Μάριος Μαρκίδης
σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]
[Από τον συλλογικό τόμο Μια πολυεπιστημονική θεώρηση της γλώσσας. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης & Εκδόσεις Πανεπιστημίου Πατρών, 1995, 13-32]
Εδώ και κάμποσα χρόνια η Ψυχιατρική, μια επιστήμη που κατά παράδοξο τρόπο έχει καταφέρει να θεωρείται αιωνίως ως νεοσύστατη, δοκιμάστηκε από μια κωμικοτραγική περιπέ-τεια. Η εμπειρική έρευνα φαινόταν αυτή τη φορά να αποδίδει σπουδαίους καρπούς (τουλάχιστον όσον αφορά τον αινιγμα-τικό πελάτη που ακούει στο όνομα Σχιζοφρένεια), αφού στο αίμα των αρρώστων απομονώθηκε μια ουσία, μια «ειδική πρωτεΐνη», που ενιέμενη στον φυσιολογικό μάρτυρα εκλύει συμπεριφορά ανάλογη μ’ αυτό που λέμε «τρέλα».1 Ονόμασαν «ταραξεΐνη» την ουσία που ήταν υπεύθυνη για τέτοια διάσπα-ση, κι έστρεψαν απάνω της το οπλοστάσιο των εργαστηρίων. Ο ένας δοκιμαστικός σωλήνας επιβεβαίωσε τη δράση της πανηγυρικά, ο δεύτερος ήταν κάπως πιο συγκρατημένος. Μια τρίτη μελέτη απέτυχε στην προσπάθεια αναπαραγωγής ψυχωσικών συμπτωμάτων μέσω ταράξεινης, κι έπειτα από κα-μιά δεκαριά χρόνια ένας συγγραφέας πιστοποιούσε με κάποια απογοήτευση ότι τα ευρήματα χρειάζονται πιο προσε-κτική συζήτηση και περαιτέρω έρευνα. Όση απ’ την περαιτέ-ρω έρευνα έγινε κατέληξε, αν και μερικές φορές με διακριτι-κότητα, στο εξής συμπέρασμα: ταραξεΐνη δεν υπήρχε.2 Κανείς δεν μιλάει πια σήμερα για την ταραξεΐνη, ενώ είναι γνωστό πως μια σειρά από άλλες ουσίες διεκδικούν τη θέση της στους δοκιμαστικούς σωλήνες, στους υπολογιστές και στις ιατρικές ανακοινώσεις.
Αυτή την ιστορία δεν την αναφέρουμε εδώ για να εξαχθεί ένα εύκολο όσο κι υποβολιμαίο συμπέρασμα, σχετικά λ.χ. με τις φαντασιώσεις της επιστήμης. Το αντίθετο μάλιστα θα μπο-ρούσε να υποστηρίξει κανείς για τη λειτουργία του επιστημο-νικού λόγου, ότι δηλαδή ενίοτε βιάζεται υπερβολικά να ξο-φλήσει με τις ανθρώπινες φαντασιώσεις. Στον βαθμό που και οι χίμαιρες ή οι φαντασιώσεις –όσο κι οι ορθολογισμοί του πνεύματος– αρθρώνονται με τη δομή της γλώσσας, κλείνοντάς τους κατηγορηματικά την πόρτα κινδυνεύεις ν’ αφαιρέσεις ζωτικά δικαιώματα από τη γλώσσα. Πράγμα που θα υποστή-ριζε κάποιος πως είναι ακριβώς η βάση της Σχιζοφρένειας: ο τερατώδης νεολογισμός «Εγώ κάνω τηλενοιακό έρωτα» («εκ του τηλέ- και νους, όπως το τηλέφωνο…») του παρανοϊκού αρ-ρώστου μου δεν είναι τόσο μια «τρελή» (κι επομένως αδιανόη-τη κι επιστημονικά αστήρικτη) ανάπτυξη της φαντασίωσης, όσο είναι μια προσπάθεια καθυπόταξης της φαντασίωσης, προσπάθεια νατουραλιστικής, αιτιοκρατικής κι «επιστημονι-κής» ερμηνείας της εμπειρίας. Αυτό που μπορεί να μην πηγαί-νει καλά είναι μόνο ότι η σχιζοφρενική ερμηνεία είναι υπερβο-λικά εμπειρική. Και με την προσήλωση της στην αυστηρή εμπειρία καταλήγει να χάνει την πυξίδα της γλώσσας.
Αυτά σαν παρένθεση, που με βοηθούν όμως να πω το πα-ρακάτω: ο λόγος ανάσυρσης εκ μέρους μου της μακάρια τη λήξει ταραξεΐνης απ’ τα σκουπίδια της εργαστηριακής έρευ-νας είναι ένας – η ίδια η ταραξεΐνη ως λέξη, ως σημαίνουσα πρόκληση. Γιατί, αν το σκεφθεί κανείς καλά, θα δει ότι η τα-ραξεΐνη προηγήθηκε της ανακάλυψης της χημικής ουσίας που ήρθε να πάρει τα’ όνομα της, η σημαίνουσα παράσταση έχει προτεραιότητα πάνω στο πράγμα που πάει να σημάνει. Και μπορεί ακόμη κανείς να πει πως για το σύμπαν του ανθρώ-που –που είναι χρεωμένο στον γλωσσικό συμβολισμό– το «πράγμα καθεαυτό» δεν θα υπήρχε αν η λέξη δεν προϋπήρχε, παρούσα σαν μήτρα των ιδεών στον ορίζοντα του ερευνητικού υποκειμένου, όπως κάποτε στο περιοδικό σύστημα των χημι-κών στοιχείων υπήρχε μια θέση ανοικτή για το αυριανό ήλιον ή το αλουμίνιο. Χτες η ίσως άτυχη ταραξεΐνη, σήμερα η πολύ πιο τυχερή ίσως ομάδα των άλλων κλασμάτων των ανοσοσφαιρινών ή η ντοπαμίνη, συμμερίζονται ένα κοινό χαρακτη-ριστικό: υπάρχουν, εφ’ όσον λέγονται. Αν κανείς πιστεύει πως το ψυχιατρικό αντικείμενο φτιάχνει μονόδρομο κι ερήμην των κανόνων τη γλώσσα του, ενδέχεται να κάνει σοβαρό λάθος. Και πρέπει να στοχαστεί κατά πόσο μετέχει της αλήθειας κι η αντίστροφη πρόταση, ότι η γλώσσα, δηλαδή, παίζοντας με τους κανόνες της φτιάχνει το ψυχιατρικό αντικείμενο.
