Γρηγόρης Βασλαματζής
Ψυχαναλυτής,
Αναπληρωτής Καθηγητής Ψυχιατρικής
Παν/μίου Αθηνών
σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]
I
Ένα «φάντασμα της αιτίας» πλανάται πάνω από την πόλη. Ένα έργο κριτικής σκέψης πλανάται πάνω από τα κεφάλια μας. Αναζητά χώρο για μεταβολισμό και τον Άλλον που θα το χρησιμοποιήσει. Έστω και ως οχληρό ιστορικό παράδειγμα. Είναι προφανές ότι αναφέρομαι στο άρθρο του Μάριου Μαρκίδη με τίτλο «Το φάντασμα της αιτίας» και υπότιτλο «πώς να γίνετε οχληροί σε ψυχαναλυτικά συμπόσια», που περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο Ψυχανάλυση και Ελλάδα – έκδοση της Εταιρείας «Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη», το έτος 1984, με επιμέλεια του Θανάση Τζαβάρα.
H απάντηση στο ερώτημα γιατί το έργο του πολυγραφότατου Μάριου Μαρκίδη συνάντησε μιαν αμήχανη σιωπή φαίνεται να κρύβεται σε αυτόν ακριβώς τον υπότιτλο του άρθρου. Διότι το να είσαι οχληρός, το αντίθετο δηλαδή του οκνηρός –εννοώ διανοητικά οκνηρός– δεν είναι και το καλύτερο προσόν για μια επιστημονική συνάντηση ρουτίνας. Θυμίζω την τύχη που επιφυλάχθηκε και σε άλλα οχληρά κείμενά του, όπως εκείνο για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση, κ.λπ.
Αποτελεί, βέβαια, μια από τις συνήθεις πρακτικές μας η μη αναφορά στους συναδέλφους μας –σύγχρονους ή παλαιότερους–, τόσο που δεν ξενίζει κανέναν. Έπρεπε να περάσουν 25 χρόνια για να γίνει εκδήλωση μνήμης και αναφοράς στο έργο του Δημητρίου Κουρέτα, του πολυγραφότατου δασκάλου πολλών ψυχαναλυτών – και όχι μόνο – και πρώτου Καθηγητή Ψυχιατρικής, μετά τον χωρισμό της κοινής έδρας Νευρολογίας-Ψυχιατρικής. Η λήθη, όπως το ύδωρ του Τροφώνιου Μαντείου ή το ύδωρ της Στυγός, αποτελεί έκφραση του «αρνητικού». Δεν εγγράφεσαι (εν προκειμένω δεν αναφέρεσαι στα συγγράμματα και στα κείμενα), άρα έχεις ξεχαστεί, δεν υπάρχεις στην πόλη μας. Άλλοι τώρα άρχοντες μας κυβερνούν και όχι μόνον οι λωτοφάγοι.
Το πρόβλημα της διαπάλης λήθης και α-λήθειας είναι διαχρονικά επίκαιρο. Θέλω όμως να θυμίσω εδώ ότι το έχει ήδη συζητήσει το 1983, από τη φιλοσοφική του πλευρά, και ο Μάριος Μαρκιδης, στο άρθρο του «Νίτσε και Φρόιντ: Λήθη και αλήθεια» (Δελτίο τής εταιρείας σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας, 1986, 8, 36-40). Και ότι το ίδιο θέμα έχει απασχολήσει και μένα σε κείμενό μου για την Μαρία Βοναπάρτη στο ομώνυμο πολυσυγγραφικό βιβλίο (Κέδρος, 2006) και σε μια κλινική μου εργασία στο Scandinavian Psychoanalytic Review (2007).
II
Όμως το κυρίως θέμα είναι η ένταξη του κειμένου αυτού του Μάριου Μαρκίδη μέσα στον σύγχρονο διάλογο των ψυχαναλυτικών ιδεών. Τι λέει και τι προσθέτει το «φάντασμα»; Και ασφαλώς το ερώτημα: Πώς το διαβάζουμε σήμερα;
Ο Μαρκίδης αναφέρεται ευθέως στη «φιλοδοξία της ψυχανάλυσης να αναγνωριστεί από το επίσημο σώμα της επιστήμης», κάτι που την οδηγεί να δεχθεί τον ψυχικό ντετερμινισμό, είτε ως συμπλήρωμα είτε ακόμα και ως αντιπαράθεση στην «οργανική» αιτιότητα. Με αυτήν τη φιλοδοξία, λοιπόν, ο Μαρκίδης προβληματίζεται. Έτσι θα επικρίνει τους επιγόνους εκείνους που αντιμετωπίζουν τον ασυνείδητο κόσμο και το ανθρώπινο υποκείμενο ως υπακούοντα σε νόμους, ως να μην κατανοούν ότι η ψυχανάλυση κατασκευάζει υποθέσεις. Όπως, π.χ., ο Charles Brenner, εκ των ιδρυτών της ego-psychology στις ΗΠΑ, στον οποίο ο Μαρκίδης αποδίδει την αυταπάτη της εξομοίωσης ψυχικού κόσμου και φυσικού κόσμου. Παίρνει μάλιστα ως παραδειγματικό τρόπο σκέψης την πρόταση του Robert Knight ότι «η ψυχανάλυση ως επιστήμη πρέπει να είναι ντετερμινιστική». Και εστιάζει την κριτική του σε αυτήν την τοποθέτηση. Εξ ου και «το φάντασμα της αιτίας».
