Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Μάριος Μαρκίδης

σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]

Θλίψη, πένθος, κατάθλιψη

[Σπουδές στη σημασία. Αθήνα Πλέθρον 1995, 59-76]

Η «θλίψις», μας λέει ο Σκαρλάτος Βυζάντιος1 είναι μια γλωσσική τροπικότης της αρχικής έννοιας του θλίβειν (= πιέζειν), μια μελαγχολική αλληγορία. Το ρήμα είναι συγγενικό στο «θλάω», το «θραύω» και το «τρίβω», που κρατάει τη σχέση του με την αλληγορία στον σημερινό τύπο «συντρίβω». Η θλίψη, όπως τη βιώ-νουμε, είναι αποτέλεσμα του «θλίβεσθαι» (πθ. πρκ. τέθλιμμαι – πρβλ. την έκφραση «τεθλιμμενος συγγενής»). Σημαίνει επίσης «στενοχώρια», κι όταν ο Θεόκριτος γράφει «θλιβομέναν καλύβαν» αναφέρεται ακριβώς στη στενότητα χώρου. Η θλίψη επομένως θέτει ζήτημα ποιητικού αιτίου της ρηματικής ενέργειας (ποι-ος μ’ άλλα λόγια συντρίβει το υποκείμενο, ποιος είναι ο «θλιβερός» για νά υπάρξει ένας «θλιμμενος»), θέτει όμως ταυτοχρονα και ζήτημα χώρου συντελέσεως της ρηματικής ενέργειας: είναι ένας χώρος στενόχωρος.

Η «λύπη» είναι σημειωτέον μια συγγενική έννοια προκύπτου-σα από το «λυπέω-ώ» που σημαίνει βλάπτω, πειράζω, ενοχλώ. «Λησταί την Λακωνικήν ήσσον ελύπουν εκ θαλάσσης» λέει ό Θουκυδίδης. Αυτό που μοιάζει μάλλον απροσδόκητο είναι η ετυμολογική συγγένεια της λύπης με τη λέξη «λύμη» (βλάβη, φθορά, όλεθρος), που με τη σειρά της συνδέεται με τον «λοιμό» και την «λώβη» (εξ ου ο «λωβιασμένος», ο λεπρός). Ένας «λυμεών» αντιπρο-σωπεύει πάλι εδώ το ποιητικό αίτιο της λύπης, ένας φθορέας ή αφανιστής κατατρώει το Είναι – λυμαίνεται τον χώρο του υποκειμενου. Προξενεί ένα «πάθος», λέξη που δεν σημασιοδοτεί στα Ελληνικά μόνο μια θυμική παρόξυνση αλλά και την «αρρώστια»: πάθος λ.χ. είναι η «φθίση».