*
Τώρα θα κάνω μια μεγάλη παρέκβαση: Τί είναι ψυχιατρι-κό αντικείμενο; Μπορούμε να υιοθετήσουμε γενικά την πρό-ταση ότι το ψυχιατρικό αντικείμενο είναι μια κλίμακα διατα-ραχών της συναισθηματικότητας, των διαδικασιών της σκέ-ψης, της αντίληψης (ακόμη και της αντίληψης του εαυτού) και της συμπεριφοράς του υποκειμένου – των πυρήνων δηλα-δή της ψυχικής έκφρασης, των επιτελείων που μέσα απ’ τις ανταποκρίσεις τους διευθύνουν το «βίωμα» και τη «διϋποκειμενικότητα». Εάν δεν έχει κανείς την επαγγελματική απλη-στία να εξασφαλίζει για λογαριασμό της δουλειάς του όλο το μέγεθος των επί γης φαινομένων, θα προσθέσει ότι ο ψυχια-τρικός λόγος ορίζει στη μείζονα κλίμακα του ανθρώπινου μια σχετικά στενή περιοχή, ορισμένα μόνο μήκη του φάσμα-τος, κι αυτά τα μήκη του φάσματος στεγάζει αποκλειστικά ως αντικείμενό του (τα υπόλοιπα τα στεγάζουν άλλοι λόγοι, η ίδια η «κανονικότητα», που δεν είναι ποτέ απόλυτα κανονι-κή, η λογοτεχνία αν θέλει κανείς, η φιλοσοφία του όντος, η θρησκεία). Αν και δεν εξυπακούεται, λοιπόν, ότι κάθε ταραγ-μένη ψυχή οφείλει να απευθύνεται στον ψυχίατρο, το ψυχια-τρικό αντικείμενο είναι, αναμφισβήτητα, μια ταραγμένη ψυ-χή, που την ιστορία της διατρέχει ένας μυστικισμός με πολλά προσωπεία. Μιλάω εδώ για ένα απ’ αυτά τα προσωπεία – εκείνο στο οποίο τα μεγαλύτερα κατορθώματα (π.χ. το Largactil ή το Lexotanil) συμπίπτουν με τον μεγαλύτερο κατά τη γνώμη μου αποπροσανατολισμό. Ό,τι θα πω από δω και πέρα είναι για να εξηγηθώ επί τούτου.
Είναι εδώ και μερικές δεκαετίες κυρίως που μια δυναμική υποδαύλιση των ελπίδων της Βιολογίας κι ένας βιολογικοκεντρικός αναπροσανατολισμός της ψυχιατρικής ταυτότητας (η οποία πατροπαράδοτα παρέπαιε ανάμεσα στον Λομπρόζο και τον Ρουσσώ, ανάμεσα στην πεποίθηση του «εκφυλισμού» και την πεποίθηση της «κοινωνιογένεσης» – για να μην πούμε κι ανάμεσα στον Ρουσσώ και τον Φρόυντ, μια αντίθεση που φάνηκε να ανανεώνει το παλιό δίλημμα) προσέγγισαν το πρόβλημα της διαταραγμένης ψυχής με εκσυγχρονισμένο κώ-δικα. Χαρτογραφούν το «νευρικό» έδαφος του βιώματος κι αποδελτιώνουν τη μοριακή βάση της συμπεριφοράς, δηλαδή του διαλόγου του είναι με τον εαυτό του και της εξόδου από τον εαυτό του. Αν ο κόσμος μας, όπως άλλωστε κι όλη η ιστο-ρία μας, είναι κόσμος φαινομενικοτήτων, τί στοιχειοθετεί στο βασίλειο του κυττάρου αυτό που έχουμε προ οφθαλμών ως ψυχολογική φαινομενικότητα; Και τί κυρίως ευθύνεται για την έκφραση της ανθρώπινης δυστυχίας που εδώ και κάμπο-σες χιλιάδες χρόνια ονομάζουμε (ενώ μας διαφεύγει η χημεία κι η ανατομία της…) «παραφροσύνη», «χάσιμο ή σάλεμα του λογικού», «αποξένωση» (alienation), «τρέλα»;
Το 1977, σε ένα βιβλίο επί της Βιολογικής Ψυχιατρικής (που στην πραγματικότητα είναι μια κυψέλη πολυμερισμένου επιστημονικού λόγου, απ’ τη γενετική μέχρι τη βιοχημεία), ο συγγραφέας, κάνοντας έναν απολογισμό της επίπονης δια-δρομής της, δηλώνει: «[Ο εγκέφαλος] καταγράφει όλη την εμπειρία σαν μια δέσμη πολύπλοκων και μέχρι τούδε άγνω-στων μεταβολών μέσα στη βιολογική δομή του […]. Η επιστημο-νική μας γνώση είναι τόσο πρωτόγονη ώστε δεν μπορούμε να μπούμε σε λεπτομέρειες σχετικά με τους μηχανισμούς που έχουν ξεχαρβαλωθεί στη Σχιζοφρένεια, την Μανιοκαταθλι-πτική ψύχωση, τη Μελαγχολία, το άγχος και τις άλλες νευρωσικές εκδηλώσεις ή τις ψυχοσωματικές διαταραχές».3
Ο συγ-γραφέας θεωρεί όμως απ’ την άλλη μεριά ως αδιαμφισβήτητη –μπροστά στην «ψυχική εκδήλωση»– την προτεραιότητα με-λέτης του «νευρώνα» (που είναι το διαμετακομιστικό κανάλι της «πληροφορίας»), των «συνάψεων» (που είναι ό,τι οι κόμ-βοι ενός τεράστιου σιδηροδρομικού δικτύου), των «νευρομεταβιβαστών» (που αναβλύζουν στα σημεία συνάψεων και που ο ρόλος τους είναι ν’ ανοίγουν τον διακόπτη της ψυχικής λειτουργίας ή να την βραχυκυκλώνουν: πράγματα που μετα-φράζονται τελικά σε ψυχική εκδίπλωση ή, αντίθετα, σε ψυχι-κή σιγή).
