Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

Αριστείδης Π. Αραβαντινός (1852-1923)
Ιατρού – συγγραφέως

σύναψις 23 [2011 – τόμος 07]

Ο πόνος και η θλίψις ως εικών και ως έμπνευσις

Ημερολόγιον Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου
Τομος 21 – 1906, 32-42

Πόνος ή άλγος εις την ιατρικήν γλώσσαν είνε το σύνολον της εντυπώσεως, ην προκαλεί εν ημίν επώδυνος αίσθησις προερχομένη εκ μυρίων αιτίων. Τα αίτια ταύτα έχουν ως κυρίαν αφετηρίαν τα νεύρα του ανθρωπίνου οργανισμού. Αλλά τα νεύρα ημών εν φυσιολογική καταστάσει διατελούντα, δεν εκδηλούσι τον ελάχιστον πόνον· πρέπει λοιπόν να υποστώσι ταύτα βλάβην τινά ή κάκωσιν, όπως παράσχωσιν εν ημίν την επώδυνν ταύτην αίσθησιν. Τα νεύρα όμως δεν εύρηνται χωριστά και ανεξάρητα εντός των διαφόρων ημών οργάνων· κατέχουν όλας ταα χώρας και όλους τους ιστούς του οργανισμού, οίτινες διέπουσι την αίσθησιν, την κίνησιν ως και την θρέψιν αυτήν και ζωήν δια της αμέσου ή εμμέσου επιδράσεως αυτών. Παντός λοιπόν οργάνου ή ιστού ημών η πάθησις αντανακλάται ή επεκτείνεται και επί των νεύρων αυτών, ώστε και ανεξαρτήτως των ειδικών αυτών παθήσεων, πάσχουσι. Τώρα, ποία είναι τα μάλλον ευαίσθητα των νεύρων και ποίων εξ αυτών  η πάθησις ανταποκρίνεται με το αίσθημα του άκρου άλγους, μετά ή άνευ σπασμωδικών συστολών αντανακλαστικών απηχήσεων επί ολοκλήρου του οργανισμού, αφ’ ου είνε γνωστόν ότι έχομεν και κινητικά και αισθητικά νεύρα, δεν ανήκει εις την παρούσαν ημών εγκυκλοπαιδικήν πραγματείαν. Σημειώνομεν μόνον υπό γενικήν έποψιν και ως εν παρόδω ενταύθα, ότι ο πόνος μεταδίδεται εκ της περιφερείας και εκτοξεύεται εκ του κέντρου δια μέσου των μικτών νεύρων των διαφόρων λεπτεπιλέπτων διακλαδώσεων, ας σχηματίζουν τα εν τη ιατρική γνωστά πρόσθια και οπίσθια δεμάτια του νωτιαίου μυελού ημών οπόθεν τα νεύρα εξέρχονται.

Το Νενικήκαμεν του Μαραθωνοδρόμου
Το Νενικήκαμεν του Μαραθωνοδρόμου

Τοιαύτην λοιπόν έχων υποκειμενικώς προέλευσιν ο πόνος δια τε των γενικών αντανακλαστικών λεγομένων εν τη ιατρική κινήσεων των μυών και δια των διαφόρων συσπάσεων, ας προκαλεί επιτοπίως η αλγούσα χώρα, εύρηται εις άμεσον σχέσιν με το μυϊκόν εν γένει σύστημα του ανθρώπου, επομένως καθίσταται ούτος και αντικειμενικώς αντιληπτός. Πας έκαστος δηλονότι δύναται να εννοήση και εξ αποστάσεως βλέπων τον αλγούντα, εκ των διαφόρων μυϊκών συσπάσεων, εκ των δακρύων ή εκ των άλλων κινήσεων και στάσεων, ας προκαλεί εις αυτόν ο πόνος αλλοιώνων ποικιλοτρόπως την φυσιογνωμίαν και τας στάσεις του σώματος αυτού. Τούτο και μονον αρκεί, όπως μας εξηγήση τον ιδιαίτερον τύπον ή την παράστασιν, ην λαμβάνει ο αλγών άνθρωπος. Η αλλοία δε αύτη εκάστοτε παράστασις παρέχει εις τους οφθαλμούς ημών και νέαν όλως κινηματογράφου εικόνα.