Το «πένθος» τώρα, υπαγορεύει η ιδιοφυΐα της ελληνικής γλώσσας, συγγενεύει γλωσσικά ακριβώς με το «πάθος»: μια ανατροπή των θυμικών ισορροπιών μέσα στο υποκείμενο εξαιτίας ενός επελθόντος αφανισμού. «Φωνή πένθιμος», διαβάζουμε στον Νόννο. «Οικία πενθούσα», σημειώνει με τη δική μας χρήση της έννοιας ο Πλάτων. Λέει όμως και τούτο: «Ουκ επί παντί θανάτω τα πένθη δειν… γενέσθαι, αλλ’ επί τοις αώροις». Το πένθος ταιριάζει στους πρόωρους θανάτους. Το πένθος λοιπόν, ενώ βάζει κι αυτο το ζήτημα του ποιητικού αιτίου του και του χώρου του (η σβησμενη σήμερα λέξη «πενθητήρ» υποκειμενοποιεί μια πενθού-σα οικία), βάζει επιπλέον κι ένα καθαρά ανθρώπινο ζήτημα θεσμικής χαλιναγώγησης επί των εκδηλώσεων του πένθους. Είναι ένα πάθος υπό πολιτισμικό έλεγχο, που το διαχειρίζεται με τη δική του λογική ένα εθιμικό «δέον» (π.χ. το πόσο πρέπει να φορεθούν τα μαύρα ρούχα και ποιά είναι η σύμφωνη με το τυπικό διαδοχή των μνημοσυνών). Το πένθος διαθέτει επομένως τη νόμιμη «συνταγματικά» έκφρασή του, μπορεί όμως για ορισμένους λόγους να εξοκείλει και στην όχθη της υπερβολής – σε μιαν «ύβρι». Γιατί κάθε υπερβολή, ανεξάρτητα απ’ την αποχρώσα αιτία της, είναι για τους Έλληνες ύβρις απέναντι σε μιαν υπέρτατη νηφάλια αρχή στην οποία λογοδοτούν ακόμη κι οι θεοί. Ήλιος ούχ υπερβήσεται μέτρα… Αυτό που διαβάζουμε εμείς σήμερα σαν «τρέλα» του ομηρικού Αΐαντος είναι ένας από τους δρόμους της ύβρεως, όποιος και να φταίει. Ο Αίας, θύμα όπως ξέρουμε μιας αδικίας στον τοπο όπου θα έβρισκε (διά της απονομής του «βραβείου») την επιβεβαίωση του το Εγώ του, υπερβάλλει σε πένθος – κι αύτη η υπερβολή του έξισούται με μια «κατάθλιψη» σήμερα, που θα επιχειρήσει αύριο να ξαναπαίξει όλα τα χαρτιά της με μια θυμώδη αντικατάθλιψη, μια φρενιτιώδη, όπως μας παραδίδεται από την τραγωδία, ναρκισσιστική μανία. Το τραγικό υποκείμενο Αίας, αυτή τη στιγμή απόστολος ακριβώς του μηδενός, γίνεται την επομένη στιγμή απόστολος ενός αιματηρά επιβεβαιωμένου παντός. Συμψηφίζοντας σήμε-ρα υπερβολικά τον εαυτό του με την «απώλεια» ο καταθλιπτικός, έρχεται αύριο να βγάλει το χιμαιρικό συμπέρασμα πως δεν υφί-στανται καθόλου απώλειες μέσα στον χώρο του Είναι του, πως με τη δράση του μάλιστα ανασταίνει συνολικά τους χαμενους «άλλους» του, πως αναπληρώνει τη χασούρα του σε αντικείμενο της επιθυμίας. Είναι βέβαια προφανές ότι παίρνω εδώ σαν επιστημολογικό παράδειγμα εκείνον τον μελαγχολικό που μπορεί να συμπίπτει τόσο καλά με τον μηδενικό βαθμό στή θέση του σημαντικού «άλλου», όσο και με το φαντασιακό άριστα στην ίδια θέση. Να συμπίπτει δηλαδή με τον ρυθμικό παλμό φαντασιωσικής εξαφάνισης και φαντασιωσικής ανασύνταξης του «Όλου» που ονο-μάζουμε φαινομενολογικά Μανιοκατάθλιψη, βρίσκοντας πως η υπερσύνθεση είναι το άλλο πρόσωπο της αποσύνθεσης. Μα και κάθε άλλη ποικιλία του άνθους κατάθλιψη έχει τις ρίζες της κατά τη γνώμη μου στις ίδιες δομικές προϋποθέσεις, την προϋπόθεση του σημαντικού «άλλου» αφενός και την προϋπόθεση συγκρότησης του Εγώ μεσα στον χώρο του άλλου αφετέρου.

Ανάμεσα στις «ψυχολογικές» προσβάσεις στο ερώτημα της κατάθλιψης, η Ψυχανάλυση δεν είναι ίσως η μόνη που αναγνωρίζει τον άλλο, είναι όμως εκείνη (όπως τουλάχιστον διαβάστηκε σύμφωνα με το πνεύμα της φροϋδικής πρότασης από τον J. Lacan2) που τον ενσωματώνει δομικά μεσα στην ίδια τη σύνθεση του Εγώ. Τα ψυχαναλυτικά ρεύματα, από την προδρομική ανακοίνωση του Κ. Abraham3 μεχρι την Μ. Klein,4 τα διαπερνά σταθερά η ιδέα πως η κατάθλιψη έχει να κάνει με μια κεντρομόλο διοχέτευση της επιθετικότητας, πως είναι ένας ψυχικός καννιβαλισμός όπου το υποκείμενο καταναλώνει τον άλλο μεσα στον ίδιο τον εαυτό του. Ανεξάρτητα απ’ την ιστορική διάχυση της ψυχαναλυτικής θεωρίας σε ποικιλίες θεμελιωτικών αρχών κι αντίστοιχες κλινικές εμπειρίες, η ιδέα αυτή επιβεβαιώνει μεσα στο ψυχαναλυτικό corpus το «στόμα» ως αρχαϊκή αγορά μιας επικοινωνίας. Ο υποψήφιος καταθλιπτικός είναι ο καθηλωμενος σ’ ένα στάδιο στοματικού σαδισμού, υποστηρίζει ακριβώς ο Κ. Abraham, όπου η πηγή του κορεσμού και της απόλαυσης, ο τροφοδότης μαστός, δάκνεται από το ίδιο το στόμα που έχει αναλάβει σαν αποστολή του να χορτάσει. Η κατάθλιψη επομένως εγγράφεται στην καταστροφή του μαστού πάνω στον οποίο το Είναι εξακολουθεί ψυχικά να παρασιτεί – το καταθλιπτικό Εγώ αναλαμβάνει την ευθύνη κάθε «απώλειας» σαν να ήταν το ίδιο η συνέπεια του συνεχιζόμενου εγκλήματός του.