III
Ανοίγω εδώ παρένθεση για να υπογραμμίσω ότι ο Μάριος Μαρκίδης, γράφοντας το «Φάντασμα της Αιτίας», στοχάζεται επιπρόσθετα και πάνω σε ένα ευρύτερης εμβέλειας ερώτημα: η γένεση της Ψυχανάλυσης αφορά μια καινούργια επιστήμη ή αποτελεί μια νέα αφετηρία στο μακρύ ταξίδι της (φιλοσοφικής και όχι μόνο) παράδοσης για τα ανθρώπινα πάθη;
Ως προς το πρώτο ερώτημα, ο Μαρκίδης μοιάζει να αναγνωρίζει την προσδοκία των ψυχαναλυτών για το «απελευθερωτικό αποτέλεσμα της θεραπείας». Εξ ου και η επίμονη απαίτηση να είναι η ψυχανάλυση επιστημονικά τεκμηριωμένη θεραπευτική διαδικασία. Εγκαλεί, όμως, τους υποστηρικτές του ψυχικού ντετερμινισμού για τον στείρο «επιστημονισμό» που τους κατατρέχει ιδεοληπτικά, θεωρώντας πως έτσι συνδέουν αφελώς και απόλυτα αιτία και αποτέλεσμα.
Σε έναν γραπτό διάλογο με τον (άγνωστό μου) Γιώργο Σιούνα, ο Μαρκίδης επανέρχεται πιο καυστικός. Στις Σημειώσεις (τεύχος 24, 1984) δημοσιεύθηκαν και τα δυο κείμενα του διαλόγου. Ο Μάριος αναρωτιέται (προειδοποιώντας, νομίζω, συνάμα): «Αν τώρα εγκλωβίσουμε τις ψυχαναλυτικές προτάσεις (γιατί όχι και τις φιλοσοφικές, ακόμη και τις ποιητικές προτάσεις;) πώς θα είναι δυνατόν να τεθούν υπό γόνιμη αμφισβήτηση τα ψυχαναλυτικά επιχειρήματα;» – με βάση, φυσικά, την επιστημονική μεθοδολογία, δηλαδή την ποπεριανή διαψευσιμότητα, την οποία ο Μαρκίδης θεωρούσε ως το θεμέλιο της «επιστημονικής θέσης». Κι αμέσως παρακάτω να προσθέτει: «Αν, προκειμένου να περισώσουμε τα επιστημονικά οράματα της νεαρής επιστήμης της Ψυχανάλυσης, συνεχίζουμε να ανεμίζουμε τη σημαία ενός χωρίς όρια ψυχικού ντετερμινισμού, πώς γίνεται να πείσουμε τον επιστημονικό λόγο να απωθήσει τις επιστημολογικές του ανησυχίες;» – εννοώντας εδώ τον αναγωγισμό «του ψυχικού στο οργανικό».
IV
Επανέρχομαι στο «Φάντασμα της Αιτίας». Ο Μαρκίδης καταφεύγει – συνοπτικά ή και υπαινικτικά – σε φιλοσόφους, στον Χιούμ, στον Ράσσελ και τον Βιτγκενστάιν, απαντώντας στον, κατά τη γνώμη του, χωρίς όρια ψυχαναλυτικό ντετερμινισμό για να απαντήσει στο ευρύτερο ερώτημα στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω [αποτελεί η ψυχανάλυση μια νέα αφετηρία στο μακρύ ταξίδι της (φιλοσοφικής και όχι μόνο) παράδοσης για τα ανθρώπινα πάθη;]. Στο φιλοσοφικό πεδίο, θεμελιώνει την αντίστασή του. Αλλά την υποστήριξη της θέσης του την βασίζει στον Λακάν (χωρίς να τον αναφέρει) και στη γλωσσολογική προσέγγιση. Θέση που συνοψίζεται στο εξής: «Η εμπειρία μας βεβαιώνει πως υπάρχουν κανόνες στο παιχνίδι, πλέγματα που συνυφαίνονται με άλλα πλέγματα,, σχέσεις, συσχετίσεις, που η ερμηνευτική παρέμβαση (και μόνο αυτή) τους δίνει τον χαρακτήρα αιτίας και αποτελέσματος» ( σελ. 355).