Τώρα, αν εις τας εκ των νεύρων προερχομένας παραλλαγάς ταύτας προσθέσωμεν και τας διαφόρους επιρροάς, ας έχει η φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου και του νευρικού εν γένει συστήματος επί των διαφόρων της φυσιογνωμίας μεταβολών, εν συνδυασμώ προς τας ψυχολογικάς εν εγένει επιδράσεις, έχομεν ενώπιον ημών τας απείρους μορφάς και παραστάσεις, ας λαμβάνει η όψις του ανθρώπου και τας στάσεις ή κινήσεις, φυσικάς ή μη, τας οποίας λαμβάνει το σώμα αυτού. Αν η γαλήνη ττης εκφράσεως εν τη ανθρωπίνη μορφή, αν η ωραιότης των χαρακτηριστικών και ανατομικών γραμμών, η κανονικότης και η ευρυθμία απετέλεσαν το ιδεώδες της τέχνης του σύμπαντος, οι δε εμπνευσμένοι καλλιτέχναι ανεκάλυψαν δια του μάγου αυτών οφθαλμού εις τη θέαν ταύτην ολόκληρον τον μυστηριώδη της τέχνης ναόν και ελάτρευσαν τον καλλιμάρμαρον του ωραίου βωμόν, οι ίδιοι του αιωνίου καλού μύσται δεν έμειναν ψυχροί απέναντι των πολυειδών εκφράσεων της οδύνης, μεθ’ όλην την μελαγχχολίαν ή την φρίκην, ήτις την περιβάλλει!

Καθίσταται πράγματι ανεξήγητον μεχρι τινός, πώς μία τοιαύτη ζωϊκή εικών, τον οίκτον μάλλον ή την συμπάθειαν εμπνέουσα, ηδυνήθη να ελκύση το εταστικόν και μυστηριώδες όμμα του καλλιτέχνου προς αυτήν. Όχι δε μόνον τούτο παρετηρήθη, αλλ’ έτι πλέον! Εύρεν η καλλιτεχνία εις την φοβεράν ταύτην πάλην των νεύρων μετά της ψυχής, αληθές και μαγικόν ούτως ειπείν γόητρον και κάλλος! Το αισθητικόν, όπερ ανεπτύχθη εκ της συναρμολογήσεως του τελείως ωραίου, πλαστικώς και φυσιολογικώς, το αισθητικόν, όπερ εκπροσωπεί εις όλας τας εποχάς της τέχνης ολόσωμον την επιστήμην του ωραίου, ήτοι συγκεντρώνει την γενικήν αντίληψιν και εξωτερικεύει αυτήν εντός του μαγευτικού ινδάλματός του, το μυστηριώδες τούτο λέγομεν και ασύλληπτον της τέχνης ιδεώδες, όπερ έλαβε το όνομα αισθητικόν, δεν ενέκλεισεν, όχι, εντός πεπερασμένων ορίων το γόητρον του ωραίου! Το παρακολουθεί δια των μάγων οφθαλμών του εις την έκτασιν του απείρου, εκεί όπου μόνη η φαντασία ενίοτε δύναται να φθάση. Τωόντι το ωραίον ζητεί και ευρίσκει ο καλλιτέχνης παναταχού της φύσεως, αεννάως δε το θαυμάζει, όπου και αν το συναντήση.

Φιλοκτήτης
Φιλοκτήτης

Και εις της αγρίας καταιγίδος τον απαστράτοντα κεραυνόν και εις της νηνεμίας και γαλήνης την γλυκείαν μαρμαρυγήν! Εις τε του γαμψώνυχος ορνέου τον φοβερόν αλλ’ υπερήφανον παράστημα, και εις της κρυπτομένης εντός του φυλλώματος τρυφεράς περιστέρας το τερετίζον πτερύγισμα! Και εις της οδύνης τέλος και εις της χαράς την όψιν και έκφρασιν. Ουδόλως λοιπόν πρέπει ν’ απορώμεν, αν η θεία τέχνη εύρε και ευρίσκει πάντοτε αληθές γόητρον και απόλαυσιν και της οδύνης και του πόνου την αλγεινήν έκφρασιν. Αλλά πώς δυνάμεθα να εξηγήσωμεν τούτο ψυχολογικώς; Τα άιτια της εμπνεύσεως ενός καλλιτέχνου είνε άγνωστα και εις αυτόν τον ίδιον. Πολλάκις αντίκειται αύτη και αισθητικώς και διανοητικώς προς την πραγματικότητα της ύλης και προς την φύσιν αυτήν την δρώσαν και αισθανομένην.