Τι συμβαίνει στη Μελαγχολία, διερωτάται εκ νέου ο S. Freud,5 σ’ αυτή την τραγική σκηνή όπου οι ήρωες φαίνονται τόσο απορροφημένοι στην «ενοχή» και την προσωπική απαξία τους; Εν αρχή ην το πένθος: το οντολογικό πλαίσιο του πένθους είναι μια συνεπιφέρουσα θλίψη απώλεια που δεν κατεδαφίζει τον δυναμισμό του Εγώ κι όπου η επουλωτική διαδικασία κινητοποιείται επιτυχώς. Το χαμενο αντικείμενο της αγάπης «ενδοβάλλεται» με μια συμβολική κατάποση κι η λιβιδινική ζύμωση το αποκαθιστά πάλι «εντός». Οι νεκροί μας, όπως λέμε κάποτε, ζουν μέσα μας. Σ’ αυτό εντούτοις το χαρακτηριστικό, διά του οποίου μια ψυχική δράση ανατρέπει την κρίσιμη απουσία στον χώρο του υποκειμενου, ο Freud σημειώνει την κλείδα κατανόησης της κατάθλιψης: στην κατάθλιψη η ενδοβολή εξάγει στην αυτομομφή του καταθλιπτικού και στο οικτρό ναυάγιο της αυτοεκτίμησής του.

Πόθεν η ιδιάζουσα αυτή αρνητικότητα της καταθλίψεως; Η στοματική libido του καταθλιπτικού είναι (γενετικά) ασυμφιλίωτα «αμφιθυμική», εξηγεί το κλασικό ψυχαναλυτικό κείμενο, κι οποιοδήποτε εχθρικό περιεχόμενο είχε αρχαϊκά σαν παραλήπτη του το αντικείμενο αγάπης, τώρα, μετά την ένδοβολή που επιστρατεύεται για να περισώσει το αντικείμενο, παλινδρομεί: πληρώνεται κι αυτό τοις μετρητοίς «εντός». Η  κατάθλιψη συντελείται στον «μέσα» χώρο, ενώ η παράνοια συντελείται στον «έξω».

