Μάριος Μαρκίδης
σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]
[Απόπειρες αναμοχλεύσεως των παθών (Σολωμός, Παπαδιαμάντης κ.ά.), Εκδ. Έρασμος, 1987]
O νεοελληνικός κριτικός λόγος έχει θεμελιωθεί πάνω στα ράκη του σολωμικού έργου, όπως η νεοελληνική ταυτότη-τα έχει υφανθεί πάνω στις σπασμένες πέτρες της Κνωσσού και των Μυκηνών. Μ’ όλα ταύτα, ο «Διάλογος», αυτή η παθητική αντιπαρά-θεση της «λαβωματιάς του πολεμάρχου» στο λόγιο «τραύμα» («άμε νάβρης τους πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους τες λαβωματιές και πες τους ότι πρέπει να τες λεν τραύματα» [1] και της φλόγας του στόματος στην παγωνιά της γραμματικής σοφίας, αυτή η συνάντηση δυο μονομάχων της γλώσσας πάνω απ’ το γιαλό της Ζακύνθου με φόντο τα κανόνια του Μεσολογγίου, προκάλεσε πάντα ένα παράξενο μούδιασμα, — ένα «ναι, βέβαια, μα έχω πια διαλέξει υπασπιστή» ό-πως θα έλεγε ο Οθέλλος, σα να εμάγκωνε την κίνηση προς το κεί-μενο ή γνωστή ευερεθιστότητα του Σολωμού (Έχω εύκολο τo χείλο…).
Ένας ποιητής που έπρεπε να βασανίσει τον εαυτό του για να μι-λήσει ελληνικά («Γνωρίζεις τα Ελληνικά, κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;») και που τα βάσανά του φαίνονται όχι τόσο στα ποιήματά του, που δεν ήθελε άλλωστε να μας αφήσει, όσο στα σχόλια και τα γράμματά του, που ήθελε δεν ήθελε του τα πήραμε. Ένας σοφός που του πονεί κι εκείνου η ψυχή για την αλήθεια, όσο και για τη δόξα, και, που αν ήτανε να κλονιστεί η πίστη του στα λό-για του Πλάτωνος, κάλλιο θα είχε να τρελαινότουν (μα δεν είναι τά-χα μέσα στη γλώσσα που τρελαίνονται οι άνθρωποι των δυο χιλιά-δων τελευταίων χρόνων της ελληνικής ιστορίας; — Μια τρέλα «όπου έχει τα φαινόμενα της φρονιμάδας»). Κι ένας φίλος, μισοπρόθυμος μάρτυρας του καυγά, γιατί το μυαλό του είναι γυρισμένο κατά το Μοριά, γιατί θαρρεί πως όλοι δεν έχουνε κανέναν άλλο σκοπό, παρά να πιάσουν τα κουπιά και να κατεβούνε να πολεμήσουνε τους Τούρ-κους («Και τόσο σου τρέμουν τα μέλη, όπου φαίνεται πως ετοιμάζε-σαι να πας εκεί πέρα να πολεμήσης…»).