Εν τούτοις δέον να παραδεχθώμεν δια την περίπτωσιν ταύτην, ότι το ισχυρότερον ελατήριον της τοιαύτης παραδόξου προσκολλήσεως του καλλιτέχνου εις την τρέχουσαν ανθρωπίνην μορφήν είνε πρώτον η συμμπάθεα και ο οίκτος προς τον αλγούντα. Συγκινεί βεβαίως και την ψυχράν καρδίαν μη καλλιτέχνου ακόμη η θέα του πάσχοντος ανθρώπου. Φυσικόν επομένως είνε να εμπνέηται η τέχνη εκ του ανθρωπίνου πόνου του συγκινούντος όλας τας καρδίας και ν’ αναπαριστά ποικιλοτρόπως την αιμἀσσουσαν εικόνα. Και έτερος όμως λόγος, καθαρώς τεχνικός ούτος, είνε η ψυχική έκφρασις του αλγούντος, αι διάφοροι συσπάσεις των μυών αυτού, η στάσις αυτή ην το σώμα του αυτομάτως λαμβάνει, άτινα πάντα περέχουσι τόσην γραφικήν ποικιλίαν και τοιαύτην αλληλουχίαν νέων εκάστοτε γραμμών και τόσας θαυμαστάς προκαλούσιν εντυπώσεις εις το άπληστον δια νέας πάντοτε εμπνεύσεις όμμα του καλλιτέχνου, ώστε τον ωθούσι αυτομάτως σχεδόν προς απεικόνσιν του άλγους.

Υπό τοιαυτας διττάς εμπνεύσεις η τέχνη κατώρθωσε ν’ αναπαραστήση επί του ψυχρού μαρμάρου, ή της λευκής οθόνης, άλλοτε μεν το άλγος ως ζωηράν, φυσικήν έκφρασιν του πάσχοντος, ως εις τον Προμηθέα, άλλοτε ανάμικτον με πικρίας και καρτεροψυχίας συγχρόνως έκφρασιν, ως εις την κεφαλήν του θνησκοντος Ιησού του Roubens και εις την θείαν Pieta του καλού Μιχαήλ Αγγέλου· άλλοτε δε έδωκεν εις τούτο υπέροχον όψιν μελαγχολίας και εγκαρτερήσεως εις την συμφοράν, ως εις την Νιόβην και τον τετρωμένον του Καπιτωλίου αγωνιστήν. Η τοιαύτη όμως της τέχνης εκτέλεσις, καίτοι απεικονίζει τελειότατα και πιστώς την φύσιν, δεν προκαλεί ίσως εις τον θεατήν την λύπην, την φρίκην ή το έλεος, ως ο ζωντανός πόνος του αλγούντος, από του οποίου αποστρέφομεν την κεφαλήν ημών, αλλά παρέχει παραδόξως εν άλλο είδος συγκινήσεως γλυκείας και ευχαρίστου, τολμώ ειπείν, εν τη μελαγχολία αυτής. Εμπνέει δηλονότι αίσθημα αληθούς καλλιτεχνικής απολαύσεως, παρεμφερές προς το εκ του απολύτως ωραίου εν τη τέχνη.

Η Νιόβη προστατεύοντας τη μικρή της κόρη
Η Νιόβη προστατεύοντας τη μικρή της κόρη

Τοιαύτην έχει την προέλευσιν και αιτίαν η καλλιτεχνική εικών του πόνου! Αν τοιαύτην διαιωνίζει και αποθεώνει η σμίλη ενός Πολυκλείτου ή Μιχαήλ Αγγέλου ή ανυψώνη εις την αιωνιότητα ο χρωστήρ ενός Roubens ή Ραφαήλ – δεν πρέπει ποσώς να εκπληττώμεθα, διότι η άλλη της καλλιτεχνίας αδελφή, η ποίησις, παρέστησεν επίσης υπερόχως ταύτην δια των αθανάτων περιγραφών της θαυμασίας λύρας των αρχαίων ημών τραγικών και των μεταγενεστέρων ποητών όλων των αιώνων.