Οι εναλλακτικές δομές που υιοθετεί το στομα απέναντι στον άλλο-άντικείμενο της επιθυμίας είναι επίσης η αφετηρία της κλαϊνικής παράδοσης,6, 7 της πιο «παραμυθένιας» ενδεχομένως θεωρητικής σύλληψης μέσα στα εδάφη του ψυχαναλυτικού επιστημονι-σμού, αλλά και μιας από τις πιο ανοικτές ταυτόχρονα επιστημονικές προτάσεις μέσα στην ψυχαναλυτική μυθολογία (διότι η αμφίδρομη δοκιμασία απ’ το ένα discours στο άλλο είναι ακριβώς το status της ψυχανάλυσης). Η καταθλιπτική, λέει απλούστατα η κλαϊνική πρόταση, θέση του υποκειμενου είναι αυτή που δεν είναι παρανοϊκή ή σχιζοειδική θέση του υποκειμενου. Η Jacobson,8 ο Kernberg,9 ο Bion,10 συνεχίζουν να ιχνηλατούν τη θέση του υποκειμένου, όπως και τη θέση του αντικειμένου, μεσα στον κόσμο των υποκειμενικών αναπαραστάσεων. Πρακτικά, δεν υπάρχει σημερινή μεταφροϋδική ανάγνωση του λεγόμενου (κατά το αριστοτελικό υπόδειγμα ) «ψυχικού οργάνου» χωρίς να βάζει ένα ερώτημα «θέσης» και διπλωματικών σχέσεων εν τω χώρω, αν και δεν γνωρίζει πάντα από ποιά ακριβώς υπόσταση του τριαδικοΰ ψυχικού οργάνου Εγώ, Υπερεγώ κι Αυτό πρέπει να ξεκινήσει το ερώτημά της. Γιατί η ψυχαναλυτική οντολογία είναι πάντα ένα ερώτημα θέσης; Διότι η μόνη λογική έννοια με την οποία μπορείς να διαβάσεις το φροϋδικό Εγώ, είτε είσαι ένας προσηλωμενος στο αρχέτυπο κείμενο ομφαλοσκόπος είτε είσαι ένας απελευθερωμένος απ’ την τροχοπέδη του αρχέτυπου κειμένου αντικειμενοτρόπος, είναι ότι Εγώ αποτελεί ακριβώς τη θέση που παραχωρεί ο άλλος στο υποκείμενο. Ο άλλος εγγυάται την είσοδο του Εγώ στη χωρικότητα – και χωρίς αυτόν τον σημαντικό άλλο το υποκείμενο δεν θα μπορούσε καν να συντάξει τοπογραφικό διάγραμ-μα του σώματός του. Το Εγώ είναι μια εγκόλπωση της εικόνας του «άλλου» που οργανώνει το σώμα, την ίδια ώρα που έχει τη δύναμη και να το καταθλίψει. Και πρέπει να υπογραμμίσουμε εδώ τον τρόπο με τον όποιο η πρόθεση «κατά» ανελαστικοποιεί στα Ελληνικά τις έννοιες, περνώντας τες κατά κάποιο τρόπο σε μιαν επιθετική όχθη. Καταθλίβω πάει να πει καταπιέζω, κατατσακίζω, «σφίγγω» ή στενοχωρώ πανταχόθεν. Το ποιητικό αίτιο της θλίψης και του πένθους, η απώλεια του άλλου, γίνεται στην κατάθλιψη ακατανίκητο, κι ο χώρος διεξαγωγής του δράματος του υποκειμενου στενεύει, εξαφανίζεται – όπως συμβαίνει στην τραγωδία. Η πρόταση που μπορεί να υποστηρίξει αξιόπιστα η Ψυχανάλυση για την ερμηνεία της κατάθλιψης είναι ότι ο ζωτικός άλλος περί ου ο λόγος, περισσότερο απ’ το γεγονός ότι άπωλέσθη κάποτε με τη μια ή την άλλη μορφή για το υποκείμενο, είναι θεμελιωδώς υπεύθυνος κατά το ότι δεν έζησε ποτέ ουσιαστικά για το υποκείμενο. Είναι ακατανίκητος ακριβώς εν τη ασημαντότητί του, ή εν τη μη εκπληρώσει γενικά του οργανωτικού ρόλου του: ο ιστορικός ρόλος του ήταν δηλαδή να υποστηλώσει ως Ιδεώδες Εγώ,11, 12 τον πρωταρχικό ναρκισσισμό του όντος (εν άλλοις λόγοις το Εγώ του), κι απέτυχε ακριβώς στο να ιδανικοποιηθεί. Υπήρξε ένα αρνητικό ιδεώδες, ωμά αυτοϊκανοποιούμενο, αδιάφορο, κι ενσωματώθηκε μέσα στο υποκείμενο σαν ωμότητα, αδιαφορία του Είναι, άρνηση του Είναι απέναντι στο ίδιο το Εγώ του. Απ’ αυτή την άποψη, το πένθος της θλίψης και το πένθος της κατάθλιψης αντιπροσωπεύουν ποιοτικά διαφορετικές μεθοδεύσεις χειρισμού του λυκόφωτος ενός σημαντικού άλλου. Κι η συσχέτιση πένθους και Μελαγχολίας που επιχείρησε ο Freud δεν αξίζει παρά σαν ένας απλός αναλογισμός: διότι η κατάθλιψη, όπως μας λένε οι καταθλιπτικοί μας, δεν είναι η συνηθισμενη θλίψη των ανθρώπων, είναι το «κάτι άλλο». Ο σημαντικός άλλος βέβαια, ο ιστάμενος «εκεί πέρα», απ’ τον όποιο εξαρτώνται όλα τα δρώμενα εδώ, εξακολουθεί να είναι ο κοινός ελλείπων όρος όλων των καταστάσεων της ψυχής που γνωρίζουν οι ταξινομητικοί ψυχίατροι σαν καταθλιπτικό φάσμα, όπως είναι κι ο κοινός συστατικός όρος όλων τών διαπραγματεύσεων του Εγώ που περιγράφουν σαν κλίμακα ναρκισσιστικών νευρώσεων οι ψυχαναλυτές. Ο άλλος είναι ο πλοηγός της ανθρώπινης φαντασίωσης ολότητας – κι η φαντα-σία, λέει η Μ. Klein, είναι το πρώτο πόρισμα της ψυχής ευθύς μόλις αναδειχθεί σε ψυχή, η ψυχική εκπροσώπηση των ενστικτωδών ενορμήσεων. Δεν υπάρχει, συνεχίζει, ορμή, δεν υπάρχει ένορμητική τάση είτε απάντηση σ’ αυτή την τάση, που να μη βιώνεται σαν ασυνείδητη φαντασίωση.13 Aν και το Είναι δηλαδή μπορεί να συ-μπίπτει, όπως υποστηρίζουν οί φιλόσοφοι της ύπαρξης, με την αρχή του χρόνου, το υποκειμενικό Είναι δεν υπάρχει παρά διά της ανατολής της φαντασίωσης.

