φοβία αποφεύγουν τις κοινωνικές επαφές εξ αιτίας ε-νός φαντασιωτικού φόβου ταπείνωσης συνδεδεμένης με την αποτυχία και την απόρριψη. Αυτό κα-θιστά την κοινωνική φοβία πρόβλημα συνδεδεμένο με το ναρκισσιστικό στάδιο οργάνωσης του Εγώ. Το εξαιρετικά κριτικό κι απαξιωτικό βλέμμα του αντικειμένου αγάπης (= του «άλλου») επιφέρει μια καθήλωση στον παθολογικό ναρκισσισμό. Ο σχεδιασμός τής ψυχοδυναμικά προσανατολισμένης ψυ-χοθεραπευτικής παρέμβασης ακολουθεί τους εξής κανόνες: (α) Ο θεραπευτής τοποθετείται στη θέση του σημαντικού άλλου, (β) Υποδέχεται τη μεταβίβαση του αρρώστου και ελέγχει τη δική του αντιμεταβίβαση, (γ) Προάγει τη διοχέτευση των φοβικών φαντασιώσεων σε λόγο, (δ) Ερμηνεύει τη μεταβίβαση σαν επανάληψη του νευρωτικού σεναρίου, (ε) Η λύση της μεταβίβασης οδηγεί στην ε-ξασθένηση της φοβίας.

Λέξεις ευρετηρίου: κοινωνική φοβία, αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητος, βλέμμα του άλλου, ναρκισσισμός, μεταβίβαση.

Η κοινωνική φοβία υπήρξε μια συμπεριφορολογική παρατήρηση της δεκαετίας του I960,1 μία κλι-νική οντότητα η οποία μέχρι σήμε-ρα θεωρείται σαν η «παραμελημέ-νη αγχώδης διαταραχή».2 Παρά τον πολλαπλασιασμό της ψυχοβιολογικής της έρευνας, που μάρτυ-ράς της είναι η πλούσια βιβλίογραφία, η κοινωνική φοβία εξακο-λουθεί να παρουσιάζει μείζονες α-βεβαιότητες και αινίγματα: ο ορι-σμός της, η επικράτησή της, η αι-τιολογία της και, κυρίως, η αντιμε-τώπισή της εξακολουθούν να πα-ραμένουν ερωτήματα ανοιχτά. Το χαρακτηριστικό αυτό, που καθιστά άλλωστε σύμφωνα με κάποιους συγγραφείς την κοινωνική φοβία πεδίο μελέτης πολύ γόνιμο, προ-κύπτει από την ευρύτητα περιεχο-μένων της έννοιας, τον βαθμό συννοσηρότητας στον οποίο είναι εκτεθειμένη και την σύγχυσή της με άλλες νοσολογικές οντότητες. Μερικοί από τους προβληματι-σμούς απεικονίζονται στον πίνακα 1. Οι προτάσεις αυτού του πίνακα απορρέουν από την κλινική εμπει-ρία, την βιολογική έρευνα, την α-νταπόκριση στην φαρμακολογική ή ψυχολογική θεραπευτική παρέμβα-ση. Σχετικά με την τελευταία, οι μελέτες που μεριμνούν ιδιαίτερα για την αντικειμενικότητα εκτίμη-σης του θεραπευτικού αποτελέ-σματος, συνηγορούν κατά κανόνα σε μιαν «απευαισθητοποίηση», αιμοδοτημένη με την εκπαίδευση στις κοινωνικές δεξιότητες και την γνωσιακή αναδόμηση.2,10 Υπο-γραμμίζεται ότι η placebo δράση στις φαρμακολογικές μελέτες πλη-σιάζει σχεδόν το 30%, γεγονός που εισάγει στους θεραπευτικούς προβληματισμούς πιθανούς «μη ει-δικούς παράγοντες».9 Θεωρείται επίσης πιθανό οι εν λόγω μη ειδι-κοί παράγοντες, κοινοί ίσως σε κά-θε ψυχοθεραπεία, να ευθύνονται για το ευεργετικό αποτέλεσμα της ψυχολογικής παρέμβασης στην κοινωνική φοβία. Το παλαιότερο συμπέρασμα, ότι οι πιο αποκλίνου-σες ψυχοθεραπευτικές προσεγγί-σεις έχουν ισοδύναμη σχεδόν α-ποτελεσματικότητα,11 ενδέχεται να ισχύει, γράφει ο Schneier,9 και για την κοινωνική φοβία. Τα κλινι-κά φαινόμενα της κοινωνικής φο-βίας μπορούν να γίνουν νοητά με την γλώσσα κάθε ψυχολογικής θε-ωρίας. Αυτός είναι ένας ουσιαστι-κός λόγος, συνεχίζει ο συγγραφέ-ας, για τον οποίο οφείλουμε να διακρίνουμε ανάμεσα στην ερμη-νευτική δύναμη της άλφα είτε της βήτα θεωρίας και στην θεραπευτι-κή αποτελεσματικότητα. Οπωσδή-ποτε, έχουμε κάποια δεδομένα για την δραστικότητα της συμπεριφο-ρολογικής-γνωσιακής τεχνικής. Δεν διαθέτουμε δεδομένα για την αξία μιας μακρόπνοης ψυχοθεραπείας, συγκεκριμένα της ψυχοδυναμικά προσανατολισμένης.

