Θανάσης Καράβατος
Ομότιμος Καθηγητής Ψυχιατρικής
ΑΠΘ
σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]
Πρωτογνώρισα τον Μάριο Μαρκίδη διαβάζοντας την επιφυλλίδα του Κοινωνικοί μύθοι και αντιμύθοι – Ιδεολογία της ψυχασθένειας [Καθημερινή 2 & 17 Νοεμβρίου 1980]. Ήταν η εποχή που άρχιζαν να προβληματίζουν κι εμένα τα ίδια πάνω κάτω θέματα… έγραψα κι εγώ κάτι σχετικό σε έναν Δεκαπενθήμερο Πολίτη του 1985… του το είπα αργότερα, σα γίναμε φίλοι, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90… Έκτοτε μιλήσαμε πολύ και για πολλά… κι έτσι, δεν άργησε να έρθει να μιλήσει, με δική μου προτροπή, στις Ημερίδες [για την ψυχιατρική και τις σπουδές του ανθρώπου] που οργάνωνε στην Κοζάνη ο Γιώργος Βασιλάκος στο Θεραπευτήριο Ν. Σπινάρη. Συνέχειά τους ήταν οι Συναντήσεις της Κοζάνης που εγκαινίασα από το 2004 κι έπειτα… Δεν τις πρόλαβε ο Μάριος… είχε μιλήσει στην 2η (1998) και την 3η (2000) Ημερίδα, μα στην 4η, τον Σεπτέμβριο του 2002, δεν μπόρεσε να έρθει κι η θέση δίπλα μου στο Τραπέζι ήταν κενή… ο Μάριος ήταν «απών»… Από το 2003 κι έπειτα θα γίνει «ωσεί απών», μια και παραμένει παρών στη μνήμη μας: ο τόμος με τα πρακτικά της 4ης Ημερίδας εκδόθηκε τον Σεπτέμβριο του 2004 κι αφιερώθηκε στον Μάριο… πάνω ακριβώς που άρχιζε η πρώτη των Συναντήσεων [24-25 Σεπτεμβρίου 2004] με δύο Τραπέζια για τη γλώσσα [από την πλευρά της ψυχανάλυσης & από την πλευρά των νευροεπιστημών] αφιερωμένα κι αυτά στον Μάριο. Τα κείμενα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Σύναψις [τχ 1α, 2005, σελ. 11-57], που μόλις εκείνη τη χρονιά άρχιζα την έκδοσή του.
Πρέπει να ήταν θυμωμένος ο Μάριος όταν έγραφε το Μέσα & το Έξω. Θυμωμένος –με τον τρόπο του βέβαια– για τους «ψυχιατρικούς ακτιβισμούς» κι όσα φανέρωνε και προμηνούσε η «ρεαλιστική κοινωνικοποίηση της ψυχιατρικής» που έβλεπε να «δοξάζεται» στη νήσο Λέρο [σελ. 30].1 «Κανένα καράβι δεν τα έβγαλε ποτέ πέρα με τους βράχους, η ιστορία των καραβιών είναι ανέκαθεν ιστορία βόλτας του τιμονιού, ιστορία της παράκαμψης… Η αποασυλοποίηση είναι μια ανάλογη παράκαμψη» [18]. Ο Μάριος δεν εξισώνει τις δυστυχίες, ούτε τις εξουσίες, αλλά ο προβληματισμός του είναι εμφανής: πόσο «μέσα» και πόσο «έξω» απ’ τη «φωλιά» βρέθηκαν τελικά οι «κούκοι»; Θυμώνει, χωρίς όμως να χάνει το κέφι του. Το αισθάνεται κι ο ίδιος και σπεύδει να διευκρινίσει: «Φούρκα, ίσως ναι, μα όχι ειρωνεία. Ο ασυλικός Ξηρόκαμπος της Λέρου δεν σηκώνει ειρωνείες, γιατί ξέρει μόνο από ατέλειωτη πίκρα…» [11]. Φουρκισμένος, αλλά κατά βάθος θλιμμένος για τον «ακατάλυτο νεοκομφορμισμό που μοιάζει να ανατέλλει» [20], παρά την αρχική ώθηση, τους πρώτους ορθούς σχεδιασμούς και τα πρώτα ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Αφορμή βρίσκει στη Λέρο, την αποικία που δημιούργησαν οι «άσπλαχνες καραβιές», [12] μεταφέροντας εκεί τους ανά την επικράτεια αζήτητους «κούκους».