Τι προκαλεί, λοιπόν, τις εκρήξεις οργής του Σολωμού, αυτής της αγωνιώδους εκκρεμότητας ανάμεσα στο ειπωμένο και το ανεί-πωτο, μέσα στον «Διάλογο»; Τι παράγει την εντύπωση μιας σχεδόν «τεχνητής», όπως θα λέγαμε σήμερα, «όξυνσης», που ο Σοφολογιώτατος (όχι και τόσο σοφός, είναι αλήθεια, όσο κωμικά μεγαλόπρε-πος) βρίσκεται σε αδυναμία να παρακολουθήσει; «Εάν αφαιρεθούν αι εκρήξεις του Σολωμού αι οποίαι φαίνονται άτοποι και σήμερον, άδικοι καθώς είναι, ο «Διάλογος» δεν είναι βέβαια έν έργον που γεννά πλέον αντίδρασιν. Αι θέσεις του Ποιητού… ουδένα συντηρητικόν εις το γλωσσικόν ζήτημα ή γλωσσολόγον, ουδένα σοφολογιώτατον σημερινόν δηλαδή θα εσκανδάλιζον», γράφει ό Ν. Β. Τωμαδάκης [2]. Κι όμως, κι ο σοφολογιώτατος σκανδαλίζεται από τας θέ-σεις του ποιητού και τρέχει να ξαναπεί κι άλλου πως η γλώσσα των ρωμιών «είναι διεφθαρμένη», κι ο ποιητής, που νιώθει να του αφανί-ζουν τη γλώσσα, τους πιο περιπαθείς ήχους της παιδικής του ηλικίας, θυμώνει. Μήπως γιατί αυτός ο ετερόφωτος «κόρακας», που του πιάνει με το στανιό κουβέντα, θέλει να λέει το μάτι «ομμάτιον» και το κρεβάτι «κραββάτιον»; Όχι επειδή λέει το μάτι όπως θέλει, μα ε-πειδή απαιτεί ΝΑ ΤΟ ΛΕΜΕ όπως εκείνος θέλει.
Ανάμεσα στον ποιητή, που ο αγώνας του ήταν πώς ν’ αποφεύ-γει να μεταφράζει από τα Ιταλικά, και τον δάσκαλο, που η μανία του ήταν να διορθώνει τις λέξεις με τα σχήματα των αρχαίων (αυτός κι οι όμοιοί του «θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η όποια μήτε ομιλιέ-ται, μήτε άλλες φορές ομιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθή»), υπήρ-χε ένα βαθύ χάσμα, — αν το σκεφθείς καλά, το ίδιο χάσμα που μας καταπίνει μέχρι σήμερα, χωρίς να γεμίζει ποτέ με άνθη.
Ό πρώτος είχε μια δίψα, αν μου επιτρέπεται η γλωσσολογική έκφραση, «περιγραφική», τον έκαιγε τόσο η σκιά του Όμηρου όσο κι η σκιά του δούλου του απ’ τη Γαστούνη, το πατερό όσο και το πάτε-ρο, η ματία όσο κι η ματιά, το αμέριμνον στόμα, οι αυτοκίνητες θύ-ρες, ο αστρώδης αιθέρας, τα επιτύμβια κλαδιά. Υποτάσσεται στη ση-μαίνουσα αλυσίδα της γλώσσας, περιγράφει, αποθησαυρίζει, κι όπου αισθάνεται «αρκετός» δοκιμάζει να κυριέψει. Αποτέλεσμα,
……………….. εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να ’κδικηθώ.
Ο σοφολογιώτατος φλογίζονταν από ένα πάθος «κανονιστικό». Είχε σκύψει χρόνια στα θρανία τη ράχη του, είχε σπουδάσει την «πα-λαιά» διά το κοινόν όφελος της πολιάς πατρίδος, κι έπρεπε οι έλληνές του να συλλογίζονται καλά, πράγμα που σήμαινε να μεταχειρίζονται τις «ορθές λέξεις» και τα σωστά, κατ’ αναλογίαν των αρχαίων, σχή-ματα. Η επιχειρηματολογία του, όση τον αφήνει ο εξαγριωμένος ποιητής να αναπτύξει, είναι απλή: Με τα λόγια του λαού («Πάντα τον λαό μου βγάνεις έξω διά διδάσκαλο», λέει), δεν μπορεί κανείς να χτίσει συλλογισμούς, παρά στο φτωχικό επίπεδο των στοχασμών του λαού. Λοιπόν, «πρέπει να τρέξουμε εις τες μορφές των Ελληνικών λέξεων, και να πάρουμε όσες ημπορούμε, και κάποιες από τες δι-κές μας, όπου δεν είχαν οι Παλαιοί, να τες σύρουμε ’ς την παλαιά μορφή». ΠΡΕΠΕΙ, μα την αγάπην του Ελικώνος! Κι όσο για τους στοχασμούς του λαού, έμεναν φυσικά άναυδοι μπροστά στην κανονι-στική βέργα.