Από το 1977 μέχρι σήμερα έχουν γίνει, φυσικά, πολλά πε-ρισσότερα πράγματα γνωστά για τη χώρα και τις παραξενιές της ψυχής απ’ ό,τι αφήνει να διαφανεί η απλοϊκή αυτή ανα-φορά στους βιοχημικούς μηχανισμούς – αν μη τι άλλο το εγ-γυώνται τα περισσότερα από 4.000 ειδικά περιοδικά.4 Ξέρου-με αρκετά καλά τι είδους βιοχημική «στέρηση» ή, εναλλακτι-κά, αδυναμία κατανάλωσης ορισμένων μικροουσιών –που
οδηγεί σε αδυναμία διακίνησης των πληροφοριών μέσα στο ψυχικό κύκλωμα– συμβαίνει στη Σχιζοφρένεια, τί νευροψυχο-ενδοκρινολογικές ανωμαλίες συμβαίνουν στη Μελαγχολία, πώς δρα η αλοπεριδόλη κι η αμιτρυπτιλίνη ή το τόσο μυθολο-γικά επενδεδυμένο «ηλεκτροσόκ». Το παράδειγμα μιας σημε-ρινής τυπωμένης σελίδας σχετικά με τη Σχιζοφρένεια αρκεί να καταδείξει την κατάσταση των ψυχιατρικών πραγμάτων εν έτει Κυρίου 1993 (Παράδειγμα I).5
Παράδειγμα I
Η έρευνα στη Σχιζοφρένεια
«Νεκροτομικές μελέτες εγκεφάλων έδειξαν νευροανατομικές ανωμαλίες στον ιππόκαμπο, στην αμυγδαλή, στον ρινεγκεφαλικό φλοιό κ.α. σε σημαντικό ποσοστό των σχιζοφρε-νών (Bogerst et al. 1985, Jacob and Beckman 1986, Jeste and Lohr 1989). Δυσλειτουργία του προμετωπιαίου φλοιού στη Σχιζοφρένεια καταδείχτηκε σε πολλές μελέτες, όπως στις μελέτες της τοπικής εγκεφαλικής αιματικής ροής, στην το-μογραφία δι’ εκπομπής ποζιτρονίων και στην υπολογιστική τομογραφία εκπομπής μονήρους φωτονίου (Buchsbaum et al. 1984, Weinberger et al. 1986, Geraud et al. 1987). Δομικές και λειτουργικές διαταραχές της ωχράς σφαίρας έχουν επίσης ανακοινωθεί (Luchins et al. 1989) […]. Υπάρχουν πειστικά επιχειρήματα που συνδέουν τα θετικά και αρνητικά ψυχωσικά συμπτώματα με βιοχημικούς παράγοντες, όπως μία ανισορροπία των εγκεφαλικών ντοπαμινεργικών (McKenna 1987), χολινεργικών (Tandon and Gtrden 1990) και νοραδρενεργικών (D. P. Van Kammen 1991) μηχανισμών».
(Κατά B. Bogerts et al., 1991, τροποποιημένο)
Μπροστά σ’ αυτό το εντυπωσιακό σώμα εμπειρικής γνώ-σης που συσσωρεύτηκε με μια ταχύτητα χωρίς προηγούμενο κι εισέβαλε ορμητικά στο πεδίο κατανόησης της διαγωγής και του βιώματος, ό,τι παραδοσιακά αναγνώριζε τον εαυτό του ως «ψυχολογική ψυχοπαθολογία» (χωρίς να αναγνωρίζει φυσικά πάντα και τον πενιχρό του ορίζοντα) φαίνεται να πε-ριπίπτει σε σχετική ανυποληψία, να μετέρχεται μιας γλώσσης που στο μεγαλύτερο μέρος του λεξιλογίου της και στις πιο πολλές προτάσεις της έχει ηττηθεί «επιστημονικά» κατά κρά-τος.
Μοιάζει, πραγματικά, τουλάχιστον ντεμοντέ να υποστη-ρίζει κανείς σήμερα πως η Μελαγχολία, λόγου χάρη, αντιπρο-σωπεύει την κορύφωση του πιο αυθεντικού υπαρξιακού κε-νού, ότι η κλείδα της νευρωσικής ανθρώπινης συμπεριφοράς είναι ενσωματωμένη στην τραγωδία του Οιδίποδος ή του Άμλετ (κι εκφράζεται καίρια με την παροιμιακή φράση «έ-γκλημα και τιμωρία») ή ότι το νόημα της τοξικομανίας μπο-ρεί να έγκειται στην επαναληπτική απόπειρα αναμέτρησης του ανθρώπου με τη Μοίρα και με τον θάνατο – και στη χι-μαιρική περαιτέρω βεβαιότητα ότι βγαίνει απ’ αυτή τη συνά-ντηση σώος και νικητής. Για να μη μιλήσουμε καν για τις σε-λίδες που έγραψε ο από μακρού νεκρός μεσμερισμός ή το «φυλετικό ασυνείδητο» και το περιβόητο «κόμπλεξ κατωτερότητος». Να μια παράγραφος ψυχολογικά εμπνευσμένης ψυχοπαθολογίας που παραδέχομαι πως θα ήταν κάπως δύ-σκολο να την υπερασπίσει σήμερα κανείς (Παράδειγμα II),6 καθ’ όσον αντιπροσωπεύει μια κατάθεση της «αλήθειας», απ’ την οποία όμως ελλείπει η μέριμνα για τη θεμελίωση.
Παράδειγμα II
Ζωοφοβίες
«[Σε μια ζωοφοβία] το ζώο δεν αναπαριστά αναγκαία για το παιδί τον επίφοβο πατέρα. Μπορεί ν’ αποτελεί μιαν άμε-ση προβολή των ίδιων των ενορμήσεων του παιδιού. Παρό-μοια, μικρά ζώα όπως έντομα, νυχτερίδες, μύγες κτλ., που συχνά αποτελούν το φοβογόνο αντικείμενο στις φοβίες, δεν αντιπροσωπεύουν τον πατέρα. Μια νυχτερίδα μπορεί κάπο-τε να σημαίνει την «σκληρή μητέρα». Μα το πιο συχνό που συμβαίνει είναι ότι πλάσματα σαν κι αυτά είναι είτε σύμβο-λα των γεννητικών οργάνων και των περιττωμάτων είτε μι-κρών παιδιών (αδελφών, αγοριών και κοριτσιών), βάσει της ασυνείδητης εξίσωσης παιδί = κόπρανα. Ένας άρρωστος που οι ψυχοσυγκρούσεις του επικεντρώνονταν γύρω απ’ το μίσος του για τον νεότερο αδελφό του φοβόταν όλα τα έντομα και πίστευε, στο πλαίσιο του φόβου του αντεκδίκησης, πως είναι όλα δηλητηριώδη».