Ο Μάριος δεν ειρωνεύεται, δείχνει αυτό που τον θλίβει, μόνο που το κάνει με τρόπο δηκτικό, με τις περίτεχνες ευθύβολες αποστροφές του λόγου του που διεγείρουν τη σκέψη, μαζί και το καταλυτικό μειδίαμα, θυμίζοντάς μας το ροΐδιο «παρά προσδοκίαν γράφειν» [τα ρητορικά τεχνάσματα των ευφυολογημάτων του]2 : «κοινωνικοποιημένη κι “ευαισθητοποιημένη” –κατά το ακμάζον σήμερα λεξιλόγιο– κοινωνία είναι η δημιουργία θέσεων εργασίας διά της εφευρέσεως αναγκών» [15]· «τα μετερίζια [της μεταρρύθμισης] δεν είναι και λίγα, ούτε κακώς αμειβόμενα» [68] – ένα σωρό τέτοια, όρεξη να ’χεις να ψάχνεις στις σελίδες. Κι όταν αποδέχεται πως ακόμα κι αυτή η γραφειοκρατικοποιημένη αποασυλοποίηση «είναι ασφαλώς κατά τι έξοδος, μια ανθρώπινη λύση για τα μέτρα αυτού του βασανισμένου αιώνα», καταφεύγει πρώτα στο χιούμορ: «Η Ευρώπη δεν απελευθέρωσε όταν έπρεπε την Κωνσταντινούπολη, έλυσε όμως σήμερα τα δεσμά των εγχώριων σαλών»· κι ύστερα στρέφεται προς τον εαυτό του και τους ομοίους του για να τους… επιπλήξει: «Αρκετά πια με την ηττοπαθή ιδεοληψία μας, το προσφιλές μας “σε τελευταία ανάλυση”. Η επιστήμη είναι σωστή, δηλαδή ρεαλιστική. Δεν αναχαιτίζεται από τις αιώνιες τελευταίες διανοουμενίστικες αναλύσεις…» [10]. Όμως…
Είναι εμφανές πως τον ενοχλεί ο διάχυτος επιστημονισμός και τα παρεπόμενά του: «μας δηλητηρίασαν όλους οι κανόνες της επιστημονικίστικης ευπρέπειας: αυτής της απαραίτητης άλλοτε ανεκτικότητας απέναντι στις απόψεις του άλλου, που έφτασε να γίνει σήμερα βαρηκοΐα και απάθεια». Γι’ αυτό «μας χρειάζεται οπωσδήποτε και επειγόντως να επιστρέψουμε στην εριστική λογική». Αυτό κάνει· και το κάνει, όπως πάντα, με περισσή γνώση, τέχνη και πικρό χιούμορ. Βάζει, για παράδειγμα, στο στόχαστρο την επιστημονικίζουσα «απολεροποίηση» και συνειρμικά μεταφέρεται στον «επιστημονικοποιημένο υπαρκτό», εντοπίζοντας ένα κοινό σημείο της επιτυχίας τους, την ποσοτικοποίηση που, όμως, ήταν «η μέθοδος με την οποία απεδείκνυε την υπεροχή του, μια μέρα μόλις πριν την κατάρρευσή του, ο αλήστου μνήμης υπαρκτός σοσιαλισμός» [72]. Πώς, λοιπόν, να μην αντιτάξει στην «αρρενωπότητα των αριθμών» […] την καβαφική «θηλυπρεπή ποιότητα» [75]. Πώς να αποφύγει την αιχμηρή του διατύπωση πως το τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού ήταν, εν τέλει, η «κρατικοποίηση» [73]. Όπως, άλλωστε, ο κρατισμός στον τόπο μας, τη χώρα του ευτραφούς –πλην καταχρεωμένου, όπως… ξαφνικά (!) όλοι έμαθαν– λαϊκισμού που ακόμα καλά κρατεί: «Τα εννέα δέκατα της ψυχιατρικής κοινότητας γκρινιάζουν για τη βραδυσφυγμία και την αστοργία του κράτους – επειδή το πιστεύουν». Αλίμονο, «οι μηχανολόγοι και οι τεχνοκράτες του κατά κεφαλήν εισοδήματος ανυπομονούν με τους αργούς, κατά βάθος «ελιτίστικους» ρυθμούς της δεοντολογικής τακτικής – οι κυβιστικές συνθέσεις καθυστερούν πάντα τον γιγάντιο όσο κι απλό πίνακα πολιτικού ρεαλισμού» [71-72]. Να γιατί προτιμήθηκε «ο αλαζονικός πρακτικισμός» [75].