Αν θελήσωμεν ήδη ν’ ανατρέξωμεν εις τας πρώτας πηγάς της τέχνης και εξετάσωμεν την στενήν σχέσιν, ην έσχεν ανέκαθεν η καλλιτεχνία μετά της ιατρικής οδηγηθείσα ασφαλώς και μυριάκις εκ ταύτης εμπνευθείσα και τότε ως και σήμερον, ως είχομεν την ευκαιρίαν ν’ αποδείξωμεν εις σειράν διαλέξεων, ας εκάμομεν κατά το παρελθόν έτος εν τω Συλλόγω Παρνασσώ, εξαγαγόντες ταύτας εκ μακράς ημών ειδικής μελέτης «η καλλιτεχνία εν σχέσει προς την ιατρικήν», ευρίσκομεν ότι οι καλλιτέχναι όλων των χρόνων παρέλαβον εκ της ιατρικής απειρίαν ύλης προς απεικόνισιν ή γλυφήν. Η οδύνη με την εκφρασιν αυτής παρέσχε φυσικώς την γραφικωτεραν ύλην. Ας αρχισμεν εκ της Ελληνικής αρχαιότος και της Γλυπτικής.

Ιδού πρώτον Πυθαγόρας ο Ρηγίνος. Μέγας γλύπτης εις χαλκόν του 5ου π.Χ. αιώνος. Ούτος, κατά τον Πλίνιον, είνε ο πρώτος όοτις παρέστησεν επιμελώς και λεπτμερώς φλέβας, νεύρα και κόμας ανθρωπίνας. Έργον θαυμάσιον τούτου εκ της οδύνης εμπνευσθέν ήτο ο διάσημος τοξότης και ήρως του Ομήρου Φιλοκτήτης. Παρίσταται ούτος τραυματίας και χωλός, εις δε τας πληγάς αυτού (κατἀ τον αυτόν πάντοτε Πλίνιον) αναπαρίστατο ζωηρότατα το φοβερόν άλγος. Έτερον έργον εν τη αρχαιότητι παριστών την οδύνην είνε η εν Ολυμπία ευρεθείσα γιγαντιαία πάλη μεταξύ Λαπήθων και Κενταύρων. Είς Λαπήθης έχει δράξει δια της χειρός ένα Κένταυρον, ούτος δε δάνει μετά λύσσης την χείραν του, και είνε θαυμάσιο τι η έκφρασις της οδύνης και της καρτρεοψυχίας συγχρόνως, ην δεικνύει ο δακνόμενος ούτος Λαπήθης.

Μεταξύ πολλών άλλων, ομοίας εμπνεύσεως αριστουργημάτων σημειώνομεν ενταύθα τα διασημότερα. Ες το Μουσείον της Φλωρεντίας υπάρχει σήμερον σύμπλεγμα παριστών την Νιόβην, τη σύζυγον του Αμφίωνος, καθ’ ην στιγμήν τα βέλη του Απόλλωνος και της Αρτέμιδος φονεύουσι τα δώδεκα τέκνα της, διότι είχε τολμήσει να καυχηθή, ότι ήτο ανωτέρα της Λητούς (μητρός του Απόλλωνος) ήτις είχε μόνο δύο τέκνα. Αποδίδεται το πρωτότυπον του θαυμασίου τούτου έργου εις τον Πραξιτέλην. Το εν τω μέσω υπάρχον άγαλμα της Μητρός Νιόβης ζητούσης να σώση εντός της αγκάλης της την μικροτεραν της κόρην, αναπαριστά ζωηρότατα την θλίψην εις τας βαρείας και πενθίμους του ευγενούς προσώπου της γραμμάς.

Σειράν όμως μακράν καρτερικής και γλυκείας ως ειπείν ηθικής οδύνης και θλίψεως ελκύουσαν τον θαυμασμόν ημών παρέχει ημίν η αρχαία γλυπτική εις την ωραίαν και πλουσιωτάτην συλλογήν του ημετέρου Μουσείου των επιτυμβίων πλακών, του Κεραμεικού και άλλων. Συγκρατεί κυριολεκτικώς δια μαγνητικής δυνάμεως τους οφθαλμούς του παρατηρητού η θεα των ευγενών και τεθλιμένων εκείνων εκφράσεων γονέων, τέκνων, αδελφών, συζύγων, κατά την στιγμήν του υστάτου αποχωρισμού παριστωμένων εν υπερτάτη ψυχκή γαλήνη και εν γενναιότητι αποχαιρετώντων αλλήλους.