(Ο. Fenichel, The Psychoanalytic Theory of Neurosis, W.W. Norton, N.Y. 1945)
Κι απ’ την άλλη όμως όχθη, την «ψυχοβιολογική», την προφανώς «επιστημονικά» πιο στέρεη (που μια «υπαρξιακή» ψυχοπαθολογία, αν ήταν αρκετά έξυπνη, θα έπρεπε να παρα-δεχτεί προκλητικά πως την αμφισβητεί ακριβώς για τη στερε-ότητα της, γιατί αυτή η απατηλή στερεότητα είναι που καθι-στά εν τέλει την ανθρώπινη ύπαρξη αδιαφανή) έρχονται προ-τάσεις που δεν προκαλούν λιγότερη αμηχανία – κυρίως όταν θεωρητικοποιούν αυτό που είναι υποχρεωμένο από τη φύση του να μένει όχι ως συμπέρασμα αλλά ως «συλλογή δεδομέ-νων».7 Πώς να δεχτεί κανείς, για ν’ αποτολμήσουμε τη μίμηση συμπερασμάτων που συναντάμε πράγματι στο πανόραμα της βιβλιογραφίας, πως μια διαδήλωση μπροστά στο Κοινοβού-λιο ξεκινάει από έναν όγκο στον μετωπιαίο λοβό των διαδη-λωτών, ή πως ο Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε για άλλο λόγο παρά επειδή έφταιγαν οι ορμονικοί ή ενζυματικοί του μηχα-νισμοί, το υποθαλαμικό του ειδικά υποφυσιακό-επινεφριδιακό σύστημα και οι βιογενείς αμίνες του;
Γνωρίζουμε από τη σύντομη αλλά ηλεκτρισμένη ιστορία της ψυχιατρικής, πόσο η ψυχιατρική λαχταράει για «θετική» γνώση. Πόσο ακόμη αναζητεί εναγώνια την «αιτία» και το «φάρμακο», αυτό που θα γίνει αύριο η ασπιρίνη καθ’ εαυτήν της πάσχουσας ψυχής (κι είναι βέβαιο πως η ασπιρίνη είναι μια απ’ τις μετρημένες ευλογίες της ανθρωπότητας αφ’ ότου εξεδιώχθη από τον Παράδεισο). Και είναι φυσικά πολύ ελκυ-στική η ιδέα για έναν ψυχίατρο πως θα μπορούσε, ανάμεσα σ’ εκείνους τους ανθρώπους που εκδηλώνουν κατά καιρούς κα-τάθλιψη, να εξακριβώσει και ποιοι πρόκειται να προβούν στο απονενοημένο διάβημα αυτοκτονίας κοιτάζοντας μόνο με μιαν ορισμένη χρωστική τα λευκά τους αιμοσφαίρια.8 Εν τού-τοις, κάτι ανάμεσα στις εφευρετικές χρωστικές και στο ηλε-κτρονικό μικροσκόπιο, ανάμεσα στις κατεχολαμίνες, τη ντοπαμίνη και τη νορεπινεφρίνη και τα σεροτονινικά συστήματα μένει ως προς το ανθρώπινο πρόσωπο απροσπέλαστο, αόρα-το ως προς την ουσία του απ’ τη συσσωρευτική επαγωγική λο-γική της εμπειρίας. Στις ανασκοπήσεις των νικηφόρων εκ-στρατειών στις οποίες κάθε τόσο προβαίνει η «συλλογή παρα-τηρήσεων» και η εφαρμοσμένη επαγωγή, κάτι αναδύεται οιο-νεί λύση της συνέχειας, σαν απορία, ωσάν κενό του χειρογρά-φου με το οποίο μας παραδίδεται η αρχαία τραγωδία. Επι-βάλλει μάλιστα την επιστροφή του ψυχιατρικού αντικειμένου στη δοκιμή του ορισμού του: Τι είναι ψυχιατρικό αντικείμενο; Ψυχιατρικό αντικείμενο είναι μια ορισμένη κλίμακα διαταρα-χών του υποκειμένου. Στην προβληματική του ορισμού το βά-ρος της εκκρεμότητας –γιατί η αλήθεια είναι πως ο πιο σημα-ντικός ψυχιατρικός ορισμός βρίσκεται μέχρι σήμερα σε αμήχανη εκκρεμότητα– πέφτει τώρα πάνω στο «υποκείμενο», στο τι είναι υποκείμενο μέσα στο ψυχιατρικό αντικείμενο.
Κανείς δεν θ’ αρνηθεί, πιστεύω, ότι το ανθρώπινο υποκεί-μενο δεν είναι υποκείμενο με την έννοια ενός ποντικιού εργα-στηρίου, κι ότι καθίσταται υποκείμενο στον βαθμό που η «λη-ξιαρχική» εγγραφή του σε μια (προϋπάρχουσα και της βιολο-γικής του γέννησης) ανθρωπολογική τάξη καθορίζει τις γραμμές των οντολογικών οριζόντων του. Αυτή η εγγραφή το υποχρεώνει, δηλαδή, να μετέχει μιας ορισμένης κοινωνικής συμβολικότητας (νόμοι, ήθη, έθιμα, κοινωνικές αξίες κ.τ.λ.) που τη διέπει εξ αρχής προστακτικά η γλώσσα και ο λόγος (= τα «λόγια») και είναι δομημένη συντακτικά ως λόγος. Η γλώσσα, έλεγε ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, είναι ο οίκος τού Είναι – και δεν υπάρχει αμφιβολία πως μ’ αυτή την πρόταση εννο-ούσε επίσης ότι χωρίς τη γλώσσα το ανθρώπινο Είναι δεν μπορεί να είναι. Το να αποκαλούμε τώρα, μετά τη μοιραία συμβολική του αναγωγή, το ανθρώπινο ον «υποκείμενο» ση-μαίνει ακριβώς πως «υπόκειται» ενός αστερισμού σημαινουσών παραστάσεων –ήχων, σημαδιών– που χαρακτηρίζονται από γραμματική και σύνταξη, πως μετακινείται αναγκαστικά από τη θέση της ωμής μέσα στον κόσμο οντικής ύπαρξης στη θέση του νοήματος και της ερμηνείας, και πως, εξ αιτίας του φαινομένου αυτού, απεγκλωβίζεται απ’ τη μονοδιάστατη βιο-λογική του οικονομία. Το «Είμαι ο πατέρας σου» δεν είναι πλέον για το ον μια γενετική απλώς πιστοποίηση, αλλά, όπως το «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός σου» της Παλαιάς Διαθήκης που έχει την προστακτική εξουσία ενός διατάγματος, είναι μια δημοσίευση του «νόμου» που η άγνοια του δεν συγχωρείται (αυτή η άγνοια και όχι οι κατεχολαμίνες του ήταν εκείνο που έκανε τον Οιδίποδα Οιδίποδα).
