Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Στέφανος Ροζάνης
Καθηγητής Φιλοσοφίας

σύναψις 22 [2011 – τόμος 07]

Μάριος Μαρκίδης: ένας μοντερνιστής εν μετεωρισμώ

Επιμένω στην αρχική μου θέση και αυτή η επιμονή διόλου δεν είναι η βεβαίωση μιας παλαιάς εντύπωσης, αλλά αντίθετα η εκ των υστέρων δημιουργική επαναφορά των όρων της αρχικής θέσης στο συνκείμενο που προϋποθέτει την απώλεια, δηλαδή τη βίαιη διακοπή της γραφής. Έτσι κι αλλιώς, αυτό δεν ήταν το ύφος και το ήθος της γραφής του Μαρκίδη: η εσωτερική διακοπή της γραφής, όταν η γραφή (του) όφειλε να πάρει τις αποστάσεις της (άλλοτε μελαγχολικές και άλλοτε ειρωνικές, περιπαικτικές) από το αυτονόητό της, το ήδη γραμμένο, το ήδη παιγμένο στον «φωνόγραφο» του μοντερνισμού, ή μιας μεγάλης αφήγησης που άφηνε εκτός τις λεπτομέρειες του δράματος ή της ανθρώπινης κωμωδίας των συναισθημάτων. Το ήδη γραμμένο δεν έδινε δεκάρα γι’ αυτές τις λεπτομέρειες, αφοσιωμένο απόλυτα στη μεγάλη του κλίμακα, με αποτέλεσμα ο «μαρασμός του θυμικού» να προβάλλει ως θανάσιμος κίνδυνος της ποιητικής ή άλλης αφήγησης. Τότε, οι περιπαικτικές αποστάσεις του Μαρκίδη έσωζαν, ή έστω επιχειρούσαν να σώσουν, τη μικρογραφία, τη λεπτομέρεια, το καθήκον της γραφής να παραμένει πάντοτε εντός, κλείνοντας τα μάτια στο εκτός μιας βάναυσης εξιστόρησης που το τέλος της ήταν καταδικασμένο όχι μόνο ποιητικά, αλλά επίσης και διανοητικά, ακόμη και ιστορικά.

«Ποτέ δεν έχω παρουσιάσει τον εαυτό μου καλύτερον απ’ ό,τι είναι και δεν θέλω να το κάνω τώρα ούτε μιλώντας ούτε σιωπώντας έξυπνα. Ποτέ δεν φοβήθηκα να εκθέσω τον εαυτόν μου». Τα λόγια αυτά του Thomas Mann, τα έργα του οποίου αποτέλεσαν πηγή πολλών αισθητικών και όχι μόνον ενορμήσεων του Μαρκίδη, μπορούν με απόλυτη πιστότητα να συστοιχίσουν με την προθετικότητα των κειμένων του, στον βαθμό που η γραφή (του) είναι μια βαθύτατα ηθική στάση ως προς τη σημασία των λέξεων και την κριτική θέση που εξ ανάγκης συντηρεί απέναντι στην ίδια την αισθητική. Και η αισθητική του Μαρκίδη ήταν πάντα στραμμένη προς τα έσω, προς τον αισθητικό του εαυτό, χωρίς ούτε στιγμή να πέφτει στο δίλημμα (μεταφυσικό ή ρεαλιστικό) του «εντός-εκτός». Σ’ αυτό βοηθούσαν πολύ οι περιπαικτικές αποστάσεις της γραφής του, ιδιαίτερα στο ύστερο έργο του, όταν είχε πλέον αποτινάξει, τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό, τη μαγεία των μοντερνικών συνηχήσεων και είχε προχωρήσει σε ένα κινδυνώδες πεδίο, κινδυνώδες από την άποψη της αιρετικότητας, την οποία δεν φοβήθηκε, αλλά αντίθετα την αναζητούσε με σπάνιο πάθος,