Πώς μπορούμε να διαβάσουμε σε σχέση με το φαινόμενο κατάθλιψη αυτή την τοποθέτηση; Στην κατάθλιψη η φαντασίωση είναι μια υποβαθμισμένη, πενιχρή φαντασίωση – ο   φαντασιακός «περιέχων» το υποκείμενο χώρος όπως τον εννοεί ο Bion, η φαντασιακή δομή που λειτουργεί σαν ορθοπεδική ανόρθωση για το Εγώ όπως την εννοεί ο Lacan, η γονεϊκή εικόνα ως κανονιστική τάξη των κλίσεων μέσα στο υποκείμενο σύμφωνα με την πρόταση του Kohut, αποτυγχάνουν. Οι φαντασιακές υποστηλώσεις παραπαίουν. Πρόκειται ως γνωστόν για τις περιπέτειες των εννοιών στις οποίες αποδύθηκε ο ψυχαναλυτικός λόγος μεσα σε μια περίπου εικοσαετία, απ’ το 1950 ως το 1970. Ποιο είναι το βασικό συμπέρασμα αυτης της γνωσιολογικής περιπέτειας; Αν για το «πολυεστιακό» στόμα ενός αδηφάγου αρχαϊκού Είναι, όπως το αποκάλυψε η νευρολογική χαρτογράφηση του εγκεφάλου της περασμένης εκατονταετίας, δεν τίθεται καν θέμα μιας κεντρικής λογικής διεύθυνσης που να μοιράζει τα χαρτιά των απολαύσεων αποφασίζοντας για τη σχετική επικινδυνότητά τους, η φαντασιακή σύνταξη ενός Εγώ ως κεντρικού βηματοδότη σωφροσύνης προκύπτει ακριβώς απ’ την επισήμανση της φυσικής παρουσίας του άλλου προσώπου και την εσωτερίκευση της εικόνας του άλλου ως ιδεώδους άλλου (Idealich είπε ο Freud), όπως κανείς ταυτοποιείται με την ίδια την εικόνα του σ’ έναν καθρέφτη. Η ιστορία του Έγώ ως κατοπτρικής αντανάκλασης είναι πραγματι-κά η γενική εισαγωγή στην αλήθεια των ανθρώπινων υποκειμενων – η πιο παραισθητική αλήθεια που μπορεί να υπάρξει για το Είναι άνθρωπος αλλά, ταυτοχρονα, κι η πιο κοντά στην αλήθεια παραίσθησή του. Αυτή η εγγενής αντίφαση, αν μας επιτρέπεται μια φιλοσοφική σκέψη, είναι τελικά η αποσκευή του ανθρώπου ως ανθρώπου, εφ’ όσον συνεχίζουμε φυσικά να ζητάμε την αλήθεια του στην λεγόμενη «κοινωνικότητα» της φύσης του. Από τα χρόνια της μαθητείας των ευρωπαϊκών εννοιών στην τάξη της κοινωνικοποίησης, γνωρίζουμε ήδη πως το θεμελιο της είναι ένα συμβόλαιο με τον «άλλο» που προτείνεται στο οπτικό πεδίο του υποκειμένου, ένα συμβόλαιο που είναι ταυτόχρονα μια ανθρωπολογική αναμέτρηση: ο άλλος σε φτιάχνει, όπως μπορεί και να σε χαλάσει. Το σημαντικότερο πέρασμα στην ίδέα της «θέσης» στο οποίο προέβη η Ψυχανάλυση (κοίτα στα προηγούμενα) είναι ακριβώς η μελέτη της θέσης αυτού του άλλου. Είναι μια θέση που εγγυάται την τάξη, είναι όμως ταυτοχρονα και μια θέση που τη σαρώνουν κύματα επιθετικότητας, για τον απλούστατο λόγο ότι διευθύνει κατά το προσωπικό καπρίτσιο της (: την «επιθυμία» της) το δυαδικό παιχνίδι. Απαρτιώνει, την ίδια στιγμή που αλλοτριώνει.

Διότι ο συστατικός «άλλος» υπάρχει, μεσα στα όρια της φαντασιακής δομής, ως επικυριαρχία πάνω στο νεοσύστατο Εγώ – και διότι το Εγώ της φροϋδικής τοπογραφίας δεν υπάρχει εν τελευταία αναλύσει παρά δι’ ενός πλήρους αφοσιώσεως μίσους απέναντι στον συστατικό άλλο. Ό,τι ερευνήθηκε (για να παραμείνει εξάλλου γεμάτο αμηχανίες κι εκκρεμότητες) σαν «πρωτογενής ναρκισσισμός» από τον S. Freud, δεν είναι στ’ αλήθεια παρά έργο της άλλης θέσης – η ιδεολογία δηλαδή διά της οποίας διαμορφώνεται το Εγώ τροφοδοτείται από ένα ιδεώδες «άλλου». Κι όταν το Εγώ φαίνεται να πενθεί έως θανάτου, γεγονός που το ονομάζουμε κατάθλιψη, πενθεί την άδεια θέση του άλλου. Μια πτώχευση εκεί ηχεί ως μελαγχολικό κενό έδώ. Μ’ αυτή την έννοια αναφε-ρόμαστε σε μια παραισθητική αλήθεια του άνθρωπου.

Εξυπακούεται απ’ αυτή την τοποθέτηση, που είναι απλώς ανακεφαλαίωση των ψυχαναλυτικών υποθέσεων, πως η ανάληψη του χώρου απ’ το υποκείμενο (η «προβολή» στο άλλο σώμα κι η «ενδοβολή» του άλλου σώματος αποτέλεσμα των οποίων είναι το Εγώ) δεν εγκαινιάζεται κανονικά παρά σαν μια δυαδικότητα «παρανοϊκής θέσης», όπου ο εγγυητής του υποκειμένου συνιστά ταυτόχρονα και την υπόσταση που το απειλεί με ισοπέδωση. Η έξοδος απ’ αυτή την παρανοϊκή θέση επέρχεται διά του νομικού καθεστώτος των αποστάσεων που εισάγει το οιδιπόδειο δράμα – μια έλλειψη νομοθετείται στή θέση της μητέρας, έλλειψη που αναγκάζει το υποκείμενο να προσχωρήσει στο «τίποτα κάτι» του συμβόλου και της γλώσσας. Μιας παρουσίας δηλαδή στοιχειοθετημένης ακριβώς απ’ την απουσία των «αντικειμένων». Πρόκειται για μιαν ανατροπή του σκηνικού δομική μάλλον παρά χρονική: η ανατροπή αυτή γειτνιάζει θεωρητικά με την πρόταση περί «καταθλιπτικής θέσεως» της Μ. Klein και μπορεί να μην πυροδοτείται πρακτικά παρά από μια συμπτωματική μετακίνηση της μητέρας κατά ένα μόνο οπτικό πεδίο. Αρκεί όμως αυτή η στιγμιαία απουσία ώστε να χρεωθεί σαν πατρική απαγόρευση τών ταυτοτήτων – αυτὀς είναι ο λογικότερος τρόπος να διαβάζει κανείς μεσα απ’ τις μυθικές όσο και συμβατικές επικαλύψεις του το περίφημο οιδιπόδειο ψυχοσύμπλεγμα.