Η υποκειμενικότητα, λοιπόν, όπως γίνεται αντιληπτή εδώ, έρχεται στ’ αλήθεια να καλύψει μια γενέθλια όσο και τραγική μεταμόρφωση που υφίσταται (μακάρι και να ξέραμε λόγω ποιας θείας βούλησης) το είδος μας απ’ το γεγονός ότι, για να υπάρξει ως κοινωνικοϊστορικό Είναι, οφείλει να «περάσει» απ’ την ποινή ισόβιας κάθειρξης στη γλώσσα. Στην ίδια την προοπτική της εγκυμοσύνης και του τοκετού, πριν δηλαδή η βιολογική ανάδυση ρίξει τον άνθρωπο μέσα στο βουητό του κόσμου, η υποκειμενικότητα κι οι μέλλουσες περιπέτειές της (ακόμη κι οι «ψυχικές διαταραχές» της) αποκολλώνται απ’ τις υπαγορεύσεις της βιολογίας –λ.χ. σαν ένα όνομα που έρχε-ται να πάρει προκαταβολικά τη θέση του μέσα στο οικογενει-ακό λεξικό, να ενταχθεί υπό το γονεϊκό συμβόλαιο εξουσίας, να υιοθετήσει τη φαντασίωση αυτής της εξουσίας ακόμη και για το φύλο του, αφού είναι πράγματι πολύ δύσκολο να γεν-νηθείς, επί παραδείγματι, κορίτσι αν οι δικοί σου έχουν πλέ-ξει όλα τους τα όνειρα πάνω σ’ ένα αγόρι. Πάω τα πράγματα τόσο μακριά, όσο μπορούν να πάνε.
Όταν κανείς χαρακτηρίζει τον χρόνο της γενέθλιας τομής για το ανθρώπινο υποκείμενο ως χρόνο ανακόλουθο, αυτό ακριβώς εννοεί: ότι το άτομο «μιλιέται», όπως θα έλεγε ο Λουί Αλτουσέρ, είναι υποκείμενο στον κόσμο ακόμη και πριν γεννηθεί. Είναι υποχρεωμένο στη γλώσσα. Όθεν και το πα-ράδοξο φαινομενικά συμπέρασμα ότι το «άτομο», που για δαύτο τόσα πράγματα θυσίασε ο αστικός θετικισμός, δεν εί-ναι στ’ αλήθεια παρά κάτι «αφηρημένο». Το συγκεκριμένο, το «απτό», είναι εκείνο που αντίθετα φαίνεται να μην έχει κα-μιά υλική υποστήριξη –φαίνεται δηλαδή έτσι μόνο σ’ εκείνους που νομίζουν πως η γλώσσα δεν έχει υλικό βάρος. Το υποκεί-μενο. Το ότι η υποκειμενικότητα μάλλον κι όχι η βιολογική ταυτότητα ή η ατομικότητα είναι το απτόν και ανθρωπίνως υλικόν το κατάλαβε ο Παρμενίδης κι η ελεατική φιλοσοφία όταν ταύτιζαν το νοείν με το Είναι. Και το έδειξε αργότερα ένας Εβραίος νευρολόγος μεταθέτοντας τη λογική του, από τα «νεύρα», στα διαδραματιζόμενα μέσα στο νοείν. Τον έλε-γαν S. Freud, κι έχουμε λόγους να πιστεύουμε πως ταύτιζε το νοείν με τον λόγο – πως μάντεψε πού βρίσκεται για το υπο-κείμενο το «αφηρημένο» και πού βρίσκεται το «χειροπιαστό».
Αυτό που σημαίνει η κοινόχρηστη πια στην Ευρώπη πρό-ταση «το γλωσσικό σύμβολο είναι ο θάνατος του πράγμα-τος» με φέρνει τώρα ξανά σε επαφή με το πρόβλημα του ψυ-χιατρικού αντικειμένου ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες της βιολογίας και της γλώσσας. Και με κάνει να συμπεράνω ότι η βιολογική φύση του ανθρώπου, διοχετευμένη απ’ αρχής αιώνος στο δίκτυο και στη λογική του σημαίνοντος, κατά κά-ποιο τρόπο «δημεύεται» μέσω τούτου, εκχωρείται –αλλού λί-γο αλλού πολύ– σε μια μετα-βιολογική θεμελίωση. Οι εξισώ-σεις που διατείνονται ότι συνοψίζουν εγγυημένα την εμπει-ρία, ενώ δεν την συνοψίζουν παρά μόνο εξαπλουστευτικά (Παράδειγμα III),9 μπορεί ν’ αντέξουν στον χρόνο και ν’ απο-δειχτούν πράγματι (εκεί που δεν τα κατάφερε η καημένη η ταραξεΐνη) ακαταμάχητες. Μα τι ακριβώς θα επιβεβαιώνουν; Κατά πάσα πιθανότητα, πάντως, δεν πρόκειται να καλύψουν το ερώτημα τίνι τρόπω μια ορατή βλάβη (η κροταφολιμπική π.χ. παθολογία) μεταφράζεται σε κάτι τόσο «ανισόμορφο» και τόσο ομιλητικό όσο ένας παραληρητικός συλλογισμός: Όπως λ.χ. όταν κάποιος διατείνεται ότι είναι κληρονομικώ τω δικαιώματι βασιλιάς, μόνο και μόνο επειδή η μάνα του, όταν ήτανε μικρός, τον έλεγε «πρίγκιπα μου!…». Ή, όπως, ότι οι πόρτες του σπιτιού σου πρέπει να μένουνε εφτάκλειστες γιατί, εφ’ όσον ό,τι κλείνει και ανοίγει είναι στόμα, άμα ανοί-ξουν θα σε καταπιούνε…
Παράδειγμα III
Το αρνητικό και το θετικό στη Σχιζοφρένεια
(Α. Marneros, N.C. Andreasen, Μ.Τ. Tsuang (Eds), Negative Versus Positive Schizophrenia, 1991)
Υποπτεύεται δικαιολογημένα κανείς, έστω κι αν δεν μπο-ρεί να έχει μια στατιστικά κατοχυρωμένη αποδειξιολογία στη διάθεση του, ότι η ουσία του παραληρητικού παραδόξου εί-ναι γλωσσικής τάξεως φαινόμενο (ό,τι κι αν υπαγορεύει στον άνθρωπο να προωθηθεί ως ον στη γλωσσική τάξη) και ότι, κι αν ακόμη έχει ανοίξει μια ολοφάνερη λακκούβα στο Είναι η βιολογία, πράγμα που συχνά είναι περισσότερο από πιθανό, αυτό που έχει σημασία είναι το πώς πέφτει μέσα στη λακκού-βα το υποκείμενο. Το πώς, με λίγα λόγια, η γλώσσα ρυθμίζει κι εδώ τα του οίκου της, όπως τα ρυθμίζει όταν υποπίπτει στις «αθώες» δήθεν γκάφες της (Παράδειγμα IV). Θα προσε-χτεί πως στην τέταρτη πρόταση του σχετικού παραδείγματος η φαινομενική αθωότητα της διατύπωσης διαλύεται μόλις σκεφθεί κανείς τi άσεμνο περιεχόμενο έχει το «μεταξύ αν-δρών» λεγόμενο: Ας μιλήσουμε για γυναίκες!