*
Το σκηνικό που στήνει ο Μάριος για να μας τα πει είναι κι αυτό εύστοχα δηκτικό προς πάσα κατεύθυνση, αλλά με την ευγένεια του χιούμορ: «Ιδού λοιπόν ημείς μετά των μαγιό και των ανάλαφρων θερινών μυθιστορημάτων μας παραπλεύρως της κοινωνικής ψυχιατρικής –μιας από τις υλοποιήσεις του αστικοδημοκρατικού ιδεώδους κι ίσως της σπουδαιότερης μαρτυρίας ενηλικίωσης (δηλαδή αποβαρβαρισμού) της Δυτικής κοινωνίας. Μεσοτοιχία με την “κοινωνικοποιημένη” κοινωνία. Ιδού λοιπόν ημείς, άνθρωποι αμφιβόλου πίστεως που τους ανέθρεψαν έξαλλες περιπέτειες διεξαχθείσες σχεδόν αποκλειστικά μέσα στη φαντασία, μπροστά στην μπαρόκ επιστήμη των αριθμών, των στατιστικών, του κόστους των παρεμβατικών τεχνικών, μπροστά μ’ άλλα λόγια σ’ όλα όσα συναπαρτίζουν ως έκβαση αμέτρητων συσκέψεων και τσιγάρων την ορθολογική αντίληψη περί του καλύτερου δυνατού κόσμου» [11-12].
«Είμαστε γιατροί, μα δεν ξέρουν τι είδους γιατροί. Εχθροί της Λέρου ή ευεργέτες; […] Εχθρός είναι σήμερα αυτός που μειώνει το τουριστικό ρεύμα. Και την απόδοση του κεφαλαίου» [22]. Δύο επισκέπτες είναι που παρατηρούν, πότε τους «γενναίους τούρκους πιλότους να σχίζουν κάθε ώρα τους αιθέρες», πότε τον τελευταίο επόπτη του ξενώνα που «έχει συμπληρώσει τη βάρδια του», ξεπληρώνοντας «το χρέος του στην ψυχιατρική “αποκατάσταση”», και πηγαίνει σπίτι του «κλειδώνοντας πίσω του την “αποασυλοποιημένη” πόρτα» [10]. Δυο επισκέπτες που συζητούν, βουτηγμένοι στο παγωμένο νερό της θάλασσας εν μέσω της «υποθερμίας των χθεσινών πυρετωδών σχεδίων», τώρα μάλιστα που «οι χρηματοδότες τσιγκούνεψαν» [14]. Πού να δεις… τσιγκουνιές τώρα, ιδίως τώρα Μάριε!
*
«Εγώ είμαι ο Ύλας, εσύ ο Φιλόνους»: [42] δηλαδή δυο συμπληρωματικές «ιδιοσυγκρασίες αντιρρητικές», που, «όταν ο άλλος συμφωνεί μαζί μας, αισθανόμαστε σχεδόν δυστυχισμένοι» [30]. Μ’ αυτούς τους δύο χαρακτήρες, που δανείζεται από τους «διαλόγους»3 του Berkeley (1685-1753), θα στήσει ο Μάριος τον δικό του διάλογο που πιάνει την «καρδιά» του κειμένου, για να «πλαγιοκοπήσει» τη Λέρο, «ξεφυλλίζοντας» μια την ψυχανάλυση, μια την τέχνη, μια την ιδεολογία [42]. Για να «ξεφυλλίσει», βέβαια κατ’ ουσίαν, την αντιψυχιατρική· αυτήν ιδίως, που «σάρωνε στο διάβα της ως εξίσου εξουσιαστικές με τον ζουρλομανδύα κι όλες τις ψυχαναλυτικές υποδείξεις» [47]. Την είχε αντιμετωπίσει μέσα από τις στήλες της εφημερίδας Καθημερινή, σε δυο συνέχειες [2 & 17 Νοεμβρίου 1980], υπό τον τίτλο Κοινωνικοί μύθοι και αντιμύθοι – Ιδεολογία της ψυχασθένειας. Φυλάω ακόμα εκείνα τα αποκόμματα της εφημερίδας με το άρθρο του Μάριου. Όπως και την «απάντηση» που του έγραψε κάποιος Α. Π., «οικονομολόγος και μελετητής της φιλοσοφίας» από τη Θεσσαλονίκη και δημοσίευσε το Ιδεοδρόμιο (τχ 59, 16-1-1981) του Λεωνίδα Χρηστάκη: «Η κοινωνικότης εκκινεί –έλεγε του Μαρκίδη– απ’ την κοινωνικώς θεσμοποιημένη “υγιή” παραφροσύνη, απέναντι στην οποία η υπαρξιακή ρήξη της τρέλας συνιστά το πρώτο βήμα στην υπέρβαση της απολιθωμένης καταστάσεως». Και για να γίνει… κατανοητός, πρόσθετε σε υστερόγραφο: «Η ανθρωπότης θα διασωθεί πραγματώνοντας την ονειρική δημιουργία μόνον εάν και όταν προσδοθεί απόλυτη δικτατορική εξουσία σε Κεντρική Επιτροπή των δεξιοτεχνών τρελών και των τρελών δεξιοτεχνών, η οποία θα δεικνύει προς την ελεγχόμενη διαδικασία μαζικής εκτρελλάνσεως».