«Σκεφτόμαστε γενικότερα», έγραφε ο Μαρκίδης, «πως θα έπρεπε να υπάρχουν και γραφεία τελετών με αποκλειστικό πελάτη τους ποιητές, μόλις κριθεί φυσικά από τον “αόρατο δυνάστη” της ποιήσεως πως είναι τω όντι ποιητές. Γραφεία που θα θησαυρίζουν γιατί οι ποιητές ως ποιητές, φεύγουν απ’ αυτόν τον κόσμο και με το απλό γεγονός της ποιήσεώς τους. Πιστεύω ότι οι ποιητές έγιναν από τον μάστορη του σύμπαντος σαν μια απόδειξη της ύπαρξης του “άλλου κόσμου”. Ανάμεσα στους δύο κόσμους ένας υποχρεωτικός θάνατος – λ.χ. ο θάνατος που λέγεται λέξη». Ο Μαρκίδης θησαύριζε με το απλό γεγονός της ποιήσεως, εκεί που άλλοι ποιητές επένδυαν, και συνήθως έχαναν, στα ποιήματά τους. Διότι γνώριζε καλά (όπως μόνο ο τω όντι ποιητής γνωρίζει) ότι η λέξη είναι υποχρεωτικός θάνατος και ποτέ δεν έπεφτε στον πειρασμό της λογοτεχνικότητας, αλλά αντίθετα πίστευε ακλόνητα στον μάστορη και στον ψίθυρο της μαρτυρίας του ότι πράγματι υπάρχει ο “άλλος κόσμος” της ποιήσεως, η άλλη ηθικότητα της γραφής, το άλλο ήθος του συγγραφέα που αποστρέφεται τον λογοτεχνικό γραφιά, ο οποίος πειθαρχεί τυφλά στη λογοτεχνικότητα για να κερδίσει μια θέση, έστω και ελάχιστη, στην ιστορία της λογοτεχνίας.

Πάντως δεν μπορείς να περιμένεις τίποτα από την ιστορία της λογοτεχνίας. Έγραφε ο Μαρκίδης: «Προσωπικά, είμαι μαρτυρία μιας γενιάς ανθρώπων που αγαπάει μεν τα ποιήματα, δεν τα αγαπάει όμως τόσο πολύ ώστε να εξισώνει με ποιητή κάθε λαυράκι των εκδοτικών επιχειρήσεων». Αυτό βέβαια πολύ απέχει από το να είναι ένας αντι-λογοτεχνικός ηρωισμός. Είναι όμως μια δικαιοσύνη του εσωτερικού βιώματος, οσάκις αυτό υπερέχει, επειδή κερδήθηκε μέσα από τον κριτικό νου και τη βαθιά γνώση της λογοτεχνίας που ποτέ δεν έπαψε να εξορθολογίζει τα κείμενα και να τα κατατάσσει και να τα βαθμολογεί ανάλογα με τις ευθύγραμμες απαιτήσεις της, τους κυριαρχικούς μύθους της και ασφαλώς όχι ανάλογα με τη δύναμη του «κλίναμεν» και της αιρετικής του οδυνηρής αναζήτησης. Για να μιλήσω ξεκάθαρα (και αυτό είμαι βέβαιος ότι ο Μαρκίδης θα το επικροτούσε) είμαι υποχρεωμένος να επαναλάβω ακόμη μια φορά τα λόγια του Thomas Mann, ελαφρώς παραλλαγμένα για τον ποιητή όπως τον καταλάβαινε ο Μαρκίδης: είναι «εξαιρετικά χρήσιμο να μην εκφυλιστεί πνευματικά και να καταλήξει να υποδεχτεί τη λάμψη και την τιμή με τις οποίες ο κόσμος ανταποδίδει το ταλέντο του με αποβλακωμένη τη συνείδηση».

Οφείλω τώρα να διευκρινίσω τις αποστάσεις της ποιητικής οδοιπορίας του Μαρκίδη και ιδιαίτερα τις αποστάσεις που στη δεύτερη περίοδο της γραφής του τήρησε από τις μοντερνικές συνηχήσεις, εντός των οποίων η πρώτη του περίοδος είχε αναδείξει μια σπάνια γοητεία, ένα ευαίσθητο μέτρο στο βαθμό που ανανέωνε τις μοντερνικές του καταβολές και επίσης άφηνε να φανεί μια υπόκωφη υπονόμευση των καταβολών αυτών μέσω της παλινδρόμησης σε «παλαιούς τρόπους της ποιήσεως». Μολονότι ο ποιητικός εαυτός του Μαρκίδη ποτέ δεν πήρε στα σοβαρά τις αντικειμενικές συστοιχίες της μυθικής μεθόδου του μοντερνισμού, εντούτοις η γραμματική και το συντακτικό της ποιητικής του συνάρθρωναν ένα μοντερνικό περιβάλλον, τόσο κατά τον τρόπο όσο και κατά το είδος.

