Επιθεώρηση Ψυχιατρικής, Νευροεπιστημών & Επιστημών του Ανθρώπου

 

σύναψις 33 [2014 – τόμος 10]

Der sensitive Beziehungswahn Αποσπάσματα από το 9ο κεφάλαιο «Σύνοψη και οριοθέτηση» Ernst Kretschmer

[ Berlin, Verlag von Julius Springer, 1927 ]

Μετάφραση: Ιωάννα Μεϊτάνη – Απόφοιτος του Τμήματος Γερμανικής Φιλολογίας – Μεταφράστρια
Επιμέλεια: Μαρία Κορρέ – Ψυχολόγος, Μέλος της Εταιρείας Υπαρξιακής Ανάλυσης

Σύνοψη και οριοθέτηση

Το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών αποτελεί έναν χαρακτηριστικό τύπο ασθένειας, ο οποίος έχει πολύ διακριτά αίτια, συμπτωματολογία και πορεία.

Τα κύρια αιτιολογικά του χαρακτηριστικά είναι τα εξής:

  1. Το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών δημιουργείται κατά κύριο λόγο όταν υπάρχει βαριά κληρονομική επιβάρυνση.
  2. Η εγγενώς ψυχοπαθολογική δομή του χαρακτήρα διακρίνεται από βιολογικής πλευράς κυρίως γιατί έχει τάση προς την εξάντληση. Η εξάντληση που προκαλείται από τη δουλειά και τα συναισθήματα συντείνει σημαντικά στην εξέλιξη της ασθένειας.
  3. Ωστόσο, ο τρόπος δημιουργίας της ασθένειας είναι ουσιαστικά ψυχολογικός-αντιδραστικός. Η εμφάνισή της επηρεάζεται από την τριάδα παραγόντων: χαρακτήρας, βιώματα και περιβάλλον.
  4. Το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών σχετίζεται αιτιολογικά με την τάση του χαρακτήρα·1 όσο πιο κοντά είναι ο χαρακτήρας στον ευαίσθητο τύπο τόσο πιο τυπικά εκδηλώνεται η ασθένεια. Ο ευαίσθητος χαρακτήρας είναι κυρίως ασθενικός, και στην ψυχολογική κλίμακα κατατάσσεται ανάμεσα στον διαχυτικό και τον αμιγώς ασθενικό χαρακτήρα. Χαρακτηρίζεται από ελαττωματική διοχέτευση, δηλαδή έλλειψη ικανότητας ψυχολογικής αποφόρτισης. Η προσωπικότητα με νεύρωση των συσχετισμών ξεχωρίζει από την ψυχαναγκαστική νευρωτική εκδοχή του ευαίσθητου χαρακτήρα γιατί οι σθεναρές αντιθέσεις της είναι πιο τεταμένες. Από τη μια πλευρά έχει εξαιρετικά ήπια ιδιοσυγκρασία, είναι άτομο αδύναμο και εύθραυστο, από την άλλη επιδεικνύει αυτοπεποίθηση, φιλοδοξία και ισχυρογνωμοσύνη. Οι πιο ανεπτυγμένοι εκπρόσωποι αυτής της χαρακτηρολογικής ομάδας είναι προσωπικότητες περίπλοκες, υψηλής ευφυΐας και ποιότητας, με λεπτότητα και βαθιά ευαισθησία, με αγωνιώδη ηθική και υπερβολικά τρυφερή και εσωτερικευμένη ψυχική ζωή, εκτεθειμένοι σε κάθε σκληρότητα της ζωής, που κλείνουν βαθιά μέσα τους τα επίμονα και τεταμένα συναισθήματά τους, έχουν οξυμένη ικανότητα αυτοπαρατήρησης και αυτοκριτικής, είναι άτομα πολύ ευαίσθητα και ισχυρογνώμονα, ενώ ταυτόχρονα μπορούν να δείξουν ιδιαίτερη αγάπη και είναι αξιόπιστα, έχουν σθεναρό αυτοσεβασμό, αλλά είναι ταυτόχρονα ντροπαλά και αβέβαια ως προς την προσωπική τους εικόνα, συνεσταλμένα κι όμως ευπρόσιτα και φιλικά, ταπεινόφρονα, αλλά φιλόδοξα και επιμελή, με εξαιρετικά ανεπτυγμένες κοινωνικές δεξιότητες. Το άτομο που πάσχει από νεύρωση των συσχετισμών δεν έχει τη μικρότητα και τον σχολαστικισμό του ψυχαναγκαστικού, δεν είναι τόσο βασανιστικό και κατά μέσο όρο η δομή των ορμών του δεν είναι τόσο πολύπλοκη. Ωστόσο, ελαφρύτερες εξελικτικές διαταραχές στη σεξουαλική τάση εμφανίζονται συχνά και στα άτομα που πάσχουν από νεύρωση των συσχετισμών. Αυτοί οι άνθρωποι, που κατά κύριο λόγο είναι σοβαροί, τείνουν να εμφανίζουν μακρές περιόδους αντιδραστικής επιδείνωσης της ψυχικής τους κατάστασης, ωστόσο δεν είναι δομικά καταθλιπτικοί, και μάλιστα σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορούν να χαρακτηριστούν και ως θερμόαιμοι, με αφορμή ασταθείς εκρήξεις χαράς και ψυχικού πόνου.
  5. Οι συνέπειες των βιωμάτων που οδηγούν στο ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών βασίζονται στον χαρακτηριστικό για τον ευαίσθητο χαρακτήρα μηχανισμό της κατακράτησης με συνεπαγόμενη αντιστροφή· πρόκειται για έναν μηχανισμό που διακρίνεται με σαφήνεια από την κατακράτηση βιωμάτων του διαχυτικού παρανοϊκού επειδή δεν αφήνει ελεύθερα τα συναισθήματα να επιδράσουν, και από τις συμπλεγματικές κατασκευές του υστερικού επειδή η επεξεργασία των βιωμάτων είναι συνειδητή. Στον ευαίσθητο χαρακτήρα, στη δημιουργία της ασθένειας συντείνει, βεβαίως, το βίωμα της επονείδιστης ανεπάρκειας, της ηθικής ήττας, το οποίο οδηγεί αμείλικτα τον ευαίσθητο άνθρωπο με την έλλειψη στιβαρού εγωισμού, με τον βαθύ και τρυφερό ψυχικό του κόσμο και την ευσυνείδητη εσωτερικότητα όλο και πιο βαθιά σε έναν μάταιο και κρυφό αγώνα με τον ίδιο του τον εαυτό. Έπειτα από την αναπόφευκτη επανεμφάνιση μιας κατακρατημένης σειράς παραστάσεων, η συναισθηματική ένταση που έχει φτάσει σε απελπιστικό βαθμό προκαλεί τελικά τη μετατροπή του πρωτογενούς βιωματικού περιεχομένου σε παραλήρημα των συσχετισμών, το οποίο αποτελεί παραστατική απεικόνιση προς τα έξω της εσωτερικής αυτοπεριφρόνησης. Η ψυχολογική αλληλεπίδραση ανάμεσα στον χαρακτήρα και το βίωμα αποτελεί την ουσιαστική αιτία εμφάνισης της ασθένειας του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών. Γι’ αυτό και τα πραγματικά γεγονότα που οδηγούν στην εκδήλωση της ασθένειας δεν είναι επ’ ουδενί τυχαία, αλλά συμπίπτουν με τα γεγονότα που επιφέρουν και στον υγιή άνθρωπο του ευαίσθητου χαρακτηρολογικού τύπου τις ίδιες βαριές ψυχικές επιπλοκές, οι οποίες όμως συνήθως δεν εξελίσσονται σε ψυχική ασθένεια. Κατά κύριο λόγο, τη δύναμη να προκαλέσουν τέτοια ασθένεια την έχουν οι ηθικοσεξουαλικές συγκρούσεις. Στην περίπτωση των ελαφρών νευρώσεων, αυτό το γνωρίζουμε εδώ και καιρό από τη συνειδησιακή πάλη των αυνανιζομένων. Ανάλογη ομάδα βιωμάτων συνιστούν οι καθυστερημένοι έρωτες των ώριμων κοριτσιών. Συγγενική με αυτήν είναι και η υποταγή σε απεχθείς ανώμαλες κλίσεις, όπως στην περίπτωση Βάγκνερ, και τα ζητήματα ηθικής του γάμου, όπως στην περίπτωση Κλούγκε. Η μεγάλη επίδραση που έχουν ειδικά οι ηθικοσεξουαλικές επιπλοκές στη δημιουργία της ασθένειας εξηγείται αφενός από το ότι οι ψυχοπαθείς παντός τύπου υπερεκτιμούν ψυχικά τον σεξουαλικό τομέα και τείνουν σε πραγματικές, ποιοτικές και ποσοτικές ανωμαλίες της σεξουαλικής ζωής· αφετέρου, ειδικά οι ευαίσθητοι ψυχοπαθείς πιστεύουν ότι μερικές ασυμβίβαστες αντιφάσεις, όπως λόγου χάρη ορισμένες μονομερώς αυστηρές υπερβολές της κρατούσας σεξουαλικής ηθικής, είναι παγίδες φτιαγμένες ειδικά για τους ενδοιασμούς τους· και, τέλος, ο καταναγκασμός που επιβάλλουν οι συμβάσεις, να αποσιωπώνται δηλαδή τα σεξουαλικά θέματα, αποτελεί ολέθριο στήριγμα στην έμφυτη κλίση του ευαίσθητου χαρακτήρα να κατακρατεί τα βιώματά του. Ωστόσο, δεν θεωρούμε σε καμία περίπτωση ότι ο σεξουαλικός τομέας μονοπωλεί τις αιτίες δημιουργίας του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών, όπως ισχυρίζεται η ψυχαναλυτική θεωρία των νευρώσεων. Έχουμε δει ανάλογες επιπλοκές να παρουσιάζονται και σε άλλους σημαντικούς τομείς της ζωής, και κυρίως της επαγγελματικής ζωής, και πάλι όμως όχι με την επίδραση τυχαίων εξωτερικών συμπτώσεων (Βέρνικε, Μαργκουλίς), αλλά μόνο μέσω γεγονότων ζωτικής σημασίας, τα οποία θα διατάρασσαν βαθιά και για μεγάλο διάστημα την ψυχική ισορροπία ακόμη και ενός μη ψυχοπαθούς, και πάλι όμως μιλάμε για ζητήματα ατομικής ηθικής, όπως μια επονείδιστη ήττα του ατόμου απέναντι σε απαιτήσεις που του θέτει το επάγγελμά του ή που θέτει ο ίδιος στον εαυτό του.

Για να προλάβουμε τις παρεξηγήσεις πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στο ότι η άποψη που αναπτύσσεται εδώ, ότι δηλαδή οι συνέπειες των βιωμάτων παίζουν κυρίαρχο ρόλο στην εμφάνιση του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών, δεν βασίζεται –και αυτό ισχύει για όλους τους ασθενείς που εξέτασα προσωπικά– σε κάποια αμφισβητούμενη μέθοδο ψυχολογικής εξέτασης ούτε, πολύ περισσότερο, σε μια αμφιλεγόμενη –αν και ευφυή– ερμηνεία των ψυχολογικών συμφραζόμενων η οποία επιβάλλεται στα σποραδικά περιστατικά της παθολογικής του φαντασίας τα οποία αφηγείται δίχως συμφραζόμενα ο ασθενής, αλλά ότι αυτή η ουσιαστική αναγωγή ολόκληρης της ψύχωσης σε ένα θεμελιώδες βίωμα προκύπτει άμεσα και πειστικά από μια απλή συνομιλία του γιατρού με τον ασθενή· όλα τα συμφραζόμενα τα αναφέρει ο ίδιος ο ασθενής, δεν τα προσθέτει ο γιατρός.