Όλα αυτά, απόηχος βέβαια όσων εκείνη την εποχή εκπέμπονταν από τον πάπα της αντιψυχιατρικής, τον David Cooper, που περνούσε πλέον στη μη-ψυχιατρική: «Η τρέλα βαθειά διαταρακτική και ακατανόητη πρέπει να διατηρηθεί, να ολοκληρωθεί και να εξαπλωθεί σ’ ολόκληρη την κοινωνία σαν μια ανατρεπτική πηγή δημιουργίας και αυθορμητισμού (και όχι μια αρρώστια)».4 Διατηρώ ακόμα και την προς «Θεσσαλονικείς, οικονομολόγους… κ.λπ. » ανταπάντηση που έστειλε ο Μάριος και δημοσίευσε σαν ένθετο μικρό φυλλάδιο το επόμενο Ιδεοδρόμιο (τχ 60, 31-12-1981). Ο Μάριος, τι να κάνει! …ομολογεί απελπισμένα τη συμμετοχή του στην «ψυχιατρική παρέμβαση» υπέρ του «κρατούντος καπιταλιστικού συστήματος», στην «ψυχιατρική διάγνωση» για λογαριασμό της «καπιταλιστικής αλλοτρίωσης» και στο «ιατρικό μοντέλο» χάριν των εταιριών ψυχοφαρμάκων, διότι «κάποιος πρέπει [επιτέλους] να παίξει τον αστυνόμο, για να παίξει ο Α.Π. την εξέγερση»· εν τέλει, «μπορεί να μην υπάρχει χαρούμενη γνώση, υπάρχει όμως χαζοχαρούμενη τρέλα».
*
Σκαλίζω παλιές μου σημειώσεις που αναφέρονται στον Ronald Laing, του άλλου [και σοβαρότερου] «πάπα» της αντιψυχιατρικής και την –συνήθως αγνοούμενη– πορεία του:
Ήταν τότε που άρχιζε να με απασχολεί η ιστορία των ψυχιατρικών θεωριών, ακολουθώντας τον δρόμο του ψυχιατρικού μου προβληματισμού που ωρίμαζε σταδιακά εντός της ελληνικής πραγματικότητας της δεκαετίας ’75-’85. Δεν ήταν τυχαίο. Σ’ εκείνη τη δεκαετία χαράχθηκαν στον τόπο μας οι πρώτες «αντιψυχιατρικές» αμφισβητήσεις, που ήρθαν να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά, και επιχειρήθηκαν οι πρώτες απόπειρες «τεχνοκρατικής» εκ των άνω ρύθμισης των ψυχιατρικών μας πραγμάτων, που από τότε τείνουν, χωρίς να την ολοκληρώνουν ποτέ, σε μια Ελληνική Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση, παρά τα όποια θετικά επιτεύγματα.8 Και τα δύο αυτά δεδομένα ήταν τότε εξ Εσπερίας «εισαγόμενα». Μόνο που, παρακολουθώντας τα στην ελληνική τους εκδοχή, έβλεπα ότι, εκτός της καθυστερημένης έλευσης τους, ήταν, πρωτίστως, έντονα προβληματικά· αν και έφεραν το «όνομα» έβλεπα πως ούτε αντιψυχιατρική ήταν ούτε τεχνοκρατία.
Έχω εξηγηθεί δεόντως, τον Φεβρουάριο του 1985, σε άρθρο μου στον Δεκαπενθήμερο Πολίτη.9 Επαναλαμβάνω εδώ εν περιλήψει: Ο ιδιόρρυθμος «ελληνικός» συνδυασμός επιλεγμένων θραυσμάτων του διεθνούς αντιψυχιατρικού λόγου διατύπωνε απλώς ρομαντικούς «αντίλογους» με διάφανη τη λαϊκιστική αμορφία τους, σε απόλυτη άλλωστε αρμονία με τους διάχυτους λαϊκισμούς της κοινωνίας μας που τότε φούντωναν. Το φαινόμενο περιέκλειε κάποιες αντιφάσεις· ενώ στη Δύση η αντιψυχιατρική προέκυψε, όχι τόσο από τις ασυλικές συνθήκες νοσηλείας, όσο από την απειλητική ψυχιατρικοποίηση των πάντων που προωθούσε μια «προηγμένη» ψυχιατρική. ενώ, στη Δύση πάλι, η θεμελίωση μιας προβληματικής «αντι-» θα ήταν αδύνατη χωρίς την παρουσία της ψυχανάλυσης, στην Ελλάδα, με ασυλική ακόμη ψυχιατρική, χωρίς κυρίαρχο ακόμη τότε κοινωνικό αίτημα για ενασχόληση με τους ψυχασθενείς, χωρίς εδραιωμένη ψυχανάλυση, η «αντιψυχιατρική» εισέβαλε μέσα από τα χάσματα και τις χασμωδίες του επιστημονικού λόγου για να γίνει κι αυτή… μικρομεσαία, εισαγόμενο είδος, μαζική κουλτούρα, αμάλγαμα κοινωνιολογίζουσας δημοσιογραφίας, υπερβατικής ψυχολογίας και περιθωριακού ακτιβισμού. Όσο για τις τεχνοκρατικές λύσεις, ήταν κι αυτές φορτωμένες με άφθονα –δήθεν ανατρεπτικά, γι’ αυτό αδιέξοδα– ιδεολογήματα, όπως τουλάχιστον εγώ τις είδα από κοντά όταν ξεκίναγαν στο ΨΝΘ.