Στις πρόσφατες ανασκοπήσεις της βιβλιογραφίας επί της κοινωνι-κής φοβίας, η ιδέα μιας κατά το μάλλον ή ήττον μακροπρόθεσμης ψυχαναλυτικής θεραπείας θεωρεί-ται (από τα συμφραζόμενα) ως ματαιοπονία. Ο πιο σημαντικός λόγος είναι η δυσκολία αξιολόγησης. Η αξιολόγηση –και η τυποποιημένη κλίμακα που αποτελεί συνήθως το εργαλείο της– απαιτεί όσο γίνε-ται μεγαλύτερους αριθμούς πα-σχόντων και όσο γίνεται βραχύτερο χρόνο παρατήρησης. Η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, ως εκ της φύσεως των θεωρητικών προκειμέ-νων πάνω στις οποίες έχει βασίσει την μεθοδολογία της, δεν μπορεί να εξασφαλίσει τους πρώτους, τους σημαντικούς αριθμούς πελα-τών, και δεν μπορεί να ικανοποιή-σει τον δεύτερο όρο, την σύντομη διάρκεια. Εκτός εάν εκπέσει σε ένα είδος απλής υποστήριξης ή «reassurance», που δεν είναι τίπο-τα άλλο από μια μεταμφιεσμένη υποβολή.

Πίνακας 1. Προβλήματα ορισμού και διάγνωσηςΕν τούτοις, η απουσία της ψυ-χαναλυτικής λογικής, η οποία χα-ρακτηρίζει στην πλειονότητα των βιβλιογραφικών λημμάτων τις προ-σπάθειες διαγνωστικής χαλιναγώ-γησης της κοινωνικής φοβίας, εν-δέχεται να είναι η περισσότερο υ-πεύθυνη για τις αμηχανίες και τους κλυδωνισμούς τους. Η λογική αυτή, οσάκις υιοθετείται, αναφέρε-ται κατά κανόνα στις προτάσεις της θεωρίας των αντικειμενοτρόπων σχέσεων, των object relations: οι στρεβλές δηλαδή εν τη εγκατα-στάσει των διαπροσωπικές σχέ-σεις, που χαρακτηρίζονται από μια παράλογη σύνθεση γονεϊκών απα-γορεύσεων, εμποδισμών και ανα-στολών, είναι η μήτρα και η κλεί-δα ταυτόχρονα της κοινωνικής φο-βίας.9 Η αγωνιώδης προσδοκία ότι θα βρεθεί κανείς στη θέση ενός «ρεζίλη», ταπεινωμένος κι απορριγμένος, συνιστά μια κλίμακα α-ντιλήψεων σχετικά με τον εαυτό και τους άλλους, παραμορφωμένη συναισθηματικά. Καθώς η αμηχα-νία (embarrassment) και η ντροπή (shame), γράφει ο Gabbard,7 είναι τα πιο τυπικά εκφραζόμενα συναι-σθήματα στην κοινωνική φοβία, η θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων φέρνει στην επιφάνεια την αποδοκιμαστική και λογοκριτι-κή στάση των εσωτερικευμένων γονεικών μορφών. Ο κοινωνικά φοβικός προβάλλει ασυνείδητα αυ-τή την σκληρή στάση στους άλ-λους. Ούτως ώστε, το νόημα μιας συμπεριφοράς που οδηγεί στην α-ναπηρία του έγκειται στην αποφυ-γή μιας απόρριψης, για την οποία ο άρρωστος είναι βέβαιος προκα-ταβολικά.

