Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Παντελής Μπουκάλας
Δημοσιογράφος – Συγγραφέας

σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]

Για την «αχαΐρευτη ράτσα των ποιητών»

Όπως από παλιά και αρμοδίως έχει ειπωθεί, δυο-τρεις ιδέες έχει να αφηγηθεί η λογοτεχνία, αλλά με δεκάδες διαφορετικούς τρόπους και τεχνικές: την ιδέα του έρωτα, την ιδέα του θανάτου, σε πόλεμο ή σε καιρό ειρήνης, την ιδέα του ταξιδιού και του νόστου, ιδέες βέβαια που πολύ δύσκολα μπορούμε να τις θεωρήσουμε απολύτως ξεχωριστές και μη συμπλεκόμενες εξαρχής και μέχρι τέλους. Και κάθε τεχνίτης του λόγου, του ποιητικού είτε του πεζού, με δυο-τρεις εμμονές έχει να παλέψει διά βίου, από αυτές να αντλήσει μέθη και απογοήτευση, λέξεις και σιωπή, πλήρεις εικόνες, αλλά και άμορφα τρίμματα.

Πρώτη και κύρια εμμονή φυσικά είναι η ίδια η γραφή, σαν ένα καρυωτακικό «καταφύγιο που το φθονούμε» ή σαν μια τέχνη καβαφική που «κάπως ξέρει από φάρμακα» ή σαν μια αρρώστια που, παραδόξως αλλά και τόσο λογικά ταυτόχρονα, η ίασή της δεν επέρχεται με την αποδρομή της, αλλά με την επιδείνωσή της. «Βιάζονται Κύριέ μου να γράψουν ποιήματα για να γιατρευτούν / δεν έπρεπε να βιάζονται. […] Βιάζονται Κύριέ μου να φύγουνε στις λέξεις», έγραφε, το 1978, ένας σταθερός συνομιλητής και του Καβάφη και του Καρυωτάκη, ο Μάριος Μαρκίδης, θίγοντας ακριβώς αυτόν τον κατά φήμη σωστικό χαρακτήρα της ποίησης.

Η εμμονή θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμα πιο ισχυρή στους ανθρώπους που καλλιεργούν το γράψιμο στις πολλές εκδοχές του, γράφουν ποιήματα και πεζά, εκπονούν δοκίμια, μεταφράζουν, συντάσσουν επιστημονικά μελετήματα, περνώντας από το ένα είδος στο άλλο με γνώση βέβαια των μεταξύ τους ορίων και με σεβασμό, αλλά χωρίς το φόβο τους. Γράφουν, άρα υπάρχουν; Γράφουν για να υπάρχουν; Ο,τι και να συμβαίνει, όπως κι αν το εννοούν ή το βιώνουν, το σίγουρο είναι ότι ακόμα κι αν έχουμε να κάνουμε με φανατικούς θεράποντες της γραφής και σχεδόν ηδονικούς αιχμαλώτους της, ξέρουν κι αυτοί κατά βάθος ότι, ευτυχώς, η ύπαρξη δεν εξαντλείται στη γραφή και δεν ισούται περιοριστικά μαζί της πάντοτε διαφεύγει, περισσεύει, ανταρτεύει. Για τούτο και η περιπέτεια της γραφής, ως δίωξη του ασύλληπτου, δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Αυτό κατά κάποιον τρόπο το διαβάζουμε στους εξής τέσσερις άτιτλους στίχου του Μαρκίδη από τη συλλογή του «Παρά ταύτα» του 2001: «Λυπάμαι που δεν έγραψα ποτέ / τα ωραία ποιήματα / που είμαι βέβαιος / ότι θα μπορούσα να γράψω». Η λύπη αυτή, ενδολογοτεχνική εδώ, είναι σοβαρό κομμάτι εκείνης της γενικότερης που έδωσε τη δυνατότητα στον Βύρωνα Λεοντάρη να γράψει: «Είμαι εισέτι ποιητής διά της λύπης».