Παράδειγμα IV
Γκάφες
Μπορεί να δει κανείς τη νεύρωση ως μια γκάφα που τραβάει μακριά το σκοινί της – κι όπου αυτό που συμβαίνει είναι ότι η δομημένη ως λόγος συμπεριφορά, η νευρωσική δηλαδἠ γλώσσα, αφού σκαρώσει τη ζαβολιά της και στήσει τη σκηνο-θεσία της, «ξεχνάει» (ή «απωθεί» σύμφωνα με τον όρο που καθιέρωσε η ψυχανάλυση) ποιο είναι το νόημα του έργου (Παράδειγμα V).
Παράδειγμα V
Η νεύρωση έχει τη δομή λόγου: Σημαίνον προς Σημαινόμενο
(όπου το σύμπτωμα αντιστέκεται να συνδεθεί με το νόημα του)
Μιλάμε δηλαδή για μια δομή λόγου, όπου υπάρχει ένα φράγμα έναντι του νοήματος. Το λεγόμενο σύμπτωμα είναι ένας τίτλος έργου που έχει χάσει τον κώδικα του –οπότε δεν έχεις παρά να ψάξεις να τον βρεις, «μεταφέροντας» σύμφωνα με τους γλωσσολογικούς κανόνες, μεταφράζοντας, αναποδο-γυρίζοντας τα μηνύματα, σκάβοντας ακόμη μέσα στα σπλά-χνα της λέξης. Παρετυμολογώντας, παραδιαβάζοντας, ερμη-νεύοντας κακόπιστα– όλα τα επιτρέπει εδώ η γλώσσα, φτά-νει μόνο να προωθείς τα συμφέροντα της. Αυτό, δηλαδή, που δεν σου επιτρέπει μόνο είναι η παραβίαση της ελαστικότητας της, το σάλεμα των θεμελίων της, η κονιορτοποίηση των κα-νονισμών της, η «απόρριψη» του νοήματος και η οχύρωση μέ-σα στο «επί τη εμφανίσει», ό,τι με άλλα λόγια ονομάζουμε ψύχωση (Παράδειγμα VI).10
Παραδειγμα VI
Η ψυχωσική απεξάρθρωση τον λόγου
(Κ. Στεφανής και συνεργάτες, Θέματα Ψυχιατρικής, Αθήναι, χ.χρ.)
Μπορεί φυσικά ν’ αποπειραθεί κανείς κι εδώ να διατυπώ-σει ερμηνευτικές προτάσεις, μα δεν αποκαθιστούν την τάξη του λόγου μέσα στο ίδιο το ψυχωσικό υποκείμενο, σα να εξο-στρακίζονται προσπίπτοντας πάνω σ’ ένα υλικό αδιάτρητο στις ερμηνείες, σα να συναντούν έναν αλεξίσφαιρο θώρακα, ή σα να εξαφανίζονται περνώντας μέσα από μια τρύπα που μυ-στηριώδεις λόγοι άνοιξαν στο ανθρώπινο Είναι. Ο ψυχωσικός λόγος δεν ζητάει ερμηνεία, δεν ξέρει καν πως δεν είναι παρά ένας λόγος, δεν αγαπάει τη φιλολογία. Το να προτείνεις λ.χ. την ιδέα ότι η κλείδα της πρώτης παραληρητικής πεποί-θησης στο παραπάνω παράδειγμα βρίσκεται στο ρήμα «τρέχειν» (γιατί και το κακό τρέχει καταπάνω μας σαν ένα αφη-νιασμένο άλογο…) κι ότι όλα θα έπαιρναν άλλη όψη αν το υποκείμενο καταλάβαινε πως στη θέση του ερωτηματικού πρέπει να μπει ένα «τι τρέχει;», είναι πρακτικά μάταιο. Διότι ο ψυχωσικός λόγος, όσο και να μοιάζει –για όσους δεν προσέ-χουν και πολύ αυτά τα θέματα– άρτιος, είναι στ’ αλήθεια ένας λόγος ανάπηρος, δεν ανορθώνεται στο πλήρες ανάστη-μα του λόγου. Αγνοεί τις μεταφορικές δυνατότητες του, ενώ μεταφέρει τους πάντες και τα πάντα ασύδοτα και ασυνεννόητα. Επιμένει φανατικά στο δίκιο του, που δεν το βλέπουμε κι ούτε μπορούμε κατά κανόνα να το παρακολουθήσουμε (κοί-ταξε τη δεύτερη πρόταση του παραδείγματος VI), εκτός κι αν σκεφθούμε πως υπάρχει ίσως περισσότερη πρόθεση απ’ όσο μέχρι σήμερα πιστεύαμε στην αρχαία φράση «ράβδος εν γω-νία άρα βρέχει». Πως αυτή η φράση δηλαδή δεν έχει σκοπό να μας παραπέμψει τόσο στο τι είναι αριστοτελικά απαράδε-κτος συλλογισμός, όσο στο πώς μπορεί να γίνει κανείς μέσα στον πολιτισμό που ενταχθήκαμε ερμητικός κι αδιαπέραστος, πώς να κλειστεί σε αυθαίρετους συνδυασμούς των σημαινό-ντων, να συντρίψει τους παραδεδεγμένους κανόνες, ν’ απο-κρούσει –με την ειρωνεία μιας άψογης κατά τα άλλα γραμμα-τικής– την υγεία που εξασφαλίσαμε με την παράδοσή μας άνευ όρων στη γλώσσα.
Δεν ξέρω κατά πόσο αυτή η εκδοχή είναι κοντά στην αλή-θεια. Το πιο πιθανό είναι πως ο ψυχωσικός λόγος δεν είναι καν άξιος λόγου λόγος, όπως δεν είναι ασφαλώς ούτε ποιητής (και δεν πρέπει να υπερβάλουμε, όπως και ούτε να μειώνουμε τη σημασία της ποίησης). Αλλ’ αυτό δεν σημαίνει πως οφεί-λουμε να τον παρακάμπτουμε σε κάθε συζήτηση περί της ου-σίας της ψυχώσεως, χάριν της δραστηριότητας του λιμπικού συστήματος ή της ντοπαμίνης. Ξεβιδωμένος όπως είναι, για να μιλήσουμε κι εμείς μεταφορικά, ενδέχεται να καταθέτει σε μια μελλοντική ανάγνωση που δεν τη φανταζόμαστε μέσα στο πανηγύρι της τεχνολογίας σήμερα, τι είναι ακριβώς ένα σκαρτάρισμα μέσα στο ψυχικό «Όργανον» της βίδας.
