Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Μάριος Μαρκίδης

σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]

Το παιχνίδι των γραμμάτων

[Κείμενα Νευρο-Ψυχολογίας. Θανάσης Τζαβάρας (εκδ). Σύγχρονα Θέματα, Θεσσαλονίκη 1987, 269-277.]

I

Τον Αγησίλαο Κορνάκη τον γνώρισα υπό συνθήκες που δεν επι-τρέπουν στους ανθρώπους να γίνουνε φίλοι. Και το γεγονός ότι βρίσκεται σήμερα στα χέρια μου ένα χειρόγραφο της «Άτομοσυνολοανθρωποπαντοτεπαντουπαντοκρατορίας», δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω σαν δείγμα των αισθημάτων του απέναντι μου, της περιβόητης εκείνης θεραπευτικής «συμμαχίας» που πάντοτε εφευ-ρίσκουν οι Ροβινσώνες για να εξασφαλίζουν Παρασκευάδες, όσο του πάθους του για εκτόξευση των ιδεών του (θέλω να πω: των λέ-ξεων του), του πάθους του να κινήσει τον αέρα που κουβαλάει στις φτερούγες του την «αλήθεια», – κι όπου πιάσουνε πια οι σπόροι.

Όχι πως ο Κορνάκης ήταν διατεθειμένος να δείξει οποιαδή-ποτε καλωσύνη, οποιαδήποτε ανεκτικότητα στα άγονα χωράφια. «Υπόγειος πίσσα, ισόβιος απομόνωση των διά παντός τρόπου παρεκτρεπομενων». Όμως, μ’ έναν τρόπο σχεδόν μυστικό, διαισθάνονταν την εξουσία των σπόρων, την ακαταμάχητη δύναμη των λέξεων να ριζώνουν με τον καιρό στην καρδιά και των πιο συμπα-γών βράχων, ν’ ανοίγουν φλέβες στην πέτρα, – όχι ν’ αντανα-κλούν τον κόσμο του άνθρωπου, μα να δημιουργούν εκ του μηδε-νός, από το άμορφο και ακατασκεύαστο, τον κόσμο του ανθρώ-που: «Ο Κρόνος – Κόρνος – Χρόνος (Χρονάκης – Κρονάκης – Κορνά-κης κλπ) είναι δημιουργός, μεταβολιστής της ύλης και καταλύτης της αποσύνθεσης. Χρόνος – Day – Dyas – Δυάς -Δίας- Ζεύς. Ο Χρόνος (ή Δυάς), το αρσενικό και θηλυκό, είναι χρήμα [όχι επειδή το λέει η παροιμία, αλλά επειδή Time ίσον τιμή]. Η διάρκεια του δίνει την ανακύκλωση της ζωής, τον μεταζωϊσμό και την μετενσάρκωση. Η αλήθεια είναι Κορνάκης – Κόρνος – Κρόνος – Χρόνος (η Δυάς) – Ζεύς – η Ζωή. Holidays – όλοι δυάδες – σμίξιμο – ζευγάρωμα, πρέπει να γίνουν όλοι οι άνθρωποι δυάδες (ανδρόγυνα)».

Η αλήθεια είναι ο Κορνάκης (υπάρχει άλλη αλήθεια;), οι φθόγγοι που πολλαπλασίασαν οργιαστικά τον εαυτό τους. Οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν να εξασφαλίσουν την επικράτησή της γιατί πήραν στραβή κατεύθυνση. Φταίνε οι «πολυγνωσιομιλίες» φταίνε οι δημιουργοί των πολλών γλωσσών (γραφομιλιών), οι οικοδόμοι του Πύργου της Βαβέλ, τα πανεπιστήμια «που έχουν καταντήσει πολυτρελοκαλλιεργεία», οι «άξιωματυφλοί», οι «γραμματυφλοί», και κυρίως «εκείνοι που κάνανε τον μυστικό δείπνο και επιβάλανε τον φανερό ύπνο», οι απατεώνες της «πολυεκκλησίασης» με το «εορτοδιαιτολόγιό» τους. Πρέπει να συντρέξουμε στο «φανερό γεύμα» για να βρεθούμε στο «φανερό ξύπνιο», να ξελαμπικάρει το μυαλό των ανθρώπων, να ξυπνήσει η ανθρωπότητα από τον «ποικιλώνυμο λήθαργο» στον οποίο βρίσκεται, να επιβάλουμε την «ολοανθρωπινογραμματαριθμογραφομιλία» και, πριν απ’ όλα, να εξαλείψουμε τα ύπουλα και παραπλανητικά ειδωλολατρικά ονόματα των ανθρώπων και τις ειδωλολατρικές τοπωνυμίες της γης, να τ’ αντικαταστήσουμε όλα αυτά με τα σωστά:

Των ανθρώπων με ονόματα αστεριών – Σταροποίηση
Των τόπων μέ αριθμούς – Τοποαριθμία

Εφαρμογή:

Ανδρας ίσον Teristar (αστεροταίρι)
Γυναίκα ίσον Tourostar (πυργοαστέρι)
Touroteristardyas το ανδρόγυνο (πυργοταιριαστεροδυάς)
Και το παιδί Touroteristar, πυργοταιριαστέρι.

ΟΝΟΜΑΤΕΠΩΝΥΜΟ ΜΟΥ

 

Ειδωλολατρικό: Αγησίλαος Κορνάκης του Μιχαήλ και της Αναστασίας.

Μετά σωστή τοποθέτηση: Αγησίλαος Αναστασίας Χ Μιχαήλ [Μετά σωστή τοποθέτηση, η «αποκατάστασις» του Ώριγένη: Ο υιός της ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΣ… Υιός της Παρθένου… «Θά εξαφανίσουμε από προσώπου γης τα κόκκαλα των πεθαμένων, θά κάνουμε ΑΝΑΣΤΑΣΗ νεκρών»].

Μετά την αλλαγή ονομάτων: Γαλάξιος Ηλιάς Χ Κόρνος ή Κρόνος ή Χρόνος.

Μετά σύζευξη και συμβίωση: Γαλάξιος Χ Αρμονίας, πυργοται-ριαστεροδυάς, ομόβιοι και ολόβιοι (ο βίος είναι το όλον).

 

*

Όλα άρχισαν πριν από είκοσι πάνω κάτω χρόνια, όταν, όπως λέει ο ποιητής, η Μοίρα ανοίγονταν θαυμάσια: Εδώ δρόμος, εκεί δρόμος, από κει επίσης δρόμος… Δεν ήταν η τύχη που τα έφερε έτσι ώστε ο Γαλάξιος Ηλιάς (Οήλιος, το πιο λαμπρό αστέρι…), κατά κόσμον Κορνάκης, δάσκαλος στα είκοσιδύο του, δικηγόρος στα σαράντα του και τώρα λογιστής για να κερδίσει το ψωμί του, άνθρωπος που στα πρώτα του νιάτα είχε τόσο αναπτυγμένη θρη-σκευτικότητα και σύχναζε με τόσην ευχαρίστηση στα κατηχη-τικά και τα κηρύγματα, να γίνει ξαφνικά αναθεωρητής και εικονομάχος. Τότε, λοιπόν, ενώ τόσα να κάμει είχε έξω, ό Κορνάκης πα-ρατάει κάθε άλλη δουλειά, νηστεύει τους φίλους και τις γυναίκες, και κλείνεται μέ τίς ώρες στη βιβλιοθήκη για να ξεσκεπάσει τα χαλκεία, να διαβάσει μυθολογία και Αγία Γραφή. Δεν ήταν βέ-βαια η τύχη. Μα ό Κορνάκης είχε νηπιόθεν, έστω και λανθάνον, το πάθος του Θαλή και του Αναξίμανδρου (που δεν είναι πάθος για την «παρατήρηση», μα πάθος για το «συμπέρασμα»), τον εφλόγιζε η ανακάλυψη της πρώτης αρχής. Ποιες είναι οι πόρτες της ζωής; Τι έφταιξε για τα τρομερά λάθη και τις ατυχίες της αν-θρωπότητας; Πρώτα πρώτα ηταν τα γιγαντιαία ψέματα στην εξή-γηση των μύθων, ψέματα που είχαν την αφετηρία τους σε μια κακοπιστία απέναντι στη γλώσσα: Πάρτε, λ.χ., το μύθο του Μινώ-ταυρου. Διατυπώθηκαν τόσες και τόσες (σε τελευταία ανάλυση, αδιέξοδες) εκδοχές, μα κανείς δεν είδε στο Μινώταυρο να φωλιά-ζει, ακόμη αγέννητος, εμβρυϊκός, μα ταυτόχρονα αναπόφευκτος, ο Χριστός:

Αμήν – μήνα – Μηνάς – Μήνας – Μίνως – Μάνος – Εμμανουήλ.