Μέτοχος αυτής της περιπέτειας, της προσπάθειας δηλαδή να δοθεί νόημα σε έναν κόσμο που ώρες ώρες μοιάζει απογοητευτικά άκοσμος και ανόητος, μέλος δηλαδή της «αχαΐρευτης ράτσας των ποιητών», όπως ο ίδιος την αποκάλεσε το 2001 στη συλλογή του «Παρά ταύτα», υπήρξε λοιπόν και ο Μάριος Μαρκίδης (1940-2003). Ο Μαρκίδης πρωτοεμφανίστηκε με κάποιες δοκιμές στη «Φιλολογική Βραδυνή» και το 1962 στην «Πανσπουδαστική», σε διαγωνισμό της οποίας βραβεύτηκε, και στην «Επιθεώρηση Τέχνης», αρκετά δημοσιεύματά του δε τα υπέγραψε με το ψευδώνυμο Μάριος Αφεντόπουλος. Στα σαράντα χρόνια της πολύμορφης συγγραφικής του δραστηριότητας, έδωσε πολλά βιβλία του, σύντομα ή εκτενή, ποιητικά, πεζογραφικά, ψυχιατρικού περιεχομένου, κριτικά, και μεταφράσματα βέβαια.

Ληξιαρχικά, ο Μαρκίδης είναι μέλος της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, και μάλιστα από τα ηλικιακά νεότερά της, αφού το έτος γεννήσεώς του, το 1940, έχει οριστεί συμβατικά, από τον Αλέξανδρο Αργυρίου, ως το γενεαλογικό όριό της. Τη γενιά αυτή, τη γενιά δηλαδή του Βύρωνα Λεοντάρη, του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, του Μάρκου Μέσκου, του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου, του Ντίνου Χριστιανόπουλου, της Κικής Δημουλά, του Τάσου Πορφύρη, της Ζέφης Δαράκη, του Χρήστου Ρουμελιωτάκη, του Γιάννη Νεγρεπόντη, του Τάσου Γαλάτη, του Ανέστη Ευαγγέλου, της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρούκ, του Λουκά Κούσουλα και τόσων άλλων, ο Δημήτρης Χατζής τη χαρακτήρισε «χαμένη» ήδη το 1977, και ενώ δηλαδή βρισκόταν ακόμα στα μισά της διαδρομής της ή λίγο παραπάνω.

«Τη λέω χαμένη», εξηγούσε ο μεγάλος μας πεζογράφος, «γιατί ενώ με την κριτική της στάση απέναντι στις δοτές ιδέες μάς βοήθησε να ξεπεράσουμε τα ιδεολογικά κλισέ, η ίδια δεν καρπώθηκε το μεράδι της ζωής που της ανήκε». Περίπου είκοσι χρόνια αργότερα, το 1994, ο Ανέστης Ευαγγέλου, συγκροτώντας μια «Ανθολογία της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς», μιλούσε στην εισαγωγή του ευθέως για το «μεγαλύτερο και προκλητικότερο ίσως σκάνδαλο της πνευματικής μας ζωής τα τελευταία τριάντα χρόνια» και το εξηγούσε ως εξής: «Μια ολόκληρη γενιά ποιητών με εντελώς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και φυσιογνωμία, ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της ιστορίας των Γραμμάτων μας, επιχειρήθηκε από όλες σχεδόν τις πλευρές, εν επιγνώσει ή ανεπίγνωστα, με υστεροβουλία ή από λειψή γνώση και ενημέρωση, να εξαφανιστεί ή, στην καλύτερη περίπτωση, να διασωθεί όχι ως σύνολο, όχι ως γενιά, αλλά ως άθροισμα κάποιων μεμονωμένων ατομικών περιπτώσεων, που προσέχτηκαν κατά καιρούς από την κριτική».