  1. Οι επιπτώσεις του περιβάλλοντος δεν είναι αναγκαίες αιτίες, παίζουν συχνά όμως καθοριστικό ρόλο και συγκαθορίζουν το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών. Είναι στενά συνδεδεμένες με τον χαρακτήρα και την ηθική βιωματική τοποθέτηση του ασθενούς, στον βαθμό που δημιουργούν το ίδιο το περιβάλλον, το οποίο στη συνέχεια επιδρά με τη σειρά του πάνω τους. Το σχήμα με το οποίο συντείνει το περιβάλλον στη δημιουργία της αρρώστιας είναι το εξής: ένταση της αυτοσυνείδησης σε μια ταπεινωτική περίσταση. Όπως ακριβώς και μέσω συγκεκριμένων βιωμάτων, έτσι και μέσω συγκεκριμένων επιδράσεων του περιβάλλοντος διεγείρονται λοιπόν τα δύο συστατικά του ευαίσθητου χαρακτήρα, δηλαδή το ασθενικό αίσθημα ανεπάρκειας και η σθεναρή του αυτοσυνείδηση, έτσι ώστε η τάση που δημιουργείται μεταξύ τους να οδηγεί στην εκδήλωση της ασθένειας. Αυτή την επίδραση έχουν, ως γνωστόν, ειδικά οι συνθήκες ζωής των ανύπαντρων εργαζόμενων νεανίδων, εξίσου όμως, όπως είδαμε, και ορισμένα κοινωνικά και θρησκευτικά σχήματα στη ζωή των ανύπαντρων νεανίδων παλαιάς σχολής στις μικρές πόλεις. Απολύτως ανάλογες συνθήκες δημιουργούν και οι εξωτερικές συνθήκες ζωής των ελεύθερων, ανύπαντρων εργένηδων χωρικών, καθώς και των φιλόπονων αυτοδίδακτων ανδρών της εργατικής τάξης. Εδώ κατατάσσεται και η απαιτητική, αλλά όχι επαρκώς αναγνωρισμένη διττή κοινωνική και πνευματική θέση του γυμνασιακού δασκάλου, ο οποίος είναι μεν εκτεθειμένος, αλλά ταυτόχρονα η θέση του δεν είναι εξασφαλισμένη μέσω μιας ανώτερης πνευματικής παιδείας (Βάγκνερ, Ουρμπάν).

Από ψυχολογικής πλευράς, μπορούμε λοιπόν να συνοψίσουμε τον τρόπο δημιουργίας του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών στην ακόλουθη διατύπωση: το ευαίσθητο παραλήρημα συσχετισμών προκύπτει από τη σωρευτική δράση τυπικών βιωμάτων ή συνθηκών ζωής σε τυπικές τάσεις χαρακτήρων, συχνά με τη βοήθεια τυπικών κοινωνικών σχημάτων. Όταν οι τρεις αυτοί ψυχολογικοί παράγοντες έχουν προκαλέσει μια παθολογική κατακράτηση, τότε ο βιολογικός παράγοντας της εξάντλησης συντελεί σημαντικά στην εμφάνιση της ασθένειας, όπως και αντίστροφα, η νευρασθενική κόπωση διευκολύνει σημαντικά την κατακράτηση στον ευαίσθητο χαρακτήρα.

Αυτά ως προς τα αίτια της ασθένειας. Όσον αφορά τη συμπτωματολογία του ευαίσθητου παραληρήματος συσχετισμών, κατά τη δόμηση της ψύχωσης διαφαίνονται σαφώς οι τρεις κύριοι αιτιολογικοί παράγοντες της ασθένειας: χαρακτήρας, κατακράτηση βιωμάτων και εξάντληση. Ο πυρήνας της εικόνας της ασθένειας αποτελείται από ένα επικεντρωμένο παραλήρημα συσχετισμών, το οποίο έχει τις ρίζες του σε ένα συναισθηματικό υπόστρωμα με διαβαθμίσεις ανάμεσα στην επονείδιστη ανασφάλεια και την απεγνωσμένη αυτοενοχοποίηση. Η συμπτωματολογία της ασθένειας συνοψίζεται σε τρεις βασικές προτάσεις:

  1. Το περιεχόμενο των παραστάσεων και η συναισθηματική κατάσταση κατά την περίοδο άνθησης της ασθένειας επικεντρώνονται γύρω από το παθογενές βίωμα.
  2. Τα συμπτώματα της ευαίσθητης ψύχωσης αποτελούν μια μεγεθυμένη απεικόνιση των επιπτώσεων που έχουν οι ιδιότητες του ευαίσθητου χαρακτήρα.
  3. Η εικόνα της ασθένειας σκιάζεται συχνά από συμπτώματα νευρασθενικής εξάντλησης.

Στις τυπικές περιπτώσεις, τα πάντα είναι το βίωμα ή η συνθήκη της ζωής που κρύβεται πίσω από αυτό: χωρίς αυτό η ασθένεια θα περιοριζόταν στο μηδέν· με την αναπόδραστη επανάληψή του δημιουργεί το αιωνίως ανανεούμενο αντικείμενο των καταθλιπτικών αυτοαιτιάσεων, των υποχόνδριων φόβων για εγκυμοσύνη, μαλάκυνση του εγκεφάλου και φυματική λοίμωξη του μυελού της σπονδυλικής στήλης, καθώς και των εκρήξεων φόβου και απόγνωσης και της άκαρπης και εξαντλητικής αύξησης της έντασης της βούλησης· το βίωμα είναι η ρίζα της διάθεσης και ο στόχος των σκέψεων ενός παραληρήματος των συσχετισμών στην πιο τεταμένη και λεπτοφυή μορφή του· όλες οι ιδέες περιορισμού και παρακολούθησης από την οικογένεια και τους φίλους, από το κοινό και τις εφημερίδες, η μανία καταδίωξης από την αστυνομία και τα δικαστήρια από εκεί πηγάζουν και πίσω εκεί εκβάλλουν.

Στην ψύχωση αυτή ξεδιπλώνεται πλήρως η ευαίσθητη προσωπικότητα. Το παραλήρημα συσχετισμών είναι αφεαυτό ένας απέραντα μεγεθυμένος αντικατοπτρισμός της ντροπαλής ανασφάλειάς της· η πολύ χαρακτηριστική αμφιταλάντευση ανάμεσα στον παθολογικό ισχυρισμό και τη συνείδηση της ασθένειας, η επιφανειακή, ευεπηρέαστη και ασταθής εκτίμηση της πραγματικότητας, το επίμονο αίσθημα της ασθένειας και η ελεύθερη διακύμανση σε όλα τα στάδια ανάμεσα στη γνήσια παραληρητική παράσταση και τη γνήσια ψυχαναγκαστική παράσταση – όλα αυτά αντικατοπτρίζουν πιστά τόσο τη βαθιά ικανότητα του ευαίσθητου ανθρώπου για αυτοκριτική όσο και την αναποφασιστικότητά του και την έλλειψη ικανότητας επιβολής της βούλησής του, και δείχνουν επίσης τη στενή συγγένεια ενός ευαίσθητου χαρακτήρα που έχει φτάσει στην ψύχωση με τον ψυχαναγκαστικό. Όταν ένας ψυχασθενής ευαίσθητος στρέφει την πιο καλοακονισμένη πλευρά του βασανισμένου, φοβισμένου και απεγνωσμένου συναισθηματικού του κόσμου συνεχώς ενάντια στον εαυτό του, φανερώνει με τον τρόπο αυτόν την ευσυνείδητη ηθική εσωτερικότητα που τον διακρίνει ακόμη και στις υγιείς του περιόδους. Ο καθαρά αμυντικός χαρακτήρας του παραληρήματος συσχετισμών –στις αμιγείς περιπτώσεις–, η έλλειψη εκρήξεων επιθετικότητας παρά τα ιδιαιτέρως τεταμένα και εξημμένα συναισθήματα, η προσοχή και η ευαισθησία κατά τη στάθμιση των κινήτρων των υποτιθέμενων αντιπάλων, στις περιόδους της ασθένειας, κάνει τον αλτρουισμό, το έμφυτο αίσθημα δικαιοσύνης, τη φρόνιμη στάση, καθώς και την ανικανότητα της ευαίσθητης φύσης για ριζική συναισθηματική αποφόρτιση να προβάλλουν με αυξημένη σημασία. Το υποχόνδριο στοιχείο της ασθένειας προδίδει την αγωνιώδη ανησυχία της. Το είδος του αισθήματος της ασθένειας, που βρίσκεται σε θεμελιώδη αντίθεση με τη στάση απέναντι στην υστερική ασθένεια, το ότι ο ασθενής υποφέρει από την πικρή συνειδητοποίηση της ίδιας του της αχρηστίας, της αδυναμίας και της ανάγκης για προστασία, το ότι πασχίζει να επανέλθει, αντιστοιχούν στην κοινωνική δεξιότητα και τη φιλοπονία· η μεγάλη προσωπική ευαισθησία αντιστοιχεί στο τεταμένο αίσθημα τιμής και την αυτοεκτίμηση και η ειλικρινής ανάγκη για ιατρική στήριξη στην ήπια ικανότητα των ευαίσθητων ανθρώπων για εξάρτηση. Κατά τρίτον, η εικόνα των συμπτωμάτων του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών αντικατοπτρίζει, στις πλήρως ανεπτυγμένες περιπτώσεις, τη νευρική κατάσταση της ψυχικής εξάντλησης. Δεν δείχνει την απόλυτη κατάληψη του παραφρενικού, ο οποίος, ακόμη κι αν έχει συναισθηματικές εξάρσεις, απορροφάται από τις εγκεφαλικές του διαδικασίες και τελικά προσαρμόζεται, ούτε δείχνει την ήττα έπειτα από έναν μισοτελειωμένο αγώνα, η οποία διαφαίνεται σε όλες τις διαταραχές, ακόμη και στις πιο περίπλοκες υστερικές ψυχώσεις. Αυτό που φανερώνει, πολύ περισσότερο, είναι ανθρώπους που συχνά βασανίζονται για χρόνια από τις εσωτερικές τους συγκρούσεις, εξαντλώντας στο έπακρο τις λιγοστές τους δυνάμεις. Εκτός από την έντονη εκδήλωση σωματικών νευρασθενικών συμπτωμάτων, η οποία εισάγει και συνοδεύει το παραλήρημα των συσχετισμών, εκτός από τη σωματική ατονία και την όλο και πιο απότομη αποτυχία υπό το ψυχικό βάρος των επαγγελματικών επιδόσεων, εκτός από το αίσθημα βαθιάς ανεπάρκειας, την εικόνα των συμπτωμάτων συμπληρώνουν και η ασταθής ανησυχία και η αδυναμία συγκέντρωσης, ο κλονισμός που φανερώνεται στη μιμική έκφραση, η ασταθής τάση προς κλάμα που φανερώνει την ψυχολογική κατάσταση, καθώς και η χαρακτηριστική εναλλαγή υπερέντασης και βαθιάς, απαθούς κόπωσης.