Στόμα, λέει, Ιακώβ, χείρες δε Κοραή… Ο «Διάλογος» γράφτη-κε (και κλείστηκε σ’ ένα συρτάρι) το 1824. Πενήντα χρόνια «ούτως ειπείν» ελεύθερου ελληνικού βίου αργότερα, το 1874, να πώς σκέφτε-ται ο σοφολογιώτατος (και σας διαβεβαιώ ότι δεν έχω καθόλου την όρεξη να τον ειρωνευτώ, αυτός «γνωρίζει τα ελληνικά», τα «εσπούδαξε από μικρός», έχει επί τέλους ζήσει την τυραννία μιας γλώσσας που κατάντησε σχεδόν αφασική, γιατί δεν ήξερε παρά να λέει τη φου-φού «φουφού», και τώρα κάποιοι παράξενοι άνθρωποι — έτσι τους ονομάζει ο Σεφέρης, λίγο παράξενος κι αυτός όταν συλλαμβάνει τον Κάλβο «άφωνο» — της υπαγορεύουν να τη λέει φυσοτρυπίνη: «Οι τέσσαρες φίλοι εκάθηντο πέριξ μιας φυσοτρυπίνης», — οι τέσσαρες φίλοι ήταν οι τρεις σωματοφύλακες). «Σήμερον… χάρις εις αυτήν την θείαν τω όντι γλώσσαν… απολαμβάνομεν, υπό την αιγίδα του θρόνου, τελεσφόρους τους καρπούς της ελευθερίας· [Σ’ αυτή τη γλώσσα] ευρίσκεται γραμμένον το Ευαγγέλιον, η κρηπίς της θρη-σκείας μας… Απ’ αυτήν ελπίζομεν να ρυθμίσωμεν και πλουτίσωμεν και αυτήν την οποίαν λαλούμεν». Πρέπει, λοιπόν, να «προσλάβωμεν» την έξη της αρχαίας ελληνικής, «Αλλά ποτέ, λέγεις, δεν θα φθάσωμεν εις την εντέλειαν του Πλατωνικού και Δημοσθενικού χαρακτήρος. Σύμφημι, διά χάριν σου· δεν συμπεραίνω όμως εκ τούτου ότι δεν πρέπει ’να μη σκοπεύωμεν ούτε προς τον χαρακτή-ρα τον Στράβωνος και Πλουτάρχου, ή τον Βασιλείου και Χρυσοστό-μου· και, τέλος πάντων, ποίος με βεβαιώνει ότι, μετά πεντήκοντα, εκατόν, εκατόν πεντήκοντα έτη, δεν θα κατορθωθή και αυτό το σή-μερον ακατόρθωτον νομιζόμενον έργον;… Διατί λοιπόν τόση μικροψυχία; Διατί… καθώς έλεγεν ο Δημοσθένης, ’να συμπεριλαμβάνω εις το αυτό της καταδίκης ψήφισμα και τους απογόνους μου;» [3].
Πενήντα, εκατό, εκατόν πενήντα χρόνια μετά… Μέσα στα πρώ-τα πενήντα χρόνια, ο γλωσσολόγος Γιάννης Ψυχάρης, που του κά-θονταν στο στομάχι η ιδέα της νεκρανάστασης της γλώσσας όσο και του κοραϊκού ιστορικού «συμβιβασμού», τσακώνονταν με τους πάν-τες (συμπεριλαμβανομένου του Παλαμά), χλεύαζε τους γλωσσαμύντορες, γκρίνιαζε με τον Παπαδιαμάντη, γκρίνιαζε ακόμη και με τη σύνταξη του Σολωμού, — για κείνη λόγου χάρη τη στροφή της «Αγνώριστης», όπου
η αυγούλα
λεπτή βροχούλα
στέρνει δροσιάς.