Μια παραλλάσσουσα ψυχανα-λυτική θέση, σημειώνει ο Schneier,9 οικοδομεί την φαινομενολογία της κοινωνικής φοβίας σαν συμβολικό σχήμα μιας ασυνείδητης σύγκρου-σης ανάμεσα σε μιαν απαράδεκτη επιθυμία (επιθυμία κυριαρχίας πά-νω στους άλλους) και τα συνοδά συναισθήματα ντροπής που γεννά αυτή η επιθυμία. Η θεωρία υπο-γραμμίζει την ντροπή και σημειώ-νει την ειδοποιό διαφορά της από την ενοχή.12 Ενώ δηλαδή η ενοχή συνυφαίνεται με φαντασιώσεις τι-μωρίας εξ αιτίας της παραβίασης κάποιου εσωτερικού κανόνα (σχέ-ση με το Υπερεγώ), η ντροπή συν-δέεται με μια βεβαιότητα του υπο-κειμένου ότι είναι ανεπαρκές, ότι αδυνατεί να ανταποκριθεί σε ένα εσωτερικό πρότυπο (σχέση με το Ιδεώδες Εγώ, το Ideal Ich του Freud). Η διαλεκτική της «ντρο-πής» με την «έκθεση» (exposure) στα μάτια των άλλων εμφανίζεται συχνά στην ψυχαναλυτική σύλλη-ψη της κοινωνικής φοβίας ή απο-φευκτικότητας, και στηρίζει την πεποίθηση του Gabbard13 ότι τόσο η ατομική όσο και η ομαδική ψυ-χοθεραπεία ψυχαναλυτικού προσα-νατολισμού μπορούν να αποδώ-σουν αξιόλογα αποτελέσματα στην κοινωνική φοβία, υπό την προϋπό-θεση ότι θα οργανωθούν στο σχέ-διο που συνοψίζει ο πίνακας 2.

Πίνακας 2.
Στοιχεία ψυγαναλυτικης θεραπείας (Gabbard 1994)