Έγραφα τότε, παρουσιάζοντας στην «Καθημερινή» την «Ανθολογία» του Ευαγγέλου λίγο μετά το θάνατό του, πως «η γενιά του ’60 δεν διέθετε τον απροκάλυπτα (και συχνά στεντόρειο) πολιτικό λόγο των προγόνων της που ενδεχομένως θα την καθιστούσε δημοτικότερη, αν μάλιστα συνεκτιμηθεί ότι μεγάλο μέρος της παραγωγής της εμφανίστηκε σε χρόνια που υπέθαλπαν ή και απαιτούσαν την αμιγώς και ευθέως πολιτική στάση. Η φαινόμενη μειλιχιότητα, λοιπόν, η εγκαρτέρηση που πιστοποιούν τα γραπτά της, η πραότητα με την οποία εξευγενίζεται η πίκρα της, ο ήπιος λυρισμός της, οι εσωτερικότεροι δρόμοι που διήνυσε κατά την αυτογνωσία της, το μέτρο με το οποίο πολιτεύτηκε και στη λογοτεχνία και στη ζωή της, την οδήγησαν να κατεργάζεται τη γλώσσα και τους ρυθμούς της στο περιθώριο· και ίσως σ’ αυτόν τον εσκεμμένο και τίμιο αυτοαποκλεισμό της από τη βουερή σκηνή να χρωστάει όσα διαμάντια εξόρυξε. Η “αίσθηση εξορίας, στέρησης, χαμένης ζωής και απάτης”, που, όπως σωστά έχουν επισημάνει ο Ανέστης Ευαγγέλου και ο Γιώργος Αράγης, καθόρισε τη λογοτεχνική παραγωγή αυτής της γενιάς, την οδήγησε σε ένα σκεπτικισμό που της επέτρεψε να δει κριτικά τόσο τα δικά της όρια όσο και τα όρια της ποίησης στις σύγχρονες κοινωνίες».

Στα χρόνια που ακολούθησαν τόσο τη διάγνωση του Χατζή όσο και την απόφανση του Ευαγγέλου, σίγουρα κάποιο «μεράδι ζωής» το γεύτηκαν ορισμένα τουλάχιστον από τα μέλη της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, όπως κι αν το εννοήσουμε. Και σίγουρα δεν φαίνεται τόσο εύκολο πια να αποδεχτούμε τον ισχυρισμό του Ευαγγέλου πως υπήρξε κάποια «επιχείρηση εξαφάνισης», συστηματική ή ασχεδίαστη. Εξακολουθεί πάντως να ισχύει, αν και όχι για όλα τα μέλη της εν λόγω γενιάς και όχι στον ίδιο βαθμό για όσους συμμερίστηκαν τις πολιτικότερες των ιδεών της, η άποψη του Χατζή πως η κριτική στάση της γενιάς αυτής μάς βοήθησε, βοήθησε δηλαδή όσους ήθελαν και ήταν έτοιμοι να βοηθηθούν, να απεγκλωβιστούν από τις δοτές ιδέες και να απαγκιστρωθούν από τα ιδεολογικά κλισέ, είτε τη λογοτεχνία αφορούν είτε την πολιτική και την κοινωνία.

Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί εδώ ότι καμιά φορά βγαίνουμε εμείς χαμένοι σπάζοντας τη λογοτεχνική συνέχεια σε γενιές, σαν να τις χωρίζουν τείχη αδιάβατα που δεν επιτρέπουν τις οσμώσεις. Έστω κι αν υιοθέτησε άλλους τόνους, η κριτική στάση της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, η οποία αποσύρθηκε σταδιακά από το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, είτε της κατάφασης και του ενθουσιασμού είναι αυτό είτε της αμφισβήτησης και της απογοήτευσης, οπωσδήποτε χρωστάει κάτι από το φρόνημά της στο παράδειγμα του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Άρη Αλεξάνδρου, του Μιχάλη Κατσαρού, ποιητών δηλαδή της αμέσως προηγούμενης γενιάς, της λεγόμενης «γενιάς της ήττας». Και τουλάχιστον όσον αφορά τη «δραματουργική σκηνογραφία» της ποίησης του Μαρκίδη, έχει ήδη επισημανθεί, από τον Αλέξη Ζήρα, η σχέση της με την ποιητική τεχνική τόσο του Αναγνωστάκη όσο και του Τάσου Λειβαδίτη.