Ο Ezra Pound έγραφε: «Η ποίηση είναι ένα είδος εμπνευσμένων μαθηματικών, που μας δίδει εξισώσεις όχι για αφηρημένα σχήματα, τρίγωνα, σφαίρες και τα παρόμοια, αλλά για τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αν κανείς διαθέτει έναν νου ο οποίος ρέπει περισσότερο προς τη μαγεία παρά προς την επιστήμη, θα προτιμήσει να ομιλεί περί αυτών των εξισώσεων ως μαγικών επωδών ή εξορκισμών: ηχεί περισσότερο απόκρυφο, μυστηριωδώς σκοτεινό». Ο Μαρκίδης διέθετε αυτόν τον νου και εξ αιτίας αυτού ο μοντερνισμός του έρρεπε περισσότερο προς τη μαγική επωδό και τα ξόρκια παρά προς μια ανεπιφύλακτη προσχώρηση στα μοντερνικά κείμενα και τις ποιητικές αλληλουχίες, κοινές άλλωστε στους επίγονους του νεοελληνικού μοντερνισμού. Βέβαια, υπάρχει στα μοντερνικά σχέδια του Μαρκίδη η Καλυψώ. Μόνο που ο Οδυσσέας (της) νοσταλγεί «κάτι ψωρομάγαζα στην προκυμαία που τα σπάνε κάθε βράδυ οι μνηστήρες». Με δυσκολία θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για αντικειμενική συστοιχία εδώ. Αυτή η «φάλτσα» μοντερνική νότα είναι σίγουρα ξόρκι, μαγική εξίσωση και καταθλιπτική απόσχιση από τα έργα και τις ημέρες των μοντερνιστών μας, αν τελικά δεν είναι μια σαφής υπονόμευση ή ένας ειρωνικός τρόπος αποδόμησης. Στο τέλος τέλος (και αυτό είναι μια προοπτική, μη ομολογημένη από τον Μαρκίδη, εντύπωση), πιστεύω ότι ανάμεσα στον Καρυωτάκη και τον Σεφέρη η πλάστιγγα του Μαρκίδη έγερνε προς το μέρος του πρώτου:

Οι ουρανοί που ονειρεύτηκα γονατισμένοι
και τα παράθυρα πια τα ’χω βαρεθεί.
Να θέλεις να θυμάσει και να σ’ έχουν αρνηθεί
οι Δον Κιχώτες σου στον ύπνο κρεμασμένοι.

Όπως και να έχει ο μοντερνισμός του Μαρκίδη είναι γεναιόδωρος. Αποφεύγει συστηματικά της παγίδες των αποκλεισμών (τόσο συνηθισμένες μάλιστα στα νεοεληνικά μας)· θυμάται μόνο αυτά που η ποίηση μπορει να θυμηθεί, όπως ο ίδιος έλεγε. Επιμένει πεισματικά  να είναι πάντοτε ένας αυθεντικός flaneur μέσα στην ποίηση· και βέβαια δεν δίνει καένα λόγο γι’ αυτό, μόνο προσπαθεί και τα καταφέρνει περίφημα να ανοίγει καινούργια μονοπάτια για τη μαστοριά εκεί που ο μοντερνισμός ασφυκτιά κλειστός εν εαυτώ.

Καιρός λοιπόν να επανέλθω στην αρχική μου θέση στην οποία, καθώς είπα, επιμένω: ο Μαρκίδης δεν είναι ποιητής και δοκιμιογράφος και/ή επστήμονας. Είναι ένας ποιητής που γράφει δοκίμια, ένας ποιητής που το ποιητικό του σύμπαν διαχέεται μέσα στις γλώσσες της φιλοσοφίας και της ψυχανάλυσης, του πολιτικού λόγου και της κοινωνικής κριτικής. Ο Μάριος Μαρκίδης είναι παντού και πάντα η ποιητική του συνείδηση. Άλλοτε ειρωνιστής αλλοτε μελαγχολικός, αναδεικνύει μέσα από το αρχαιολογικό του πάθος τα ποιητικά φαντάσματα του Χέγγελ, του Φρόυντ και του Λακάν, μέχρι που ο Χέγγελ, ο Φρόυντ και  Λακάν γίνονται αλχημιστικά οι δικοί του ποιητικοί πατέρες, χορεύοντας με τους δικούς του ποιητικούς ήχους και ηχοχρώματα.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.