Ό Χριστός είναι ενσφηνωμένος στα σπλάχνα του Μίνωα, υλοποιημένος μέσα στο «αμήν», παρών μέσα στον «μήνα» (τον «Χρόνο»), όπως στη «Φαιστό» σιγοκαιει το «φως», όπως η Πανα-γία προετοιμάζεται στη μήτρα της «γης», στον ηχητικό ιστό της λέξης.

Ο μύθος, η ελπίδα, η πίστη, ο σκοπός του άνθρωπου, θύματα μιας κακοπιστίας, μιας διαστροφής που παραμέλησε το ήλετρικό πεδίο της γλώσσας και συσκότισε την αρμονία της πλάσης: Παναγία είναι η γη. Το «γ» γλυστράει, όπως μας το έδειξε στον μεταφορικό του άξονα ο Roman Jakobson, από το χώμα στην ιερότητα. Το γράμμα είναι η πρώτη αρχή, το κλειδί που σε ταξιδεύει στην αιωνιότητα. Η γλώσσα δεν είναι φορείο των πραγμάτων, είναι η κοίτη των πραγμάτων, του κόσμου. Το μυστήριο του κόσμου κι η λύση ταυτόχρονα του μυστηρίου βρίσκονται στη λέξη ή, καλύτερα, στην ευκαμψία της συλλαβής ή, πιο καλά ακόμη, στο γράμμα, εκείνη τη φύσει ελευθερία, στον ζωοδότη ήχο που ο Πλάτων παρέπεμπε στους θεούς, ενώ υπήρχε πριν απ’ τους θεούς, πριν από το πρίν.

 

Παναγία – πανγαία – γάιδαρος – υδρογειοαερόσφαιρα
Δεμένη η υδρογειοαερόσφαιρα (ανθρωπότης μεταφορικά) με τον γόρδιο δεσμό.
Ο γόρδιος δεσμός υπάρχει και σήμερα, και είναι το σύνολο των ασυναρτησιών, δεισιδαιμονιών, είδωλολατρειών της υφηλίου. Πρέπει να λυθεί και όχι να κο-πεί, δεν είναι δυνατό οι άνθρωποι να μείνουν ανερ-μάτιστοι, χωρίς θρησκεία και πίστη.

 

Μέ εφόδια, τη φωνητική και σχηματική κίνηση της λέξης, την παραδειγματική της, όπως λένε οί γλωσσολόγοι, ανάπτυξη (που λένε ακόμη πως είναι το δώρο της ποίησης), ό Κορνάκης ανακάλυψε, μέ τον ίδιο περίπου τρόπο που το είχε ανακαλύψει ο Κρατύλος, τη γλώσσα του σαν ανάβρα της «αλήθειας». Τι αντι-προσωπεύει τάχα όλη αυτή η επίμονη ιστορία για το Νώε, την Κιβωτό και τον Κατακλυσμό; Τί ψάχνουν να βρουν εβραίοι και χριστιανοί στο σκοτάδι; Το γράμμα «Ν», ανάλογα με την προοπτική που θα το διαβάσεις, δεν είναι παρά το γράμμα «Ζ», ο εγερσίνεκρος ήχος, ο σφραγιδόλιθος της ζωής.

Νώε – Ζώε – Ζωή
Έπεται πως η κιβωτός του Νώε δεν είναι άλλη από την κιβω-τό της ζωής, η Παναγία, η πανγαία, η υδρογειοαερόσφαιρα (κάθε φιλοσοφικό σύστημα διαθέτει την τεχνική του γλώσσα). Ο Κα-τακλυσμός που γράφουν τα παλιά βιβλία δεν μπορεί να είναι άλ-λος από την ανατολή και το πέρασμα της ζωής πάνω στην υδρο-γειοαερόσφαιρα, σε αντιδιαστολή προς την οποία το άγιο πνεύμα. ως πνεύμα επιφερόμενον επάνω του πρωταρχικού ύδατος, οφείλει να είναι η ατμοαερόσφαιρα.