Γενικά, η κατευθυντήρια υπόθε-ση των θεραπευτικών παρεμβάσε-ων που προάγουν την έκθεση στο φοβικό σενάριο και αξιοποιούν τα δυναμικά της αντικειμενοτρόπου «σχέσης» είναι ότι, όταν ένας άρ-ρωστος υποφέρει από την ασθέ-νεια της κοινωνικής ντροπής, όταν παρουσιάζει με τη στενή ή την ευ-ρεία έννοια το λεγόμενο stage fright, υπάρχει πάντοτε κάποιος που τον έκανε να νοιώσει ταπει-νωμένος σε αποφασιστικές στιγ-μές της ψυχοσυναισθηματικής του εξέλιξης και εξακολουθεί να τον απειλεί με την εσχάτη των ταπει-νώσεων στην ενήλικη ζωή, με διά-φορα προσωπεία και σε αλλεπάλ-ληλες καλειδοσκοπικές εκδόσεις. Αυτό συνιστά μια ναρκισσιστική παθολογία, και, πραγματικά, η αντικειμενοκεντρική ψυχαναλυτική βιβλιογραφία επανέρχεται συχνά στη σύνδεση της παθολογικής κοι-νωνικής ντροπής με τις παθολογι-κές ναρκισσιστικές καθηλώ-σεις.14, 15 Το ερώτημα εν τούτοις είναι πώς ακριβώς κατοχυρώνεται ψυχαναλυτικά η διάκριση μεταξύ «φυσιολογικού» και «παθολογι-κού» ναρκισσισμού. Εάν πρόκειται δηλαδή να συνδυαστεί με την κοι-νωνική φοβία, η ναρκισσιστική δο-μή απαιτεί ουσιαστικότερη οντολο-γική κατανόηση. Τα ταξινομητικά εγχειρίδια την βάζουν κατ’ ουσίαν στο περιθώριο, διότι δεν ανταπο-κρίνεται εύκολα στο αίτημά τους για εξαντικειμενίκευση της ψυχια-τρικής παρατήρησης. Ακόμη κι η θεωρία των αντικειμενοτρόπων σχέσεων δεν ασχολείται συστημα-τικά στο να διευκρινίσει ποιος σε μια δυαδική ναρκισσιστικού τύπου σχέση είναι το υποκείμενο και ποι-ος, αντίστοιχα, το αντικείμενο της σχέσης. Το ότι έχει βρεθεί πως η αυγή της κοινωνικής φοβίας γίνε-ται φανερή με την εκδήλωση αγω-νίας μπροστά στα ξένα πρόσωπα από τον όγδοο μόλις μήνα της ζω-ής,16 αυτό καθ’ εαυτό λέει ίσως πολλά, αλλά δεν εξηγεί πλήρως τα πράγματα. Το ερώτημα με τις περισσότερες πιθανότητες πειστι-κής απάντησης εν προκειμένω θα ετίθετο ως εξής: τιί οντολογικά συ-μπεράσματα σχετικά με το Εγώ και τον άλλο, και τί σημαίνουσες παραστάσεις της πραγματικότητας αποθηκεύει ο όγδοος μήνας της ζωής; Αυτά τα συμπεράσματα, κι αυτές οι παραστάσεις, πλοηγούν το υποκείμενο είτε στην κοινωνική ενσωμάτωση είτε στην κοινωνική φοβία του.