Αποτέλεσμα απαράμιλλο και μοναδικό στην Ελλάδα: η κοινωνιογένεση της τρέλας να αποδίδεται με την πιο μηχανιστική μπηχεβιοριστική εκδοχή [η κοινωνία, η οικογένεια προκαλούν την τρέλα] και ταυτόχρονα να εξιδανικεύεται η τρέλα και να εξυψώνεται η πιο άκρατη υποκειμενικότητα [ο τρελός είναι αυτός που… γλίτωσε από την κανονικότητα την οποία μας επιβάλλει το σύστημα]. Άντε να βρεις άκρη, όταν το κακό [η κοινωνία] παράγει την τρέλα [ένα καλό]! Μάταια [για την άμορφη «ελληνική αντιψυχιατρική» που υπεραφθονούσε στις σελίδες των εντύπων της εποχής] ο Giovani Gervis, συνεργάτης του Franco Basaglia, μηνούσε προς κάθε κατεύθυνση ότι είναι «ανεύθυνη και νοσηρή επιχείρηση» η κοινωνική ενθάρρυνση στο «ταξίδι της τρέλας» και αποπροσανατολιστικό το ψέμα που «συνεχίζουν να διαδίδουν λανθασμένα πάντα ότι ο τρελός είναι ελεύθερος», τονίζοντας ιδιαίτερα πως ο εκθειασμός της τρέλας κάνει αδύνατη τη μελέτη των αιτίων της, «δηλαδή των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων που την καθορίζουν».10
Δύσκολο να περάσει ο αντι-αντι-ψυχιατρικός λόγος· και τότε κι αργότερα. Το ένιωσα σε κάποια συνέδρια, μέχρι που το θέμα έπαψε πια να έχει ακροατήριο. Θα το παρατηρήσει και ο Ύλας απευθυνόμενος στον Φιλόνοα: «Σιγά μη βγάλουμε το συμπέρασμα πως είχες τότε κάποια επίδραση, πως έπαιξε κάποιο ρόλο στη ζύμωση των συνειδήσεων η κριτική τοποθέτησή σου.» [55].
*
Να τι έγραφε τον Νοέμβριο του 1980 ο Μάριος στην Ιδεολογία της ψυχασθένειας:
*
Κοντά 20 χρόνια μετά, ο Μάριος θα επανέλθει γράφοντας το Έξω και το Μέσα (1998). Τώρα δεν είναι μόνο οι προθέσεις που μπαίνουν στον «ισολογισμό». Το κίνημα «αντί» βρέθηκε «υποχρεωμένο να καταστήσει τον άρρωστο (αυτό το παράδειγμα όπως πιστεύαμε, από τον Μάιο του 1968, δημοκρατικού πολίτη…) ήρωα της αγωνίας του, ωσάν να έπρεπε να αποδείξει ότι είναι “φευγάτος” προκειμένου ν’ αναγνωριστεί απ’ το ανατρεπτικό επιτελείο κοινωνικά ενεργός, αξιόμαχος και ηθικά απελευθερωμένος. Έπρεπε κατά τινάς Ορεινούς να είναι επιπλέον “φτιαγμένος” (θέλεις διαβάζοντας τον Castaneda, θέλεις ρουφώντας αδιάλειπτα τσιγαριλίκι), έπρεπε το λιγότερο ν’ ακούς “φωνές”. Οι φωνές ήταν, κατά τον μακαριστό Ronald Laing, μήνυμα απ’ το πιο αυθεντικό ανθρώπινό σου υπερπέραν. Έτσι έγιναν και στον καλλιτεχνικό ορίζοντα οι άρρωστοι άνθρωποι κάτι σαν άγιοι της αυθεντικότητας, κάτι σαν απόστολοι της στεντόρειας φωνής της ύπαρξης –κι αλίμονό τους των φτωχών αν έπαυαν να συμπεριφέρονται σαν μάρτυρες και άγιοι» [56]· ακόμα κι όταν η «αχώνευτη ψυχιατρική πρακτική» διατηρούσε «κάποια ίχνη της παλιάς ιδέας του ασύλου […] όπου «έβρισκε στέγη, μια επιούσια σούπα, κι ένα κρεβάτι. Και κάπου-κάπου, ανάλογα με το έλεος της ψυχής των “υπαλλήλων”, κι ένα χλωμό υποκατάστατο γονεϊκής τρυφερότητας και έγνοιας» [59].