Και έκάλεσεν ό θεός την ξηράν γην και τά συστήματα των υδά-των έκάλεσε θάλασσας… Εδώ πιστοποιείται και πάλι η συγκολ-λητική αξία της συλλαβής και της λέξης κι εγκαινιάζεται η περιπέτεια του «δ», του «μ», του «σ» και του «κ», —το κλειδί για την ακόλουθη αποκωδικοποίηση:

Αδάμ – άνδρας – Βούδα – Βοδενά – νερό – θάλασσα
Ω Βούδα άγιο και αθάνατο νερό, ζωοποτιστή και ζωοδιαιωνιστή του μεγαλείου της δημιουργίας
Μωύσής – νερό (κίνηση της γλώσσας στον άξονα της γειτονιάς, της συνέχειας)
Σωκράτης – Μωκράτης
Κωστής – Σωστής
Κωνσταντινούπολη – Σωστούπολη

και μια άλλη σειρά στον άξονα της μεταφοράς (της ομοιότητας), φωνητική κι όπου χρειάζεται νοηματική, κατευθύνει σε μια πικρή παρατήρηση για το ανθρώπινο πλάσμα:

Χώμα – Hommo – άνθρωπος – σαπισμένα φύλλα, γιατί βέβαια, δεν είναι ό άνθρωπος Homo sapiens.

Παν μέτρον άχρηστον και πάντων μέτρον ο άνθρωπος. Ο χρό-νος δεν μετριέται, ούτε διαιρείται. Ζούμε στην αιωνιότητα, δεν υπάρχει παρόν. Χωροχρόνιο και φωτόχωρο. Ημερονυχτοφωτόχωρο. Γηηλιοσεληνοαστέρια. Δεν υπάρχουν εποχές, δεν υπάρχουν ισημερίες, υπάρχει μόνο ένα ανοιξοφθινοπωροκαλοκαιροχείμωνο που εναλλάσσεται ρυθμικά μ’ ένα φθινοπωρανοιξοχειμωνοκαλόκαιρο. Το βάρος διαψεύδεται. Το δίκαιο δεν μετράει, ούτε ζυγίζεται (άπατη η ζυγαριά της δικαιοσύνης).

Νομός – νόμος – διαίρεση
Αμαριανό (Αμάρι) – μαρία νο
Μαρία – ιδιοκτησία

Η ιδιοκτησία κηρύσσεται εκτός νόμου. Οι ιδεολογικές δια-φορές και οι εδαφικές διεκδικήσεις εξαλείφονται, η επιΚράτεια στα Κράτη Καταργείται, Λείπουν οί φύΛακες. Διαφθοροζωή. Άστρολυσία. Στο τέλος, Λυσηένωση, πρός μια λυσηένωση της άτο-μοσυνολοανθρωποπαντοτεπαντουπαντοκρατορίας. Να μπει τάξη, να λύσουμε το γόρδιο δεσμό, να φτιάξουμε μια γραφομιλία για όλη την ανθρωπότητα, που να χρησιμοποιεί μια συμβολογραφή.

Μια συνολοανθρωπογραμματαριθμογραφομιλία.
Να γίνουμε ολόβιοι και συνάλληλοι, σύνολοι και σύνβιοι.

Τι έρχεται πρώτα, η σκέψη ή η λέξη; Η λέξη ή το πράγμα; Η λέξη γεννά με τον ήχο της, το σχήμα της, τον ίσκιο της, ενώ-νεται μ’ άλλες σταγόνες και γεννά σκέψεις και πράγματα. Ο λόγος της γλώσσας είναι πάντα η ποίηση, μα η γλώσσα δεν είναι πάντα ποίηση. Ό Κορνάκης είναι ένα αδύνατο ποίημα. Ο Κορνάκης είναι το αμετάβατο συν μιας απέραντης ίδιωτικότητας, μια αστρολυσία, μια συνοφρύωση.

 

 

ΙΙ

 

Αλλά εγώ, μια ήθελα, μια μόνη ευτυχία,
μια δύναμη, μια απόλαυση και μια παρηγοριά μου
για να μπορώ μέσα σ’ αυτή μ’ άλλη ζωή να ζήσω
για να μπορώ μέσα σ’ αυτή να χάνωμαι για πάντα,
για να μπορώ να λησμονώ και να ξαναγεννιέμαι.