Πώς γίνεται, λεγε, να «στέρνει» η αυγούλα βροχούλα, και μά-λιστα δροσιάς; Σε ποιόνε τη στέρνει (αυτή η αμετάβατη), ο Σολωμός σίγουρα θα ήθελε να γράψει «σπέρνει». Κάτι δεν πάει καλά με το χει-ρόγραφο στο μέρος αυτό. Κι ύστερα, τι πάει να πει «βροχούλα δρο-σιάς»; Με ποιο τρόπο μετασχηματίζεται το ρωμαίικο «βροχούλα δροσιά» σε γενική της ποιότητας;[4]
Ήταν κι εκείνοι οι «γλαυκότατοι ουρανοί» του Σολωμού, κι οι «νεανίσκοι» (πόσο μακρυά από τη Χίο τα Επτάνησα!), κι η «χρεία», κι η «ξηρά», και τ’ άλλο τ’ ανυπόφορο, για τ’ αυτιά του Ψυχάρη, το «τερπνόν», που ομοιοκαταληκτεί με τον Ααρών:
Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η Προφήτισσα Μαρία,
μ’ ένα τύμπανο τερπνόν.
Μα εμείς δεν είπαμε κανένα ΠΡΕΠΕΙ στη γλώσσα, μου φαίνε-ται πως διαμαρτύρεται από τα βάθη του τάφου του (ή, αν θέλετε, από τα βάθη της νεοελληνικής νυκτός) ο Σολωμός. Εγώ φωνάζω μόνο (κι όσο περνούν τα χρόνια θα φωνάζω, θα το δείτε, δυνατώτερα) για να μαζωχθεί ο λαός της Ελλάδας όλης και «να τον ακούση ο Σοφολογιώτατος ΠΩΣ ΟΜΙΛΕΙ»… Εν τούτοις, μπροστά στον Ψυχάρη, που βεβαίωνε πως άκουγε μόνο άδολα τη γλώσσα να μιλάει, μα δεν άντεχε και στον πειρασμό να της «υπαγορεύσει» πώς θα μιλάει, έμπαιναν δύο μεγάλα ΠΡΕΠΕΙ (και τα δύο πολιτικά, έλεγε, όμως ας μη βιαστούμε να τον αγαπήσουμε: Δεν εννοούσε, αυτό πού εννοού-με). «Ό,τι πολεμά να κάμη ο στρατός για τα φυσικά σύνορα, θέλει η γλώσσα να το κάμη για τα σύνορα τα νοερά. Πρέπει και τα δυο τους να παν πολύ μακρυά, να πάρουν πιότερο τόπο. Μαζί θα προ-κόψουν καμμιά μέρα». «Ομπρός, λοιπόν, τα παιδιά· ορμήστε, παλληκάρια, στο κριάς, στο πετσί! Χτυπάτε, όσο μπορείτε…» [5]
Δεν ξέρω, πόσο μακρυά θα μπορούσε να οδηγήσει τα εθνικά πε-πρωμένα ο «Ορφές» και πόσο θ’ άφηνε πίσω του τα σύνορα του «Ορφέως». Δεν ξέρω ακόμη αν το «αρφάβητο» θα ήταν σε θέση να διεκδικήσει περισσότερο ζωτικό χώρο για τη ρωμιοσύνη απ’ ό,τι το «αλφάβητο» (αυτό που έφερνε στα βάθη της Ασίας ο ελληνισμός του Καβάφη δεν ήταν, εν πάση περιπτώσει, το χακί). Ξέρω μόνο πως για να πούνε τα παλληκάρια του Ψυχάρη «πούπετις» το «πουθενά», έστω καί εν τη ελπίδι να γιγαντώσουν έτσι τα σύνορά τους τα νοερά, θα έπρεπε ανυπερθέτως να επέμβει ο στρατός.