Φυσικά και δεν είναι «φιλοασυλικός». Άλλωστε, η «γραφειοκρατική καταστολή» μπορεί να τρυπώσει «και στην πιο φιλελεύθερη φωλιά» και, ήδη, «[οι πάλαι ποτέ ζεστοί κι ανθρώπινοι ξενώνες], όσο περνάει ο καιρός, μυρίζουν την ίδια ψυχιατρικίλα με το παλιό άσυλο, οι κούκοι χαζεύουν μπροστά στην τηλεόραση την τρέλα της ελληνικής κοινωνίας» [68]. «Οι ορκισμένοι αντιασυλικοί, θα πρέπει να γίνουν περισσότερο στοχαστικοί – «έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι θα γίνουν λιγότερο αριθμομνήμονες, λιγότερο ρηχοί, λιγότερο μαϊντανοί. Το παρακάναμε σε πάντρεμα του γηραλέου πια επαναστατικού ιδεαλισμού με την πεζή πραγματικότητα».
Και εξηγεί: περισσότερο στοχαστικοί πάει να πει «περισσότερο στοχαστικά απαγορευτικοί, είτε στοχαστικά επιτρεπτικοί», γιατί όχι «περισσότερο ποιητικοί», άλλωστε η απαγόρευση «εισάγει στη θέση της απουσίας τη γλώσσα» [59-62]. Ήταν σπουδαία επινόηση ο Οιδίποδας του Σοφοκλή, το τι συμβαίνει δηλαδή στο ανθρώπινο υποκείμενο «όταν παραβιάζει τους φραγμούς που βάζει στον φόνο και τον έρωτα η εξ αίματος συγγένεια […], οι άνθρωποι είναι όντα μιας επιθυμίας προορισμένης να “νοσταλγεί”, κι η νοσταλγική επιθυμία καθιερώνεται με την απαγόρευση» που είναι ευεργέτημα. […] Η πιο αποκαλυπτική ερμηνεία του Οιδίποδος έρχεται κατά τη γνώμη μου από αλλού, είναι κατά κάποιο τρόπο μεταψυχολογική». Έτσι, «ο λόγος του πνεύματος» θα συναντηθεί «με το δράμα της τρέλας», προμηθεύοντας ένα μήνυμα: «τι παθαίνουν οι άνθρωποι όταν εννοούν να δώσουν απάντηση σε όλα τα αινίγματα τους σύμπαντός τους. […]. Σε μια φάση του βίου μας [με τ’ όνομα οιδιπόδειο] πρέπει να χάσεις τον πόλεμο για να γίνεις άνθρωπος [33-34].
Και τότε ο Ύλας ρωτά αν κάτι «κατάφερε αυτή η θυελλώδης ερμηνεία με την αποασυλοποίηση […] ο Φρόυντ δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στη Λέρο». Η απάντηση του Φιλόνοος είναι: «σχεδόν τίποτε», συμπληρωμένη με μια… λεπτομέρεια: «Η δραματική ποίηση εγκαινιάζει με τον Οιδίποδα την ορθή ψυχολογία. Είναι ένα “πέρασμα”, μια πύλη, στενή, αλλά πύλη. H μαστοριά του τεχνίτη μεταστρέφει τους ενόρκους ώστε ν’ ανακαλύψουν στο ασελγές τέρας έναν μάρτυρα της ανθρωπότητας. […] Με τον μύθο του Οιδίποδα επινοήθηκε εξάπαντος μια διαδρομή της συμβολικότητας (της απαγόρευσης, του ταμπού) μέσα στο ωμά πραγματικό (την εγκληματικότητα της φύσης) και πως η συμπόνια από μόνη της, που τη λένε κάποιοι “empathy”, ισοπεδώνει το αυθεντικό μήνυμα του Οιδίποδα που είναι η θυσία. H θεληματική εξορία από τη Θήβα στον Κολωνό είναι μέρος της θυσίας» [36].