Μ. Μητσάκης, «Ποιητής»

 

Μια αλλόκοτη αθηναϊκή φιγούρα των τελευταίων χρόνων του περασμένου αιώνα, ένας τοξικομανής του ύφους, μια δονκιχωτική μορφή πεζογράφου στεγασμένη στα πιο περιπαιχτικά ψευδώνυμα (Μ. Τσακ, Michelet, Κράκ, Ιξίων, – εκείνος ο αναιδής που κα-λεσμένος στο τραπέζι των θεών ρίχτηκε ασύστολα στην Ήρα), υπέβαλε μια μέρα στο Φιλαδέλφειο διαγωνισμό την πρώτη και μο-ναδική συλλογή του Από ποιήματα. Ο εισηγητής του βραβείου (ο Άγγελος Βλάχος, της «Αηδόνος και του Ίου» και της φαιδράς πορτοκαλέας») του αναγνωρίζει μια ευχέρεια στη στιχουρ-γία, μα αναρωτιέται ταυτόχρονα κατά πόσο πρόκειται για ισορ-ροπημένο μυαλό, έτσι που θαρρεί πως έχει την άδεια να πει ελευ-θέρως και ακωλύτως ό,τι του κατέβει, να ολισθήσει στην άκοσμία και την ύβρη, να προπηλακίσει τα ήκιστα προπηλακισμού άξια… Ό ποιητής, γράφει, σπαταλάει την ομολογουμένη εκφραστική του δύναμη παλαίων κατ’ ανεμόμυλων. «Μα η ποίησις είναι ένα πράγμα (τώρα παραφράζω μια πικρόχολη παρατήρηση του Μητσάκη), το οποίον δεν ειξεύρετε τι πράγμα είναι». Η αληθής ποίησις, το μεγάλο ποιητικό σκίρτημα, είναι περίπου αυτό το πράγμα, για τον Άγγελο Βλάχο:

 

Υπό σκιάν χλωρών πεύκων
οίκος επίχαρις υψούταν
το μέτωπόν του το λευκόν
με κλήμα θάλλον στεφανούται
και των ποδών αυτού εμπρός
ως στίλβον κράσπεδον λαμπρός ανθών απλούται.

 

Λίγο καιρό αργότερα, αυτός που έτόλμησε την ύβριν θα εγκλειστεί έντρομος και ταπεινωμένος στο Δρομοκαΐτειο. Εκεί-νη η άνοιξη του ύφους μέσα στον στείρο γλωσσικό χειμώνα, στην οποία αστραποβολούσε, όπως λένε, η αρμονική μεταβολή της γλώσσας και οργίαζε το επίθετο, θα ζήσει άκομη μια λυκοφωτική ζωή για είκοσι πάνω κάτω χρόνια, αντλώντας πια για να μιλήσει από έναν ιδιωτικό ελληνογαλλικό κώδικα, που κανείς δεν άκουγε στα σοβαρά και κανείς δεν τον εξαργύρωνε.

Les hommes (sic!) est ride
ou les hommes et riddes (;)
oy le ζώ méride?

Άνθρωποι και ρυτίδες… Υπάρχουνε άνθρωποι που δεν καταλαμπαίνουν σ’ ένα ποίημα, άν δεν έχει τέλειες ρίμες. Les rimes complêtes – le maire en tête. Ride -(ridicule) – Méride. Ή, μήπως, το πρόσωπο της ζωής είναι που μεσημερυτιδιάζει; Le ζώ méride, – ρηματοποίηση προφανώς του Faire la méridienne, της λεγόμενης «μεσημβρινής ανάπαυσης», της σιέστας. Η ζωή σε ανά-παυλα. «Τότε, απ’ όλα τά όνειρά του πήρε από πίσω την ανέγερση κάποιου ανδριάντα, την ανασκαφή μιας εκκλησίας, την κατεδάφιση μιας συνοι-κίας, τον όλεθρο μιας χώρας. Le mariage d’un (I)ncoglan (προφέρετε το: «ακοσμία και ύβρις…») avec une fille noble!». Υπογραφή: L’Armada Mahométane (όπως, άλλου, M’hire mie donc. Yer’mani. Eπεί Hausse, Son Jert, Roland Lascar – cyrme ou cavle κ.ά.).