Πέρα από τα γενικά αυτά χαρακτηριστικά των ευαίσθητων ασθενειών, μπορούμε να κατατάξουμε την πληθώρα των ξεχωριστών εκδηλώσεών τους σε τέσσερις ομάδες και να κάνουμε τη συστηματική διάκριση ανάμεσα στην εικόνα της κατάστασης παράνοιας, το οξύ ευαίσθητο παραλήρημα, τις νευρώσεις συσχετισμών και τις σποραδικές δομήσεις παραληρήματος με τη μορφή ψυχαναγκαστικής νεύρωσης· αυτές οι μορφές εκδήλωσης συνδυάζονται και αναμειγνύονται μεταξύ τους με πολλούς τρόπους. Ο τύπος του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών, που η εικόνα των συμπτωμάτων του αντιστοιχεί σε αυτήν της παράνοιας, είναι σαφώς ο συχνότερος, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν είναι ο επικρατέστερος και δεν απαντά σε αμιγή μορφή, οπότε δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε κανονικό τύπο εκδήλωσης. Έχει σημασία να το τονίσουμε αυτό, για λόγους τυπολογίας. Στις περιπτώσεις αυτές είτε έχουμε να κάνουμε με ένα συστηματοποιημένο παραλήρημα των συσχετισμών, κατά το οποίο διατηρείται η τυπική λογική και η σύνεση, και περιεχόμενό του είναι η γενική περιφρόνηση και η κακόβουλη αδιακρισία από συγκεκριμένα πρόσωπα και η παρατήρηση της ζωής του ασθενούς μέσα από το πρίσμα του επονείδιστου βιώματος, είτε το παραλήρημα αυτό κλιμακώνεται σε μανία δικαστικής και αστυνομικής καταδίωξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ασθένεια κατά διαστήματα εντείνεται σταδιακά προς την κατεύθυνση της παράνοιας. Αυτό όμως που την διαφοροποιεί σαφώς, στις πλήρως ανεπτυγμένες φάσεις της, από όλες τις συστηματικά παρανοϊκές καταστάσεις που έχουν σε ψυχολογική-αντιδραστική βάση είναι το άνευ προηγουμένου πλήθος και η μοναδική λαβυρινθώδης δικτύωση των συσχετισμών – μια πνευματική συγκρότηση που συναντάμε, λόγου χάρη, στη Χελένε Ρέννερ ή στον δρα Κλούγκε, οι οποίοι συσχετίζουν ακατάπαυστα με το άτομό τους, με ιδιαίτερη μαεστρία, τις πιο ανούσιες καθημερινές κουβέντες, ασήμαντα άρθρα στην εφημερίδα, στοιχεία από το επάγγελμα και το ντύσιμο των συνανθρώπων τους, το θρόισμα ενός ρούχου, το άνοιγμα μιας πόρτας, τους θορύβους της κεντρικής θέρμανσης. Αν συγκρίνουμε αυτή τη λεπτοφυή και λεπτομερειακή συγκρότηση με την αδρή δομή του διεκδικητικού παραληρήματος, το οποίο εκτός από τα βασικά παραληρητικά στοιχεία παράγει λιγοστές μονάχα, μονότονες και κατανοητές ιδέες περιορισμού, θα συνειδητοποιήσουμε πόσο βαθιά συνδεδεμένο είναι αυτό το σύμπτωμα με τον ευαίσθητο τρόπο πρόσληψης των βιωμάτων. Όταν, κοντά στη ντροπαλοσύνη και την έλλειψη αυτοπεποίθησης, εμφανιστεί και ένα επονείδιστο βίωμα, τότε, ακόμη και σε κάποιον με κανονική ψυχολογία, σχηματίζεται ένα εντελώς διαφορετικό γόνιμο έδαφος, όπου μπορούν πολύ εύκολα να ανθίσουν οι συσχετισμοί των πάντων με τον ασθενή, έδαφος πολύ πιο γόνιμο απ’ όσο μπορούν να φτιάξουν τα αισθήματα περιορισμού, η μεγαλομανία ενός σθεναρού χαρακτήρα.

Το παραλήρημα των συσχετισμών φτάνει στο απόγειό του όταν η παρανοϊκή εικόνα δίνει τη θέση της στο οξύ αποσυνδετικό παραλήρημα. Αυτό εμφανίζεται και ως κρίσιμο στάδιο, μικρής διάρκειας, στο ανώτατο σημείο των βαρύτατων ευαίσθητων ψυχώσεων. Από συναισθηματική άποψη χαρακτηρίζεται από ακραίες συναισθηματικές εντάσεις, από άποψη περιεχομένου, από την εμφάνιση κατατονοειδών παραστάσεων για σωματική επιρροή, μεταφορά σκέψεων και αισθήματα ανοικειότητας, καθώς και από τη χαλάρωση των συνδετικών συσχετισμών και την τάση για μετατροπή της απόγνωσης σε μεγαλομανία. Η εικόνα των συμπτωμάτων του διαφοροποιείται από στενότερες σχιζοφρενικές καταστάσεις επειδή δεν παρουσιάζεται η αντικειμενική και άμεση βεβαιότητα των παραληρητικών βιωμάτων, έχουμε διαρκείς διακυμάνσεις στην εκτίμηση της πραγματικότητας και έλλειψη αυτιστικής στάσης και ταυτόχρονα φυσικότητα και προσβασιμότητα του ψυχικού κόσμου και κοινωνικότητα. Μια αμιγή μορφή ευαίσθητου παραληρήματος συναντάμε στην οξεία εξαντλητική ψύχωση της Χελένε Ρέννερ. Η ψύχωση αυτή ορίστηκε ως τέτοια από την αναλογία με τη φυσιολογική υπερκόπωση, από την αντίθεση της συναισθηματικής υπερδιέγερσης με μια βάση βαριάς απαθούς κόπωσης και από τα αντίστοιχα συνδετικά και προσληπτικά συμπτώματα μη ανθεκτικότητας, αδυναμίας και κατώτερης ποιότητας υπερπαραγωγής. Κοντά σε αυτή την καθαρή μορφή εξαντλητικού παραληρήματος, τα απώτατα σημεία της ψύχωσης του Κλούγκε συνθέτουν μια πιο υστερική εκδοχή του ευαίσθητου παραληρήματος, του οποίου η ιδιαιτερότητα εκφραζόταν με μια τάση προς αμνησίες και συνειδησιακές μεταβολές, με μια πιο εκρηκτική συναισθηματική κατάσταση και απότομες συναισθηματικές διακυμάνσεις. Πάντως, οι βαριές ευαίσθητες ψυχώσεις εμφανίζονται μόνο στη βάση πολύ σοβαρής κληρονομικής και εκφυλιστικής επιβάρυνσης. Επειδή τα όρια ανάμεσα στις εκφυλιστικές ψυχώσεις είναι ρευστά, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι και στις ευαίσθητες ψυχώσεις υπάρχει πιθανότητα εμφάνισης οριακών περιπτώσεων, ακόμη και προς τον τομέα της σχιζοφρένειας και της παραφρένειας. Η επεισοδιακή εμφάνιση σχιζοειδών παραστάσεων δεν σηματοδοτεί την εμφάνιση μιας εξελισσόμενης ψύχωσης, όπως μας δείχνουν οι περιπτώσεις που παρακολουθούμε επί σειρά ετών· ωστόσο, ίσως έτσι εκφράζεται μια παροδική αμφιταλάντευση του ενδογενούς υποστρώματος της προσωπικότητας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου μεμονωμένα σχιζοειδή χαρακτηριστικά παρεμβάλλονται ως κορυφώσεις σε μια ψύχωση που συνεχίζει να εξελίσσεται αντιδραστικά-ψυχοπαθολογικά, μπορούν να εμφανιστούν όλες οι ενδιάμεσες μορφές, έως και εκείνες οι περιπτώσεις όπου, σε μια ανάλογη τάση του χαρακτήρα, ευαίσθητα συμπλεγματικά μορφώματα και ομάδες συμπτωμάτων συνδιαμορφώνουν μια αρχόμενη σχιζοφρένεια, και αργότερα ατονούν σταδιακά. Ο Μπλόιλερ έχει καταδείξει πειστικά την εμπλοκή τέτοιων ψυχογενών και ενδογενών μηχανισμών στη σχιζοφρένεια.

Ο τύπος της αλματώδους δόμησης του παραληρήματος κατά το πρότυπο της ψυχαναγκαστικής νεύρωσης απαντάται, με πολύ εύγλωττο τρόπο, μόνο στον τορναδόρο του Φρίντμαν. Στη βάση μιας κατάστασης βαριάς νευρασθένειας, η οποία παρήγε κατά καιρούς παραληρητικά επεισόδια που στιγμιαία προβάλλουν με επιτακτική ζωηρότητα, είναι ωστόσο πολύ βραχύβια. Η φαινομενικά ασύνδετη αυτονομία των μεμονωμένων ιδεών διαχωρίζει τη μορφή αυτή από συστηματικές-παρανοϊκές εικόνες και την φέρνει πιο κοντά στην περιοχή της ψυχαναγκαστικής νεύρωσης.

Με την ονομασία «νεύρωση συσχετισμών» έχουμε συνοψίσει, λοιπόν, όλες εκείνες τις καταστάσεις στις οποίες η σχέση των συσχετισμών με την πραγματικότητα δεν υπερβαίνει το όριο του ψυχωτικού. Χαρακτηρίζουμε λοιπόν έτσι την ευαίσθητη απόχρωση της νευρασθένειας, στην οποία επικρατεί το αίσθημα του συσχετισμού και οι ευμετάβλητες ιδέες συσχετισμών. Αυτή την εικόνα παρουσιάζουν οι ελαφρύτερες μορφές του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών, όπως απαντώνται προπάντων στην ομάδα των αυνανιζομένων· αυτή η εικόνα μπορεί επίσης να αποτελεί το μακρό εισαγωγικό στάδιο μιας ψυχοπάθειας που θα εμφανιστεί αργότερα. Ιδιαίτερης σημασίας είναι όμως οι δευτερογενείς νευρώσεις συσχετισμών, οι οποίες, μετά την πάροδο του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών, μπορούν να επιμείνουν για μεγάλο διάστημα και να αποτελούν πλέον τα στοιχεία της ευαίσθητης τάσης του χαρακτήρα, τα οποία έχουν οξυνθεί από το πέρασμα της ασθένειας. Χαρακτηρίζονται, εκτός από τα γενικά νευρασθενικά συμπτώματα, από τάση προς εξάντληση και αστάθεια, από αγωνιώδη υπερδιέγερση και προσωπική υπερευαισθησία και από την τάση, που οφείλεται σε όλα τα παραπάνω, για φευγαλέες ιδέες συσχετισμών, ασθενικού κυρίως περιεχομένου. Φέρουν δε μέσα τους την προδιάθεση για ψυχωτική υποτροπή.

Η πορεία του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών επιβεβαιώνει τον χαρακτήρα της ψυχοπαθούς αντίδρασης. Με δυο λόγια, είναι σχετικά καλοήθης. Στις ελαφρότερες περιπτώσεις, τείνει προς την ίαση. Οι πρωτογενείς αντιδραστικές νευρώσεις συσχετισμών δεν φτάνουν, ως γνωστόν, καν στο ιατρείο του ψυχιάτρου – στην καλύτερη περίπτωση αναφέρονται κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης στον πρακτικό νευρολόγο. Λόγου χάρη, δεν αναφέρεται πουθενά ότι ίχνη από τις νευρώσεις των νεαρών αυνανιζομένων εντοπίζονται και σε μεγαλύτερες ηλικίες (και δεν εννοώ εδώ φυσικά τις μετέπειτα ενοχές ενός ατόμου με κανονική ψυχολογία για τις «νεανικές αμαρτίες» ούτε βέβαια και τα επίμονα συμπτώματα της ευαίσθητης προσωπικότητας). Εάν μπορέσουμε αργότερα να πάρουμε το ιατρικό ιστορικό του ασθενούς, τότε ακόμη και σε ψυχοπαθείς βαριάς μορφής, όπως ο Περνσμπέργκερ, βλέπουμε ότι η αυνανιστική νεύρωση έχει ξεπεραστεί και έχει διορθωθεί. Ελαφρότερες ψυχώσεις, όπως του Κέφερ ή όπως στις μεικτές περιπτώσεις Ουρμπάν και Χελντ, μπορούν, με έγκαιρη ιατρική παρέμβαση, να ατονήσουν χωρίς να αφήσουν κατάλοιπα και να διορθωθούν εντελώς. Στο μέσον, ανάμεσα σε αυτές και τις βαριές περιπτώσεις, βρίσκεται μια μορφή πορείας την οποία ανέδειξε κυρίως ο Φρίντμαν, όπου έπειτα από μερικά χρόνια «το παραληρητικό οικοδόμημα περνάει στο παρασκήνιο», χωρίς να έχουμε συνείδηση κάποιας ασθένειας. Η διάθεση ξαναβρίσκει την ισορροπία της, το παραλήρημα περνάει στο παρελθόν ως κάτι που έχει ξεπεραστεί, ο ασθενής συνεχίζει την εργασία του χωρίς ενοχλήσεις. Η προσωπικότητα έχει μείνει αναλλοίωτη και έχει ιαθεί «σχετικά», με την εξαίρεση, δηλαδή, της έλλειψης συνείδησης της ασθένειας.