Η λέξη-έλξη για τη γενιά που μας απασχολεί είναι η «στάχτη», που, όπως και η λέξη «ερείπια» την εντοπίσουμε συχνά σε κρίσιμους γνωμικής διάστασης στίχους πολλών ποιητών της. Η λέξη-άπωση είναι τα «οράματα», ηττημένα ήδη τον καιρό της προηγούμενης ποιητικής γενιάς. «Ποίηση πουθενά πραγματοποιημένη τα οράματα σφαγμένα όλα», έγραψε λ.χ. ο Μάρκος Μέσκος. «Όταν ήρθαμε / υποχωρούσαν τα μεγάλα οράματα αποδεκατισμένα / στα υπόγεια καταφύγια του στίχου / τώρα μάς πήραν δρόμοι χωρίς επιστροφή / βήμα προς βήμα συλλαβίσαμε την έρημη δεκατία / συλλαβίσαμε τη ζωή μας με χαμηλή φωνή και λίγο φως», τόνισε ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Και ο εταίρος τους στο περιοδικό «Σημειώσεις» Μάριος Μαρκίδης, δοκίμασε το 1982 να συνοψίσει τη γενικότερη μελαγχολία στο ποίημά του «Παράπονο ποιητού της γενιάς του ’60» της συλλογής του «Εν αβάτω και ουχ οδώ», όπου ο σημαδιακός τίτλος αντλείται από τους Ψαλμούς της Βίβλου, οι αναφορές στην οποία είναι συχνές στο έργο του Μαρκίδη:

«Σχόλια του καιρού, οράματα, μα ο μήνας μπήκε οργισμένος
κι οχτώ συντρόφοι μου σώπασαν ή πέθαναν κι εγώ δεμένος
στο πηγάδι […]
Ο χρόνος μπήκε δίσεχτος ο μήνας οργισμένος
αρχίσαμε να τρέχουμε από κηδεία σε κηδεία μυρίζαμε
όλη μέρα λιβάνι γιατί ο παπάς μεγάλωνε κάθε τόσο τη δόση
τρομαγμένος κι εκείνος απ’ τον πυρετό τρομαγμένος
με τόσους αγίους εγγυητές και το θανατικό να μη λέει να τελειώσει
κι ύστερα έφτασαν τα ληξιπρόθεσμα γραμμάτια
ξυπνήσαμε ένα πρωί και δεν είχε πια άλλα τραγούδια στο συρτάρι
δεν είχαμε πια συντρόφους […]
Δε βαρέθηκες αδερφέ μια ζωή αντιπολίτευση
δείξε και λίγη αυτοθυσία
καιρός να διαλέξεις (πάνω ή κάτω) τον τάφο σου, να βγεις απ’ το τραγούδι».