Εκατό χρόνια μετά τον Σκαρλάτο εκ Βυζαντίου, εκατόν πενήν-τα χρόνια μετά το «Διάλογο» του Σολωμού, σε μιαν υπερευαίσθητη εποχή που καταγγέλλει σαν εξουσιαστική τη χτεσινή επαναστατική γλωσσολογία, που δυσφορεί ακόμη και με τον Saussure για την «κανονιστική» διάθεση την οποία υποτίθεται πως εμπνέει, που διψάει για την περιγραφή της φυσικής γλώσσας, «όπως μιλιέται», και τρέ-χει στους δρόμους της πολιτείας και του χωριού για να πιάσει το «Parole» με το μαγνητόφωνο στο χέρι, εμείς εννοούμε να «κανονί-ζουμε» ακόμη με την ψευδεπίγραφη ιδεολογική φορά μας τη γλώσ-σα, να προστάζουμε στα σχολειά μας, ακόμη και στις γραφομηχανές μας, την «αυθεντικά» δημοτική χρήση της.
Μα δεν πρέπει να ξεγελιόμαστε. Αυτή η αυθεντικά (;) δημοτική χρήση, ο «καταπιώνας» που, διακινδυνεύοντας τόσο βάναυσους συνειρμούς, θέλει να εκτοπίσει τον καθωσπρεπισμό του «φάρυγγα» (μέχρις ότου χάσουμε τ’ αχνάρια της «φαρυγγίτιδας»), η «μάζωξη» που μαζικοποιεί και τα τελευταία απομεινάρια ανεξαρτησίας γνώμης της «συνέλευσης», η λέξη «συναδέλφισσα» κι η λέξη «επιστημόνισσα» (δεν λέμε ακόμη «προέδρισσα»: δεν μας έχει ίσως χρειαστεί προς το παρόν σε μεγάλη κλίμακα το σημαίνον), εκείνο το μονολιθικό ανα-φορικό «που», το όποιο συχνά δεν αναφέρεται πουθενά με σταθερότη-τα, οδηγώντας σε μια τρέλα αμφιβολίας τις προτάσεις μας (και μαζί τους κάθε απόπειρα ερμηνείας στα δημόσια έγγραφα), — αυτή η αυ-θεντικά δημοτική χρήση δεν είναι «φυσική γλώσσα», δεν είναι τα «χωριάτικα κάθε χωριού» του Ψυχάρη, ο τρόπος που φανερώνει η γλώσσα τους θησαυρούς της. Δεν είναι η γλώσσα που απελευθερώνει τα αισθήματα και τα νοήματά μας, είναι η ολοκληρωτική γλώσσα που τα δυναστεύει, που δεν τα απωθεί απλώς, μα τα αποκλείει. Δεν είναι η γλώσσα όπως μιλιέται, είναι η γλώσσα όπως «υποβάλλεται», — από ένα κατά βάθος «λογιώτατο» πνεύμα, που δεν του αρκεί να ε-ξουθενώνει μόνο τη συνείδησή μας, αλλά και το ασυνείδητό μας, και που διαδηλώνει μόνο (γιατί δεν του στοιχίζει τίποτα) σ’ όλες τις κλί-σεις που διαθέτει τον λαϊκισμό και τον φιλελευθερισμό του.