Ελαφρώς διαφορετική είναι η πορεία στις βαριές ευαίσθητες ψυχώσεις. Στις τέσσερις ιδιαιτέρως βαριές περιπτώσεις της μελέτης μας: Ρέννερ, Φέλντβεγκ, Μπρέννερ και Κλούγκε (χωρίς να λαμβάνουμε αρχικά υπόψη τις μεικτές διαχυτικές περιπτώσεις), είμαστε στην ευτυχή θέση να μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της ασθένειας επί σειρά ετών. Και οι τέσσερις –και αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό για την πρόγνωση της ασθένειας– επέστρεψαν στην κοινωνική ζωή και στην εργασία τους. Ο δρ Κλούγκε πήρε εξιτήριο ως εντελώς ιαθείς έπειτα από μια ιδιαιτέρως οξεία εξέλιξη της ασθένειας μέσα σε 2,5 μήνες. Η κατάσταση της ίασης –τουλάχιστον με την πρακτική έννοια– έχει διαρκέσει ως τώρα 16 χρόνια. Δεν παρέμεινε απλώς στη δουλειά του, αλλά το νευρικό του σύστημα άντεξε και τη δοκιμασία μιας μακράς θητείας στο μέτωπο του πολέμου. Αυτή η γοργή και ευνοϊκή εξέλιξη οφείλεται στο ότι δεν είχαμε να κάνουμε με μια αμιγώς ευαίσθητη προσωπικότητα, καθώς και στο ότι στην ίδια την ψύχωση είχαν εμπλακεί και υστερικά στοιχεία, για τα οποία η πρόγνωση είναι ούτως ή άλλως ευνοϊκότερη. Οι άλλες τρεις περιπτώσεις, έπειτα από μια μακροσκελή πορεία της ασθένειας από 3 έως 6 χρόνια, περιήλθαν αρχικά σε μια δευτερογενή νεύρωση συσχετισμών: το συναίσθημα δεν έχει ισορροπήσει πλήρως και μια αυξημένη νευρικότητα με τάση προς συσχετισμούς φαίνεται να επιμένει για αρκετό καιρό. Και πάλι όμως, σε σύγκριση με τη βαρύτητα της ψύχωσης, το τελικό αποτέλεσμα είναι πολύ ικανοποιητικό: και οι τρεις ασθενείς αντεπεξέρχονται εδώ και χρόνια κανονικά στις απαιτήσεις του επαγγέλματός τους και κάνουν καλή και πολύτιμη δουλειά.

Δεν μπορούμε ακόμη να αποφανθούμε εάν οι δευτερογενείς νευρώσεις συσχετισμών έχουν διαρκώς την τάση, όταν οι εξωτερικές συνθήκες είναι ευνοϊκές, να υποχωρούν σταδιακά ώσπου να εξαφανιστούν. Τέτοια μοιάζει να είναι η περίπτωση Μπρέννερ. Πρέπει ωστόσο να τονίσουμε ότι ακόμη και σε αυτές τις βαρύτερες περιπτώσεις, όλα τα μεμονωμένα στοιχεία της προσωπικότητας έχουν παραμείνει αναλλοίωτα, εμφανίζονται απλώς πιο ανάγλυφα λόγω της έμφυτης νευρικής αστάθειας των ατόμων. Η ευφυΐα και η συναισθηματική σχέση με το περιβάλλον είναι απολύτως άθικτα και δεν υπάρχει ούτε ίχνος αυτιστικής απομόνωσης ή σχιζοφρενικής εκκεντρικότητας. Όσον αφορά τον τρόπο εξέλιξής του, το ευαίσθητο παραλήρημα συσχετισμών τείνει, όπως έχουμε δει ως τώρα, μάλλον να υποχωρεί, προσανατολίζεται προς την ίαση ή, στις βαρύτερες περιπτώσεις ατόμων που πάσχουν από διεκδικητικό παραλήρημα, υπάρχει διαρκώς και αναφλέγεται σποραδικά, με αντιδραστικό τρόπο, όταν εμφανιστούν οι αντίστοιχες βιωματικές αφορμές. Τεράστια σημασία όμως για το ζήτημα της παράνοιας παίζει η μορφή εκείνη εξέλιξης του ευαίσθητου παραληρήματος η οποία εξελίσσεται με την ανάμειξη στοιχείων του διαχυτικού χαρακτήρα, όπως στην περίπτωση του Βάγκνερ ή της ασθενούς του Μπγέρε. Εδώ η αυθόρμητη τάση προς ίαση είναι περιορισμένη, το στάδιο της δευτερογενούς νεύρωσης συσχετισμών παρακάμπτεται, και το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών μπορεί να εξελιχθεί τότε όχι μόνο ως προς την εικόνα των συμπτωμάτων, αλλά και ως προς τον τρόπο εξέλιξης, για ένα διάστημα σε πρότυπες περιπτώσεις «χρόνιας παράνοιας», ώσπου κάποτε τελικά να έρθει η ίαση ή τουλάχιστον να παρέλθει η ψύχωση. Ας σημειωθεί εδώ ότι τον Βάγκνερ δεν τον χαρακτηρίζει μόνο ο Γκάουπ παρανοϊκό –και έχει απόλυτο δίκιο, κατά την άποψή μας–, αλλά λόγου χάρη και ο Μπλόιλερ, που στο εγχειρίδιό του ασπάζεται πλήρως την αντίληψη του Κρέπελιν για την παράνοια, κατατάσσει την περίπτωση αυτή στην παράνοια. Σήμερα δεν μπορούμε ακόμη ουσιαστικά να αποφανθούμε αν τέτοιες βαριές περιπτώσεις αμιγώς ευαίσθητης ψύχωσης μπορούν κάποια στιγμή αργότερα να πάρουν ευνοϊκή τροπή. Πρέπει να έχουμε υπόψη τον βαθμό στον οποίο δυσχεραίνεται η πρόγνωση, παρά την καλοήθεια κάθε περίπτωσης, από την εξαιρετικά επιβαρυμένη ψυχοπαθή δομή του ασθενούς και τον συνεπαγόμενο αυξημένο κίνδυνο υποτροπής. Η έτσι κι αλλιώς κάπως ασαφής συναισθηματική κρίση ότι έχουμε εδώ να κάνουμε με «καθαρά ψυχογενή» πράγματα αποδεικνύεται ακόμη πιο εσφαλμένη όσον αφορά τέτοιες περιπτώσεις, αν καταστήσουμε σαφές ότι τέτοιοι άνθρωποι έχουν εκ γενετής έντονα ανώμαλη πνευματική συγκρότηση, η ανωμαλία της οποίας δεν προκαλείται, αλλά μάλλον φωτίζεται από την αντίδρασή τους στα βιώματα. Θα χρειαστεί να εξηγήσουμε περαιτέρω ενδοιασμούς ως προς την πρόγνωση όταν θα μιλήσουμε για τη διαφοροποίηση της διάγνωσης ανάμεσα στο ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών και την αποτυχημένη παράνοια του Γκάουπ.

Σε ό,τι αφορά τις λεπτομέρειες της πορείας, η αρχή της ασθένειας που εξετάζουμε εδώ διαφοροποιείται πολύ ευκρινώς από την «εντελώς λανθάνουσα δόμηση του παραληρήματος» στην αποτυχημένη παράνοια του Γκάουπ. Η δημιουργία του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών είναι τέτοιου τύπου ώστε, είτε με είτε χωρίς μια περίοδο ψυχολογικής προετοιμασίας, ένα εξωτερικό βίωμα προκαλεί τη γρήγορη, συχνά και ξαφνική, εκδήλωση της ψύχωσης. Ο Βάγκνερ εκδήλωσε πλήρως το παραλήρημα συσχετισμών την επόμενη κιόλας μέρα έπειτα από το παθογενές έγκλημα, ο Κλούγκε αρρώστησε με εξαιρετικά ταχύ ρυθμό αφότου έλαβε την κλήση να παρουσιαστεί στην αστυνομία. Στις περισσότερες περιπτώσεις, χρόνια βιωματικά ερεθίσματα προετοιμάζουν το έδαφος από πριν. Οι ώριμες κοπέλες ερωτεύονται πολύ αργά, και όχι ακόμη με παθολογικό τρόπο, έχοντας όμως όλο και εντονότερες τύψεις στις καθημερινές τους συναντήσεις με το αντικείμενο του έρωτά τους, ώσπου ξαφνικά, στον δρόμο προς το κυριακάτικο συνέδριο, πάνω στην κουβέντα με μια θεία, στον δρόμο προς το σπίτι καθώς περπατούν μαζί με το αντικείμενο του έρωτά τους, αναφλέγεται το παραλήρημα. Παρομοίως, στον αυνανιζόμενο που είχε ήδη από πριν ανήσυχη τη συνείδησή του, το διαφωτιστικό φυλλάδιο λειτούργησε όπως η σπίθα στην πυριτιδαποθήκη. Το εξαντλητικό υπηρεσιακό ταξίδι του δημοσίου υπαλλήλου δίνει έδαφος ώστε η ταπείνωση και η πικρία, που από καιρό τις κουβαλούσε μέσα του, να εκδηλωθούν με οξύτητα, με τη μορφή της ψύχωσης. Ας σκεφτούμε απλώς σε πόσο απόλυτη αναλογία βρίσκεται αυτή η μορφή εξέλιξης της ασθένειας με τον ψυχικό αγώνα των κανονικών ανθρώπων, όταν ένας καταπιεσμένος έρωτας ή μια προσβολή που δεν έχει ξεπεραστεί αποτελούν εσωτερικούς παράγοντες συναισθηματικής αναστάτωσης, ώσπου μια εξωτερική σύμπτωση προκαλεί μια έντονη συναισθηματική αποφόρτιση.