Ακόμα και στα αποσπάσματα αυτού του ποιήματος αναγνωρίζονται ορισμένες από τις κινούσες ιδέες του Μαρκίδη, που ορίζουν τη λογοτεχνική του στάση. Το πένθος εδώ για ό,τι χάθηκε ή απανθρακώθηκε παίρνει ιδιωτικότερους και εσωτερικότερους δρόμους, και, κυρίως, λύεται ή τέλος πάντων επιχειρείται να λυθεί διά του σαρκασμού και του αυτοσαρκασμού, ο οποίος απολήγει σε οξείς στίχους όπως ο εξής: «Τα ποιήματά μας κι εκείνα ντεμοντέ σαν πουκάμισα εργένη» («Ποιήματα με ημερομηνία λήξεως», 1995). Αρκετές φορές κι όσο περνούν τα χρόνια και ογκώνεται η απογοήτευση, ο σαρκασμός παίρνει τον δρόμο της δριμύτατης ειρωνείας, ιδιαίτερα όταν ο ποιητής αναφέρεται σε πράγματα και πρόσωπα της φιλολογικής και λογοτεχνικής σκηνής, καθώς και της τρέχουσας πολιτικής, οπότε στιχουργεί εκμεταλλευόμενος ένα υλικό που δεν μοιάζει καθόλου πρόσφορο. Και ο Παπανδρέου χωράει λοιπόν στην ποίησή του και ο Φλωράκης και ο Κύρκος, όπως χωράει και το ποδόσφαιρο. Η σάτιρα δεν είναι πια ένας τρόπος για να ανακουφιστεί ή να μετριαστεί ο ελεγειακός τόνος, αλλά μια μέθοδος παρόξυνσής του και ταυτόχρονης γείωσής του.

Ένα άλλο καίριο γνώρισμα της ποίησης του Μαρκίδη, της ποιητικής του μάλλον, είναι η τάση της να στήνει μια διαρκώς ανοιχτή, κριτική και αναθεωρητική συζήτηση με τα κείμενα άλλων λογοτεχνών, Ελλήνων και ξένων, παλαιότερων και νεότερων. Τα ποιήματά του είτε αναπτύσσονται σαν εκτενή, αφηγηματικά και ενίοτε σχεδόν δοκιμιακά κείμενα είτε σαν αποτελεσματικές προσαρμογές στην παλαιά έμμετρη ποίηση, πυκνοκατοικούνται από ονόματα συγγραφέων, αλλά και από πλάσματα της λογοτεχνικής φαντασίας, από τον Ιβανόη στη Φραγκογιανού και από τον Τομ Σώγιερ στον Τάκη Πλούμα, αλλά και από τον Ρεμπώ στον Παλαμά, από τον Σεφέρη στον Ρίτσο, και βέβαια από τον Καβάφη στον Καρυωτάκη. Ο Μαρκίδης, όπως κι ένας άλλος ποιητής της γενιάς του, ο Θωμάς Γκόρπας, άσκησε τη λογοτεχνική του κριτική διά της ίδιας της ποιήσεώς του, και την άσκησε αυστηρά.

Δεν πρόκειται για την περιβόητη πια διακειμενικότητα σαν αυτάρεσκο, ελιτίστικο ή και επιδεικτικό παιχνίδι, αλλά για την εξωτερίκευση και τη μερική έστω ικανοποίηση μιας βαθιάς ανάγκης για συνομιλία έστω με τον ξένο τυπωμένο λόγο, ξέρουμε άλλωστε ότι πολύ συχνά η ποιητική δημιουργία πυροδοτείται από την ανάγνωση. Και στη συνομιλία αυτή επιβάλλεται συνήθως ο ειρωνικός τόνος, είναι μάλιστα χαρακτηριστική ως προς αυτό η «ειδοποίηση στον αναγνώστη» που προτάσσει ο Μαρκίδης, αλλά με την υπογραφή «Μ. Αφεντόπουλος», στη συλλογή του «Ποιήματα προτέρου εντίμου βίου» του 1989, όπου το «Μ. Αφεντόπουλος» δείχνει να λειτουργεί περίπου όπως οι τόσο γνωστοί πια «ετερώνυμοι» του πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσσόα. Ιδού η «ειδοποιίηση» αυτή που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ετεροαυτοβιογραφική: «Δεν υπάρχει ποιητική φωνή (και όχι μόνο ποιητική), δική μας είτε ξένη, που να μην έχει ο έντιμος Μάριος Μαρκίδης υπεξαιρέσει τώρα, όπως συνήθιζε πάντα. Δηλαδή, δεν είναι πως έχει υπεξαιρέσει απλώς την ποίηση των άλλων, είναι, για να το πω ανοιχτά, πως την έχει κατασπαράξει. Για να μη μιλήσω για τις κακοπιστίες, για να μην πω τίποτα για τις διαστροφές και τους εκτροχιασμούς. Ο Θεός να τονε συγχωρέσει – αν συχωρνάει και κείνους που δεν μετάνιωσαν για τα κρίματά τους».