Αυτή η γλώσσα δεν ταξιδεύει, δεν περιπλέει την ελληνική εμ-πειρία, όπως κάποτε, για λίγους νομάδες που αντίκρυζαν για πρώτη φορά τη θάλασσα, άρχισε να περιπλέει το Αιγαίο εκείνο το «υγρά κέλευθα». Αυτή η γλώσσα δεν ερωτεύεται, δεν πενθεί, δεν πονάει. Εικονικά μόνο είμαστε οι νομοθέτες της (για να μην παρεξηγούμαι, πι-στεύω πως είμαστε, αντίθετα, οι νομοθέτες των «καλιαρντών»). Αυ-τή η γλώσσα δεν αντλεί απ’ τις ανάβρες της ψυχής και δεν αρδεύει την ψυχή. Δεν φέρει τον φέροντα σαν ένα όχημα ελευθερίας, «φέρε-ται» στον φέροντα (ένα φέροντα εκμηδενισμένο απ’ την κατανάλωση, τη μικροαστική πειθαρχία και τη μαζικότητα), όπως φέρνουν την «καλημέρα» στα κλουβιά οι παπαγάλοι. Οι Εσκιμώοι, λέει, έχουν κάπου πέντε λέξεις για το χιόνι. Εμείς, με τόση θάλασσα να μας πε-ριτριγυρίζει, πόσες λέξεις κρατήσαμε για να διαβάζουμε, δεν σου λέω τα «Λόγια της Πλώρης», μα τον ίδιο τον συνομήλικό μας, τον «μπάρμπα – Νικόλα» τον Καββαδία;
Πεντακόσιες δραχμές, — «πληρωτέες με την εμφάνιση»… Ενάντια στο σοφολογιώτατο και τον καθαρολόγο, το ίδιο αυταρχι-κοί με το σοφολογιώτατο και τον καθαρολόγο, οι έλληνες του 1984, στα σχολικά μας βιβλία, στις αφίσσες που καταπίνουν τις νύχτες η μια την άλλη, στα πανώ που κατακυριεύουν τα σταυροδρόμια μας, στις εφημερίδες, τα ραδιόφωνα, την τηλεόρασή μας, αναιρούμε βάναυσα την ελαστικότητα του γλωσσικού μας οργάνου, τσαλαπατά-με την ετυμολογία του, υπαγορεύοντας στα ελληνικά μας μια νέα, συχνά αποκρουστική, «καθαρότητα». Καίμε τη γλώσσα μας, όπως καίμε τα δάση μας.
Ό εκ Βυζαντίου Σκαρλάτος παρατηρούσε πικρά: «Όταν πρό εικοσιδύο αιώνων ο δαιμόνιος Πλάτων επροφήτευε της Σικελίας την εκβαρβάρωσιν, ίσως ούτε του ’περνούσεν από τον νουν ότι και αυτοί του οι συμπολίται θα χρειασθούν ποτε λεξικόν διά να εννοή-σουν τους διάλογους του». Μα ζει την Μεγάλη Ιδέα και ελπίζει, ό-πως δεν έλπιζε πια μερικές δεκαετίες αργότερα, ακριβώς επειδή δεν ζούσε παρά την Μεγάλη Ιδέα, ο Περικλής Γιαννόπουλος: «Είνε λοι-πόν έξω πάσης ελπίδος και πιθανότητας το να καταντήσουν, μετά τρεις, τέσσαρας, πέντε, τίς οίδε πόσους, αιώνας, όλα τα λεξικά μας, αν όχι παντάπασι περιττά, τουλάχιστον όμως όχι και άφευκτα;» Στον βαθμό που θα μπορούσε κανείς να διακινδυνεύσει σήμερα μιαν ανάλογη προφητεία (χωρίς να έχει βέβαια τα διαπιστευτήρια του λογιώτατου πόθου), σε μια ή δύο γενιές θα χρειάζονται λεξικά για να κατανοηθούν τα σημαίνοντα και η σύνταξη μιας πεθαμένης γλώσσας, στην οποία κάποτε οι άνθρωποι επιθυμούσαν και στην οποία ο Κάλ-βος και ο Σολωμός, ο Παπαδιαμάντης, ακόμη κι ο Σεφέρης κι ο Ελύτης, ονειρεύονταν.