Ας μου επιτραπεί να υποστηρίξω με δικά μου λόγια ότι το κείμενο λέει περίπου τα εξής: Πρόκειται μάλλον για την αφηγηματική αλήθεια (narrative truth) και όχι για μια εξω-αναλυτικά αναγνωρισμένη πραγματικότητα «αιτίας (ψυχικού τραύματος) και αποτελέσματος (νεύρωσης)». Κι ακόμα: Η ερμηνεία μας ή το πώς κατανοούμε τον λόγο του ασθενή είναι αυτό που συν-δημιουργεί (co-construction) «αιτία-αποτέλεσμα».
Αν όντως είναι έτσι, ο Μαρκίδης πλησιάζει εν έτει 1984 πολύ κοντά σε έναν ενδο-ψυχαναλυτικό διάλογο –εννοώ εντός των ψυχαναλυτικών εταιρειών– που είχε αρχίσει στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και εντάθηκε μετά το 1990. Εδώ σε μας, ο διάλογος αυτός δεν εμφανίστηκε παρά πολύ πρόσφατα.
Το 1984, ο ψυχαναλυτής Donald Spence εκδίδει το βιβλίο Narrative truth and Historical Truth: Meaning and Interpretation in Psychoanalysis, στο οποίο αναπτύσσεται η κριτική στάση ορισμένων ψυχαναλυτών στις ΗΠΑ, στην αναζήτησή τους της ιστορικής αλήθειας, η αποκάλυψη της οποίας σηματοδοτούσε την πεμπτουσία της ψυχαναλυτικής μεθόδου. Για τον Spence, ο Freud χρησιμοποίησε μάλλον άστοχα τη μεταφορά της αρχαιολογικής εργασίας για να περιγράψει το έργο της ψυχανάλυσης, στο τέλος του οποίου πίστευε ότι ο αναλυόμενος θα φτάσει στην «ιστορική αλήθεια που είχε ταφεί στο ασυνείδητο». Ο Spence αναδιατύπωσε τη μεταφορά σε «εργασία αφηγηματικότητας» ή «ρητορικής αλήθειας», μέσω της οποίας ο θεραπευτής και ο ασθενής ανταλλάσσουν αντικρουόμενες ερμηνείες για το τι είναι «αληθινό» στο παρελθόν του ασθενή. Σταδιακά ο θεραπευτής προσφέρει στον ασθενή την καλύτερη ιστορία, μια πιο κατάλληλη, συνεκτική και πειστική αφήγηση.
Η κριτική αυτή –την οποία συνόψισε λίγο αργότερα και ο Richard Rorty (Psychoanalytic Dialogues, 1993)– ξεκινούσε από τη θέση ότι «στόχος του Φρόιντ ήταν να προσαρμόσει την ψυχανάλυση στο καλούπι της θετικής επιστήμης». Η ψυχολογία του Εγώ ήταν έκφραση αυτής της απόπειρας, πλην όμως είχε ως αποτέλεσμα να συρρικνώσει την «δι-υποκειμενική» διάσταση της ψυχαναλυτικής δυάδας. Τότε λοιπόν (δεκαετία ’80) ξεκίνησαν στις ΗΠΑ και οι πρώτες κριτικές και η ανάδειξη της δι-υποκειμενικότητας.
Ο Μαρκίδης δεν νομίζω πως είχε διαβάσει τον Spence, ούτε τους άλλους κλινικο-θεωρητικούς της δι-υποκειμενικότητας και της «αφηγηματικότητας». Φαίνεται όμως να έχει έναν ανάλογο κριτικό προβληματισμό, απότοκο της δικής του θεωρητικής προβληματικής και της επαφής του με τη λακανική ψυχανάλυση. Αν και κλινικός γιατρός, με αξιοπρόσεκτη διαδρομή στην ακαδημαϊκή ψυχιατρική, δεν ενέδιδε στη σειρήνα του «επιστημονισμού».