Η κλινική κατάθλιψη εντούτοις, η τραγωδία των χαμηλών οριζόντων, δεν έξισούται απλώς με την καταθλιπτική θέση, κατά το ότι ακριβώς η απουσία στον τόπο του ιδεώδους άλλου δεν έρχεται από μιαν οίδιποδειακή απαγόρευση που ασκείται στη φαντασιακή τάξη του υποκειμενου, αλλά από μιαν εγγενή ατρο-φία ή μηδαμινότητα της ίδιας της φαντασιακής τάξης. Αν η καταθλιπτική θέση προωθεί το συμβολικό «ρεγουλάρισμα» των σχέσεων του υποκειμενου με τον άλλο, η κατάθλιψη υπονοεί στα βάθη του παρελθόντος της έναν ασήμαντο, αδιάφορο, από πρόστυχο ύφασμα άλλο. Γι’ αυτό, αν είναι κατά κάποιο τρόπο κι αυτή πένθος, είναι πένθος εκτός νόρμας. Στην κατάθλιψη δηλαδή, ο περιέχων το υποκείμενο συστατικός χώρος ναυαγεί απέναντι στο περιεχόμενο. Δεν ανταποκρίνεται στον θεμελιωτικό ρόλο του ως «ναρκισσιστικού» τροφοδότη, δεν ίσταται έναντι του Εγώ ως Ιδεώδες Έγώ. Όταν δεν αντιπροσωπεύεται απλώς από ένα πληκτικό «κενό» στη θέση του άλλου (πράγμα που ορίζει αφετηριακά τη σταδιοδρομία της λεγόμενης «οριακής καταθλιπτικής προσωπικότητας» ως βίωσης ακριβώς του κενού), συνιστά τον στοχο ενός βομβαρδισμού αγωνίας κι επιθετικότητας που πρόκειται να έχουν στο μελλον την πιο παράδοξη έκβαση: σε κάθε προκύπτουσα απώλεια στη θέση του άλλου, η ένδοβολή επιστρέφει τα πυρά στον εαυτό της – αισθάνεται ότι πατάει, για να ζήσει, επί πτωμάτων. Η κατάθλιψη είναι υπό κάποια έννοια ένα αυτογκόλ.

Αν στην οριακή καταθλιπτική παθολογία το ζήτημα είναι η αναιμία ενός ταυτοποιητικού άξονος πάνω στον όποιο θα δοκιμαστεί το δίπολο της αφοσίωσης και του μίσους, στην κατάθλιψη δεν πρόκειται απλώς για μιαν αναιμία, αλλά για μια θεμελιώδη ακαταλληλότητα υλικού, όπως όταν λέμε ότι ο τάδε ή ο δείνα άνθρωπος δεν θα έπρεπε να κάνει παιδιά. Το Εγώ του καταθλιπτικού άρρωστου συμψηφίζεται μ’ αυτή την ακαταλληλότητα – το νόημα του είναι ότι με τον προσωπικό του ανελαστικό κώδικα αναλαμβάνει την ευθύνη της. Δηλώνει μάλιστα ένοχο ενώπιον Θεού και ανθρώπων, διότι ο καταθλιπτικός αποεπενδύει από κάθε ηθικό κύρος το Εγώ του. Ας κοιτάξουμε προσεκτικά τις φράσεις του μελαγχολικού: «Είμαι ένοχος απέναντι του Θεού και των ανθρώπων. Η κατάρα του Θεού θέλει την τιμωρία μου. Καθημερινά ούτε χαρά ούτε μια ευτυχία…». Πώς διαβάζεται αυτό το αυτοβιογραφικό κείμενο; Στην κατάθλιψη, το Εγώ κατακλύζεται από μια μαζική ενοχή για ένα έγκλημα που δεν είναι στην ουσία δικό του. Δεν είναι μόνο, όπως υποστηρίζει η κλαϊνική πρόταση, ότι ένα σαδιστικό Υπερεγώ επιτίθεται στο υποκείμενο εκ των έσω. Όταν ο Freud γράφει πως το Εγώ προσφέρεται γενικά στο Υπερεγώ για ν’ αγαπηθεί απ’ αυτό σαν να ήταν το αντικείμενο της αγάπης του,14 μας δίνει μια πυξίδα προσανατολισμού στο «παράπτωμα» του καταθλιπτικού που την έκταση της αξίας της μπορεί να μην την καταλάβαινε κι ο ίδιος. Το αληθινό του παράπτωμα είναι πως ο «άλλος» του δεν ήταν απλούστατα σε θέση ν’ αγαπήσει: μια ιδιοτελής αρνητικότητα στη θέση του άλλου μόλυνε το Εγώ με την αρνητικότητά της.15 Το Εγώ του μελαγχολικού έγινε κληρονόμος και διαχειριστής αυτής της αρνητικότητας. Κι όταν η ψυχιατρική θεραπευτική σπεύδει μ’ όλα τα μεσα της να το στηρίξει, πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό που κυρίως κάνει είναι να γεμίζει το κενό, να έρχεται σαν ένα είδος αποκατάστασης στη θέση του «άλλου» – υπερβολικά όμως κάποτε συμπαγούς σαν από τσιμεντο αποκατάστασης.