Συμπερασματικά: Η γλώσσα, είτε μας παίζει είτε την εμπαίζουμε, είναι ο ορίζων εξανθρωπισμού της ανθρώπινης βιολογίας, στον οποίο, κι όταν ακόμη όλοι οι βιολογικοί μη-χανισμοί της ψυχής θα έχουν στα μάτια μας αποκαλυφθεί, θα εξακολουθεί να δίνει τις παραστάσεις του το ανθρώπινο δρά-μα. Να κερδίζει ή να χάνει. Οι βιολογικοί όροι, αυτοί που ξέ-ρουμε κι αυτοί που ακόμη δεν ξέρουμε, σκεδάζονται καθώς προσκρούουν στον τοίχο της γλώσσας, όπως σκεδάζεται και διαθλάται και κατανέμεται άνισα πάνω στα βιτρώ των με-σαιωνικών εκκλησιών το φως. Κι είναι τότε στο έλεος της γλώσσας (ή του «αόρατου» όπως θα έλεγε ο Σολωμός «δυνά-στη» της, που δεν μας δίνει ο χρόνος το δικαίωμα να αναλύ-σουμε το όνομα του) αν αυτή η πρόσκρουση θα βγάλει ένα ποίημα για την Οδό Συγγρού ή μιαν αυτοκτονία στην Πρέβεζα.
Περίληψη
Το ψυχιατρικό αντικείμενο ανάμεσα στη βιολογία και τη γλώσσα
Τι είναι ψυχιατρικό αντικείμενο; Μπορούμε να δεχτούμε γενικά ότι το ψυχιατρικό αντικείμενο είναι μια κλίμακα δια-ταραχών της συναισθηματικότητας, της διαδικασίας της σκέ-ψης, της αντίληψης (ακόμη και της αντίληψης του εαυτού) και της συμπεριφοράς του υποκειμένου. Εδώ και μερικές δε-καετίες κυρίως, ένας βιολογικός αναπροσανατολισμός της ψυχιατρικής ταυτότητας, η οποία πατροπαράδοτα κλυδωνί-ζεται ανάμεσα στην πεποίθηση του «εκφυλισμού» ή την πε-ποίθηση της «ψυχογένεσης», πραγματοποιεί γιγαντιαία βήμα-τα προς την κατεύθυνση χαρτογράφησης του «εδάφους» κι αποκωδικοποίησης της μοριακής βάσης της διαταραγμένης ψυχικότητας. Τί στοιχειοθετεί στο βασίλειο του κυττάρου αυ-τό που έχουμε ως ψυχολογική φαινομενικότητα και τι ευθύνε-ται για την ανθρώπινη δυστυχία που εδώ και κάμποσες χιλιά-δες χρόνια ονομάζουμε «τρέλα»;
Το 1977, ο συγγραφέας ενός βιβλίου Βιολογικής Ψυχιατρικής, κάνοντας έναν απολογισμό της διαδρομής της, δηλώνει: «Η επιστημονική μας γνώση είναι τόσο πρωτόγονη ώστε δεν μπορούμε να μπούμε σε λεπτομέρειες σχετικά με τους μηχανι-σμούς που έχουν ξεχαρβαλωθεί στη Σχιζοφρένεια, την Μα-νιοκαταθλιπτική Ψύχωση, τη Μελαγχολία, το Άγχος και τις άλλες νευρωσικές εκδηλώσεις ή τις ψυχοσωματικές διαταρα-χές».11 Θεωρεί, όμως, απ’ την άλλη μεριά, ως αδιαμφισβήτητη –μπροστά στην «ψυχική εκδήλωση»– την προτεραιότητα με-λέτης του νευρώνα (που είναι το κανάλι της πληροφορίας), των συνάψεων (που είναι ό,τι οι κόμβοι ενός τεράστιου σιδη-ροδρομικού δικτύου), των νευρομεταβιβαστών (που ο ρόλος τους είναι ν’ ανοίγουν τον διακόπτη της ψυχικής λειτουργίας ή να την βραχυκυκλώνουν). Είναι, φυσικά, σήμερα πολύ πε-ρισσότερα πράγματα γνωστά για τη χώρα της ψυχής απ’ ό,τι αποκαλύπτει η απλοϊκή αυτή αναφορά στους μηχανισμούς –αν μη τι άλλο το εγγυώνται τα περισσότερα από 400.000 άρ-θρα που κάθε χρόνο δημοσιεύονται σε πάνω από 4.000 ειδικά περιοδικά.12 Ξέρουμε αρκετά καλά τι είδους βιοχημική «στέ-ρηση» ή αδυναμία κατανάλωσης των μικροουσιών, που οδη-γεί σε αδυναμία διακίνησης των πληροφοριών μέσα στο ψυ-χικό κύκλωμα, συμβαίνει στη Σχιζοφρένεια, τι νευροψυχοεν-δοκρινολογικό συμβαίνει στη Μελαγχολία, πώς δρα η αλοπεριδόλη και το διαζεποξείδιο ή το τόσο μυθολογικά επενδεδυμένο ηλεκτροσόκ.
Μπροστά σ’ αυτό το σώμα γνώσης, ό,τι παραδοσιακά αναγνώριζε τον εαυτό του σαν «ψυχολογική ψυχοπαθολογία» φαίνεται να περιπίπτει σε ανυποληψία. Μοιάζει πραγματικά αστείο να υποστηρίζει κανείς σήμερα ότι η Μελαγχολία λ.χ. αντιπροσωπεύει το αυθεντικό υπαρξιακό κενό ή ότι το νόημα της τοξικομανίας έγκειται σε μια φαντασιακή αναμέτρηση του υποκειμένου με τον θάνατο – και στη χιμαιρική βεβαιότη-τα ότι βγαίνει απ’ αυτή τη συνάντηση νικητής. Κι απ’ την άλ-λη όμως όχθη έρχονται προτάσεις που δεν προκαλούν λιγότε-ρη αμηχανία. Πώς να δεχτεί κανείς, για παράδειγμα, ότι ο Καρυωτάκης δεν αυτοκτόνησε για άλλο λόγο παρά επειδή έφταιγαν οι ορμονικοί ή ενζυματικοί του μηχανισμοί, το υπο-θαλαμικό του ειδικά υποφυσιακό-επινεφριδιακό σύστημα και οι βιογενείς αμίνες του;
Είναι, φυσικά, πολύ ελκυστικό ως ιδέα, για έναν ψυχία-τρο, πως θα μπορούσε ανάμεσα σ’ εκείνους τους ανθρώπους που κάνουνε κατάθλιψη να εξακριβώσει και ποιοι πρόκειται να προβούν στο απονενοημένο διάβημα της αυτοκτονίας, κοιτάζοντας μόνο με μιαν ορισμένη χρωστική τα λευκά τους αιμοσφαίρια. Εν τούτοις, κάτι ανάμεσα στις χρωστικές και στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, ανάμεσα στις κατεχολαμίνες, τη ντοπαμίνη και τη νορεπινεφρίνη και τα σεροτονινικά συ-στήματα, μένει ως προς το ανθρώπινο πρόσωπο απροσπέλα-στο. Επιβάλλει μάλιστα την επιστροφή του ψυχιατρικού αντι-κειμένου στη δοκιμή του ορισμού του: Ψυχιατρικό αντικείμε-νο είναι μια ορισμένη κλίμακα διαταραχών του υποκειμένου. Στην προβληματική του ορισμού το βάρος της εκκρεμότητας –γιατί είναι πραγματικά σε εκκρεμότητα ο πιο σημαντικός ψυχιατρικός ορισμός– πέφτει τώρα πάνω στο υποκείμενο, στο τι είναι υποκείμενο μέσα στο ψυχιατρικό γνωστικό αντι-κείμενο.