Βλέπουμε σ’ αυτήν την ομολογία καταβρόχθισης αλλοτρίων γραπτών τον έμμεσο προσδιορισμό των ποιημάτων ως κριμάτων. Αλλά βλέπουμε και τον ρητό προσδιορισμό από τον ίδιο τον συγγραφέα μιας από τις σταθερές του, μιας από τις έμμονες ιδέες του, της διαλογοτεχνικής και διακειμενικής συνομιλίας. Για τις έμμονες ιδέες μίλησε καθαρά ο Μαρκίδης στο προοίμιο του βιβλίου του που τιτλοδοτείται ακριβώς «Έμμονες ιδέες» (1990). Τι πιο σωστό λοιπόν από το να κλείσω εδώ τούτη τη μικρή παρουσίαση με δικά του λόγια:

«Για ένα γερό κεφάλαιο που χτίζει μαιζονέτες στο αύριο, δεν υπάρχει πιο στείρο πράγμα από μια έμμονη ιδέα. Σπάνια δεχόμαστε πως μια έμμονη ιδέα γίνεται να φωλιάσει και σε μια κανονική ψυχή. Πού να βρει εκεί μέσα τα απαραίτητα; Όμως, κατοικημένη από τους τρελούς η ποίηση, πώς μπορεί να ζητάει από μας κανονικότητα; […] Τι θα κάναμε στα χρόνια που μας απομένουν –για να ξαναθέσουμε επί τάπητος το μέγιστο ερώτημα του Μεσοπολέμου– τι θα γινόμαστε χωρίς τις έμμονες ιδέες μας; Οι έμμονες ιδέες μάς εκράτησαν, τότε που όλες οι άλλες μάς άφησαν αλύπητα ελεύθερους – θέλω να πω, για να κλείσω την παρένθεση που άνοιξε ο Μεσοπόλεμος, οι έμμονες ιδέες, κρατώντας μας στη σκοτεινή ρυθμικότητά τους, μας εστήριξαν. Έμμονες ιδέες, εγκόσμια ισχυρογνωμοσύνη για τους μεν, που βαραίνει το ανθρώπινο μυαλό ακυρώνοντας την απογείωσή του, κίνηση δυνάμει του παραλόγου για τους άλλους, αστραφτερό υλικό ενός σαρκοβόρου αναμηρυκασμού για μας που, μέσα στην αγωνία του, δείχνει πως δεν έχουμε επιτελέσει στο ακέραιο το χρέος μας. […] Σ’ ένα έδαφος που πάει σήμερα, με όσα λέμε και με όσα δεν λέμε, να παραγίνει ομαλό, οι παράδοξες ανωμαλίες του εδάφους (η ποίηση και οι ποιητές) εμποδίζουν το έδαφος να γίνει υπερβολικά λείο. Πρακτορεύουν μια δυστυχισμένη επανάληψη της επανάληψης. Δεν συγκατατίθενται στην ευτυχία, ακόμη και όταν οι καθ’ ύλην αρμόδιοι, λ.χ. η επανάσταση, συγκατατίθενται. Αυτό είναι βέβαια το περισσότερο που μπορούν να κάνουν η ποίηση και οι ποιητές. Μα δεν είναι το ελάχιστο. Γιατί μάς δίνει μια παράταση χρόνου».

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.