Κατά κάποιο τρόπο, όταν είχε ονειρευτεί ο Μητσάκης, σε ανύποπτο χρόνο, τις Μοίρες του να του χαμογελούν αινιγματικά και να φεύγουν χωρίς να του χαρίζουν τίποτα («Μερικά φύλλα εκ του ιδιαιτέρου σημειωματάριου μου»), είχε στ’ αλήθεια διαιστανθεί πως θα έρχονταν γι’ αυτόν τα πράγματα στη ζωη: μόνο που δεν διέθετε ακόμη τη σωστή προοπτική της γλωσσικής φρονιμάδας των φρονίμων και της δικής του τρέλας το βεληνεκές. Ο Δόν Κιχώτης δεν είχε ακόμη πλακωθεί από τις λέξεις όπως πλακώνει τον γλύπτη το μάρμαρο, ο ονειροπόλος (son jert), δοσμένος στις στιλπνές εικόνες του, δεν είχε ακόμη αποσυντεθεί. «Η κυριωτέρα ίσως διαφορά μεταξύ πολλών παραφρόνων και πολλών νομιζομένων φρονίμων είναι μόνη η άνικανότης ην έχει ο παράφρων περί την χρήσιν των λέξεων, ως εκ της οποίας δεν ημπορεί να μεταδώση και εις άλλους εκ των ομοίων του την τρέλλαν υφ’ ης κατέχεται».

Το βάρος του στοχασμοϋ, εγώ τουλάχιστο, δεν το βλέπω στην «τρέλα», αφού δεν είναι η τρέλα καθεαυτή που κάνει για τον Μητσάκη την επώδυνη διαφορά (η ίδια η ποίηση είναι μια «ωραία τρέλα» και, για πολλούς από τους φρόνιμους, όχι μόνο ωραία, άλλά και θεϊκής καταγωγής). Το βάρος πέφτει καταθλιπτι-κά στην «ανικανότητα χρήσης», στη γραμματικοσυντακτική πά-θηση (δεν είναι να παραξενεύεται ό αναγνώστης: η γλώσσα έχει τά πάθη της, λόγου χάρη την αλλαγή και την απώλεια των φθόγ-γων της, τους παιδικούς της φόβους, – τη χασμωδία, έχει όμως και τις παθήσεις της), και στην «αδυναμία μετάδοσης», την απόσβεση του ήχου μέσα σε αλλότρια φυλλώματα, στη σιωπή, στο επικοινωνιακό φράγμα. Το πρόβλημα του παράφρονος δεν είναι κάποιο ιδεολογικό «περιεχόμενο τρέλας», μυθικό έδαφος στο οποίο περιπλανήθηκαν και χάθηκαν διά παντός τόσες θεωρητικές προσβάσεις, θεωρώντας τη γλώσσα αντανάκλαση της σκέψης δοχείο ενός, δεν ξέρω κι εγώ με ποιο τρόπο, σαλεμένου λογικού. Η γλώσσα δεν είναι το όχημα, δεν είναι το μεταφορικό μέσο είναι ταυτόχρονα το μεταφέρον και η μεταφορά, το περιέχον και το περιεχόμενο, ο χιτώνας του Νέσσου και οι σάρκες του.

Ο Μητσάκης ανακαλύπτει με μιαν εκπληκτική οξυδέρκεια την ουσία της παλαιολιθικής διάγνωσης που, πέφτοντας σα σφυ-ριά, πρόκειται να κλειδώσει πίσω του τις πύλες του ασύλου: «Phrénopathie des dégénérés». Η παραφροσύνη βρίσκεται μέσα στην ίδια τη γλώσσα, στις τρύπες της απ’ όπου διαρρέει το νόημα σα ν’ αδειάζουν οί φλέβες του άνθρωπου, στη συμβολιστική ανεπάρκεια της, στο γεγονός ότι δεν ακολουθεί, υπεκφεύγει, τερ-ματίζει πρόωρα, ύπερεκχειλίζει τους συμβολικούς κανόνες τοΰ γλωσσικού παιχνιδιού, σε μιας λογής αδυναμία της, που απορρέει από τον έξαλλο βηματισμό της, να χρησιμεύσει σαν «κοινός» κώ-δικας (μ’ όλο που δεν πρέπει να πιστέψουμε πως ο κοινός κώδικας εξισούται ακριβώς με τον κώδικα των φρονίμων).