Μεσα στην αμιγή αρνητικότητα ή μέσα στην επιχείρηση αποκατάστασής της, η ουσία είναι ότι το Εγώ συνιστά ένα νικητή της παρανοϊκής θέσης, που βγαίνει όμως από τη νίκη του ουσιαστικά χαμένος. Απ’ αύτη την άποψη, ενώ ο παρανοϊκός είναι ο κατεξοχήν εξωπραγματικός άρρωστος (κι ο ψυχοσωματικός ίσως ο κατεξοχήν ρεαλιστής), ο καταθλιπτικός είναι η αποτυχία τόσο της έξωπραγματικότητας όσο και του ρεαλισμού. Στον παρανοϊκό, από την οπτική γωνία της συμβολικής παροχέτευσης του υποκειμενου, παραφρονούν οι συντακτικοί κανόνες μέσα στον χώρο των ονομάτων (κοίτα την περίπτωση του δικαστή Schreber στον Freud) και στον ψυχοσωματικό αγνοείται η αρχή ονοματοποίησης των συναισθημάτων (αυτό είναι το νόημα της περίφημης λέξης που εισήγαγε ο Πήτερ Σιφναίος, «αλεξιθυμία»). Μα ο καταθλιπτικός δεν έχει καν αξιόπιστο συντακτικό χώρο – και τα συναισθήματά του δεν είναι τόσο ονοματοποιημένα όσο σφραγισμένα: με το να μην είναι παρανοϊκός αισθάνεται συντετριμμένος, και με το να μην μπορεί να γίνει ψυχοσωματικός περιπίπτει σε μια πηχτή, άφατη λύπη. Ο καταθλιπτικός των παραπάνω «ενοχών» είναι, όπως γενικά οι καταθλιπτικοί, μια ψευδοσυμβολοποιημένη ωμότητα, μια αναπηρία σε καταθλιπτική κατάσταση παρά μια φυσική έκβαση της ίδιας της καταθλιπτικής κατά τον κλαϊνισμό θέσης – διότι ο «σημαντικός άλλος» της μελαγχολικής αφήγησης δεν ελ-λείπει εξαιτίας μιας συμβολικής χαλιναγώγησης της φαντασίας. Ελλείπει εξαιτίας της δικής του ανεπάρκειας να εγγυηθεί τη φαντασία. Η «ενδογενής» κατάθλιψη, μ’ άλλα λόγια, είναι κι αυτή μια «ναρκισσιστική νεύρωση» κατά την υπόδειξη του Freud, υπό την έννοια όμως ενός βαθέος ναρκισσιστικού τραύματος όπου το Εγώ δεν είναι σε θέση ν’ αποκαταστησει την ακεραιότητα του φαντασιακού του χώρου. Κι αναπαράγει ρυθμικά, εκδραματίζοντάς την μέσα στο ίδιο του το πεδίο, τη λιποταξία του ιδεώδους άλλου διά της επιθέσεως στην ίδια του την ταυτότητα.

Αυτός είναι ίσως ο λόγος που ο καταθλιπτικός –όσο βρίσκε-ται τουλάχιστον στη σφαίρα της κατάθλιψης– είναι σαν να μην έχει μεσα στη ζωή χώρο, και σαν να μην έχει πια ούτε ζωντανό σώμα: κατά κάποιο τρόπο, είναι το δικό του πτώμα επί του οποίου πατάει, όπως ένας διεστραμμενος πατάει επί των πτωμάτων των άλλων. Κι η ομιλία του, αντίθετα με την πολυτονική ανάπτυ-ξη του κανονικού λόγου, είναι μία μονόχορδη ομιλία, σαν να μην έμεινε πια στον κόσμο παρά μόνο μία λιμνασμενη νότα, για να σημάνει την εξαφάνιση της στερεότητας.