Υπάρχει, κατά την γνώμη μας, ένας κρίκος που ενώνει το δειλό ή ντροπαλό υποκείμενο, το τρακ στις δημόσιες εμφανίσεις (προπο-λεμική διάλεξη του Δ. Κουρέτα17) και την κοινωνική φοβία, ωσάν να είναι μέρη ενός συνεχούς συμπε-ριφοράς με κοινό παρονομαστή. Ο κοινός αυτός παρονομαστής είναι η έκθεση στο βλέμμα τού απένα-ντι, του ομοίου, του άλλου, στο βλέμμα που, είτε σαν αντικείμενο της επιθυμίας είτε σαν εστία απειλής, είναι το κομβικό σημείο συ-νάντησης της λακανικής ψυχανά-λυσης18 με τον σαρτρικό υπαρξι-σμό.19 Στον Sartre, το βλέμμα του άλλου είναι αυτό που επιτρέπει στο υποκείμενο να συνειδητοποιή-σει ότι ο άλλος είναι κι εκείνος ένα υποκείμενο. Στον Lacan, υφί-σταται μια αντινομική σχέση ανά-μεσα στο μάτι και το βλέμμα: το μάτι που κοιτάζει ανήκει στο υπο-κείμενο, αλλά το βλέμμα εκπορεύ-εται από την θέση του άλλου. Από την θέση αυτή παρέχει στο Εγώ την βεβαιότητα για την αρτιότητά του (αυτό είναι ψυχαναλυτικά η ναρκισσιστική δόμηση του Εγώ) ή το κατατροπώνει (οντολογική αφε-τηρία της επιθετικότητας). Το ναρ-κισσιστικό Εγώ της κοινωνικής φο-βίας φαντασιώνει ότι θα «κριθεί» ανελέητα από αυτό το βλέμμα και ότι θα φανερωθεί ενώπιον του αγ-χωμένο, ανώμαλο ή ανόητο. Οι έ-ντονα φορτισμένοι αυτοί συλλογι-σμοί εξελίσσονται σε μιαν αγω-νιώδη προσδοκία (anticipation). Το κριτικό βλέμμα του άλλου θα παρατηρησει σίγουρα τα χέρια που τρέμουν από αγωνία, τους κόμπους του ιδρώτα στο μἐτωπο, το στεγνό στόμα, τη φωνή που κόβεται, τα σαρδάμ της ομιλίας που κάνουν σαλάτα τις σκέψεις. Μέσα στην φοβική συνθήκη που υπαγο-ρεύει αυτό το βλέμμα, το σενάριο του απειλούμενου ναρκισσισμού προσχωρεί ολοένα και περισσότερο στην ψυχοφυσιολογία: στην α-κτίνα βολής του βλέμματος του άλλου το υποκείμενο πλέει στον ι-δρώτα, κοκκινίζει, θολώνει, αδυνα-τεί να κατευνάσει τους παλμούς της καρδιάς του ή τις κινήσεις του εντέρου του. Είναι μια διαταραχή ντροπής ή, αλλιώς, ένας «φοβικός χαρακτήρας»,20 που τα εφόδια του δεν απέχουν πολύ από τον λακανικό όρο «ναρκισσιστική αυτοκτο-νική επιθετικότητα»,18 όρος ο οποίος σκοπεύει να εκφράσει το γεγονός ότι, στην ναρκισσιστική δια-πραγμάτευση με το βλέμμα του άλλου, το Εγώ ξεκινά από τον α-νταγωνισμό και καταλήγει στη φυ-γή. Το επόμενο σχήμα που προτεί-νει ο Lacan, προσπαθώντας να διαγραμματοποιήσει τα καίρια σημεία της ψυχαναλυτικής θεωρίας, απο-δίδει τους δυνατούς ορίζοντες του ανθρώπινου υποκειμένου.21 Το σχή-μα αυτό έχει πολλαπλές χρήσεις, ανάλογα με την υπό κατανόηση κλινική εικόνα. Στην περίπτωση της κοινωνικής φοβίας, παίρνει την εξής μορφή, η κύρια σημασία της οποίας είναι ότι υπογραμμίζει την διάκριση του υποκειμένου από το Εγώ (Σχήμα 1).

Η διάταξη αυτή απεικονίζει και ερμηνεύει τη φαλκίδευση του κοι-νωνικά φοβικού Εγώ στον ναρκισ-σιστικό άξονα, σε μια γραμμική δη-λαδή φαντασίωση διηνεκώς ανεπί-λυτου λογαριασμού με το βλέμμα του άλλου. Στον άξονα αυτόν, που τον χαρακτηρίζει το δέος, ισχύει μέσα στον χρόνο ένας καλειδο-σκοπικός πολλαπλασιασμός (Σχήμα 2).

Σχήμα 2
Σχήμα 2

Η παροχέτευση στην συμβολι-κότητα, που ρυθμίζει το ανθρώπινο πεδίο, εδώ υπολείπεται· το Εγώ εί-ναι εγκλωβισμένο σε μια φαντα-σίωση που την θεωρεί ως την πιο πραγματική πραγματικότητα του, και η κατάκτηση της υποκειμενικό-τητας (δηλαδή της αυτεξουσιότητας) ναυαγεί.