Ακόμη και στη μετέπειτα πορεία της, αυτή η έντονη ψυχολογική αντιδραστικότητα παραμένει δείγμα της ευαίσθητης ψύχωσης. Ωστόσο, αυτό το σύμπτωμα ουδεμία σχέση έχει με την παραπλανητική προσωρινή υποχώρηση χρόνιων διαδικασιών, οι οποίες έχουν μοιραία εξέλιξη. Η ψύχωση εξαρτάται, όπως και η συναισθηματική θύελλα μιας κανονικής ψυχολογικής συγκρότησης, από την επίδραση εξωτερικών παραγόντων. Μια αλλαγή στον τόπο διαβίωσης και στα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος επιφέρει αποφασιστική βελτίωση ή επιδείνωση. Η μεταφορά της έδρας της εταιρείας σε περιβάλλον θορυβώδες και γεμάτο ανθρώπους, η επιστροφή στις θρησκόληπτες αδελφές που δεν δείχνουν καμία κατανόηση, η απώλεια της στενής επαφής με την οικογένεια που γεννούσε ένα αίσθημα ασφάλειας, όλα αυτά συνοδεύονται από δυσάρεστες και μόνιμες συνέπειες· μια πολυήμερη διαμονή στην εξοχή για ξεκούραση, η ματαίωση του στρεσογόνου υπηρεσιακού ταξιδιού, και κυρίως η εισαγωγή του εξαντλημένου και ταραγμένου ασθενή στο προστατευμένο περιβάλλον της κλινικής συχνά αποτρέπουν περαιτέρω κρούσματα και επιφέρουν την αποφασιστική στροφή προς τη βελτίωση. Αυτή τη συμπεριφορά μπορούμε να την εντοπίσουμε ακόμη και στις πιο καθημερινές περιστάσεις, στις παραμικρές προσβολές και κακοδιαθεσίες. Δημιουργείται έτσι η έντονη μεταβλητότητα και κινητικότητα της γενικής εικόνας της ασθένειας, και ιδιαίτερα η ασταθής και διαρκώς ανήσυχη ταλάντευση του συναισθηματικού του κόσμου, με δυο λόγια εμφανίζονται απότομες αυξομειώσεις στην καμπύλη της έντασης, η οποία χαρακτηρίζει ειδικά τις βαριές περιπτώσεις, και σε μια περίπτωση όπως του Κλούγκε, δηλαδή μεικτή πρωτόγονη, παρουσιάζει οξείες και απότομες αλλαγές. Ωστόσο, αυτή η συμπεριφορά παρατηρείται περισσότερο στις βαριές περιπτώσεις, ενώ σε περιπτώσεις ηπιότερου βαθμού κυριαρχεί μάλλον μια πιο ομοιόμορφη εικόνα ψυχικής κατάθλιψης και έντασης, η οποία όμως γρήγορα φανερώνει την αντιδραστικότητά της, με την παραμικρή επίδραση των βιωμάτων.

Η πορεία, λοιπόν, του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών δεν είναι σε καμία περίπτωση σχηματική: οξείες αντιδράσεις με ταχεία ίαση (Κλούγκε), περιπτώσεις εκτεταμένης και μακροχρόνιας πορείας που καταλήγουν σε σχετική ίαση (Ρέννερ), πορεία με υποτροπές σε μεμονωμένες περιπτώσεις οι οποίες ορίζονται με ακρίβεια (κυβερνητικός σύμβουλος του Γκίρλιχ), ή μακροχρόνια αμφιταλάντευση στο όριο ανάμεσα στην ανάφλεξη του παραληρήματος και σε μια νευρωτική βάση – αυτά είναι τα είδη της πορείας που μπορούν να διαχωριστούν εξωτερικά, τα οποία όμως χρωστούν όλα τη διαφορετικότητά τους σε ένα κοινό εσωτερικό ελατήριο: την ψυχολογική αντιδραστικότητα. Θα μπορούσαμε λοιπόν να συνοψίσουμε ως εξής:

Η πορεία του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών χαρακτηρίζεται από:

  1. την έντονη ψυχολογική αντιδραστικότητα σε όλα τα στάδια της ασθένειας,
  2. την τάση του για ίαση, στις αμιγείς και ελαφρύτερες περιπτώσεις, και
  3. την απόλυτη διατήρηση της προσωπικότητας, ακόμη και στις βαριές περιπτώσεις.

Η διάρκεια της ασθένειας στην πρωτόγονη και μεικτή περίπτωση Κλούγκε φτάνει μόλις τους 2½ μήνες, στις αμιγείς ευαίσθητες ψυχώσεις ως και τα 6 χρόνια, αν λάβουμε υπόψη μας μόνο τον καθαρό χρόνο της ψυχωτικής αντίδρασης στα βιώματα· αν συνυπολογίσουμε και τις δευτερογενείς νευρώσεις συσχετισμών, μπορούμε να πούμε ότι, χωρίς διακριτά όρια, αγγίζει τη μόνιμη κατάσταση ψυχασθένειας.

Η συχνότητα της ασθένειας δεν είναι πολύ μεγάλη, αν την συγκρίνουμε με τον συνολικό αριθμό των εισαγωγών σε ψυχιατρική κλινική. Πάντως, από την 1η Αυγούστου 1913 έως την 1η Αυγούστου 1914 εισήχθησαν τρεις περιπτώσεις στην κλινική του Τίμπινγκεν. Ο αριθμός των εισαγωγών από το 1909 έως το 1914 έφτανε τις 8 (χωρίς να συνυπολογίζουμε τις απολύτως οριακές περιπτώσεις Χελντ και Ουρμπάν)· μπορούμε να θεωρήσουμε ότι υπάρχουν μερικές ακόμη περιπτώσεις, αφού είναι πολύ δύσκολο να διαπιστώσουμε εκ των υστέρων αν πρόκειται για την ασθένεια αυτή όταν έχουμε ιατρικούς φακέλους γεμάτους από πολλές διαφορετικές διαγνώσεις. Η εικόνα της ασθένειας δεν είναι λοιπόν σπάνιο φαινόμενο, αλλά συγκαταλέγεται στις μορφές που πρέπει να έχει κανείς υπόψη του στην καθημερινή διαγνωστική πρακτική. Πάντως, ως εξαρτώμενη από την τάση του χαρακτήρα, η ασθένεια ενδεχομένως να εμφανίζεται συχνότερα σε ορισμένες φυλετικές ομάδες, όπως στους Σουηδούς.

Για τη συχνότητα της ευαίσθητης τάσης του χαρακτήρα, όπως εμφανίζεται στις ψυχοπαθείς της μορφές, προσπάθησα να σχηματίσω μια εικόνα στη στρατιωτική νευρολογική μονάδα όπου εργαζόμουν. Από τους εκατοντάδες ψυχοπαθείς που πέρασαν από τα χέρια μου, ούτε μια ντουζίνα δεν ήταν που έπασχαν από ευαίσθητη νεύρωση· και από αυτούς οι περισσότεροι έπασχαν από ψυχαναγκαστικές νευρώσεις, ενώ μόνο δύο περιπτώσεις, αν εξαιρέσουμε τα παράπλευρα ευρήματα των ψυχαναγκαστικών, εμφάνιζαν, είτε στο ιστορικό τους είτε στην παρούσα κατάστασή τους, σαφείς διαταραχές νεύρωσης συσχετισμών. Αλλά και οι τυπικές βίαιες νευρώσεις, κυρίως με τη μορφή παρανοϊκής εμμονής σε παρεξηγήσεις στον επαγγελματικό τομέα, εκπροσωπούνταν με λίγες μόνο περιπτώσεις. Η ίδια περίπου παρατήρηση επιβεβαιώνεται πάντως και στη ζωή τους ως πολίτες: οι μη συγκεκριμένες ψυχοπαθολογικές μορφές αντίδρασης, δηλαδή της πρωτόγονης και της υστερικής ομάδας, είναι σαφώς συχνότερες, ενώ εξαιρέσεις αποτελούν οι συγκεκριμένες αντιδράσεις, δηλαδή οι αντιδράσεις όσων πάσχουν από βίαιη ή ευαίσθητη νεύρωση, οι οποίες καθορίζονται από τον χαρακτήρα και τη μορφή του βιώματος.

Στη βάση τους βρίσκονται μορφές χαρακτήρα οι οποίες, με τα πολλαπλά και συγκεκριμένα δεδομένα τους, είναι σπανιότερες σε σύγκριση με τις ομάδες πρωτόγονου χαρακτήρα, που παρουσιάζουν μια αδιαφοροποίητη εικόνα έλλειψης ιδιαιτεροτήτων.

Έχοντας διαπιστώσει ότι το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών απορρέει ως ψυχολογική αντίδραση από μια συγκεκριμένη ψυχοπαθολογική τάση του χαρακτήρα, έχουμε ταυτόχρονα αποφασίσει, ως προς την οριοθέτησή του, ότι πρέπει να βρει τη θέση του στη μεγάλη γενική κατηγορία των ψυχοπαθολογικών-αντιδραστικών ψυχικών διαταραχών, και ότι συνεπώς, σύμφωνα και με την ιδιαιτερότητα αυτής της κατηγορίας, δεν υπάρχουν σαφώς διακριτές διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα σε αυτό και τις άλλες ομάδες. Πιστεύω ότι γίνομαι κατανοητός: το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών είναι ένα είδος νόσου σαφώς χαρακτηρισμένο, αλλά όχι σαφώς οριοθετημένο. Δεν υπάρχει τίποτα πιο τυπικό, με μεγαλύτερες εσωτερικά ομοιότητες και τόσο απόλυτα οριοθετημένο εκατέρωθεν όσο οι κεντρικές ομάδες του διεκδικητικού παραληρήματος και της ψυχαναγκαστικής νεύρωσης. Ωστόσο, με αφετηρία τις δύο αυτές κεντρικές ομάδες και όριο την περιφέρεια που ορίζει η εικόνα της ασθένειας, διαμοιράζονται προς κάθε κατεύθυνση οι οριακές περιπτώσεις καθεμιάς ομάδας, χάνοντας σταδιακά τη διακριτή τους ιδιαιτερότητα, και συγχέονται με τις οριακές περιπτώσεις της γειτονικής ομάδας μέσα στη γενική περιοχή της ψυχοπάθειας – ή συναρμόζονται σε συνδυασμούς, διατηρώντας πάντα αναγνωρίσιμα τα μεμονωμένα στοιχεία τους, έτσι ώστε στο τέλος σχηματίζονται γέφυρες ακόμη και ανάμεσα στους πιο απομακρυσμένους και διαφορετικούς τύπους. Η έρευνα στους τομείς τόσο των φυσιολογικών όσο και των ψυχοπαθολογικών χαρακτήρων και των αντιδράσεών τους είναι έρευνα των τύπων, όχι των ορίων.

Είχαμε επανειλημμένα την ευκαιρία να δείξουμε τη μερική συγγένεια του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών με την ψυχαναγκαστική νεύρωση, συγγένεια που φτάνει μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε εκλείπει οποιοσδήποτε σαφής διαχωρισμός ανάμεσα σε ψυχαναγκαστικές ιδέες και τις δομές εκείνες ευαίσθητου παραληρήματος οι οποίες χαρακτηρίζονται από αμφίβολη εκτίμηση της πραγματικότητας και γρήγορη επανόρθωση. Οι πολλές και ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο εικόνες της ασθένειας, οι οποίες, με εξαίρεση τη διαφορετική εκτίμηση της πραγματικότητας, εκφράζονται λόγου χάρη στην αντίθετη συμπεριφορά, όσον αφορά τη λογική συστηματοποίηση και τη χρονική συνέχεια στις παθολογικές παραστάσεις, είναι τόσο προφανείς ώστε περιττεύει οποιαδήποτε λεπτομερέστερη ενασχόληση. Η κύρια διαφορά των μερικώς όμοιων χαρακτηρολογικών υποστρωμάτων των δύο ασθενειών συνίσταται, όπως είπαμε, στην κατά μέσο όρο αυξημένη ένταση και τη σθεναρή αντίθεση εκ μέρους του ατόμου που πάσχει από νεύρωση των συσχετισμών, στην απλούστερη δομή των ορμών, καθώς και στην υποχώρηση του βασανιστικού και του σχολαστικού στοιχείου.