Ο Μάριος Μαρκίδης δεν συνέγραψε καθεαυτό κλινικά ψυχαναλυτικά έργα. Ίσως γιατί θεωρούσε τον εαυτό του περισσότερο ως κριτικό διανοητή, ως δοκιμιογράφο και ως εκφραστή της γλωσσολογικής προσέγγισης. Το «δυνατό» του χαρτί ήταν η «γλώσσα», είτε με την έννοια των γνώσεων που είχε στη γλωσσολογία –άλλωστε η υφηγεσία του αφορούσε τον λόγο των σχιζοφρενών– είτε με την έννοια της έκφρασής του στον γραπτό λόγο, στον οποίο είχε αφιερώσει πολύ χρόνο από τη ζωή του.
V
Τελειώνοντας θα ήθελα να μιλήσω για την ιστορική στιγμή στην οποία γράφτηκε το κείμενο αυτό. Είναι το 1984, λίγο καιρό μετά την ίδρυση της Ελληνικής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας και του Study Group της ΙΡΑ (αργότερα Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία) και μετά τις αντιπαραθέσεις που αναπόφευκτα υπήρξαν, αλλά και μέσα στις αισιόδοξες προοπτικές που άνοιξε η θέσμιση της ψυχαναλυτικής εκπαίδευσης και έρευνας στη χώρα μας. Ο Μάριος Μαρκίδης δεν συμμεριζόταν την αισιοδοξία, ιδιαίτερα όταν αυτή έχει ως βάση της την επανάληψη γνωστών ήδη θέσεων ή γνώσεων, την εισαγωγή «μοντέλων» και όχι την παραγωγή τους. Δεν ανεχόταν, όπως έλεγε, την «αέναη εισαγωγή» στην ψυχανάλυση. Το ίδιο πίστευε και κατέγραφε σε άλλα κριτικά δοκίμιά του για την ψυχιατρική του στείρου DSM και της «από-ψυχοδυναμικο-ποίησής» της. Γι’ αυτό ίσως ο λόγος του «δεν χωράει» σε αυτές τις αισιόδοξες προοπτικές. Ή, κατά κάποιον τρόπο, «δεν τον παίζουν οι άλλοι». Η κριτική του Μαρκίδη αφορά στο «επιστημονικοφανές» μοντέλο της Ψυχολογίας του Εγώ. Ακολουθώντας ασφαλώς τα χνάρια του Λακάν. Σήμερα, 27 χρόνια μετά, το «Φάντασμα της Αιτίας» θα μπορούσε ίσως να βρει μια θέση κοντά στις «αφηγηματικές» (βλέπε Ferro) και διϋποκειμενικές (βλέπε Greenberg, Ogden ) ψυχαναλυτικές προτάσεις. Αλλά και να «δικαιωθεί» ως ένας κριτικός λόγος ή αντίλογος στις κυρίαρχες τάσεις.
* Ψυχανάλυση και Ελλάδα – Στοιχεία, θέσεις, ερωτήματα. Έκδοση Εταιρείας Σπουδών της Σχολής Μωραΐτη , Αθήνα 1984, 353-359
Βοηθήματα για ποιήματα που έγραψα
Εντάξει, να περπατήσουμε πάλι μαζί, αφού το θέλεις. Όπως παλιά. Πιάσε το χέρι μου. Είμαστε όλοι παρόντες; Η Δήμητρα, ο Τσαβαλιάς,
οι δυό Γιαννόπουλοι; Ο Καντηλάρης καθάρισε νωρίς με τις ημερομηνίες της γεννήσεως και το θανάτου του – και με το εκατοστό χιλιόμετρο προς Πάτρας. Τι έγινε το μηχανάκι; Περίμενε να ρίξω πάνω μου ένα σακκάκι, κάνει ψύχρα αυτή την εποχή στη μνήμη σας. Η σχέση μας φυσικά δεν είχε ποτέ καθολικότητα. Εσείς υπήρξατε το ζωντανό πράγμα που υπήρξατε, κι εγώ ο παλιατζής σας. Το επάγγελμά μου απαιτεί λιγοστή συγκίνηση, απόλυτη όμως τάξη και ισορροπία. Λέω στον εαυτό μου, εγώ η δαπάνη των συλλαβών σας, εγώ η λαιμητόμος των Κυριακών: άκουσε παιδί μου, δεν γίνεται σήμερα και το σκοτάδι να επιδιώκεις, για να μπορέσεις να κοιμηθείς, και το Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι να σε απελπίζει. Έως φυλακής πρωίας. Πιάσε το χέρι μου, σου είπα, προχώρησε λοιπόν στο παρασύνθημα. Κρυώνω. Τι νέα έχω να σου πω; Από μέρα σε μέρα, από ώρα σε ώρα, το μόνο που ισχύει αναλλοίωτο είναι η αιτιοκρατία. Συγγνώμην, που γράφω ακόμη ποιήματα. Με τόσα χρόνια χώμα στο στόμα σας.
από τη συλλογή Βαποράκια, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1999
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.