Η ναρκισσιστική διάσταση σχη-ματοποιεί λοιπόν μια περιπετειώδη διαλεκτική σχέση, μέσα από την ο-ποία αναδύεται μεν το άτομο (= φυσιολογικός ναρκισισμός) η καθήλωση όμως στην οποία αλλοτριώνει την υποκειμενικότητα και υποθάλπει την κοινωνική φοβία. Η τοποθέτηση αυτή δεν απέχει από την αντίληψη ου διατύπωσε ο ιδρυτής της ψυχανάλυσης για την ουσία του ναρκισισμού.22  Το Εγώ μορφοποιείται δια της εικόνας του απέναντι σημαντιού προσώπου (αυτό σημαίνει ακριβώς ναρκισιστική συγκρότηση του Εγώ πέραν ενός αρχέγονου αυτοερωτισμού), στο βλέμμα του οποίου το Εγώ διαβάζει μιαν ετυμηγορία για την αξία ή την απαξία του. Στην περί-πτωση της κοινωνικής φοβίας, το σημαντικό πρόσωπο ταυτοποίησης ισοδυναμεί με ένα συνθλιπτικό πρότυπο και η συνάντηση με το βλέμμα του προοιωνίζει αποδοκι-μασία, απόρριψη, κάποτε και «σιχασιά».8 Έτσι, ο κοινωνικά φοβικός προστίθεται στο κλινικό  υλικό των αρρώστων που βρίσκονται πραγματικά σε μια φαντασιωτική αιχμαλωσία.23 Πού μπορεί να στηριχθεί δυνητικά, κατόπιν τούτου, ένα ψυχαναλυτικό θεραπευτικό σχέδιο, το οποίο να μην αρδεύει κατ’ ουσίαν από την συμπεριφορολογική τεχνική; Δομείται στην α-φετηρία του όπως στο επόμενο τοπογραφικό σχήμα (Σχήμα 3). Και τα στάδια διεξαγωγής του συνοψί-ζονται στον πίνακα 3.Σχήμα 3

Η κύρια σημασία του παραπάνω σχήματος είναι ότι φανερώνει το ψυχαναλυτικό ασυνείδητο σαν α-ποτέλεσμα της εγγραφής του αν-θρώπινου υποκειμένου στον κοινω-νικό συμβολισμό, ο οποίος διαπνέ-εται από τη λειτουργία του σημαί-νοντος και της γλώσσας. Ανάμεσα στο Εγώ του αρρώστου και τον θε-ραπευτή αναζωπυρώνεται η αρχέ-γονη διπολική ναρκισσιστική συνά-φεια, που προσλαμβάνει τώρα τον χαρακτήρα της μεταβίβασης. Το περιεχόμενο της κοινωνικοφοβικής νεύρωσης επανδρώνει φαντασιωτικά αυτή τη μεταβίβαση, η οποία διαθλάται από τον παραλήπτη θε-ραπευτή προς την κατεύθυνση της συμβολοποίησης, της μετάφρασης των βιωμάτων σε «λόγια»: ούτως ώστε ο χειρισμός της μεταβίβασης αποτελεί το επίκεντρο της ψυχα-ναλυτικής θεραπευτικής τέχνης. Η δυνατότητα παρέχεται από την το-μή που επιφέρει στον ναρκισσιστι-κό γραμμικό άξονα ο λόγος του Ασυνειδήτου (κατατεθειμένος στον ελεύθερο συνειρμό) και προάγεται με έναν συνδυασμό «ουδετερότη-τας» και «ερμηνείας» από τη θέση του θεραπευτή. Σ’ αυτό το δομικό πλαίσιο αποκτούν νόημα οι ψυχαναλυτικές θέσει ότι, πρώτον, δεν υπάρχει παρά μόνον ένα ασυνείδηο εν δράσει στην αναλυτική σχέση και, δεύτερον, ότι ερμηνεία είναι η επιστροφή στον θεραπευτή του απωθυμένου του αρρώστου.24

Προς τι η πικρία;

Να καρφώνετε, μας είπε, τις λέξεις σας σαν πρόκες.
Γερή συμβουλή, όμως που να τις καρφώσουμε;
Να πάρετε μαζί σας νερό, σας περιμένει μεγάλη ξηρασία –
δεν είχαμε εν τούτοις όρεξη να διασχίσουμε πάλι την έρημο.
Ξεχερσώσαμε το μέλλον μας
δεν μας κάνει πια ούτε κρύο ούτε ζέστη.
Ώστε μη βασανίζετε ματαίως τον εαυτό σας καημένες σάλπιγγες
φροντίστε κάποτε και τη δική σας υγεία.
Το γε νυν έχον ούτε ξηρασία στα μέρη μας ούτε τίποτα.
Μην πικραίνεστε λοιπόν που δεν oμοιοκαταληκτήσαμε
με τα ποιήματά σας.
Είμαστε η ασυνέχεια των συλλαβών σας.
Παραδεχτείτε όμως και σεις πως δεν υπήρξατε ανεπίδεκτοι μαθήσεως.
Κι αν δεν βάζουμε πρωί-βράδυ θερμόμετρο
ευθύνεστε εν μέρει:

Μας κλιματίσατε καλά.

από τη συλλογή Βαποράκια, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Marks IM, Gelder MG. Different ages of onset in varieties of phobia. Am J Psychiatry 1966, 123, 218-221.

Liebowitz MR, Gorman JM, Fyer AJ, Klein DF. Social phobia: Review of a neglected  Anxiety Disorder. Arch  Gen Psychiatry 1985, 42, 729-735.

American Psychiatric Association. Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, 2nd Edition. American Psychiatric Association, Washington, DC, 1968

American Psychiatric Association. Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, 3rd Edition. American Psychiatric Association, Washington, DC, 1980.

Greenberg D, Stravynski A. Social phobia. Br J Psychiatry 1983, 143, 526.

Gunderson JG. Personality disorders. In: The New Harvard Guide to Psychiatry. Edited by Nicholi AM Jr. Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, MA, 1988, 337-357.

Gabbard GO. Psychodynamics of panic disorder and social phobia. Bull Menninger Clinic 56, 2 (suppl A), 1992, A3-A13.

American Psychiatric Association. Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, 4th Edition. American Psychiatric Association, Washington, DC, 1994.

Schneier FR, Marshall RD, Street L, Heimberg RG, Juster HR. Social phobia and specific phobias. In: Clenn O. Gobbard (ed): Treatments of Psychiatric Disorders, 2nd ed, American Psychiatric Press, Washington, DC, 1995, 1453-1475.

Den Boer J A. Social phobia: epidemiology, recognition, and treatment. Br Med J 1997, 315, 796-800.

Smith ML, Glass CV, Miller Tl. The benefits of psychotherapy. John Hopkins University Press, Baltimore, 1980.

Wurmser L. The Mask of Shame. John Hopkins University Press, Baltimore, 1981

Gabbard GO. Psychodynamic Psychiatry in Clinical Practice (The DSM-IV Edition). American Psychiatric Press, Washington, DC, 1994.

Kohut H. The Analysis of the Self: A Systematic Approach to the Psychoanalytic Treatment of Narcissistic Personality Disorders. International Universities Press, New York, 1971.

Kernberg OF. Borderline Conditions and Pathological Narcissism. Jason Aronson, New York, 1975.

Broucek FJ Shame and its relation-ship to early narcissistic developments. Int J Psychoanal 1982, 63, 369-378

Κουρέτας Δ. To τρακ εις τας δημο-σίας εμφανίσεις. Ιατροψυχολογική μελέτη. Β’ έκδοση, Ιατρικός Τύπος, Αθήναι, 1933.

Lacan J (1946). Propos sur la causalité psychique. In: Ecrits, Seuil, Paris, 1966, 151-193.

Sartre JP (1943). Being and Nothingness: an Essay on Phenomenological Ontology (Trans. Hazel E. Barnes), Methuen, London, 1958.

Widiger TA, Frances A, Spitzer RL et al. The DSM-III-R personality disor-ders: an overview. Am J Psychiatry 1988, 145, 786-795.

Jacan J. Ecrits. Seuil, Paris, 1966, 53.

Freud S (1914). On Narcissism: An Introduction. Standard Edition XIV, Hogarth, London, 1953, 67.

Dor J. Introduction à la lecture de Lacan: L’inconscient structuré comme un langage. Denoel, Paris, 1985.

Nasio DJ. Les yeux de laure. Le concept de l’objet a dans la théorie de J. Lacan. Aubier, Paris, 1987.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.