Pieta
Pieta

Έτερον θαυμάσιον υπόδειγμα καρτερικής οδύνης θανάτου επί υπερόχου ανδρικού κάλλους είνε ο θνήσκων Αλέξανδρος, ανήκων εις την Περγαμηνήν Σχολήν (2ος π.Χ. αιών). Ούτος ευρίσκεται σήμερον εις το Μουσείον dei uffici της Φλωρεντίας.

Της ιδίας Περγαμηνής Σχολής έργον θαυμάσιον, παριστών τον πόνον και την υπερτάτην συγχρόνως γεναιοότητα, είνε ο εν τω Μουασείω του Βατικανού ευρισκόμενος (εν αντιγράφω) θνήσκων Γαλάτης, όστις αποδίδεται εις τον Κτησίλαον (Πλιν. Φυσ. Ιστ. Βιβλ ΧΧΧΙV κεφ 8). Επί του προσώπου τούτου δύναται να σπουδάση τις την ψυχολογίαν της ζωής και του θανάτου. Επί τη θέα του αριστουργήματος τούτου της αρχαίας τέχνης, ο Βύρων αυτός ενεπνεύσθη υπερόχως και η λύρα αυτού ετόνισε τους εξής θαυμασίους στίχους, ων πεζή μετάφτασιν δυστυχώς μόνο παραθέτομεν :

«Βλέπω προ εμού κατακείμενον τον ηρωϊκόν αθλητήν· η κεφαλή του στηρίζεται επί της μιάς του χειρός, το δε αρήϊον όμμα του παρέχει την έκφρασιν του εκουσίως θνήσκοντος, διότι φαίνεται θέλων να δαμάση τον δριμύν πόνον αυτού. Η κεφαλή του κλίνει βαθμιαίως προς τα κάτω ενώ από του βαθέως τραύματος του στήθους του φαίνονται στάγδην πίπτουσαι αι τελευταίαι πλέον σταγόνες του αίματός του, ως αι πρώται χονδραί σταγόνες βροχής θυελλώδους. Ήδη η κονίστρα δονείται περί αυτήν … και εκπνέει εν τω μέσω των βαρβάρων επευφημιών, αι οποίαι οίμοι! συγχαίρουν τον τλήμονα νικητην! Ο θνήσκων αθλητής ήκουσεν αυτάς αλλ’ ουδόλως τον συνεκίνησαν· ο οφθαλμοί του ως και η καρδία του ήσαν πολύ μακράν της κονίστρας κ.λπ.».

Αλλά το μεγιστον των αριστουργημάτων υπό έποψιν αναπαραστάσεως φυσικής οδύνης εν μεγαλοπρεπεί στάσει ανατομικών γραμμών είνε το θαυμάσιον σύμπλεγμα του Λαοκόοντος. Τούτο ευρίσκεται (εν αντιγράφω βεβαίως) εις το Βατικανόν και είνε έργον των γλυπτών Αθηνοδώρου, Πολυδώρου και Αγησάνδρου. Ο Λαοκόων ούτος, ως γνωστον, παριστά τον ιερέα του Ποσειδωνος, ον ετιμώρησαν οι θεοί μετά των τέκνων του, διότι αντέστη εις την εισαγωγήν εν Τροία του Δουρείου ίππου. Η έκφρασις του συνεσπασμένου προσώπου του είνε όντως θαυμάσιον τι και αμίμητον!  Η εικών του υπερτάτου άλγους κατά την υψίστην ταύτην του μαρτυρίου στιγμήν είνε έξοχος και θεία εν τη σπαρακτική αυτής πραγματικόττι! Η ζωντανή αύτη οδύνη ενέπνευσε πολλούς αρχαίους ποιητάς, αλλά του Βιργιλίου ιδίως η αιμάσσουσα περιγραφή δύναται να συγκριθή με την υπέροχον της σμίλης απόδοσιν της φοβεράς ταύτης σκηνής! Ούτος τον παριστά εξάγοντα σπαρακτικάς και οξείας φωνάς εκ της μεγάλης οδύνης της περισφίξεως των φοβερών δρακόντων· οι εμπνευσμένοι όμως εκείνοι γλύπται τους σπαρακτικούς τούτους πόνους εξέφρασαν δια των κινήσεων του όλου σώματος και της ιδιαιτέρας στάσεως των μελών αυτού, ήτις μόνη παρ’ αυτώ εκδηλοί την τελουμένην υπεράνθρωπον πάλην, εν ω εις το πρόσωπον τοy αγωνιώντος έθεντο μόνο απλούν παράπονον και στοναχήν, ην καθιστά έτι μάλλον προφανή και βαθείαν η εκβάθυνσις, ην ο τεχνίτης εξετέλεσε κατά το προκάρδιον (από του ομφαλού και άνω) ως γίνεται πάντοτε κατά τας βαθείας και βιαίας εκπνοάς του ανθρώπου.