 

Ο κώδικας της παραφροσύνης, όπως θα έλεγαν οι γλωσσολό-γοι, δεν πειθαρχεί στις ευπαθείς προϋποθέσεις για τη ροή του μηνύματος. Επιτρέπει το υπερβολικό γλύστρημα (την αχαλίνω-τη μεταφορά) ή δεν το επιτρέπει καθόλου (η λέξη είναι τό πράγ-μα). Καταργεί την απόσταση της γλώσσας από την εμπειρία, ενώ γλώσσα σημαίνει να σημαίνεις την εμπειρία, όχι να τη ζεις. Γλώσσα σημαίνει σχέση μεσολαβητική, δεν σημαίνει αμεσότη-τα, γιατί το ανθρώπινο υποκείμενο δεν μπορεί νάα υπάρξει στον κόσμο αδιαμεσολάβητο. Ο κώδικας της παραφροσύνης κονιορ-τοποιεί τη γλώσσα, αναπτύσσει τη λέξη μέσα στην αδιαφάνεια, κάνει τήη λέξη μια «αυτωνυμία» αμετάβατη, γιατί αυτό που μπορεί να «σημάνει» στο σημαίνον (στο μήνυμα) είναι ακριβώς η συμβολική οργάνωσή του (ο κώδικας). Η φλύαρη γλώσσα της παραφροσύνης είναι στ’ αλήθεια μια γλώσσα βουβή: ένα στόμα ανοιχτό που δέν μιλάει.

        «Όλα χάθηκαν, αγαπητέ μου, κι οι στίχοι και η ρίμα, ακόμη κι η γλώσσα πάει…»

Ton marteau
Chamarto (;)
Frappe dur…
Αμ ‘Art taux
Σ’ αναρτώ
Sur le mur!…

Αμ’ Art taux, αμαρτώ. Coule, δηλαδή «ροή», – (Ροΐδης) – Bizarroide. – «Un baume mystérieux coule, s’elance par la fente / Bizarroide, qui fait et defait les infantes…». Méllodièrx, μελωδικός και ταυτόχρονα μελλοντικός, και τi άλλο ακόμη; Να Cyνδιαλεχθώμεν. «Σα ‘λέπει, CA λέπι, SALLE ΈΡη, Sale ΈΡΕΙ, Σ’ άλλ’ ait ‘πη, / Σ’ Αλ$έπι!». Σαλέπι – Χαλέπι. ««Ορθώνεται σάν άγαλμα αλλόκοτο στο σταυροδρόμι για ν’ ακούσουν δλοι: / Σας θυμίζω κάποια πόλη;»

Αλλά σ’ αυτά τα είκοσι δυστυχισμένα χρόνια της έσχατης εξαθλίωσης (τόσα περίπου έζησε ακόμη εν δόξη και ο Βλάχος), της κυριολεκτικής «επίχωσης» (Επεί Hausse), τα χιλιάδες χαρ-τιά που γεμίζει με ορνιθοσκαλίσματα ο Μητσάκης, τα περιθώρια των βιβλίων που μουτζουρώνει με ασυνεχείς και «χωρίς λογικό έλεγχο» στίχους, δεν χρεώνονται πάντα στην τρέλα του, δεν εξα-γοράζονται με το ειρωνικό χαμόγελο ή την αποστροφή των φρο-νίμων. Κάποτε οί στίχοι μαζεύουνε τη δύναμή τους, μπαλώνουνε μαστορικά τις τρύπες τους, «παλαίουν» κατά της τρέλας τους, κλέβοντας μάλιστα από την τρέλα τους, με την παράξενη ποιητι-κή σοφία που ξέρει να φυλάγεται απ’ τους γκρεμούς της γλώσ-σας, εκείνη την οριακή ελευθερία που η ενεργοποίηση της κάνει την ποίηση να είναι ποίηση (όσο η αδράνειά της κάνει τα ποιή-ματα του Αγγέλου Βλάχου να ξεχνούν πως γράφονται τα ποιήμα-τα – και να ξεχνιούνται). Κι αυτήν την πάλη ο Μητσάκης δεν την χρωστάει στους φρόνιμους.

Alors dans la débacle du geste et du langage,
dans l’absence de grammaire, sous le verbe des vieux âges
Renaissant, dans l’éclipse du juste rhythme, du mot sain,
dans la fuite atroce des lignes et du dessin,
on se vautra farouches dans la luxure immonde…

Η δε ποίησις, ας ετοιμάση… διά τον άγνωστον αυτόν… ποιητήν, θέσιν εις τάς τάξεις της. Αν ημπορή να υποτεθή ότι έχει τάξεις.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.