Ο αντίλογος του Ύλα απευθύνεται προς δύο κατευθύνσεις, τον Φιλόνοα και τους «αποασυλοποιούς»: «Εγώ συντάσσομαι με τις θετικές αποφάσεις, κι αν δεν υπάρχει θεραπεία των δεινών, στα κομμάτια να πάει η ερμηνεία των δεινών. […] μα πώς θα γίνει να καταλάβει η κοινωνικοποιημένη ψυχιατρική πως δεν υπάρχουν στον κόσμο σκοποί αλλά μόνο μέσα». Ιδού, «ο ξενώνας πάει να γίνει κι αυτός άσυλο», ενώ οι μεταμοντέρνοι ψυχίατροι «χτυπάνε τον καημένο τον άρρωστο χαϊδευτικά στη πλάτη – άλλοτε από γενναιοφροσύνη του αφεντικού κι αμηχανία, τώρα από κατάργηση των τάξεων και ισότητα που δεν ισοδυναμεί παρά με μιαν απώθηση της κρίσιμης διαφοράς». Τον υιοθετούμε επειδή ανακαλύπτουμε […] ότι «είναι τελικά όμοιος. Δεν είναι όμως στ’ αλήθεια όμοιος, είναι άλλος. Δεν “παράγει”, ό,τι και να κάνουμε. Αυτός ο αγνώστου επωνύμου χάθηκε στο «σκοτεινό δάσος, όπου βγήκαμε μια μέρα όλοι εκδρομή. Ψάξαμε και τον ξαναβρήκαμε –μισόν ή ολόκληρον δεν έχει νομίζουμε σημασία. Του εξασφαλίζουμε έπειτα ένα μαντρί, σχετικά ανάλογο με το δικό μας για να περάσει την υπόλοιπη νύχτα του. Μα δεν φτάνουμε και στο σημείο να καθίσουμε δίπλα του ώσπου να κοιμηθεί… Εντούτοις η διαφορά του ενδέχεται να συμπεριλαμβάνει ότι δεν μπορεί να τον πάρει ο ύπνος αν δεν καθίσει κάποιος, πλέκοντας έστω ένα πουλόβερ, σαν μάνα, πλάι του στο μαξιλάρι του» [37-38]. Για τον Ύλα, η Λέρος «άκουγε μόνο, ανταποκρινόμενη με ζουρλομανδύες, τους αναστεναγμούς. Ήταν ένα σαδιστικό άσυλο, που ό,τι έκανε το έκανε όμως κατά βάθος από παρακμή και αδιαφορία». Κι εκείνος «φοβόταν εξίσου μια σαδιστική μεταρρύθμιση που ό,τι είναι να κάνει θα το κάνει από φλογερό κοινωνικό ενδιαφέρον» [26].
*
«Η αντιψυχιατρική αντίσταση ήταν στις αρχές της ένας “πρακτικός λόγος”, ένα α πριόρι καντιανό πρόταγμα κατάργησης των κλειδιών και εξόδου στην ελευθερία. Μια υπαρξιακή τομή. Ήταν η αφύπνιση του ρομαντικού ιδεώδους για λογαριασμό του περιθωρίου, ένας ρομαντικός, ας πούμε, αντικαπιταλισμός με μοντέλο καταγγελίας το ψυχιατρείο. Κατήγγειλε μ’ όλη τη φωνή (αν κι όχι πάντα επί θυσία των οικονομικών της συμφερόντων…) τις θεραπευτικές αυθαιρεσίες σαν αγριότητες, σαν έκφραση του οργανισμού ενός αποπνικτικού κράτους που χρωστούσε τον αμέριμνο ύπνο του στο ανελεύθερο σωφρονιστικό του σύστημα, στην ιδιοκτησία των “κλειδιών”, των πυλών, των φυλακών. Η εδώ και τώρα κατάργηση του κλειδιού έγινε τότε το σύνθημα της ανανεωμένης κοινωνικής πάλης. Πώς θα διαχειριζόταν όμως ο χθεσινός εγκάθειρκτος την ελευθερία του; Το αντί- κίνημα ξόδεψε ατέλειωτες ώρες καπνισμένων συνεδριάσεων κι ατέλειωτες σελίδες γραπτού λόγου για να αποφασίσει τι θα κάνει στο μέλλον με τα κλειδιά του ψυχιατρείου – μα προτού αποφασίσει σχετικώς υπουργοποιήθηκε. Sic transit gloria mundi11 » [45].