Η γαλήνιος αύτη οδύνη ουδόλως αλλοιώνει τα χαρακτητριστικά το Λαοκόοντος. Ο Winkelmann λέγει ότι το θαυμάσιον τούτο σύμπλεγμα παριστά την έκφρασιν του υπερτάτου ανθρωπίνου μεγαλείου. Ο δε Lessing ότι παροσυσιάζει το ύψιστον κάλλος υπό την επίδρασιν της σωματικής οδύνης.

Λαοκόων
Λαοκόων

Τοαιύτας και άλλας πολλάς ακόμη εμπνεύσεις εκ του άλγους ευρίσκομεν εις τους αρχαίους ημών γλύπτας. Αλλά και οι διάσημοι ζωγράφοι των αιώνων εκείνων ως ο Κλεοφάντης, ο Μανδροκλής, ο Πολύγνωτος και οι περίφημοι Ζεύξις, Απελλής και Παρράσιος κ.λπ. ενεπνεύσθησαν πολλάκις εκ της ιατρικής άπειρον ύλην. Περί της αρχαίας όμως Ελληνικής ζωγραφικής ελάχιστα γνωρίζομεν και μόνο εις τους διαφόρους συγγραφείς και εις αντίγραφα επί αρχαίων αγγείων ή δακτυλιολίθων ευρίσκομεν εικόνας τινάς εις το θέμα ημών αφορώσας. Ούτως, επί αρχαίων αγγείων και δακτυλιολίθων ευρέθησαν αντίγραφα εικόνος, ως υποθέτουσι, του Παρρασίου, παριστώντα τον αυτόν άνω μνημονευθέντα Φιλοκτήτην (κατά Mallati) αλγούντα εκφραστικώς με περιδεδεμένην την τετρωμένην κνήμην. Εις τον μέγαν της αρχαιότητος ζωγράφον Ζεύξιν αποδίδεται επίσης θαυμάσιον έργον παριστών την σπαρακτικήν οδύνην βασανιζομένου, όπερ ζωηρώς περιγράφεται και επαινείται υπο διαφόρων συγγραφέων. Είνε ο Προμηθεύς δεσμώτης υπό του γυπός σπαρασσόμενος.