«Λοίγια έργα», λέει ο Δίας στη Θέτιδα, – άσχημη δουλειά, θα με κάνεις να τσακωθώ με την Ήρα. «Ότε μ’ εχθοδοπησαι εφήσεις Ήρη…». Κι ο αρχαίος σχολιαστής σημειώνει: «Άπαξ λεγόμενον», η έκφραση συναντιέται μόνο μια φορά. «Ου γαρ χρη κλοτοπεύειν ενθάδ’ εόντες», λέει μετά ο Αχιλλέας, μη καθόμαστε εδώ πέρα να κλώθουμε μαλλί. Μη ξοδευόμαστε φλυαρώντας, ενώ μας περιμένει η μάχη. Και αυτό «άπαξ λεγόμενον». Αμέτρητα χρόνια μετά, ανέτειλαν μια μέρα στον ορίζοντα του Ιουνίου τα «θαλάσσια ξύλα» του Κάλβου (αγαπούσε κι αυτός τα τυπικά επίθετα, σαν τους «χαλκοχίτωνες» αχαιούς και τους «ειλίποδες έλικες» βόες του Ομήρου), άπαξ λεγόμενα. Η «ναυς των ονείρων» του Παπαδιαμάντη ερωτεύτηκε άπαξ, όσο ξέρω τουλάχιστον, ένα γυμνό κορμί που κολυμπούσε στο κύμα της Σκιάθου: «Ήτον απόλαυσις, όνειρον, θαύμα… Έβλεπα την αμαυράν και όμως χρυσίζουσαν αμυδρώς κόμην της, τον τράχηλόν της τον εύγραμμον, τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας, τους βρα-χίονας τους τορνευτούς, όλα συγχεόμενα, μελιχρά και ονειρώδη εις το φέγγος της σελήνης. Διέβλεπα την οσφύν της την ευλύγιστον, τα ισχία της, τας κνήμας, τους πόδας της, μεταξύ σκιάς και φωτός, βαπτιζόμενα εις το κύμα. Εμάντευα το στέρνον της, τους κόλπους της, γλαφυρούς, προέχοντας, δεχόμενους όλας της αύρας τας ριπάς και της θαλάσσης το θείον άρωμα. Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον επιπλέον εις το κύμα· ήτον νηρηίς, νύμφη, σειρήν, πλέουσα, ως πλέει ναυς μαγική, η ναυς των ονείρων…».
Κι εμείς δεν μπορούμε να συγχωρήσουμε άπαξ λεγόμενον ούτε εκείνο το «επί τη εμφανίσει». Σύντομα δεν θα επιτρέπουμε ούτε το «καλώς τον», — αν πρέπει να καλωσορίσουμε κάποιον στο σπίτι μας, θά λέμε σίγουρα «καλά τον». Κι όλα θα ’ναι καλά, στον πιο παυσίλυ-πο, τον πιο σταθερό, τον καλύτερο από τους δυνατούς κόσμους. Απαιτώ την ελευθερία της γλώσσας μου. Η αξία της γλώσσας μου υπολογίζεται επί τη εμφανίσει.
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
Διονύσιου Σολωμού Άπαντα, Τόμος δεύτερος, Πεζά και Ιταλικά. Έκδοση-Σημειώσεις Λίνου Πολίτη. Γ΄ έκδοση, Ίκαρος 1979.
Διονύσιος Σολωμός, επιμέλεια Ν. Β. Τωμαδάκη. Βασική Βιβλιοθήκη, «Αετός», Αθήναι 1954.
Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, Λεξικόν της καθ’ ημάς Ελληνικής Διαλέκτου, με-θηρμηνευμένης εις το Αρχαίον Ελληνικόν και το Γαλλικόν. Εκδ. Ανδρέας Κορομηλάς, Εν Αθήναις καί Κωνστ/πόλει, χ.χρ.
Μεγάλη Ρωμαίϊκη Επιστημονική Γραμματική, Αθήνα 1935.
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.