«Η διαμαρτυρία του φωνακλά (πλην στην ουσία άσφαιρου) κατηγόρου μας βρήκε τότε κουμπωμένους, όσο μας βρίσκει σήμερα σκεπτικιστές ο δήθεν ουμανιστικός αποτροπιασμός του Ευρωπαίου “ευεργέτη”», ομολογεί ο Φιλόνους. «Τη γιγάντισσα “μεταρρύθμιση” τη σεβόμαστε όσο της αξίζει, φτάνει μόνο να μην αυταπατάται πως διαθέτει το πασπαρτού που δεν είχανε οι χθεσινοί μεσσίες. Τα εκατομμύρια των κοινοτικών προγραμμάτων δεν είναι πασπαρτού. Ο Νοέμβρης όπου να ’ναι στα νησιά έρχεται, ο Νοέμβρης ο παντοτινός. Ο ακτιβισμός κλείνει τα πορτοπαράθυρα, αρχίζει να κρυώνει… Σαν να διαβάζουμε στ’ αυριανά Νέα: Σήμα κινδύνου για τη Λέρο. Χωρίς προσωπικό κινδυνεύει να μείνε το Κρατικό Θεραπευτήριο στη Λέρο …» [49].
Πέραν όλων αυτών, εξακολουθεί να υπάρχει και ένα ερώτημα που έρχεται απ’ έξω. «Το ζήτημα δηλαδή δεν είναι σε τελευταία ανάλυση το τι πιστεύουμε και το τι θέλουμε κατ’ ακολουθίαν εμείς, θέλεις οι Ύλες και οι Φιλόνοες, θέλεις οι αποσυρμένοι από τη μεταφυσική κι οι απορροφημένοι στη μεταφυσική του χι τετράγωνον και του factor analysis ιδεολόγοι (συν τους κρυπτοϊδεολόγους). Το ζήτημα είναι το άθροισμα της θέλησης του («αποασυλοποιημένου» [70]) πωλητή των φιστικιών με την ιδιωτική του επιθυμία» [76].
Κάποιοι στάθηκαν και πρόσεξαν και κάποιοι προσπέρασαν όσα μας έδειχνε από τότε –με τη στέρεη γνώση του κι όχι, βέβαια, προφητικά– ο αξέχαστος Μάριος. Δύσκολο να μετρήσεις πόσοι από ’δω και πόσοι από ’κεί… Βρισκόμαστε, όμως, στο 2011 και όλοι πια γνωρίζουν τα οικονομικά προβλήματα…, παραμένει το ερώτημα για τους θεωρητικοπρακτικούς προβληματισμούς γύρω από την ανολοκλήρωτη εισέτι ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση…
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Οι εντός αγκυλών αριθμοί παραπέμπουν στις σελίδες του βιβλίου.
2 Βλ. Δ. Καψάλης, «Ούτως ειπείν· ο τροπικός του Ροΐδη», Χάρτης 1985, 16, 388-402.
3 George Berkeley. Τρεις διάλογοι μεταξύ Ύλα και Φιλόνοου, μετάφραση Δημόπουλος Θεσσαλονίκη 1993.
4 David Cooper. Le langage de la folie. Seuil 1978.
5 Ronald Laing. Ο διχασμένος εαυτός [1960]. Καστανιώτης 1975.
6 Ronald Laing. Πολιτική της εμπειρίας [1967]. Καστανιώτης 1977.
7 Guyader M. L’antipsychiatrie et son mythe. Entretien avec Ronald Laing. L’Information Psychiatrique 1979, 55, 8.
8 Βλ. τα σχετικά άρθρα: (α) Δημήτρης Πλουμπίδης. Αποτίμηση της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στην Ελλάδα. Σύναψις 2009, 15, 22-27 και (β) Στέλιος Στυλιανίδης, Νίκος Γκιωνάκης, Παναγιώτης Χονδρός. Η ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση υπό το πρίσμα της ιταλικής μεταρρυθμιστικής εμπειρίας. Σύναψις 2009, 15, 28-45.
9 Θανάσης Καράβατος. Η απουσία (και όχι μόνο) της Ψυχανάλυσης στην Ελλάδα. Δεκαπενθήμερος Πολίτης, 1985, 34, 32-34.
10 Giovani Gervis. Ο μύθος της αντιψυχιατρικής. Στοχαστής 1978.
11 Έτσι περνάει η δόξα του κόσμου.
Ο λύκος
Σκότος επί γης Αιγύπτου… Ζούμε την εποχή
των παχειών αγελάδων.
Πάμε να δούμε, ρε παιδιά, το λύκο –
Ποιο λύκο ρε βλαμμένε λένε οι σύντροφοι,
ο μόνος κάπως λύκος που απόμεινε διάγει τις ημερές του στην πρωτεύουσα νομού
πίσω απ’ το συρματόπλεγμα πίσω απ’ τον προβολέα
τρώει και κοιμάται τρώει και παχαίνει τρώει και δυστυχεί
δυό τσιγάρα απ’ το Βελούχι
Ο λύκος θέλει να πέσει χιόνι, θέλει να κρυφτούν τα πρόβατα
– θέλει να έρθει να πεινάσει
ο λύκος θέλει το κυνήγι
από τη συλλογή Μεταξύ Σινά και Αϊλείμ, Έρασμος 1993
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.