Κατά τους μετέπειτα χρόνους και μετά την αναγέννησιν ιδίως της Τέχνης, διάσημοι γλύπται και ζωγράφοι απεικόνισαν θαυμασίως την οδύνην εις πλείστα αυτων αριστουργήματα· εν πρώτοις έχομεν την θαυμασίαν Pieta του Μιχαήλ Αγγέλου, και την Φρίκην, κεφαλήν παριστώσαν την εκφραστικοτέραν εικόνα τρόμου και της φρικιάσεως, ην είδεν ο κόσμος. Δεν εκφράζει αύτη το άλγος, αλλ’ εκπροσωπεί αυτήν την ισχύν του ψυχικού σάλου. Ευρίσκεται εις Φλωρεντίαν (uffici). Εν γενει κατά τους μετά την Αναγέννησιν αιώνας η έκφρασις της οδύνης επεζητήθη επιμελώς εντός των αιτίων ταύτης, εγένετο δε έτι μάλλον σαφής η διάκρισις μεταξύ ηθικού και φυσικού άλγους. Οι διάφοροι χαρακτήρες και οι ιδιοσυγκρασίαι των αλγούντων ελήφθησαν επίσης υπό σπουδαίαν έποψιν. Επειδή δε ως εν αρχή  της μελέτης ημών ταύτης αναφέρομεν, ο πόνος δεν παρουσιάζει έναν μόνον, αλλά μυρίους τύπους εκφράσεως αναλόγως της ηθικής αναπύξεως, της ψυχολογικής στιγμής, της ηθικής ισχύος ή και της φυλής ακόμη αυτής του πάσχοντος, οι διάφοροι καλλιτέχναι των νεωτέρων ιδίως χρόνων ησχολήθησαν και ασχολούνται πάντοτε μεγάλως εις την μελέτην της φυσιολογίας και ψυχολογίας της οδύνης. Αλλ’ εκτός της μελέτης ταύτης μεγίστην προσπορίζονται ωφέλειαν και εκ της επιμελούς σπουδής των αρχαίων κλασικών αριστουργημάτων των μεγάλων διδασκάλων, η τελειοτάτη δε πάντων σπουδή έγκειται μάλλον εις την ακριβή της φύσεως απομίμησιν. Ούτω θα μένωσι πάντοτε ως υποδείγματα τέλεια τα modela των μεγάλων καλλιτεχνών. Έχομεν λοιπόν σειράν τιοιούτων εμπνεύσεων, ας διαιώνισεν η τέχνη του σύμπαντος. Ο Μιχαήλ Άγγελος, μέγας γλύπτης όσον και ζωγράφος, έρχεται εκ των πρώτων εν αυτή δια των προμνημονευθέντων και άλλων ακόμη έργων του. Ο Ραφαήλος άφησεν επίσης εις την παγκόσμιον καλλιτεχνίαν, εντός της θαυμασίας αυτού Μεταμορφώσεως τον παράφρονα παίδα εν στιγμή μανιακού παροξυσμού. Ο Δαβίντης, ο Velasquez, ο Rivera, ο Juan Dyck, ο Murilla και πλείστοι άλλοι ενεπνεύσθησαν επίσης εις πολλά έργα των εκ της οδύνης. Ο διάσημος Rubens μεταξύ των άλλων τοιούτων εικόνων του, κατέλιπεν το θάνατον του Σενέκα, όστις παρίσταται εντός θερμού λουτρού μέχρι των γονάτων, φερων τας αρτηίας κεκομένας και αιμορροούσας με θαυμασίαν έκφρασιν γαληνιαίου άλγους, και υπαγορεύων εις τους μαθητάς αυτού τας εντυπώσεις, ας τω παρείχεν ο βραδύς θάνατος, εις ον είχε καταδικασθή υπό του Νέρωνος.

Αφ’ ετέρου και της νεωτέρας γλυπτικής θα ηδυνάμεθα ν’ αναφέρωμεν διάφορα αριστουργήματα εκφραστικής οδύνης. – Ιδού λ. χ. ο τετρωμένος Αχιλλεύς του εν Κερκύρα ανακτόρου της αυτοκρατείρας Ελισσάβετ και τόσα άλλα. Ως θαυμασίαν όμως έκφρασιν άλγους μετά υστάτης προσπαθείας, προς συγκράτησιν ζωής, κρεμαμένης οιονεί εκ των οδόνντων παραθέτομεν ενταύθα το έξοχον έργον του γερμανού Max Kruse, τον αρχαίον δρομέα του Μαραθώνος, όστις θα πέση μετ’ ου πολύ άπνους εις τα τέρμα του δρόμου του!