Η πολύ έκδηλη διαφορά σε σχέση με το είδος της πορείας συνίσταται στο ότι στην ψυχαναγκαστική νεύρωση υπερισχύουν οι μόνιμες καταστάσεις, ενώ στη νεύρωση των συσχετισμών οι αντιδραστικές. Η ψυχαναγκαστική νεύρωση πλησιάζει περισσότερο σε έναν τύπο ψυχικής ανωμαλίας που διαρκεί από τη νεότητα ως και τα γηρατειά, ενώ το άτομο που πάσχει από νεύρωση των συσχετισμών παρουσιάζει χρονικά περιορισμένα επεισόδια. Αλλά και από αυτά τα άτομα έχουμε να επιδείξουμε μεμονωμένες περιπτώσεις, όπου οι αντιδραστικές κορυφώσεις δεν ξεχώριζαν έντονα από ένα ακαθόριστο αίσθημα συνεχών συσχετισμών, το οποίο ήταν μοιρασμένο πιο ομοιόμορφα σε μεγαλύτερα διαστήματα της ζωής τους· αυτές τις περιπτώσεις τις χαρακτηρίσαμε μόνιμες νευρώσεις συσχετισμών. Αντίθετα, όταν συζητούσαμε για την εσωτερικευμένη ψυχαναγκαστική παράσταση στο δεύτερο κεφάλαιο, επισημάναμε ότι οι ψυχαναγκαστικές διαδικασίες είναι πολύ πιθανόν να συγκεντρωθούν αντιδραστικά και να δώσουν βαριές νευρώσεις, καθώς και ότι η χυδαία ψυχαναγκαστική νεύρωση γεννιέται ως αντίδραση σε συγκεκριμένα βιώματα, τις περισσότερες φορές κατά τη μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή. Αυτό το τελευταίο είδος πορείας δεν έχει ουσιαστικές διαφορές από τη μετεξέλιξη του αντιδραστικού παραληρήματος των συσχετισμών σε δευτερογενή νεύρωση των συσχετισμών.

Ένα τέτοιο είδος πορείας ψυχοπαθολογικών ψυχικών καταστάσεων, όπου μέσω ενός βιώματος μια λανθάνουσα ψυχική τάση μετατρέπεται σε ψυχική κίνηση, η οποία δεν επιστρέφει ποτέ πια στο σημείο εκκίνησής της, μπορούμε να την χαρακτηρίσουμε αντιδραστική εξέλιξη και να την τοποθετήσουμε, ως είδος πορείας, στο μέσον, ανάμεσα στην απλή αντίδραση, στην οποία παρατηρείται η επιστροφή ως και στη βασική ψυχική κατάσταση μέσα σε περιορισμένο χρονικό διάστημα, και στην αυτόνομη εξέλιξη, μέσω της οποίας μια εγγενής ψυχική ανωμαλία, εάν δεν εμφανιστούν συγκεκριμένες βιωματικές επιδράσεις, μεταβάλλεται μόνο κατά τον βαθμό που ορίζει η απλή μετάβαση από τη μια ηλικία στην άλλη κατά τη διάρκεια της ζωής. Ψυχοπαθολογική αντίδραση αποτελεί το απλό, ιάσιμο παραλήρημα των συσχετισμών, αντιδραστική εξέλιξη αποτελεί το παραλήρημα των συσχετισμών που δεν υποχωρεί πλήρως ή εκείνο που εκβάλλει διαρκώς σε νεύρωση των συσχετισμών, καθώς επίσης και η επίμονη ψυχαναγκαστική νεύρωση που προκαλείται αντιδραστικά, ενώ ουσιαστικά οι μόνιμες ψυχαναγκαστικές νευρώσεις και οι νευρώσεις συσχετισμών πρέπει να θεωρηθούν ψυχικές ανωμαλίες ή και αυτόνομες εξελίξεις. Τα όρια μεταξύ τέτοιων εικόνων ψυχοπαθολογικής πορείας είναι πολύ ρευστά, όπως τονίσαμε παραπάνω και για τις ψυχοπαθολογικές συμπτωματικές εικόνες. Αυτά ως προς τη σχέση ανάμεσα στην ψυχαναγκαστική νεύρωση και τη νεύρωση των συσχετισμών.

Είναι αυτονόητο ότι οι ευαίσθητες και οι αμιγώς ασθενικές αντιδράσεις δεν αλληλοαποκλείονται, αφού τα ασθενικά χαρακτηριστικά κατέχουν σημαντικό μερίδιο στη δόμηση του ευαίσθητου χαρακτήρα. Παρατηρήσαμε λοιπόν στους ιατρικούς φακέλους ενός αριθμού ασθενών μας μια χαρακτηριστική επανάληψη: οι ασθενείς κατά τη διάρκεια της ζωής τους, εκτός από τις ευαίσθητες αντιδράσεις παρουσίαζαν και τις ήπιες και εκτεταμένες καταθλιπτικές καταστάσεις του ασθενικού τύπου. Ο θάνατος αγαπημένων συγγενών, και ιδίως της μητέρας, προκαλούσε συχνά αντιδραστικές συναισθηματικές εναλλαγές της διάθεσης ασυνήθιστου βάθους και διάρκειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις αναδεικνυόταν με σαφήνεια η ιδιαιτερότητα των ανώτερων μορφών ψυχοπαθολογικής αντίδρασης ακόμη και μέσα στην ίδια προσωπικότητα. Γεγονότα απλώς θλιβερά, όπως ο θάνατος της μητέρας, δεν έφερναν ποτέ στο προσκήνιο κάποιο στοιχείο από τους κοιμισμένους σπόρους των ευαίσθητων ασθενειών, αλλά προκαλούσαν πάντοτε την ισοδύναμη, απλώς ασθενική κατάσταση κατάθλιψης. Αντίστροφα, βιώματα επονείδιστης ανεπάρκειας δεν προκαλούσαν ποτέ απλώς μια κατάθλιψη, αλλά ακριβώς ένα ευαίσθητο παραλήρημα συσχετισμών. – Κάτι παρόμοιο είχαμε τονίσει επανειλημμένα και παλιότερα, αναφορικά με τις πρωτόγονες και τις υστερικές αντιδράσεις, στον βαθμό που εμφανίζονταν σε ευαίσθητους ασθενείς. – Μια ηθική ήττα κινητοποιεί λοιπόν, με παθολογικό τρόπο, τον ευαίσθητο χαρακτήρα στο σύνολό του, ενώ ένα απλό στενάχωρο βίωμα μόνο τα ασθενικά επιμέρους στοιχεία του, ένα απλό διεγερτικό βίωμα (κακή μεταχείριση, απόλυση, τσακωμός με τους φίλους, φόβος για γεγονότα που εκθέτουν το άτομο προς τα έξω) κινητοποιεί μόνο τα ενδεχόμενα πρωτόγονα και υστερικά στοιχεία του, ενώ το αίσθημα χρόνιας παραβίασης, όταν υπάρχει και το ανάλογο χαρακτηρολογικό μείγμα, μπορεί να μετατρέψει μια εξέλιξη που άρχισε ως ευαίσθητη σε βίαιη ψύχωση (περίπτωση Βάγκνερ).

Οι παρατηρήσεις αυτές μας οδηγούν να διατυπώσουμε έναν θεμελιώδη νόμο της ψυχοπαθολογικής χαρακτηρολογίας: «Σε έναν χαρακτήρα που έχει διάφορες δυνατότητες αντίδρασης, μια συγκεκριμένη παθολογική αντίδραση προκαλείται ειδικά από το αντίστοιχο βίωμα-κλειδί».

Είναι αυτονόητες οι επιφυλάξεις που πρέπει να εκφραστούν εδώ. Κατ’ αρχήν, επειδή κινούμαστε σε πεδία πολύπλοκων ψυχολογικών διαδικασιών, μπορούμε απλώς να διατυπώσουμε έναν κανόνα και όχι κάποιον δεσμευτικό μαθηματικό νόμο της φύσης. Επίσης, πρέπει βεβαίως να αφήσουμε και εδώ κάποιο περιθώριο για τις αντιδράσεις των ατόμων που ανήκουν στην πρωτόγονη και την υστερική ομάδα, οι οποίες μπορούν να προκύψουν εύκολα και με διάφορους τρόπους. Ομοίως, είναι περιττό να επισημάνω ότι μια μορφή αντίδρασης που εξακολουθεί να υπάρχει μπορεί να επιδεινωθεί και από βιώματα-κλειδιά άλλων μορφών αντίδρασης. Λόγου χάρη, η ήδη υπάρχουσα συσχετιστική μανία της Χελένε Ρέννερ επιδεινώθηκε από την αντιγραφή μιας ανατριχιαστικής έκθεσης νεκροψίας, δηλαδή από ένα βίωμα που δεν έχει καμία σχέση με την επονείδιστη ανεπάρκεια. Είναι σαφές ότι άπαξ και διαταραχτεί η ψυχική ισορροπία, κάθε επόμενες σωματικές ή ψυχικές ζημίες οποιουδήποτε είδους επιτείνουν τη λανθασμένη αρχική τροπή.

Στο σημείο αυτό αφήνουμε τη σχέση του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών με τις ψυχοπαθολογικές αντιδράσεις γενικά και στρεφόμαστε στο ειδικό ζήτημα της δόμησης του παραληρήματος πάνω σε ψυχοπαθολογικό-αντιδραστικό υπόστρωμα και στο ερώτημα για τις σχέσεις ανάμεσα στις ευαίσθητες και τις υπόλοιπες αντιδραστικές μορφές παραληρήματος. Σε αυτόν τον επιστημονικό τομέα, ο οποίος μόνο σε ορισμένα σημεία έχει εξεταστεί σε βάθος, έως τώρα ξεχωρίζουν με σαφήνεια, εκτός από το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών, κυρίως δύο ομάδες: αυτή που περιλαμβάνει τις μορφές του διεκδικητικού παραληρήματος που αναπτύσσεται στο υπόστρωμα του διαχυτικού χαρακτήρα ή, πιο συνοπτικά, τις βίαιες ψυχώσεις, καθώς επίσης και αυτή που περιλαμβάνει τους κατά Μπίρνμπαουμ τύπους των «παραληρητικών φαντασιώσεων των εκφυλισμένων», οι οποίοι αντιστοιχούν προπάντων στον τρόπο αντίδρασης των δικών μας ομάδων πρωτόγονων χαρακτήρων, στους οποίους όμως επιπλέον πρέπει να προσαρτηθούν ψυχολογικά και όλες οι πλαστοποιημένες αποφάσεις, οι οποίες οφείλουν την ύπαρξή τους κυρίως σε πρωτόγονους και υστερικούς μηχανισμούς. Για λόγους σαφήνειας θα περιορίσουμε την προσέγγισή μας σε αυτά τα σταθερά σημεία, αν και δεν αμφιβάλλουμε ότι εκτός από αυτούς υπάρχουν και άλλοι μορφικοί κύκλοι, λιγότερο μελετημένοι, και ότι οι σκέψεις που εκθέτουμε εδώ δεν αξιώνουν παρά να είναι ένα προσωρινό σκαρίφημα. Πάντως δεν θα είναι παράτολμο, εξαιρώντας αρχικά τους τύπους παράνοιας κατά Κρέπελιν, να ισχυριστούμε ότι από το σύνολο των αντιδραστικών ψυχοπαθολογικών μορφών παραληρήματος, η πλειονότητα εντάσσεται μέσα σε ένα τρίγωνο, που τις τρεις κορυφές του αποτελούν το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών, το διεκδικητικό παραλήρημα και οι παραληρητικές φαντασιώσεις των εκφυλισμένων (αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε την τρέχουσα κλινική ορολογία, έχοντας συνείδηση ότι είναι ανεπαρκής στον τομέα της ψυχολογίας). Αυτές οι τρεις κορυφές στηρίζονται από τα αντίστοιχα υποστρώματα του ευαίσθητου, του διαχυτικού και του πρωτόγονου χαρακτήρα, και στις πλευρές που συνδέουν αυτές τις τρεις κορυφές παρατάσσεται ένας ανεξάντλητος πλούτος ατομικών παραληρητικών συστημάτων ως έκφραση μειγμάτων και συνδυασμών των τριών τυπικών βασικών χαρακτήρων μεταξύ τους.