Το ερώτημα του καταθλιπτικού είναι λοιπόν συνοπτικά ποιος τον καταθλίβει πού: Αν αυτό ευσταθεί ως επιστημολογική αφετηρία των ιδεών περί κατάθλιψης, οι περισσότερες σελίδες της βιβλιογραφίας δεν κάνουν άλλο παρά να ψάχνουν μια θεοδικία χωρίς να υπεισέρχονται στην ουσία της. Είναι βέβαια ενδεχόμενο να μη στέκεται «επιστημονικά» μια αιτιοπαθογενετική ψυχολογική θεωρία της κατάθλιψης – να τα ρυθμίζει σε τελευταία ανάλυση όλα ένα ανισόρροπο βιολογικό ρολόι ή μια άμίνη. Κι οι ψυχολογικές προτάσεις μπορεί να μη συνιστούν παρά το πολύ μια φαινομενολογία της κατάθλιψης με πρωταγωνιστή τον «άλλο». Μα τίθεται εδώ ένα ερώτημα που δεν επιτρέπει να κλείσει εύκολα το θέμα: Το ανθρώπινο υποκείμενο είναι τάχα υποκείμενο με τις απορρυθμίσεις του βιολογικού ρολογιού του και με τις αμίνες του ή μόνο με τη φαινομε-νολογία του; Οι συναισθηματικές εμπλοκές των ανθρώπων έχουν προφανώς μια κυτταρική εκπροσώπηση – αυτή άλλωστε είναι η οφειλή του υποκειμενου στη βιολογική οργάνωση. Μα η «ερμηνεία» είναι άλλο ζήτημα. Θά ήταν επικίνδυνα αποπροσανατολιστική για την ουσία της υποκειμενικότητας μια τεχνοκρατική επιστημονική πεποίθηση ότι η αυτοκτονία, λόγου χάρη, είναι ένα αίνιγμα του δοκιμαστικού σωλήνα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Σκαρλάτος Δ. Βυζάντιος, Λεξικόν Ελληνικόν, Τύποις Ανδρ. Κορομηλα, Αθήναι 1852.
2 J. Lacan (1954-1955), «Le Moi dans la theorie de Freud et dans la technique de la psychanalyse», στο Le Seminaire, Livre II, Seuil, Paris 1978.
3 K. Abraham (1916), «The first pregenital stage of the libido», στο Selected Papers on Psycho-analysis, Hogarth Press, London 1927.
4 M. Klein (1935), «Contribution to the psychogenesis of the manic-depres-sive states», στο Contributions to Psychanalysis 1921-1945, Hogarth Press, London 1948
5 S. Freud (1917), «Mourning and Melancolia», στο Collected Paprers IV, Hogarth Press, London 1946. Η φροϋδική πρόταση θεμελιώνεται στην αναλογία του πένθους ως υποκειμενικής διάθεσης. Είναι γνωστή η επιστημολογική κριτική επί του «οιονεί»…
6 Μ. Klein, The Psycho-analysis of children, Hogarth Press, London 1932.
7 D. Winnicott, The maturational processes and the facilitating environment, Hogarth Press, London 1965.
8 E. Jacobson, The Self and the Object World, Intern. Univ. Press, New York 1964.
9 Kernberg, Borderline conditions and pathological narcissism, Aronson, New York 1975. 10. W. R. Bion, Elements of Psycho-analysis, Basic Books, New York 1963.
10 W. R. Bion, Elements of Psycho-analysis. Basic Books, New York 1963.
11 S. Freud (1914), On Narcissism: an Introduction, S.E., Vol. XIV. Ο ναρκισσισμός, αφ’ ετέρου, είναι στ’ αλήθεια η Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση…
12 J. Lacan (1958), «Remarques sur le rapport de Daniel Lagache: Psychanalyse et structure de la personnalité», στο Ecrits, Seuil, Paris 1966.
13 Μ. Klein, Love, guilt, and reparation (Μ. Klein and J. Riviere eds), Woolf and Hogarth Press, London 1937.
14 S. Freud (1932), New Introductory Lectures on Psychoanalysis, S.E., Vol. XXII.
15 J. Chazaud, La souffrance de I’ideal. Etudes Psychanalytiques sur la Melancolie, Privat, Toulouse 1979.

23

Δεν μπορώ όμως πιο πολύ να σ’ αγαπήσω.
Τι να την κάνεις άλλωστε εσύ τη σημερινή αγάπη μου
ενόσω όλα τα ιστιοφόρα των ναυπηγείων μου άλλαξαν καιρό
ενόσω πνίγηκαν τα νησιά μου
κι οι μετοχές μου έπιασαν πάτο –

Πώς να τολμήσω λοιπόν να σου υπενθυμίσω
τις Κυριακές που περάσαμε μαζί
εφόσον επακολούθησαν Δευτέρες;

24

Οι ομοιοκαταληξίες δυναστεύουν τα αδύνατα πνεύματα
Ντεκαντάνς, γράφω το όνομά σου ανορθόγραφα
Τι άτεχνα τα μεταθανάτια σονέτα!…
Ο Μαβίλης θα μας κρεμάσει ανάποδα.
Συνελόντι ειπείν
Είμαστε οι βραδυφλεγείς επίγονοι του σπλην.

από τη συλλογή Παρά ταύτα, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2001

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.