Και εκ των ζωγράφων των ημετέρων χρόνων πολλοί απέδοσαν δια των εικόνων αυτων θαυμασίως την οδύνην. Αναφέρομεν τον πολύν Max, με τον θαυμάσιον αυτού Ιησούν ανιστώντα την κόρην του Ιαΐρου και την τυφλήν Μάρτυρά του εις τας Κατακόμβας· τον Keller με την μεγαλοπρεπή εν τη αγριότητι αυτής και έξοχον δια την έκφρασιν της οδύνης εικόνα του Ηρώ και Λέανδρος· τον μυστηριώδη συμβολιστήν Boeklin με τας αποτροπαίας εξωτικάς αυτού μορφάς και τας θαυμασίας εκφράσεις του θανάτου και της οδύνης· τον διάσημον ρώσσον ζωφγράφον Μακόφσκη και την «Κηδείαν ρώσσου χωρικού», την έμπλεων οδύνης και σαρακτικού άλγους· τον έξοχον εκείνον ζωγράφον του Γυπός σπαράσσοντος το ήπαρ του Προμηθέως, όπερ εύηται εις τ’ ανάκτορα της Α. Μ. των Βασιλέων ημών. Και πλείστους τέλος άλλους, ους συντομίας χάριν παραλείπομεν. Και των ημετέρων συγχρόνων καλλιτεχνών έχομεν να υποδείξωμεν επίσης έργα τοιαύτα· ωραίον και εκφραστικώτατον εν τη απλότητί του λ. χ. είνε το νήπιον εκείνο το παριστών δια χαρακτηριστικωτάτων μορφασμών και συσπάσεων του προσώπου τον πόνον, ον τω προκαλεί η διάτρησις των ώτων δια της βελόνης. Είνε έργον του διαπρεπούν ημών καλλιτέχνου Γ. Ιακωβίδου. Ως επικορωνίδα εν τούτοις του πενιχρού βωμού, ον επειράθημεν όλως αναρμοδίως ίσως, αν μη και ιεροσύλως, να εγείρωμεν εντός του μελαγχολικού και πενιχρού Ναού της Οδύνης, χάριν των φίλων αναγνωστών του Εθνικού Ημερολογίου, ας μας επιτραπή ο εθνικός εγωϊσμός να εκθέσωμεν και την θαυμασίαν εικόνα του Πόνου του ημετέρου πολυκλαύστου ζωγραφου Γύζη, ήτις θεωρείται επίσης ως εν αριστούργημα δια την έκφρρασιν και δύναμιν αυτής. Είνε τούτο το Πνεύμα του πόνου.

Προμηθεύς δεσμώτης Από την παράσταση του Θ. Τερζόπουλου στο Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας τον Ιούλιο του 2010.
Προμηθεύς δεσμώτης Από την παράσταση του Θ. Τερζόπουλου στο Παλαιό Ελαιουργείο της Ελευσίνας τον Ιούλιο του 2010.

Ως είδομεν λοιπόν οι καλλιτέχναι πάντων των χρόνων κατά την αναζήτησιν του φυσιολογικώς ωραίου εν τω ανθρώπω, όπερ παντού ηκολούθησαν, ευρέθησαν μοιραίως αντιμέτωποι και προς την δυσπραγίαν αυτού και προς την νόσον του ακόμη· αναπαραστήσαντες  δε δια της καρδίας και της χειρός τον πόνον, κατά τας διαφόρους αυτού εκφάνσεις, κατώρθωσαν δια της θείας των τέχνης να δίδωσι και εις ημάς δια των θαυμασίων αυτού εξωτερικεύσεων τον πόνο τούτον, όχι ως απεχθές τι ή αποτρεπτικόν εκ της συμπαθείας κα λύπης, ην μας προξενεί, αλλά και ως ενέχοντα υπέροχον τι και μυστηριώδες κάλλος εν τη εκφρασει, όπερ παρέχει ημίν παράδοξόν τι γόητρον και ελκύει προς αυτό την καρδίαν μετά των βλεμμάτων μας. Όπως δε δεν υπήρξε ποτέ αληθής ποιητής, του οποίου δεν συνεκινήθη η καρδία και η φαντασία δε ανηψώθη εκ της θέας της ανθρωπίνης συμφοράς και της καρτεροψυχίας εν τη οδύνη! Όπως δεν δύναται να εννοηθή ουδέποτε μουσικός μη εκφράζων δια των περιπαθεστέρων τόνων της λύρας αυτού την σπαρακτικήν της οδύνης φωνήν και τους βυθίους στεναγμούς της τετρωμένης καρδίας, ούτω δεν ηδύνατο να υπάρξη και εννοηθή εν τω κόσμω καλλιτέχνης της σμίλης και του χρωστήρος, όστις να μη συναρπαγή εκ τη φυσικής οδύνης του ανθρώπου και να μη εμπνευσθή υπό την θέαν των αλγούντων και αγωνιώντων!  

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.