Εκφεύγει της αποστολής μας εδώ να ασχοληθούμε λεπτομερέστερα με τις μεταβατικές μορφές ανάμεσα στη δόμηση του παραληρήματος στον πρωτόγονο και στον διαχυτικό χαρακτήρα. Αναφέρουμε απλώς τον δολοπλόκο χαρακτήρα, που θίξαμε και προηγουμένως, ο οποίος συνδυάζει την πρωτόγονη υποβολιμότητα και την ψεύτικη ανηθικότητα με την ανελέητη επιμονή του ατόμου που πάσχει από βίαιη νεύρωση και δημιουργεί μια πλούσια πηγή παραληρητικών πλαστοποιημένων αποφάσεων. Καλό παράδειγμα τέτοιας τάξης είναι η πρώτη περίπτωση της εργασίας στο Χαϊλμπρόν για την «υστερία και το διεκδικητικό παραλήρημα», όπου μια γυναίκα «με ανυπόφορο χαρακτήρα», από την υστερική-ψευτολογική φαντασίωση ότι μπορεί να έχει αξιώσεις απέναντι σε έναν γιατρό, αναπτύσσει σταδιακά απέναντί του ένα εκτεταμένο σύστημα διεκδικητικού παραληρήματος.

Αντίθετα, στο έκτο κεφάλαιο εξηγούμε, με τη βοήθεια ορισμένων παραδειγμάτων, τις ενδιάμεσες μορφές ανάμεσα στην ευαίσθητη και την πρωτόγονη δόμηση του παραληρήματος, όπως και ανάμεσα στην ευαίσθητη και τη διαχυτική δόμηση. Η ομοιότητα ανάμεσα στις παραληρητικές φαντασιώσεις των εκφυλισμένων και στο ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών συνοψίζεται, προφανώς, στην περιορισμένη και ασταθή σχέση των μεμονωμένων παραληρητικών ιδεών με την πραγματικότητα, ενώ η βαθύτερη και θεμελιωδέστερη διαφορά τους ορίζεται από την εντελώς διαφορετική συναισθηματική αξία του παραληρήματος. Το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών φέρεται από μια βαριά μεταβολή της διάθεσης, αγκυρωμένη στην ηθική δομή, η οποία δικαιολογεί την ομοιομορφία και τη συνεκτικότητα της κατεύθυνσης των σκέψεων του παραληρήματος και την τάση που συνδέεται με αυτές, να δημιουργεί ένα κλειστό σύστημα. Σε αυτή τη σοβαρότητα και την αποφασιστικότητα του βασικού οικοδομήματος το οποίο δομεί το παραλήρημα οφείλονται οι σχέσεις του με την ομάδα της παράνοιας. Αντίθετα, οι εκφυλιστικές φαντασιώσεις είναι φύλλα που πέφτουν άτακτα από ένα κακοριζωμένο δέντρο, ασταθή, φανταστικά, ημιπαιγνιώδη προϊόντα επιφανειακών επιθυμιών και ανησυχιών, τα οποία δεν αρνούνται την καταγωγή τους από χαρακτήρες που δεν επιδεικνύουν ούτε βάθος ούτε πληρότητα.

Είναι κατ’ αρχήν αμφίβολο εάν ανάμεσα σε αυτές τις –με τη στενή έννοια– εκφυλιστικές πλαστοποιημένες αποφάσεις και το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών εμφανίζονται άμεσοι συνδυασμοί, έχοντας υπόψη την εξαιρετική αντίθεση των ψυχικών τους υποστρωμάτων – μολονότι ειδικά στον τομέα της ψυχοπαθολογίας δεν μπορούμε να θεωρούμε τίποτε αδύνατον, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τη μείξη αταίριαστων και αντιθετικών στοιχείων των χαρακτήρων. Αντίθετα, στην περίπτωση Κλούγκε, είδαμε πως ακόμη και ελαφρές προσμείξεις από τις ιδιότητες του –με την ευρεία έννοια– πρωτόγονου χαρακτήρα σε μια ευαίσθητη προσωπικότητα δίνουν αμέσως άλλη απόχρωση στη δόμηση του παραληρήματος: στο παραληρητικό σύστημα, ο εξωτερικός φόβος μιας εξωτερικής απειλής εμφανίζεται μαζί με την ευαίσθητη εσωτερικευμένη συνειδησιακή αγωνία· η φανταστική χαλάρωση του παραληρητικού περιεχομένου μετατρέπεται από καιρού εις καιρόν σε αστάθεια· η ροή της βασικής ευαίσθητης διαταραχής διακόπτεται από απότομες συναισθηματικές μεταβολές, συνειδησιακές αλλαγές και υστερικά ξεσπάσματα. Όλα αυτά είναι στοιχεία που με τη βαριά και εκρηκτική συναισθηματική τους φόρτιση διαμορφώνουν την άμεση κλινική μετάβαση από το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών στις εκρηκτικές μορφές της πρωτόγονης ψύχωσης, οι οποίες όμως μέσω αυτού του συνδέσμου οδηγούν έμμεσα και στις παιγνιώδεις φαντασιώσεις του εκφυλισμένου. – Αντίστροφα, σε περιπτώσεις όπως του Χελντ, είδαμε ότι μια πιο εκλεπτυσμένη ηπιότητα του συναισθήματος, όταν συνυπάρχει με μια πρωτόγονη ψυχική ζωή, αρκεί για να δώσει μια ευαίσθητη νότα στο ακατέργαστο και παραληρητικό αίσθημα της ζήλειας. Βέβαια, σε τέτοιους απλούς και πνευματικά μη εξελιγμένους ψυχοπαθείς, με φτωχή και ασαφή συναισθηματική ζωή, είναι συχνά δύσκολο να διακρίνουμε καθαρά μεμονωμένα χαρακτηρολογικά συστατικά.

Πιο ενδιαφέρουσες ψυχικές περιπλοκές μπορούμε να περιμένουμε από τα μεικτά παραληρήματα διαχυτικού-ευαίσθητου τύπου. Στην περίπτωση Βάγκνερ φάνηκε καθαρά τι βίαιες ψυχικές εντάσεις και δραματικές αποφορτίσεις μπορούν να προκύψουν όταν στην ίδια προσωπικότητα έρθουν παθολογικά σε επαφή τα εχθρικά μεταξύ τους στοιχεία της ευαίσθητης και της διαχυτικής κατεύθυνσης σκέψεων. Σε τέτοιες φύσεις, η μανία για βία και το ήπιο και λεπτοφυές συναίσθημα αλληλοδιεγείρονται σε έναν αέναο ανυπόφορο κύκλο. Το απεγνωσμένο πείσμα προσκρούει χιλιάδες φορές στην αδυναμία του ίδιου ατόμου, η οποία με τη σειρά της υποδαυλίζει την επιθυμία για εκδίκηση, με οξυμένες τις τύψεις συνείδησης. Το στοιχείο του ψυχικού μεγαλείου, που προσιδιάζει ειδικά στην ψύχωση του Βάγκνερ, δεν είναι σε καμία περίπτωση τυχαίο. Αντίθετα, το κλειδί για την κατανόηση των τεράστιων επιδράσεων μιας ιδιοφυούς και ψυχοπαθολογικής προσωπικότητας βρίσκεται στον χαρακτηρολογικό συνδυασμό διαχυτικού-ευαίσθητου. Η ακλόνητη και γεμάτη αυτοπεποίθηση δύναμη της βούλησης, παρακινημένη να φτάσει στα όρια των δυνατοτήτων της από μια ηθική υπερευαισθησία και μια ενοχική και βασανιστική εσωτερικότητα, οδηγεί σε επιδόσεις που γράφουν ιστορία παγκοσμίως και που για αιώνες θα φαντάζουν ως τρέλα και ως θαύμα ταυτόχρονα. Ο Λούθηρος, με την ευαίσθητη συνειδησιακή αγωνία και τη διστακτική του ανασφάλεια, έμοιαζε αρχικά περισσότερο με ψυχαναγκαστικό άτομο παρά με ανερχόμενο ήρωα όταν άρχισε να ασχολείται με τα προβλήματα δογματισμού της εποχής του, ώσπου, όταν ο δρόμος του πεπρωμένου τον έφερε στη θέση του αντιπάλου της υπερδύναμης που κυριαρχούσε στην υφήλιο, κατάφερε να επιβάλει τη στάση του σε όλες τις αρχές με τον αφυπνιζόμενο φανατισμό της ιδιοφυούς διεκδικητικής προσωπικότητας. Η μεταμόρφωση ενός ευαίσθητου ατόμου σε βίαιο αποτελεί για τους βιογράφους του Λούθηρου τον μόνιμο γρίφο της προσωπικότητάς του. Προσπαθώντας να κατανοήσουμε το αδύνατο, πώς δηλαδή ένας μοναχός χωρίς καμία εξουσία εναντιώθηκε στον αυτοκράτορα και την εκκλησία, μόνο αν αφήσουμε στην άκρη την ψυχραιμία του ιστορικού και επιστρατεύσουμε την οξυμένη φαντασία μας θα αναγνωρίσουμε ότι εδώ συνεκβάλλει η ιδιοφυία με τη «δαιμονισμένη μανία» (για να μιλήσουμε με τη γλώσσα των σύγχρονών του). – Στα παρόντα συμφραζόμενα δεν μπορώ να αναλύσω διεξοδικότερα τις γόνιμες προοπτικές που ανοίγονται για την ψυχιατρική χαρακτηρολογία αν συμπεριλάβει στην έρευνά της τις ιδιοφυείς προσωπικότητες. Και αναφέρομαι σε «χαρακτηρολογία» και όχι σε «παθογραφία», γιατί δεν ανιχνεύουμε το παθολογικό στοιχείο στον ιδιοφυή χαρακτήρα, αλλά θαυμάζουμε το μεγαλειώδες στοιχείο στον ανώμαλο χαρακτήρα. Πάντως αυτή η μικρή παρέκβαση από το θέμα μας αποκαλύπτει τη φορτισμένη ένταση που κρύβεται όταν σε ψυχοπαθείς προσωπικότητες αναμειγνύονται στοιχεία από τον διαχυτικό και τον ευαίσθητο χαρακτήρα, οι οποίες ξεσπούν καταστροφικά στο περιβάλλον τους, μπορούν όμως εξίσου καλά να ανυψώσουν μια ολόκληρη εποχή στο ύψος της παγκόσμιας ιστορίας.

Μένει λοιπόν να απαντήσουμε στο ερώτημα που θίξαμε προηγουμένως: το τυπικό σύμπτωμα του παραληρήματος των συσχετισμών (και όχι αυτό που χαρακτηρίσαμε ως κλινική εικόνα «ευαίσθητο παραλήρημα συσχετισμών») – αυτό το παραλήρημα των συσχετισμών, ως τυπικό σύμπτωμα, περιορίζεται άραγε στο υπόστρωμα του ευαίσθητου χαρακτήρα στο πλαίσιο των ψυχοπαθολογικών-αντιδραστικών παραληρητικών ψυχώσεων; Είναι αυτονόητο και δεν αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης ότι λανθασμένες αναφορές στον εαυτό μπορούν να εμφανιστούν παντού, και ως έναν συγκεκριμένο βαθμό πρέπει να εμφανίζονται, όπου υπάρχουν παραληρήματα, γιατί κάθε παραλήρημα μετατοπίζει την τοποθέτηση ανάμεσα στο Εγώ και τον έξω κόσμο, μετατοπίζει άρα και την ερμηνεία της πραγματικής αντίληψης του έξω κόσμου την οποία σχηματίζει ο ασθενής. Αλλά με τον όρο παραλήρημα των συσχετισμών, με τη στενή του έννοια, θέλουμε εδώ να χαρακτηρίσουμε τον πολλαπλασιασμό της παραληρητικής εγωκεντρικής πυρηνικής σκέψης μέσω της σχεδιασμένης εκμετάλλευσης μικρών καθημερινών βιωμάτων, δηλαδή την αναφορά στον εαυτό, μόνο εκεί όπου εμφανίζεται συστηματικά, μαζικά και με λαβυρινθώδη ανάπτυξη. Εκεί όπου γενικά χτίζονται μόνο οι απαραίτητες και χονδροειδείς γέφυρες ανάμεσα στο παραληρητικό περιεχόμενο και την αντίληψη του έξω κόσμου δεν μιλάμε για παραλήρημα συσχετισμών, όπως ούτε εκεί όπου οι αναφορές στον εαυτό παράγονται μεν αφειδώς, αλλά δίχως εσωτερική συνοχή.