Κανείς δεν θ’ αρνηθεί ότι το ανθρώπινο υποκείμενο δεν είναι υποκείμενο με την έννοια ενός ποντικιού εργαστηρίου, κι ότι καθίσταται υποκείμενο στον βαθμό που η εγγραφή του σε μια προϋπάρχουσα της βιολογικής του γέννησης ανθρωπο-λογική τάξη το υποχρεώνει να μετέχει μιας συμβολικότητας (νόμοι, ήθη, έθιμα, αξίες κτλ.) που τη διέπει η γλώσσα. Το να αποκαλούμε τώρα το ανθρώπινο ον υποκείμενο σημαίνει ακριβώς πως «υπόκειται» ενός αστερισμού σημαινόντων που έχουν γραμματική και σύνταξη, και πως εξαιτίας του φαινο-μένου αυτού απεγκλωβίζεται απ’ τη μονοδιάστατη βιολογική του οικονομία. Η υποκειμενικότητα, όπως γίνεται αντιληπτή εδώ, έρχεται στ’ αλήθεια να καλύψει μια γενέθλια μεταμόρ-φωση που υφίσταται το είδος μας, απ’ το γεγονός ότι για να υπάρξει ως κοινωνικοϊστορικό Είναι οφείλει να «περάσει» στην ποινή ισόβιας κάθειρξης στη γλώσσα. Αυτό που σημαί-νει η γνωστή πρόταση «Το γλωσσικό σύμβολο είναι ο θάνα-τος του πράγματος» δεν είναι άλλο απ’ το ότι η βιολογική φύ-ση του ανθρώπου, περασμένη στο δίκτυο του σημαίνοντος, κατά κάποιο τρόπο «δημεύεται», εκχωρείται σε μια μεταβιολογική θεμελίωση.
Η γλώσσα είναι ο ορίζων εξανθρωπισμού της βιολογίας, στον οποίο παίζεται το προσωπικό δράμα. Οι βιολογικοί όροι σκεδάζονται καθώς προσκρούουν πάνω στη γλώσσα, όπως σκεδάζεται και διαθλάται το φως στα βιτρώ. Κι είναι στο έλεος της γλώσσας αν αυτή η πρόσκρουση θα βγάλει ένα ποίημα ή μια αυτοκτονία.
Πιστοποιητικό υγείας
Οι άλλοι δοκίμασαν να ζήσουν, αφού τους ξέχασε η μέθη και ο θάνατος.
Μα ο καιρός είχε μοιράσει τα χωράφια του – τον ελαιώνα και τη θάλασσα,
είχε παντρέψει τα κορίτσια του και λιάζονταν σε κάποιο γηροκομείο.
Ταξίδεψαν στην επαρχία, έβγαλαν από δω και από κει λίγους παράδες,
μπάλωσαν κάτι τρύπες, έκαναν θόρυβο, έκαναν θόρυβο καθώς προχώρησαν
ανάμεσα στα έπιπλα της μικρής τους ευτυχίας. Έτσι κηδέψανε τον
Καρυωτάκη και πέρασαν τα χρόνια. Για τα δικά τους γερατειά τους έμεινε
αυτό το άθλιο υπόγειο με τους υγρούς υπαινιγμούς ενός λησμονημένου
κήπου, τους έμειναν μόνο οι καρέκλες που κάθε μέρα άλλαζαν μνημόσυνα,
στις δέκα η ώρα το βράδυ έπεφτε πάντα η σιωπή που τους είχε κρίνει.
Το μεσημετρι λάβδανο. Όταν χτυπάει το κύμα, δεν είναι ν’ ανοίξει κανείς.
Λυρική πλάνη (1960-1970) από τη συλλογή Μετά είκοσι έτη, ύψιλον/βιβλία 1985
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Heath R.G., Martens S. et al. (1958). «Behavioral changes in nonpsychotic volunteers following the administration of taraxein, the substance obtained from serum of schizophrenic patients». American Journal of Psychiatry. 114.
2 Bellak L., Loeb L. (Eds.) (1969), The Schizophrenic Syndrome, Grune and Stratton, New York.
3 Frazer Α. and Winokur Α. (Eds) (1977). Biological bases of Psychiatry. Spectrum Publications, New York.
4 Αναφέρεται στο· Μαρκιανού Μ. (1982) «Βιοχημεία και Ψυχιατρική: Προβλήματα στην έρευνα», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τεύχος 44-47.
5 Bogerts Β., Falkai P. et al. (1991). Neuropathological and Brain Imaging. Studies in Positive and Negative Schizophrenia. Στο A. Marneros, N.C. Andreasen, M.T. Tsuang (Eds.), Negative Versus Positive Schizophrenia. Springer-Verlag, Berlin
6 Fenichel Ο. (1945), The Psychoanalytic Theory of Neurosis, W.W. Norton, New York.
7 Μαρκιανού Μ. Ό.π.
8 Issidorides M.R. (1983). Cellular Factors in Manic-Depressive Illness: Blood and Brain. Στο C.N. Stefanis (Ed.) Recent Advances in Depression. Pergamon Press, Oxford and New York.
11 Frazer Α. and Winokur Α. (eds), Biological Bases of Psychiatry, Spectrum Publications, New York 1977.
12 Αναφέρεται στο Μαρκιανού Μ., «Βιοχημεία και Ψυχιατρική: Προβλή-ματα στην Έρευνα», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τεύχος 44-47, 1982.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.