Μπορούμε να ισχυριστούμε χωρίς αντίλογο, καθώς και να συμπεράνουμε από το κλινικό υλικό που παρουσιάσαμε, ότι η ευαίσθητη προσωπικότητα, με το λεπτοφυές συναίσθημα, την εύθραυστη φύση, την αυξημένη ικανότητα σχηματισμού εντυπώσεων γενικά και ειδικότερα με την τάση της προς οδυνηρά συναισθήματα, προς επίμονα αισθήματα ντροπής και με τη ντροπαλή ανασφάλεια στις κοινωνικές της εμφανίσεις, είναι φτιαγμένη, πολύ περισσότερο από πολλές άλλες ψυχοπαθολογικές τάσεις του χαρακτήρα, για να δημιουργεί παθολογικές αναφορές στον εαυτό. Από την άλλη πλευρά, η στοχοπροσήλωση του ατόμου που πάσχει από βίαιη νεύρωση κατά μέσο όρο δεν διατηρείται τόσο από τις εκτεταμένες και λαβυρινθώδεις ιδέες αναφοράς, όπως και η δόμηση του παραληρήματος στον πρωτόγονο χαρακτήρα συντελείται συνήθως χωρίς τη συστηματική ενότητα του στενότερου παραληρήματος των συσχετισμών. Υπάρχουν όμως εξαιρέσεις, και ειδικά σε εκείνα τα μείγματα χαρακτήρων που δεν παρουσιάζουν ευαίσθητα στοιχεία; Πρόκειται για μια ερώτηση που μας προκαλεί ιδιαιτέρως να την απαντήσουμε, η απάντηση όμως μπορεί να δοθεί μόνο αν διηθήσουμε προσεκτικά το υλικό μας μέσα από τις απόψεις μας για τη χαρακτηρολογία. Όπως είδαμε παραπάνω, η συμπτωματολογία της ψυχωτικής αντίδρασης μιας συγκεκριμένης προσωπικότητας μπορεί να αλλάξει χαρακτηρολογική απόχρωση με μικρές μόνο πινελιές· πρέπει λοιπόν να παραδεχτούμε ότι η έως τώρα τεχνική της περιγραφής των ψυχιατρικών ασθενειών δεν αρκεί σε καμία περίπτωση για να δοθεί απάντηση σε τέτοια ερωτήματα. Θα ήταν λόγου χάρη άσκοπο, στη βάση της εικόνας που έχουμε σήμερα για το διεκδικητικό παραλήρημα, η οποία ούτε εντάσσεται πλήρως στην αντίστοιχη χαρακτηρολογική ομάδα ούτε όμως και την περιλαμβάνει, να προσπαθήσουμε να αποδείξουμε ή να αντικρούσουμε την υπόθεση ότι το λεπτοφυές και εκτεταμένο παραλήρημα των συσχετισμών είναι εντελώς ξένο προς τις βίαιες ψυχώσεις. Ωστόσο, θα ήθελα να επισημάνω την πιθανότητα να υπάρχει, λόγου χάρη στον δολοπλόκο χαρακτήρα, με τη χαρά που έχει να εκθέτει αναλυτικά και να εντοπίζει κακίες που σχετίζονται με τον εαυτό, μια αυτόνομη πηγή ψυχοπαθολογικού-αντιδραστικού παραληρήματος των συσχετισμών, ανεξάρτητη από ευαίσθητες προσμείξεις, σε μια έκφανση βέβαια που διαφέρει ριζικά από το ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών. Προς αυτή την κατεύθυνση, της προσοχής μας χρήζει ιδίως η πρώτη περίπτωση από το υλικό του Φρίντμαν, η οποία στο πλέγμα των εξωτερικών βιωμάτων επιδεικνύει μια κάποια ομοιότητα με την ευαίσθητη ψύχωση των ώριμων κοριτσιών. Ένα κορίτσι με πλούσια στοιχεία πρωτόγονου χαρακτήρα («επιφανειακή, ηδονολάτρις, εγωίστρια, απαιτητική, μη προσανατολισμένη στην οικογενειακή ζωή») και έντονη επιθυμία για γάμο βλέπει, στα «κρίσιμα χρόνια της παρακμής της», τους τελευταίους μνηστήρες να απομακρύνονται. Αντιδρά με τον τυπικό τρόπο των δολοπλόκων, με ανυπόφορη δυσθυμία και παθιασμένη μανία για τσακωμούς, και αποσκοπεί, με μοχθηρή επιμονή, να διώξει από το κτήριο όπου κατοικεί τους άνδρες ενοίκους, στις υποτιθέμενες συκοφαντίες και μηχανορραφίες των οποίων αποδίδει τις ευθύνες για την αποτυχία της. Με αυτά συνδέεται ένα αρκετά πλούσιο παραλήρημα συσχετισμών, με επίκεντρο κυρίως αυτούς τους ενοίκους. Ωστόσο, ειδικά εδώ δεν πρέπει να αποκλείουμε την πιθανότητα πρόσμιξης στοιχείων του ευαίσθητου χαρακτήρα (αναποφασιστικότητα, αγάπη για τα παιδιά· ιστορικό ψυχαναγκαστικής νεύρωσης στην οικογένεια). Για το ζήτημα αυτό, πρβλ. και την τρίτη περίπτωση καταθυμικής δόμησης παραληρήματος του Χ. Β. Μάγερ, η οποία έχει μεγάλες ομοιότητες στον τρόπο εμφάνισης, αλλά παρουσιάζει πλουσιότερη ανάπτυξη. Και εκεί, η ματαίωση της ελπίδας για ευτυχία μέσω του γάμου ανάγεται σε ένα σύστημα εχθρικών δολοπλοκιών· έχουμε επίσης εμφάνιση ενός πλούσιου παραληρήματος των συσχετισμών. Η ασθενής, με το εγωιστικό της συναίσθημα, το οποίο στρέφεται προς τα έξω, σίγουρα δεν μπορεί να καταταχτεί πρωτίστως στην ομάδα χαρακτήρων που εξετάζουμε, ωστόσο και σε αυτήν την κυρία, εμφανώς λεπτοφυούς συγκρότησης, υπάρχει η πιθανότητα πρόσμιξης ευαίσθητων στοιχείων.

Ο διαχωρισμός του ευαίσθητου παραληρήματος των συσχετισμών από τη μανιοκαταθλιπτική ψυχασθένεια και την πρώιμη άνοια είναι απλός και σύντομος. Τα βασικά χαρακτηριστικά που διαχωρίζουν την κυκλική από την αντιδραστική-ψυχοπαθολογική δόμηση του παραληρήματος γενικά τα έχει περιγράψει με σαφήνεια ο Φρίντμαν στη θεμελιώδη μελέτη του για την ήπια παράνοια. Η δική μας εικόνα της ασθένειας δεν έχει ούτε τη σταθερή μονοτονία μιας αυτόνομης συναισθηματικής διαταραχής ούτε τις χαρακτηριστικές μεταβολές της κυκλικής ψυχοκινητικότητας, ενώ αντίθετα διαθέτει, ως βασικά χαρακτηριστικά, την ψυχολογική εξάρτηση και την ψυχολογική αντιδραστικότητα του συναισθήματος και της ψυχικής κίνησης. Η δόμηση του παραληρήματος στις μεικτές κυκλικές καταστάσεις μπορεί να σχετίζεται και με εξωτερικά βιώματα, από τη δημιουργία τους όμως λείπει η πλήρης συναισθητικότητα, δηλαδή η επιτακτική εσωτερική ανάγκη που ορίζει ότι αυτό το συγκεκριμένο βίωμα σε αυτόν τον συγκεκριμένο χαρακτήρα πρέπει αναπόφευκτα να προκαλέσει αυτή τη συγκεκριμένη αντίδραση, και ότι εκτός από αυτούς τους παράγοντες, που είναι κατανοητοί από ψυχολογικής άποψης, μαζί με το περιβάλλον και την εξάντληση, η αντίδραση δεν χρήζει περαιτέρω εξήγησης για το συναίσθημά μας. Στην περαιτέρω πορεία, η ευαίσθητη δόμηση παραληρήματος χαρακτηρίζεται από την αυστηρή επικέντρωσή του στο βίωμα, όπως και η κυκλική-παρανοϊκή δόμηση χαρακτηρίζεται από την έλλειψή της. Είναι απολύτως αναμενόμενο ότι περιστασιακά θα εμφανιστεί ένας συνδυασμός ανάμεσα στην κυκλική και την ευαίσθητη δόμηση παραληρήματος, όταν υπάρχουν συγγενικές σχέσεις ανάμεσα στις δομές που αποτελούν τη βάση τους· το εκθέσαμε αυτό αναλυτικότερα στην περίπτωση Φέλντβεγκ. Επειδή όμως στις περιπτώσεις που εξετάζονται στη μελέτη αυτή δεν περιλαμβάνεται κανένας τέτοιος συνδυασμός, είναι δικαιολογημένη η υπόθεση ότι τέτοιοι συνδυασμοί είναι σπάνιοι.

Για τις σχιζοφρενείς και τις παραφρενείς ομάδες ισχύουν επίσης τα κριτήρια της γενετικής συναισθητικότητας, της γενικής επικέντρωσης στο βίωμα και της ψυχολογικής αντιδραστικότητας της πορείας, τα οποία μας οδηγούν σε σίγουρη διάγνωση στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων. Από τις μεμονωμένες εικόνες κατάστασης, ουσιαστικά μόνο το οξύ ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών, με τις παραστάσεις που ομοιάζουν με κατατονικές, μπορεί να δώσει αφορμή για αμφιβολίες στη διάγνωση. Αναφερθήκαμε στη διαφοροποιημένη διάγνωση όταν ασχοληθήκαμε με την περιγραφή του. Αυτά ως προς τη συμπτωματολογία. Στο ερώτημα κατά πόσον είναι δυνατόν να γίνουν συνδυασμοί και κατά πόσον μπορούμε να τραβήξουμε σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις παραφρένειες και τις ψυχολογικές εξελίξεις γενικώς, θα επανέλθουμε όταν ασχοληθούμε με την αποτυχημένη παράνοια του Γκάουπ.

Αντίθετα, επειδή υπάρχουν φαινομενικές και πραγματικές σχέσεις ανάμεσα στο ευαίσθητο παραλήρημα των συσχετισμών, την «ήπια παράνοια» του Φρίντμαν και την αποτυχημένη παράνοια του Γκάουπ, πρέπει να λάβουμε σαφή θέση ως προς τη διαφοροποίηση της διάγνωσης των τριών αυτών εικόνων.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1  Ορισμένοι συγγραφείς έχουν ισχυριστεί ότι αντιλαμβανόμαστε κάθε τύπο του παραληρήματος των συσχετισμών ως οφειλόμενο στον ευαίσθητο χαρακτήρα: πρόκειται, βεβαίως, για μεγάλη παρεξήγηση.

Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας δεν ειναι διαθέσιμο για αντιγραφή.